Ballboy – I worked on ships (Pony Proof)
| Ballboy I worked on the ships (Pony Proof) Alternative |
|||||||||||||||||||||||
![]() |
|
||||||||||||||||||||||
|
Η pop μοιάζει με μια χωριάτικη σαλάτα (μ’ αρέσουν οι παιγνιώδεις ιντριγκαδόρικες εισαγωγές-όσο και οι γαστρο-μουσικές αναλογίες)! Γιατί και η pop έχει απλά υλικά, είναι εύκολη στην παρασκευή, έχει θέση στη καθημερινό μας “τραπέζι”… Δεν απαιτεί περίτεχνες δεξιότητες και αβασάνιστους ακροβατισμούς βιρτουόζου οργανίστα (ή σεφ). Μπορεί να γίνει μεγαλειώδης, μπορεί να γίνει και ευτελής, να κακοποιηθεί. Γιατί το απλό εύκολα συγχέεται με το απλοϊκό, το φτηνό με το ευτελές, το λαϊκό με το λαϊκίστικο… Ίσως είναι και το είδος με τη μεγαλύτερη σαβούρα αναλογικά (να προσθέσω και την electronica;) Αναλογικά, για ανακαλέστε καλοκαιρινές “χωριάτικες” μνήμες από ξενέρωτες ντομάτες, φέτες-ασβέστες, πληκτικά αγγούρια και ύποπτα λάδια… Όταν όμως ο άνθρωπος είναι μερακλής… Στην κατηγορία των μερακλήδων ανήκουν και οι Ballboy, μια μπάντα η οποία μας έρχεται από τη χώρα όπου οι αντρικές φούστες δεν είναι ντροπή! Ομολογουμένως έχουν και μια παράδοση εκείνα τα μέρη, με τις pop μελωδίες να είναι κυριολεκτικά προϊόν …ΟΠΑΠ (ονομασία προέλευσης ανωτέρας ποιότητας, για τους μη-γνωρίζοντες!) Τούτοι εδώ συγγενεύουν με τους μελωδούς της …αγαμίας Arab Strap και ασφαλώς με την (Ισα)βέλλα και τον Σεβαστιανό της, αλλά συνάμα έχουν στο εικονοστάσι τους “αγίους” από τους αντίποδες Go Betweens. Ας αφήσουμε όμως στην άκρη τις πολλές συγκρίσεις… Συνήθως αδικούν αμφότερα τα μέρη… Κοιτάζω το βιογραφικό. Είναι Εδιμβούργειοι, είναι τέσσερις (ιδανικός αριθμός για pop μπάντα), είναι (ήταν δηλαδή!) αγαπημένοι του Peel (είχε και πολλούς ο μακαρίτης), και έχουν φτάσει ήδη στο πέμπτο τους δισκίο, πετώντας πάντα χαμηλά και αποφεύγοντας τα …ραντάρ ανίχνευσης της εμπορικής αγοράς και των περισσοτέρων μουσικοκριτικών (όχι όμως και του MiC!). Και δεν νομίζω να αλλάξει αυτή τους η μοίρα με το “I Worked on ships”. Και ας πρόκειται για έναν εξαιρετικό δίσκο. Με χαμηλούς τόνους, ήπια τύμπανα, γυναικείες και αντρικές φωνές αφοπλιστικά απαλές, και καθάριες ευγενικές μελωδικές γραμμές (αν υπήρχε ακόμη η Sarah θα έσπευδε για υπογραφές!). Οι πινελιές από ακορντεόν (“Cicily”), τσέλο και glockenspiel (στο ευφυώς κλιμακούμενο “A relatively famous victory”) είναι ευπρόσδεκτα καίριες εντείνοντας την ανάλαφρη αίσθηση μελαγχολίας ενώ φυσικά δεν λείπει και ένα …παπαραπαπα τραγούδι, ένα sing-along για την παρέα (“We can leap buildings and rivers, but really we just wanna fly”) το οποίο χτυπάει κατευθείαν στο μελωδιογόνο σημείο G! Όσο για τους στίχους… Η ιστορία είναι γνωστή εδώ και αιώνες! Έρως ανίκατε μάχαν… Εικόνες οικείες, ανθρώπινες (δεν λέω