Monthly Archives: Σεπτεμβρίου 2010

Interpol – Interpol (Matador)

1. Success
2. Memory serves
3. Summer well
4. Lights
5. Barricade
6. Always malaise (The man I am)
7. Safe without
8. Try it on
9. All of the ways
10. The undoing

Η Αλλαγή, ως έννοια αλλά και ως σύνθημα, είναι μια ιδέα η οποία ηλεκτρίζει και ξεσηκώνει τις μάζες, μια ιδέα (ύπουλα) ταυτισμένη με την πρόοδο έχοντας εγγραφεί στο συλλογικό συνειδητό με μια σαφώς θετική χροιά. Ενίοτε κερδίζει και …εκλογικές αναμετρήσεις (αν θυμηθούμε την «Αλλαγή» του ’81 ή το σύγχρονο «αλλάζουμε ή βουλιάζουμε»). Από την άλλη η στασιμότητα, η συντήρηση, φέρνει ένα σωρό αρνητικούς συνειρμούς. Ακινησία, λιμνάζοντα ύδατα, βάλτος, βάλτε και κουνούπια και η εικόνα γίνεται ιδιαζόντως απωθητική…

Κατά βάθος όμως, ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως ένα βαθιά συντηρητικό πλάσμα, το οποίο απεχθάνεται τις αλλαγές και τις καινοτομίες. Κι αν λέει το ρητό «πέτρα που κυλάει δεν χορταριάζει», οι εν λόγω «Κυλιόμενες Πέτρες» είναι εδώ και τριακονταετίας τουλάχιστον εκφραστές της πιο απόλυτης συντήρησης. Η λαϊκή λαλιά είναι πάλι αποκαλυπτική, η δύναμη του κεκτημένου είναι ακατάβλητη, το αξίωμα «ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει» απαραβίαστο, η έλξη προς τη βολή και την παραμονή επί των …αυγών έχει τη βαρυτική δύναμη μαύρης τρύπας (με την ευκαιρία, έχουν μια πλάκα οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις για το μεγάλο ποσοστό ελληνοπαίδων που θέλουν λέει να μεταναστεύσουν, ενώ στην πραγματικότητα αδυνατούν να απομακρυνθούν σε απόσταση …τάπερ από το σπίτι της μαμάς).

Δεν είναι αφύσικα όλα αυτά, το αντίθετο! Πρόκειται για ένα κατά βάσει βιολογικό φαινόμενο, ευρύτατα παρατηρημένο στον φυσικό κόσμο. Γιατί στην καχυποψία με την οποία αντιμετωπίζει ένα παιδάκι την ανοίκεια παράξενη γεύση της …μπάμιας, κρύβεται μια εγγεγραμμένη στο DNA άμυνα απέναντι στο Άγνωστο και Νέο, μια μορφή προστασίας του πρωτόγονου ανθρώπου από τους κινδύνους που τον παραμόνευαν εκεί έξω, τα δηλητηριώδη φυτά, τα σαρκοβόρα ζώα, τις ακατανόητες δυνάμεις της φύσης…

Θα μου πείτε, από τον καιρό των τροφοσυλλεκτών το ανθρώπινο γένος έχει «προοδεύσει». Αναμφισβήτητο! (εκτός εάν είστε οικολόγος της πόλης με …θεωρητικές τάσεις «επιστροφής στη φύση») Ήταν όμως πάντοτε μια μειοψηφία ιδιότροπων, ιδιόρρυθμων, πολλές φορές και «τρελών» κατά τα ειωθότα της κάθε εποχής, εκείνη που τραβούσε την απρόθυμη ανθρωπότητα ένα βήμα παραπέρα (μια εξαιρετική και πολύ αστεία αλληγορία για αυτή την προαιώνια σύγκρουση μπορεί να βρείτε στο εξαιρετικό βιβλίο του Roy Lewis «Γιατί έφαγα τον πατέρα μου» – εκδόσεις Άγρα). Τις περισσότερες φορές με μεγάλο προσωπικό κόστος, με τη ζωή τους να τελειώνει στη θράκα των θρησκευτικών πυρών, σε φρενοκομεία, φυλακές και άλλα ευαγή ιδρύματα της «συντήρησης». Ο νόμος της αδράνειας του Νεύτωνα είναι αμείλικτος… Δεν υπάρχει αλλαγή χωρίς κατανάλωση ενέργειας, χωρίς κόστος, χωρίς θύματα.
Αφήνοντας στην άκρη τις ανθρωπολογικές και ιστορικές παρατηρήσεις, και περνώντας από τα αφηρημένα στα συγκεκριμένα, ας το ξεκαθαρίσουμε εξ αρχής: οι Interpol δεν ανήκουν στην εν λόγω μειοψηφία των τολμηρών. Εξ αρχής δεν ανήκαν άλλωστε, μιας που δύσκολα μπορείς να χαρακτηρίσεις καινοτόμο ένα συγκρότημα το οποίο ακολούθησε πιστά τα χνάρια και δικαίωσε τον ήχο του post-punk της δεκαετίας του 80 και κυρίως του αδικημένου από την ιστορία σχήματος των Chameleons.

