Eine Kleine Nacht Musik – S/T (Modular)
![]() |
|
||||||||||||||||||||
|
Πόσες και πόσες “σειρούλες” δεν συντρόφεψε (και αναμφίβολα θα συντροφέψει και μελλοντικά!) στη θητεία στο …ένδοξο ελληνικό στράτευμα το περίφημο τυφέκιο G3A3 (ή Α4 αν αποκτηθούν “σαρδέλες”); Θυμάστε πως το ανέφερε το εγχειρίδιο του στρατιώτη; Γερμανικής προέλευσης, ελληνικής κατασκευής! Ας πραγματοποιήσουμε το νοητικό άλμα και ας βρεθούμε στα δικά μας, τα μουσικά… Έτσι έχουμε στα χέρια μας έναν δίσκο, κατ’ αναλογία, γερμανικής προέλευσης, βρετανικής κατασκευής! Γιατί το “Eine kleine Nacht Musik” (“Μικρή Νυχτερινή Μουσική”, προφανής αναφορά στη διάσημη σερενάτα του Μότσαρτ), αν και είναι ένας δίσκος καθ’ όλα γερμανοπρεπής, τόσο στην ουσία όσο και στο φαίνεσθαι, είναι μολοταύτα δημιούργημα ενός καθαρόαιμου αγγλόπουλου από το (πολυβομβαρδισμένο μάλιστα από τους Γερμανούς) Newcastle. Πώς τα φέρνει καμιά φορά ο καιρός και η ιστορία ε; Οι Γερμανοί ξανάρχονται λοιπόν! Και μαζί ξανάρχονται και τα70s (αν και δεν είμαι βέβαιος κατά πόσο είχαν απουσιάσει!). Και ενώ το progressive, που κάποτε είχε ταυτιστεί σχεδόν με ύβρη και καταφρονήθηκε (κατά βάση όχι αδίκως), πήρε την εκδίκηση του, και μάλιστα με εκκωφαντικά πειστικό τρόπο με μπροστάρηδες τους Radiohead, τα τελευταία χρόνια ήρθε η σειρά της γερμανικής πτέρυγας (μεγάλη κουβέντα αυτή!), του kraut δηλαδή να πάρει το αίμα πίσω. Το οποίο πάντως δεν γνώρισε αντίστοιχες δηλητηριώδεις επιθέσεις, πολλοί punk μουσικοί είχαν εκφράσει την εκτίμηση τους για kraut μπάντες, ενώ βρήκε και απροσδόκητους απολογητές και αναλυτές. Χρειάζεται να υπενθυμίσω την διάσημη πλέον ρήση του Brian Eno για τους τρεις ρυθμούς των 70s: το funk του James Brown, το afrobeat του Fela Kuti και το Neu!-beat του Klaus Dinger; Ή το βιβλίο-σταθμό για το θέμα του Julian Cope; Το “Eine kleine Nacht Musik” είναι συνεπώς άλλος ένας δίσκος-επιχείρημα στη φαρέτρα όσων υποστηρίζουν την ύπαρξη ενός μουσικού κόσμου παγκοσμιοποιημένου, όπου ο ήχος δεν έχει πλέον πατρίδα και εντοπιότητα. Ενός κόσμου επίσης όπου οι δεκαετίες μπλέκονται, το καινούργιο με το παλιό μπερδεύεται, οι χρονικές αποστάσεις γεφυρώνονται. Πόσο μεγάλη δεν ήταν (ή ακουγόταν!) κάποτε η διαφορά του 1991 με το 1987, και πόσο μικρή φαίνεται πλέον η απόσταση του 2008 (οσονούπω 9) με το 1975! Και μέσα στο χάος αυτό, οι μουσικοί δημιουργοί, “παραζαλισμένοι” από τις ποσότητες μουσικής που αλλάζουν χέρια κατά χιλιάδες σε κάθε ψηφιακό format, δοκιμάζουν, αναμειγνύουν, πειραματίζονται, ψάχνουν μια ταυτότητα, κάποιες φορές στην …απουσία της! Ο Riton για παράδειγμα (το ληξιαρχείο τον έχει καταχωρημένο ως Henry