πανανθρώπινες, δεν έχει όλος ο κόσμος την πολυτέλεια ερωτικών ανησυχιών!), η ζωή που επαναλαμβάνεται, μικρές-μικρές ιστορίες τόσο ίδιες και τόσο διαφορετικές, αναπόφευκτα στερεότυπες (όσο κι ένα Σ’ αγαπώ” άλλωστε), η κοπέλα που άφησε πίσω συντρίμμια και σπασμένη την κασέτα που της έγραψες (γράφουν ακόμη κασέτες;), αθώα λάγνες φαντασιώσεις, ανέμελες νεανικές ερωτικές απογοητεύσεις, βράδια με το ραδιόφωνο στα βραχέα αγκαλιά, η σιωπή του κινητού… Με τέτοια συστατικά και τέτοιες πρώτες ύλες λοιπόν το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να είναι παρά μόνο …ήδιστον! Όταν οι άνθρωποι είναι μερακλήδες… 8 1η δημοσίευση: http://www.mic.gr |
|||||||||||||||||||||||
17 Pygmies – 13 Blackbirds (Trakwerx)
![]() |
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Όσοι γνωρίζετε τον Philip Drucker (ή Jackson Del Rey όπως είναι το καλλιτεχνικό του alter ego) από τις θορυβώδεις και άγριες ημέρες των Savage Republic, όσο και να ψάξετε στο “13 Blackbirds” δεν θα ανακαλύψετε ούτε καν ψήγμα ομοιότητας. Οι πιο υποψιασμένοι δεν θα εκπλαγείτε βέβαια! Γιατί οι 17 Pygmies δεν είναι νεόκοπη μπάντα, απλώς με αυτόν το δίσκο επιστρέφει στην ενεργό δράση μετά από ένα …σύντομο διάλειμμα 19 ετών! Πόσοι να θυμούνται άραγε τους τρεις δίσκους που είχαν κυκλοφορήσει τη δεκαετία του ‘80 (ο πρώτος “Jedda by the sea” ακόμη κυκλοφορεί σε CD από τη δικιά μας Lazy Dog), τότε που ο Del Rey, προφανώς μπουχτισμένος από την κιθαριστική εμμονή των Savage και υπό καθεστώς προσωπικών συγκρούσεων, αποφάσισε να ακολουθήσει άλλους δρόμους μουσικής έκφρασης σχηματίζοντας τους 17 Πυγμαίους. Δρόμους οι οποίοι πέρναγαν μέσα από έθνικ πειραματισμούς και κατέληγαν σε ένα πρώιμο shoe-gaze (πριν καν εφευρεθεί ο όρος)! Ήταν 1988… Είναι 2007. Πού βρίσκεται, λοιπόν, μουσικά ο Jackson del Rey και η παρέα του (η οποία περιλαμβάνει και την Louise Bialik από τα παλιά) μετά από τόσα χρόνια; Όλα τριγύρω έχουν αλλάξει, αλλά όλα τα ίδια έχουν μείνει, που λέει και το τραγούδι! Ήδη με το εναρκτήριο track ξαναπιάνουν το νήμα από εκεί που το είχαν αφήσει με το “Welcome”. Γαλήνιες χαλαρωτικές ατμόσφαιρες, έγχορδα, κλασική κιθάρα, τσέλο και βιολί, πιάνο, διακριτικά έως και παντελώς απουσιάζοντα κρουστά, συνθέτουν ένα άκουσμα που θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κάποιος σύγχρονη μουσική δωματίου! Ταιριαστά στο κλίμα και τα τεμπέλικα γυναικεία φωνητικά της σχολής Nico, τα οποία προσδίνουν μια επιπρόσθετη αιθέρια αύρα, αλλά και με gospel παρεκτροπές (άκου: “Precious heart on fire”). Μέσα στο “13 Blackbirds” οι 17 Pygmies διατρέχουν και κορφολογούν ένα σωρό μουσικά είδη, χωρίς να υιοθετούν κανένα, αποφεύγοντας επίσης επιδέξια τη ρετσινιά του easy listening. Κάποιες στιγμές νομίζεις