Στους δύο πρώτους δίσκους, κατάφεραν αυτή την παράδοση να την μορφοποιήσουν σε μια πλειάδα σφριγηλών και δυναμικών κομματιών, που δίκαια τους ανέδειξαν ως ένα από τα δημοφιλέστερα συγκροτήματα της δεκαετίας των μηδενικών.

Ακολούθησε ένας τρίτος δίσκος που δεν θυμάμαι καν πως τον λένε («Our love to admire» με τη βοήθεια του διαδικτύου), για να φτάσουμε στο παρόν, στον δίσκο που έχει ως …ευφάνταστο τίτλο το όνομα τους. Η ζωή μάλιστα κάνει κύκλους και μετά την πολυεθνική τους περιπέτεια, επιστρέφουν στην ανεξάρτητη εταιρεία που τους ανέδειξε. Στη ζωή όμως οι κύκλοι είναι σπείρες, κανένας δεν μπορεί ουσιαστικά να γυρίσει εκεί όπου ξεκίνησε, και κάθε τέτοια επιστροφή κρύβει μέσα της το πικρό κουκούτσι της απογοήτευσης. Μια απογοήτευση έκδηλη στο δίσκο αυτό…

Έτσι στιχουργικά αναγκαζόμαστε να συμπάσχουμε με το αδιέξοδο του καλλιτέχνη που κυνηγάει την επιτυχία και όταν την κατακτά δεν μπορεί να τη διαχειριστεί, αισθάνεται κούφιος, μπερδεμένος, με τα όνειρα του προδομένα και ματαιωμένα, και άλλα τέτοια συγκινητικά. Αλήθεια πόσες φορές τα έχουμε ακούσει αυτά; Από την ύστερη απόγνωση του Mozart μέχρι την επική κατάπτωση του Roger Waters… Το βαρύ τίμημα της δόξας… Αυτός ο homo sapiens δεν είναι ώρες-ώρες ένα σχιζοφρενικό και ανικανοποίητο, άπληστο πλάσμα;

Μουσικά το «Interpol» είναι στυλιζαρισμένα …Interpol (ας μου επιτραπεί αυτή η ταυτολογία). Απουσιάζουν όμως τα τραγούδια, η έμπνευση, η δυναμική, μετά από πολλαπλές ακροάσεις δεν μένει τίποτε, λίγα μόνο σποραδικά περάσματα, ένα «Barricade» ίσως, άντε κι ένα «Lights». Και παρόλο που ανέκαθεν οι Interpol υπήρξαν ένα συγκρότημα «τραγουδιστικό», όταν η συνταγή αστοχεί και ο ήχος γίνεται επίπεδος, η φωνή του Banks (ο οποίος δεν βάζει γλώσσα μέσα) καταντά απλά εκνευριστική και ναρκισσιστική.

Οι Interpol έχουν εμφανώς πλέον αφήσει πολύ πίσω το δημιουργικό τους απόγειο (ο στιβαρός μπασίστας Carlos Dengler προφανώς το διαισθάνθηκε και …έκοψε λάσπη). Έχουν πάντως όλα τα εχέγγυα να συνεχίσουν να έχουν επιτυχία στο …διαλυτήριο πλοίων που λέγεται Ελλάδα.