Smithson) είναι DJ με δύο δίσκους στο βιογραφικό του, στους οποίους και είχε κινηθεί μεταξύ rave, downbeat electro και electro house. Τώρα τσαλαβουτάει στο kraut! Στο μέλλον ποιος ξέρει; Πραγματικός …Quecksilber (υδράργυρος!) Ο δίσκος είναι λοιπόν ένας φόρος τιμής στη Γερμανία των 70s. Με όλους τους ήρωες της εποχής να δίνουν ένα ηχηρό παρόν! Οι Kraftwerk και οι αναζητήσεις τους πριν ανοιχτούν στους αχανείς αυτοκινητοδρόμους… Οι Neu! και η αποθέωση της μουσικής ως μηχανιστική λειτουργία… Οι Cluster και η μονοτονία με θετικό πρόσημο… Ο Holger Czukay και οι απόπειρες του να φέρει κοντά τον ανατολικό και τον δυτικό ήχο… Καλά όλα αυτά θα μου πείτε, αλλά ο ίδιος ο Riton έκανε κάτι πέρα από τις …μετακλήσεις των “πνευμάτων”; Αρκούν κάποιες πιο νεωτερικές ψηφιακές λοξοδρομήσεις (“Feuerprobe”); Ή ένα εξαιρετικό, πραγματικά νυχτερινό “Das Regenecho” στο πιο σύγχρονο στυλ των Mouse on Mars; Τελικά, ποιος ψάχνει πλέον για πρωτοτυπία; Και η νύχτα πέφτει, το σκοτάδι πήζει στην πόλη… “Συχνά μου φαίνεται ότι η νύχτα έχει πολύ πιο ζωηρά και πλούσια χρώματα από τη μέρα” είχε πει ο Βαν Γκογκ… Ας του δώσουμε ένα δίκιο, κάτι ήξερε κι αυτός από χρώματα! Το σίγουρο είναι ότι τη νύχτα όλα είναι πιο όμορφα (ή λιγότερο άσχημα!)… Οι πόλεις, οι γυναίκες, οι μουσικές… 8 1η δημοσίευση: http://www.mic.gr |
|||||||||||||||||||||
Ballboy – I worked on ships (Pony Proof)
| Ballboy I worked on the ships (Pony Proof) Alternative |
|||||||||||||||||||||||
![]() |
|
||||||||||||||||||||||
|
Η pop μοιάζει με μια χωριάτικη σαλάτα (μ’ αρέσουν οι παιγνιώδεις ιντριγκαδόρικες εισαγωγές-όσο και οι γαστρο-μουσικές αναλογίες)! Γιατί και η pop έχει απλά υλικά, είναι εύκολη στην παρασκευή, έχει θέση στη καθημερινό μας “τραπέζι”… Δεν απαιτεί περίτεχνες δεξιότητες και αβασάνιστους ακροβατισμούς βιρτουόζου οργανίστα (ή σεφ). Μπορεί να γίνει μεγαλειώδης, μπορεί να γίνει και ευτελής, να κακοποιηθεί. Γιατί το απλό εύκολα συγχέεται με το απλοϊκό, το φτηνό με το ευτελές, το λαϊκό με το λαϊκίστικο… Ίσως είναι και το είδος με τη μεγαλύτερη σαβούρα αναλογικά (να προσθέσω και την electronica;) Αναλογικά, για ανακαλέστε καλοκαιρινές “χωριάτικες” μνήμες από ξενέρωτες ντομάτες, φέτες-ασβέστες, πληκτικά αγγούρια και ύποπτα λάδια… Όταν όμως ο άνθρωπος είναι μερακλής… Στην κατηγορία των μερακλήδων ανήκουν και οι Ballboy, μια μπάντα η οποία μας έρχεται από τη χώρα όπου οι αντρικές φούστες δεν είναι ντροπή! Ομολογουμένως έχουν και μια παράδοση εκείνα τα μέρη, με τις pop μελωδίες να είναι κυριολεκτικά προϊόν …ΟΠΑΠ (ονομασία προέλευσης ανωτέρας ποιότητας, για τους μη-γνωρίζοντες!) Τούτοι εδώ συγγενεύουν με τους