ότι ακούς δίσκο της Constellation (εκεί παραπέμπει και η συσκευασία!) ή δίσκο ακουστικής (neo)-folk της μόδας (ξέρετε τώρα Devendra και όλο το υπόλοιπο συναπάντημα). Πρόκειται, πάντως, για ένα δίσκο ομοιογενή, συνεκτικό και ολοκληρωμένο, με ελάχιστες κορυφώσεις (αν πρέπει να ξεχωρίσω ένα τραγούδι, θα διαλέξω το “Cras amet”, με μια σαγηνευτική μελωδική γραμμή που θυμίζει αδρά το “As tears go by”, καθώς και το λεπτεπίλεπτο “Water carry me”). Το “13 Blackbirds” μάς έρχεται συνοδευόμενο από ένα δεύτερο δισκάκι με τίτλο “13 Λωτοί”. Τα έχουμε ξαναπεί! Η ευκολία που προσφέρει η τεχνολογία και τα νέα μέσα κάνουν τους σύγχρονους μουσικούς να είναι λιγότερο επιλεκτικοί σε ό,τι βγάζουν προς τα έξω. Πριν από 20 χρόνια δεν νομίζω να υπήρχε η πολυτέλεια να κυκλοφορήσει ένας τέτοιος μάλλον αχρείαστος δίσκος! 13 εκτελέσεις του ιδίου κομματιού; Από 13 διαφορετικούς μουσικούς ή τεχνητές του remix (εκ των οποίων ο πιο γνωστός μοιάζει να είναι ο Lea Reis που έχει δουλέψει με τον Tupac); Και μάλιστα όταν η “πρώτη ύλη” είναι μέτρια; (το “13 Lotus” ακούγεται σαν αποτυχημένη άσκηση ύφους των Massive Attack). Περιττό… Δεν ξέρω αν το “13 Blackbirds” θα επιτύχει να συστήσει τους 17 Pygmies σε μια γενιά που τους αγνοεί. Ας μην χρειαστεί όμως να περιμένουμε άλλα 19 χρόνια!
7 1η δημοσίευση: http://www.mic.gr |
|||||||||||||||||||||||||||
Rolling Stones – A bigger bang (Virgin)
![]() |
|
||||||||||||||||||||||||||||||||
|
Προβληματίστηκα για το αν μπορώ ή δικαιούμαι κιόλας να κάνω αυτή την κριτική. Ίσως θα έπρεπε να απασχολήσει περισσότερο κάποιον δημοσιογράφο των …ροζ οικονομικών σελίδων. Γιατί οι Rolling Stones® έχουν προ πολλού μετεξελιχθεί σε κάτι ευρύτερο και διαφορετικό από μια κοινή μουσική μπάντα. Είναι μια πολυπλόκαμη ανθούσα βιομηχανία όπου οι κονκάρδες και τα μπλουζάκια, τα …σώβρακα και οι φανέλες, και κυρίως οι γιγαντιαίες “βαβυλωνιακές” συναυλίες έχουν μεγαλύτερη σημασία και αξία από την μουσική την ίδια. Απλώς που και που πρέπει να βγαίνει και ένα καινούργιο μουσικό προϊόν, έτσι για να κρατιέται ζεστός ο καταναλωτής, όπως κάνει άλλωστε κάθε βιομηχανία και ΑΕ που σέβεται τον εαυτό της και τα “τίμια” κέρδη της (με την ίδια ακριβώς λογική που π.χ. οι γιαουρτοβιομηχανίες λανσάρουν κάθε τόσο ένα νέο γιαούρτι). Θα μου πείτε όλη η τέχνη, όλη η μουσική εν προκειμένω δεν είναι ένα προϊόν, από τη στιγμή που πωλείται, είτε προέρχεται από ανεξάρτητη είτε απο πολυεθνική εταιρεία; Ναι, αλλά υπάρχουν, όπως όλοι γνωρίζουμε, προϊόντα και “προϊόντα”, που τα διαφοροποιεί το ταλέντο και από κάποιο σημείο και μετά αυτό που λέμε μεράκι. Γιατί αν οι Stones ήξεραν καν τι σημαίνει μεράκι (δεν υπάρχει άλλωστε η λέξη αυτή στη γλώσσα τους) θα πήγαιναν να παίζουν για την πάρτη