6

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Villa Nah – Origin (Keys of Life)

1. Time for tea
2. Running on
3. Ways to be
4. Some kind of dream
5. All the days
6. Autumn gone
7. Kiss and tell
8. Way of the future
9. Remains of love
10. Envelope
11. Rainmaker
12. Emerald hills

Σε έναν παλιό διαξιφισμό σε τούτες εδώ τις ηλεκτρονικές σελίδες, ο αρχισυντάκτης μας «επιτέθηκε» στον Marvin Gaye προσάπτοντας του κατ’ ουσία την κατηγορία ότι έστρωσε τον δρόμο για τις κατοπινές ορδές των ξενέρωτων μελιστάλαχτων soul βάρδων τύπου Lionel Richie ή Luther Vandross. Μου το θύμισε πρόσφατα φίλος επισυνάπτοντας το σχόλιο «πόσο άδικο έχει». Διαφώνησα σιωπηλά…

Φταίνε ο Νίτσε ή ο Βάγκνερ για την χρήση που έγινε στα έργα τους από τον Χίτλερ και τους ναζί; Έχουν ευθύνη για τους επιγόνους, τους μιμητές, τους παραμορφωτές; Ο Αγγελόπουλος για τον νυσταλέο βασανισμό του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου; Ο Καζαντζίδης για την σκυλάδικη καψούρα; Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση… Προσωπικά θεωρώ δίκαιο ότι όπως πιστώνονται τις θετικές έτσι πρέπει να πιστώνονται και τις αρνητικές (χωρίς φυσικά αυτή η …πίστωση να υποδηλώνει οποιαδήποτε νύξη βολονταρισμού). Είναι στη φύση άλλωστε των μεγάλων έργων τέχνης να είναι ανοιχτά σε οποιαδήποτε ανάγνωση, ερμηνεία, αποκρυπτογράφηση ακόμη και διαστρέβλωση, καλοπροαίρετη ή μη… Εκεί έγκειται άλλωστε η μεγαλοσύνη τους. Δεν ξεμπερδεύεις εύκολα μαζί τους…

Έχουν περάσει 30 χρόνια από το οριακό για την electropop «Man Machine» των Kraftwerk. Τότε που η τεχνολογική εξέλιξη έφερνε αλλαγή όχι μόνο στον ήχο αλλά και τη νοοτροπία, με την εποχή της ατομικότητας να ανατέλλει και τη μουσική δημιουργία να επιστρέφει στην εποχή των Μεγάλων Συνθετών (εκεί που κάποτε συντελούνταν υπό το φως των κεριών και της λάμπας πετρελαίου, από δω και πέρα θα γεννιέται (και) στα μοναχικά δωμάτια κάτω από το υπόθαμπο φως της οθόνης).

Σε αυτόν το δίσκο λοιπόν εντοπίζουμε και την προέλευση («Origin» κυριολεκτικά!) και την αρχή της γενεαλογικής γραμμής η οποία μας οδηγεί στους Villa Nah. Ακόμη και το εξώφυλλο είναι ταιριαστό, φόρμα και περιεχόμενο σε αρμονία, γεωμετρικές, αυστηρά ευκλείδειες, κυματομορφές, οξείες γωνίες, καθαρές ευθείες.

Οι Villa Nah, ντουέτο των Juho Paalosmaa and Tomi Hyyppa από τη χώρα των κινητών, των ακοντιστών και της σάουνας (τη Φινλανδία δηλαδή), υπό την …παραγωγική επίβλεψη του γνώριμου μας Jori Hulkkonen, στήνουν έναν δίσκο απλής, τίμιας εκτελεσμένης electropop, με το ρολόι της εξέλιξης να μοιάζει σταματημένο στο 1982. Γνώριμοι ήχοι πάντως για το …2010!

Εκεί όμως όπου οι τραγικοί (ο νεαρός τραγουδιστής τους αυτοκτόνησε πρόσφατα) Ou Est Le Swimming Pool ή οι Hurts εξαντλημένοι …εκσπερματώνουν την έμπνευση τους σε ένα τραγούδι, οι Villa Nah αρθρώνουν πειστικό μελωδικό λόγο και επιδεικνύουν δείγματα συνθετικής ευφυίας σε μικρά στιλπνά διαμαντάκια όπως το «Autumn gone», το «All the days», το «Some kind of dream», και το αέρινο καλοκαιρινής αίσθησης «Envelope» (αναιρώντας έτσι και την υποτιθέμενη ψυχρή «πληκτρολογία» των υπερβόρειων).