μελωδούς της …αγαμίας Arab Strap και ασφαλώς με την (Ισα)βέλλα και τον Σεβαστιανό της, αλλά συνάμα έχουν στο εικονοστάσι τους “αγίους” από τους αντίποδες Go Betweens. Ας αφήσουμε όμως στην άκρη τις πολλές συγκρίσεις… Συνήθως αδικούν αμφότερα τα μέρη… Κοιτάζω το βιογραφικό. Είναι Εδιμβούργειοι, είναι τέσσερις (ιδανικός αριθμός για pop μπάντα), είναι (ήταν δηλαδή!) αγαπημένοι του Peel (είχε και πολλούς ο μακαρίτης), και έχουν φτάσει ήδη στο πέμπτο τους δισκίο, πετώντας πάντα χαμηλά και αποφεύγοντας τα …ραντάρ ανίχνευσης της εμπορικής αγοράς και των περισσοτέρων μουσικοκριτικών (όχι όμως και του MiC!). Και δεν νομίζω να αλλάξει αυτή τους η μοίρα με το “I Worked on ships”. Και ας πρόκειται για έναν εξαιρετικό δίσκο. Με χαμηλούς τόνους, ήπια τύμπανα, γυναικείες και αντρικές φωνές αφοπλιστικά απαλές, και καθάριες ευγενικές μελωδικές γραμμές (αν υπήρχε ακόμη η Sarah θα έσπευδε για υπογραφές!). Οι πινελιές από ακορντεόν (“Cicily”), τσέλο και glockenspiel (στο ευφυώς κλιμακούμενο “A relatively famous victory”) είναι ευπρόσδεκτα καίριες εντείνοντας την ανάλαφρη αίσθηση μελαγχολίας ενώ φυσικά δεν λείπει και ένα …παπαραπαπα τραγούδι, ένα sing-along για την παρέα (“We can leap buildings and rivers, but really we just wanna fly”) το οποίο χτυπάει κατευθείαν στο μελωδιογόνο σημείο G! Όσο για τους στίχους… Η ιστορία είναι γνωστή εδώ και αιώνες! Έρως ανίκατε μάχαν… Εικόνες οικείες, ανθρώπινες (δεν λέω πανανθρώπινες, δεν έχει όλος ο κόσμος την πολυτέλεια ερωτικών ανησυχιών!), η ζωή που επαναλαμβάνεται, μικρές-μικρές ιστορίες τόσο ίδιες και τόσο διαφορετικές, αναπόφευκτα στερεότυπες (όσο κι ένα Σ’ αγαπώ” άλλωστε), η κοπέλα που άφησε πίσω συντρίμμια και σπασμένη την κασέτα που της έγραψες (γράφουν ακόμη κασέτες;), αθώα λάγνες φαντασιώσεις, ανέμελες νεανικές ερωτικές απογοητεύσεις, βράδια με το ραδιόφωνο στα βραχέα αγκαλιά, η σιωπή του κινητού… Με τέτοια συστατικά και τέτοιες πρώτες ύλες λοιπόν το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να είναι παρά μόνο …ήδιστον! Όταν οι άνθρωποι είναι μερακλήδες… 8 1η δημοσίευση: http://www.mic.gr |
|||||||||||||||||||||||
iLiKETRAiNS – Elegies to lessons learnt (Beggars Banquet)
![]() |
|
||||||||||||||||||||||
|
Ο Ιπποκράτης την είχε ονομάσει μέλαινα χολή και την είχε κατατάξει ανάμεσα στα τέσσερα υγρά του σώματος. Το Μεσαίωνα ήταν η “ιερή νόσος”. Πάντα θεωρούνταν η “νόσος” των διαφορετικών, των τρελών, των ιδιοφυών, των καλλιτεχνών… Στις σύγχρονες ηδονοθηρικές κοινωνίες του “να περνάμε καλά”, η μελαγχολία ξορκίζεται, απωθείται είτε ενδύεται τον μανδύα εμπορικών κινημάτων (βλέπε, π.χ. τον ντόρο γύρω από το emo, που -ευτυχώς!