τους σε κάποια οικογενειακή pub, σε κάποια Βρετανική …Αγράμπελη, και δεν θα ήταν αναγκασμένοι να ανέχονται ο ένας τα βρωμερά χνώτα του άλλου, ακριβώς σαν στελέχη εταιρειών που μπορεί να αλληλομισιούνται και να σκάβουν ο ένας τον τάφο του άλλου, αλλά είναι όλοι ενωμένοι σε αγαστή σύμπνοια στο ζυγό του κοινού συμφέροντος! Είπαμε όμως, οι Stones είναι τέλειοι επιχειρηματίες, πρότυπα για το κάθε Forbes και τον κάθε Economist… Έτσι λοιπόν μας προέκυψε εν έτει 2005 το νέο τους LP. Νέο, κατ’ ευφημισμό τώρα, μην τα παίρνετε και όλα τοις μετρητοίς! Γιατί από μουσικής απόψεως είναι ένα τυπικό, τυπικότατο προϊόν, τέλειο από τεχνικής άποψης, με λίγο ροκ, λίγο “παλιό καλό” blues, κανά δυο τυπικές μπαλάντες, σαν αυτά δηλαδή που παίζουν οι Stones την τελευταία εικοσαετία. Με δυσκολία το άκουσα, με ευκολία όμως μου γεννήθηκαν κάποιες απορίες… Αλήθεια λοιπόν, δεν έχετε βαρεθεί τις ποδοσφαιρικού τύπου μεγαλοστομίες του τύπου “η μεγαλύτερη rock ‘n roll μπάντα του κόσμου”; Μήπως τελικά εννοούν αυτή με το μεγαλύτερο τζίρο και κύκλο εργασιών και αυτή με το μεγαλύτερο άθροισμα ηλικιών των μελών της; Πάω πάσο τότε… Αλήθεια, ως πότε θα υπομένουμε την αισθητική δικτατορία της περίφημης γενιάς του ‘60 και τη μυθοποίηση του κάθε απομειναριού της; Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, είχα μπουχτίσει με τα παχιά λόγια περί της αγνής και αθώας εποχής, “τότε που έβγαινε πραγματικά καλή μουσική, ενώ σήμερα βγαίνουν ή σκουπίδια ή αντιγραφές” (το “σήμερα” είναι κυλιόμενο!) μπλα μπλα μπλα. Ακόμη και οι δήθεν πιο “μοδέρνοι” δημοσιογράφοι αντιμετώπιζαν και αντιμετωπίζουν τα νέα πράγματα με μια αφ’ υψηλού συγκατάβαση του τύπου “καλά είναι και τα καινούργια, αλλά… αυτά που ζήσαμε κι ακούσαμε εμείς…” (γιατί όλα τελικά καταλήγουν στην αυτοεπιβεβαίωση!). Καιρός λοιπόν να τελειώνει πια το παραμύθι της γενιάς που προσπάθησε λέει να αλλάξει τον κόσμο, αλλά στο τέλος ξεφτίλισε ουσιαστικά κάθε ιδεολογία και το όποιο επαναστατικό της πνεύμα εξαντλήθηκε στο sex, τη μαριχουάνα και στο πόσο όμορφα (και …επαναστατικά) κούναγε τα μπούτια του ο Elvis! Άλλωστε δείτε τι έκανε εκείνη η γενιά και οι “επαναστάτες” της όταν ήρθαν στα πράγματα και εδώ και έξω. Δείτε τι έκανε εδώ η περίφημη γενιά του Πολυτεχνείου (θα μου πείτε το Πολυτεχνείο έγινε στα 70s, αλλά εδώ στην Ελλάδα ακόμη και τα 60s τα βιώσαμε με μια δεκαετία διαφορά)! Και τώρα πια, οι διάφοροι Stones αποτελούν την τέλεια αποενοχοποίηση για τον πενηντάρη γιάπη που εκείνη την εποχή άκουγε Βίκυ Λέανδρος και χλεύαζε τους γιεγιέδες, και τώρα επαίρεται για τα …”επαναστατικά” του νιάτα. Αλήθεια, πόσα χρόνια έχουν οι Stones να βγάλουν κάποιο τραγούδι το οποίο να ακουστεί πραγματικά και να αγγίξει τις νέες γενιές; Ίσως από