Οι παραπομπές και οι μνημονικοί συνειρμοί θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα ολοκληρωμένο πλήρες πανόραμα του είδους. Οι OMD (με τους οποίους μάλιστα θα περιοδεύσουν το φθινόπωρο) της πρώτης περιόδου, πριν κάνουν σουξέ στην Αμερική και προβάρουν τα …ροζ, οι Blancmange, οι πρωτόλειοι αφελείς Depeche Mode, οι Yellow Magic Orchestra, πιο κοντά στο σήμερα οι Junior Boys, οι Neon Neon, οι δικές μας Marsheaux. Εύκολα θα συνέχιζα μια προσωπικά αυθαίρετη παράθεση…

Έχουν περάσει 30 χρόνια και ακόμη δεν έχουμε ξεμπερδέψει. Καλώς ή κακώς. Από τη μία έχουμε άπειρα υπο-προϊόντα φθηνής εύκολης πλαστικής electropop. Αναπόφευκτο… Από την άλλη υπάρχει η έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου για ένα τραγούδι με μια απλή ευκολομνημόνευτη μελωδία, που θα τον συντροφεύσει στο δρόμο, σε στιγμές ανάλαφρες, μια μελωδία η οποία να έχει επίγνωση της εφήμερης φύσης της. Ακούγεται εύκολο;

7.5

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Ένα παραμύθι με όνομα – 11 τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι

Ένα παραμύθι με όνομα
MX9

Ένα καλάθι γεμάτο από τσαλακωμένα έγγραφα, σε καιρούς παλιότερους, θα ήταν μάρτυρας της δυσκολίας και του δισταγμού μου να γράψω αυτό το κείμενο. Στην εποχή την ψηφιακή όμως δεν υπάρχουν μάρτυρες των εμποδίων αυτών! Πέρα απο τον επίμονο εκνευριστικό χτύπο του backspace πλήκτρου… Η δυσκολία του να γράψεις για έναν άνθρωπο με την αυθύπαρκτη αξία του Χατζιδάκι, η οποία καθιστά πολλές φορές τα κείμενα περιττά και αχρείαστα… Και για έναν άνθρωπο που έχουν ειπωθεί και γραφεί πολλά. Λιγότερα πάντως από όσα θα έπρεπε, για έναν τόσο σημαντικό καλλιτέχνη! Σας έχω πει όμως πόσο σιχαίνομαι την έκφραση «σημαντικός καλλιτέχνης»; Μυρίζει ευκολία, πολιτική ορθότητα, βολική νεκρολογία… Και αυτή ακριβώς είναι και η περίπτωση του Μάνου Χατζιδάκι…

Όσο ζούσε ενόχλησε πολλούς! Όταν βρέθηκε βολικός μέσα στο φέρετρο, πολλά ξεχάστηκαν… Το πόσο ξένος ήταν με αυτό που λέμε «ελληνική πραγματικότητα». Το ότι δεν συμβιβάστηκε με την περιβόητη «νεοελληνική ιδιαιτερότητα» που αρέσκεται αυνανιστικά να θεωρεί τα ελαττώματα της αξίες. Μοιάζει σχεδόν να έπεσε σαν σπόρος εξ ουρανού σε χέρσο χωράφι! Πολλοί τον επικαλούνται ακόμη ως επιρροή. Μακάρι να ίσχυε σε τέτοιες περιπτώσεις, με αυστηρότητα μάλιστα Χαμμουραμπί, μια εντολή του τύπου «Ου λήψει το όνομα …Χατζιδάκι επί ματαίω»!