- δεν είναι κάτι περισσότερο από περίτεχνες ακριβές κομμώσεις και βαφές μαλλιών). Μάταιος αγώνας βέβαια… Άλλωστε πώς να αντιμετωπίσουμε το φόβο του θανάτου ο οποίος κρύβεται στον πυρήνα της; Και μήπως δεν έρχονται στιγμές που μόνοι, σ’ ένα δωμάτιο, δεν βυθιζόμαστε, κάποιες φορές με ένοχη απόλαυση, στη μελαγχολία, αντιμέτωποι με όλα τα μικρά και μεγάλα που ταλαιπωρούν τη μικρή μας ύπαρξη; Ίσως τελικά αυτή η βύθιση να είναι ένα καλό “ομοιοπαθητικό” φάρμακο, μια συμφιλίωση με έναν ανίκητο εχθρό… Αυτήν την εποχή στη βιβλιοθήκη μου με τρομάζει με τον όγκο της “Η ανατομία της μελαγχολίας” του Robert Burton, και το χώρο στοιχειώνουν οι ήχοι από το καινούργιο έργο των iLiKETRAiNS. Ένα έργο κυριολεκτικά βυθισμένο και διαποτισμένο από τη μέλαινα χολή… Οι εκλεκτικοί ακροατές που είχαν ακούσει το περσινό (κατηγοριοποιημένο σαν ep παρά τα 35 λεπτά του!) “Progress · Reform” δεν θα βρεθούν προ εκπλήξεως (μικρή παρένθεση: τι θα γίνει άραγε όταν ανακαλυφθεί κάποιο νέο format ηχογράφησης πολλαπλάσιο σε χρονική χωρητικότητα;). Στο νέο τους λοιπόν δίσκο οι …τραινο-λάγνοι από το Leeds ακολουθούν το δόγμα “ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει, συνταγή που πετυχαίνει δεν τροποποιείται”, και έτσι δεν εκτροχιάζονται από την πορεία που είχε χαράξει το ep εκείνο… Το “Elegies to lessons learnt” (ομολογουμένως ποιητικός τίτλος) είναι δίσκος τρομερά συμπαγής και ομοιογενής, με σαφές μουσικό στίγμα. Το σύμπαν των iLiKETRAiNS είναι κλειστό, και κάπου στο κέντρο του υπάρχει μια μαύρη τρύπα απελπισίας, ένας ορίζοντας γεγονότων από τον οποίο δύσκολα ξεφεύγουν. Καταφέρνουν όμως να κάνουν μια άψογη διαχείριση του χρόνου, μη επιτρέποντας σε προκρούστειες χρονικές διαστολές να αραιώσουν τη δραματική πυκνότητα των συνθέσεών τους (μια …ενήλικη πλέον ασθένεια του είδους που αποκαλείται post-rock!). Η δε εξέλιξη των κομματιών είναι προδιαγεγραμμένη και σταθερή… Αρχή με πένθιμο βηματισμό, με τις νότες να σταλάζουν μία-μία υπομονετικά, γήινα χρώματα, σκυμμένα κεφάλια, η ατμόσφαιρα φορτισμένα πνιγηρή, η δε φωνή ελίσσεται και σπαράζει, σαν να κουβαλά τις αμαρτίες και τις ενοχές ολόκληρου του κόσμου, κάπου ανάμεσα σε έναν Michael Gira και έναν Nick Cave. Αργά και σταθερά η ένταση κλιμακώνεται, οι μελωδίες αρχίζουν να περιδινίζονται μαστιγωμένες από ατελείωτες επάλληλες στρώσεις κιθάρων (κάπου εδώ ξεπετάγονται και τα φαντάσματα των shoe-gazers), και τέλος η καταιγίδα ξεσπά… Και αν αυτή η περιγραφή σας φέρει στο νου ονόματα όπως οι Sigur Ros ή οι Godspeed You! Black Emperor, δεν θα έχετε διόλου άδικο! Οι iLiKETRAiNS όμως είναι πολύ πιο ενδοσκοπικά