την εποχή του …χούφτωστ’ την “Angie” και την υποταγή στην disco μόδα “Miss you” (ενδεικτικό κι αυτό της εμπορολαγνικής τους νοοτροπίας). Αλήθεια, αν το προϊόν αυτό κυκλοφορούσε υπό διαφορετικό trademark αντί για “Rolling Stones®”, θα του έδινε κανείς σημασία; Με άλλο όνομα στην ούγια ο δίσκος δεν θα είχε περάσει ούτε στις κριτικές των δύο προτάσεων με τα μικρά γράμματα. Αλλά όπως και σε κάθε τύπου κριτική, το όνομα πολλές φορές μετράει περισσότερο από την ουσία (είχε πολύ πλάκα ένα πρόσφατο γεγονός έναν διαγωνισμό γευσιγνωσίας, όπου το ίδιο κρασί πήρε δύο εντελώς διαφορετικούς βαθμούς, από τον ίδιο κριτικό, ανάλογα με την ετικέτα με την οποία παρουσιάστηκε!). Και αλήθεια, αποτελούν πια οι Stones τίποτε άλλο παρά ένα αξιοπερίεργο, ένα περιφερόμενο τσίρκο του τύπου “κοίτα βρε τα γερόντια πως αντέχουνε”, (δεν ήξερα πάντως ότι τα αθλητικά προσόντα και η φυσική κατάσταση χρειάζονται στη μουσική). Και τέλος το αποκορύφωμα της γελοιότητας! Στον δίσκο υπάρχει λέει ένα τραγούδι που τα …χώνει στον Bush (το “Sweet Neo-Con” για όσους δεν το έχετε πληροφορηθεί παρά την επικοινωνιακή καταιγίδα). Το γελοίο δεν είναι τόσο ότι προέρχεται από μια ως επί το πλείστον απολιτίκ μπάντα. Το γελοίο είναι η εκ νέου υποταγή των Stones στο σύγχρονο trend, το οποίο επιτάσσει σε κάθε …σκεπτόμενο “καλλιτέχνη”, είτε παίζει με ούτια και τουμπερλέκια είτε με κιθάρες, να δηλώνει και πολέμιος του Bush (σιγά μη σκίσετε κανένα …καλσόν). Αρχίζει και μου γίνεται ..συμπαθής τελικά αυτός ο αγράμματος από το Τέξας, ο οποίος έχει γίνει ο σάκος του box για όλους τους υπόλοιπους ανά τον κόσμο αγράμματους, που τον έχουν ταυτίσει με τον επί Γης Σατανά, λες και είναι αυτός που ευθύνεται ατομικά και όχι το σύστημα που τον εκτρέφει! Σε πιο λαγούμι ήταν χωμένοι αλήθεια όλοι αυτοί, όταν π.χ. ο …δημοκρατικός Clinton βομβάρδιζε τη Γιουγκοσλαβία και το Ιράκ; Και είναι εξίσου γελοίο να βλέπεις δημοσιογράφους να μένουν σαν χάνοι με το στόμα ανοιχτό μπροστά λέει στο …θάρρος των Stones να στραφούν εναντίον των πελατών τους, λες και οι ρεπουμπλικάνοι που θίγονται θα ασχολούνταν ποτέ με τις ροκιές… Είπαμε! Οι Stones είναι άριστοι επιχειρηματίες! Κλείνοντας… Όσοι είναι να πάρετε το CD, θα το έχετε ήδη κάνει. Οι υπόλοιποι, θα σύστηνα να κρατηθείτε μακριά… Τα 14 Ευρώ άλλωστε είναι πολύτιμα τη σήμερον ημέρα! Μην σας πω ότι περισσότερο τόπο θα πιάσουν αν προμηθευτείτε το νέο πόνημα του Φοίβου “Teleia teleia”. Τουλάχιστον αυτό θα χαρακτηρίζει την εποχή του μετά από πολλά χρόνια έστω και σαν γελοίο άκουσμα. Κάτι που οι Stones έχουν πάψει να καταφέρνουν από τότε που την Ελλάδα κυβερνούσε κάποιος Παπαδόπουλος… (Περιμένετε και βαθμό;;)
1η δημοσίευση: http://www.mic.gr |
|||||||||||||||||||||||||||||||||