Ενόχλησε…
Τους δεξιούς, με την αριστερή του ευαισθησία, για τις συνεχείς επιθέσεις του στο σωτήριο τρίπτυχο «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια»…
Τους αριστερούς! Που ποτέ δεν χώνεψαν το γεγονός ότι η σκέψη του δεν έμεινε σε ιδεολογικά μαντριά, ότι δεν στρατεύτηκε σε αγώνες, δεν ανέμισε μπαϊράκια. Αγνοώντας ότι η δημιουργία είναι εξ’ορισμού «επαναστατική», γιατί προσπαθεί αντικειμενικά να αλλάξει τον κόσμο…
Το νεόπλουτο συνάφι της εξουσίας, γιατί παραήταν αριστοκράτης σε μια χώρα που (δυστυχώς ή ευτυχώς) ποτέ δεν γνώρισε αριστοκρατία, και η άρχουσα της τάξη είναι απόγονος των κακομοίρηδων κοτζαμπάσηδων της Τουρκοκρατίας.
Το λούμπεν κιτσαριό, γιατί περιγέλασε την ημιμάθεια του, σε σημείο να χαρακτηριστεί αρνητικά με ταμπέλες όπως «κουλτουριάρης» και «ελιτιστής».
Τους ελληναράδες άντρακλες, με την ευαισθησία που χειρίστηκε την ιδιαιτερότητα του, διδάσκοντας με έργα το «ζειν αισθητικώς»…
Τους δήθεν «λαϊκούς» καλλιτέχνες, η οποία έχουν ταυτίσει το λαϊκό με το ευτελές, την κλάψα και τον ξεκωλισμό, τους πραίτορες της τουρκογενούς μπουζουκοκρατίας του ουσάκ.
Τους δήθεν μοντέρνους και πειραματικούς καλλιτέχνες, γιατί αν και μουσικά συμβατικός, τους έδειξε ότι το νέο και η επανάσταση δεν χρειάζονται απαραίτητα νέα «όπλα».
Τους «σοβαρούς μουσικούς» των Μεγάρων που περιφρονούσαν το τραγούδι, γιατί «είναι σαν τους ανέραστους, τους βιολογικά άρρωστους, που περιφρονούν τον έρωτα και υποβαθμίζουν τη σημασία του για να δικαιολογήσουν την ατροφική τους ύπαρξη»…
Και γιατί ήταν κυριολεκτικά έξω από την εποχή του! Ούτε μοντέρνος, ούτε μετα-μοντέρνος, ούτε …100 χρόνια μπροστά. Όλοι αυτοί είναι καταδικασμένοι να ξεπεραστούν με το σαρωτικό πέρασμα του ποταμού χρόνου. Όμως όσο η ανθρώπινη ύπαρξη διατηρεί στον πυρήνα της εκείνο το σπάνιο μέταλλο που της χαρίζει την ανθρωπιά, για όσο ο πόνος θα είναι ο σκηνοθέτης του θεάτρου του παραλόγου που λέγεται ζωή, για όσο ο έρωτας θα είναι εκείνος ο ατίθασος ηθοποιός που αγνοεί τις νόρμες και τα όρια, η μουσική του Χατζιδάκι θα συγκινεί, θα παρηγορεί, θα εμψυχώνει, θα στέργει την κάθε ευαίσθητη ψυχή…