συναισθηματικοί και εσωστρεφείς από τους Ισλανδούς και Καναδούς “συναδέλφους τους… Αν προσπαθήσουμε να ξεχωρίσουμε κάποιο τραγούδι από αυτό το συνεκτικό σύνολο, ως ίσο μεταξύ ίσων θα σταθούμε στο 9λεπτο “Spencer Perceval”. Ένα τραγούδι-επιτομή, που θα έλεγε κανείς ότι συμπυκνώνει όλες τις αρετές τόσο του δίσκου όσο και του post-rock σαν είδους! Ένα δε επιπλέον χαρακτηριστικό του δίσκου είναι ότι οι iLiKETRAiNS ξεφεύγουν από τη στιχουργική μανιέρα περί ερώτων, προσωπικών σχέσεων και λοιπών χιλιοτραγουδισμένων θεμάτων, και αντλούν έμπνευση από την ανεξάντλητη και μάλλον ανεκμετάλλευτη δεξαμενή της Ιστορίας (όχι πάντως εύκολο, καθώς προϋποθέτει και μια ευρύτερη παιδεία που δεν είναι τόσο αυτονόητη για πολλούς μουσικούς!). Έτσι οι μουσικές ντύνουν στίχους που αναφέρονται σε ιστορίες εγκληματικών παθών, σε δολοφόνους πρωθυπουργών, στο μεσαιωνικό κυνήγι μαγισσών, στις επιδημίες της πανούκλας, ακόμη και σε έναν άγγλο βουλευτή ο οποίος σκηνοθέτησε την αυτοκτονία του και την “έκανε” για Αυστραλία για να γλιτώσει από χρέη! Έναν πόντο για πρωτοτυπία τον κερδίζουν με το σπαθί τους λοιπόν! Το “Elegies to lessons learnt” περιέχει μουσικές ειδικών στιγμών και καταστάσεων… Αν τον ακούσεις μεθυσμένος και/ή πονεμένος μπορεί να σε συνεπάρει και ίσως να σε συγκλονίσει. Και είναι πάνω απ’ όλα ένας δίσκος με τον οποίο να συνδεθείς, ένας δίσκος που μπορεί να συντροφεύσει ιδιαίτερες στιγμές, να εκθέσει μύχια συναισθήματα και ίσως οδυνηρές σκέψεις… Κάτι όχι ιδιαίτερα συνηθισμένο πια… 9 1η δημοσίευση: http://www.mic.gr |
|||||||||||||||||||||||
Autechre – Draft 7.30 (Warp)
![]() |
|
||||||||||||||||||||
|
Στη μουσική γεωγραφία του αιώνα το Sheffield, αυτή η μικρή γκρίζα βιομηχανική πόλη του βρετανικού Βορρά κατέχει θέση Μητρόπολης της πειραματικής μουσικής με τους Cabaret Voltaire στα 70s (κυρίως), και με τους Autechre στα 90s. Οι οποίοι Autechre επιστρέφουν στα δισκοπωλεία δύο χρόνια μετά από εκείνο το απίστευτο ‘Confield’, έναν δίσκο ο οποίος διεκδικεί μια θέση στο TOP 10 των δίσκων που δύσκολα ακούγονται!! (ιδέα για αφιέρωμα?). Ας ανοίξουμε το βιβλίο των κλισέ της μουσικής στο λήμμα Autechre. Χμμ για να δούμε τι λέει: ψυχρή. μαθηματική, πολύπλοκη, χαοτική, αφηρημένη μουσική. Χαρακτηρισμοί που ναι μεν δεν είναι αρνητικοί εξ ορισμού αλλά δεν σημαίνουν συνήθως κάτι καλό όταν αναφέρονται σε μουσικά έργα… Ας μην όμως ανοίξουμε τώρα το κεφάλαιο «συναίσθημα και ηλεκτρονική μουσική» γιατί θα τρέχουμε να το μαζέψουμε μετά σαν τα νερά του Κηφισού μετά από μπόρα. Να πω μόνο ότι προτιμώ σαφώς την εγκεφαλική ‘ψυχρή’ μουσική από την δήθεν ζεστή ανεγκέφαλη μουσική που μας έχει κατακλύσει από δήθεν ευαίσθητους καλλιτέχνες. Εν τέλει στο κέντρο και τα πάντα είναι ο δημιουργός, το μέσο είναι αυτό που λέει και η λέξη: ένα μέσο! Τέσπα, στο θέμα μας! Λοιπόν, μην τον δοκιμάσετε αυτόν τον δίσκο σαν μουσικό χαλί την ώρα άλλων ασχολιών (το δοκίμασα κα εγώ στο πλύσιμο των πιάτων!). Γιατί αυτό που θα ακούσετε θα είναι μια απίστευτη κακοφωνία έως και έναν εκνευριστικό θόρυβο… Μπορεί και κάποια στιγμή να τρέξετε πανικόβλητοι να δείτε αν χάλασε η CD-ιέρα ή τα ηχεία! Κάποιες ακροάσεις μετά… και η γνώμη αρχίζει και αλλάζει καθώς ολοένα και νέες εκπλήξεις αναδύονται μέσα από την ηχητική ομίχλη. Όσο πιο προσεκτικά ακούς τόσο νέες ιδέες ξεπηδάνε ολοένα και να χάνονται μετά από λίγο, ένα κβαντικό χάος με σωματίδια να γεννιούνται και να εξαυλώνονται αέναα. Σαν fractal σχήματα (ταιριαστό εξώφυλλο!) ή ακόμη καλύτερα σαν ένας πίνακας του Καντίνσκυ. Αφηρημένος και συνάμα γοητευτικός… Και όλα αυτά πατάνε σε ένα υπόστρωμα που δεν κρύβει τις hip-hop επιρροές του ντουέτου. Είναι σίγουρα παιδιά του αμερικάνικου electro του Detroit και του έξυπνου techno του Aphex Twin και εγγόνια των Kraftwerk (τελικά δεν γίνεται κριτική electronica χωρίς μια αναφορά στο group-τοτέμ του είδους!) Μην ψάξετε για μελωδίες ή για χορευτικά beat-άκια στο ‘Draft 7.30′ (βέβαια αν καταφέρετε και χορέψετε με κάτι από εδώ μέσα, μάλλον πρέπει να κόψετε τις πολλές ουσίες!). Μετά από ουκ ολίγα ακούσματα ακόμη δυσκολεύομαι απίστευτα να ξεχωρίσω κομμάτια (ας μην σχολιάσω δε τους τίτλους!). Αλλά αλήθεια πως να ξεχωρίσεις τα κομμάτια όταν το καθένα από αυτά ασφυκτιά μέσα σε ένα πλήθος στριμωγμένων μουσικών ιδεών; Μετά αρκετής δυσκολίας μπορούμε να ξεχωρίσουμε το εναρκτήριο ‘Xylin room’ ξεκινά με τις χαρακτηριστικές βαριές μπασογραμμές των Autechre και ένα χαοτικό beat για να καταλήξει με κλιμακούμενη ένταση σε μια υποδόρια μελωδία, το βαρύ πυροβολικό (!) του ‘IV VV IV VV VIII’ , το επικό δεκάλεπτο χαμαιλεοντικό ‘Surripere’ με το στριφνό beat και αυτά τα ψηφιακά reverb που στην ούγια γράφουν Autechre, το σχεδόν ατμοσφαιρικό ‘Theme of Sudden Roundabout’ (να και ένας normal τίτλος!), το σχεδό electro-funk ‘P:Ntil’. Είναι ένας δίσκος που σίγουρα θα εκτιμηθεί από μουσικούς δημιουργούς ίσως περισσότερο από έναν κοινό ακροατή. Και θέλει πολλές ακροάσεις. Κάτι βέβαια δύσκολο στην σημερινή εποχή της ξεπέτας, των μουσικών ‘one night stand’ – ένα άκουσμα και στο ράφι… Εν τέλει οι Autechre μιλάνε την δκή τους γλώσσα. Και όπως κάθε γλώσσα όταν σου είναι άγνωστη ηχεί βάρβαρη. Αν την μάθεις όμως έχει να σου αποκαλύψει πολλά…
1η δημοσίευση: http://www.mic.gr |
|||||||||||||||||||||