Μια τελευταία παρατήρηση, πριν από το κορφολόγημα που ακολουθεί. Ξέρω ότι ο ίδιος ο Χατζιδάκις ήταν σφοδρός πολέμιος τέτοιων …πετσοκομμάτων, καθώς πίστευε ότι τα έργα του είναι αδιάσπαστες ενότητες. Και συμφωνώ… Από την άλλω, όμως συμφωνώ και με την άποψη, ότι από τη στιγμή που κάποιο έργο εκδοθεί, ανήκει πλέον στο κάθε ακροατή, είναι κοινό κτήμα της κοινωνίας… Δεν ξέρω: Το ζήτημα παραμένει ανοιχτό…
Νάνα - Γκάτσος1. Το πέλαγο είναι βαθύ
(Πρώτη εμφάνιση το 1961 στο «Ελλάς, χώρα των ονείρων» με τη Νάνα (μία είναι η Νάνα!) αλλά επιλέγω την εκτέλεση με τον Στέλιο (ένας ήταν και αυτός) και την τότε σύζυγο του)
Είμαι 15, καλοκαιρινές διακοπές, μακρόσυρτες και ζεστές, πρώιμος νυχτερινός ύπνος, γλυκιά εφηβική ερωτική απογοήτευση στην καρδιά, η διπλανή ταβέρνα, από αυτές τις άσημες, με το χαλίκι, το ξύλινο τραπέζι, την κληματαριά με τον γυμνό γλόμπο παίζει διαρκώς την κασέτα με τις πενιές. Τούτο το τραγούδι ξεχωρίζει με την ευγενική αλλά όχι απονευρωμένη θλίψη, χωρίς μελοδραματισμούς και κλάψες (τους δρόμους που ακολούθησε δηλαδή μετέπειτα ο Στέλιος). Και η καρδιά γλυκαίνει… Ο σημερινός πόνος, αυριανή γλυκιά ανάμνηση…
2. Ο ταχυδρόμος πέθανε (1961)
Από το θεατρικό «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» -Τραγούδι: Ζωή Φυτούση
«Ο ταχυδρόμος πέθανε»
… Ποιός θα σου φέρει αγάπη μου το γράμμα που ‘χω τάξει; Σήμερα που δεν υπάρχουν πια γράμματα; Σήμερα, εποχή των e-mail, που ο ταχυδρόμος φέρνει πια μόνο λογαριασμούς και διαφημιστικά; Τρυφερή εικόνα ο ταχυδρόμος, που πέθανε στα 17 του χρόνια, συμπλέκεται με εκείνη την πανέμορφη ιταλική ταινία, που ο ταχυδρόμος της ταινίας πέθανε λίγες ώρες αφού τελείωσαν τα γυρίσματα…
3. Ηθοποιός (1962)
Από το θεατρικό «Οδός ονείρων» – Τραγούδι: Δημήτρης Χορν
Δεν θα μπορύσε να λείπει… Η πιο θεατρική ερμηνεία που έχει ακουστεί ποτέ σε μελοποιημένη ελληνική γλώσσα! Επιβλητική, σπαρακτική, παράφρονη, τρυφερή, γαλήνια, πολυκύμαντη … Να συνεχίσω; Μάταιο, και ο Μπαμπινιώτης δεν βοηθάει!… «Ηθοποιός σημαίνει φως»… Δεν ακούγεται τόσο, μα τόσο ειρωνικό, αν αναλογιστεί κανείς ποιοι δηλώνουν «ηθοποιοί»;
4. Τ’ αστέρι του Βοριά (1963)
Από την ομώνυμη ταινία του Ηλία Καζάν – Τραγούδι: Λάκης Παππάς
Το τραγούδι του τέλους από την ταινία «America America» σε μια ηχογράφηση η οποία είδε το δισκογραφικό φως μόλις το 1984. Ερημική εκτέλεση, σημαδεμένη από την αίσθηση της απουσίας που ξυπνά μια φυσαρμόνικα, εικόνες μαγικού ρεαλισμού, και μια φιλοσοφημένη χαρά που έχει στο κουκούτσι της τη θλίψη του παροδικού…
5. Ήταν καμάρι της αυγής (1965)
Από το θεατρικό «Ματωμένος γάμος» – Τραγούδι: Λάκης Παππάς
Τι σας έρχεται κατά νου όταν ακούτε για Λόρκα; Ανδαλουσιάνικες νύχτες φωτισμένες απο φωτιές, άγρια περήφανα τσιγγάνικα πρόσωπα, αίμα, duende, φλαμέγκο, ισπανικός εμφύλιος, πάθος… Και αυτό το τραχύ παραμύθι του «Ματωμένου γάμου»… Πέρα από τυπικότητες και ευκολίες όμως, ο Χατζιδάκις αποστάζει από το πάθος την τρυφερότητα, και μας χαρίζει απλόχερα ένα υψηλών βαθμών συγκίνησης απόσταγμα. «Γύρισε κάμπους και βουνά και πανηγύρια πέρασε στην αγκαλιά των κοριτσιών»… Τι καλύτερος αποχαιρετισμός…
6. Ο Έκτορας και η Ανδρομάχη (1965)
Από το θεατρικό «Παραμύθι χωρίς όνομα» – Τραγούδι: Λάκης Παππάς
Τρίτος Λάκης Παππάς σε αυτή τη λίστα, και τώρα συνειδητοποιώ πόσο πολύ μ’ αρέσει αυτή η φωνή. Χωρίς το γρέζι του λαϊκού αλλά και χωρίς να είναι ξενέρωτα χαζορομαντική. Ήπια, απαλή και ευγενική, ταιριαστή συντροφία της μουσικής του Μάνου. Και των υπέροχων στίχων του Καμπανέλλη… Τελικά η Ανδρομάχη θα δει τον Έκτορα μέσα στη σκόνη να τον σέρνει το άρμα του Αχιλλέα… Και μπορεί τελικά όλοι τη μάχη στο τέλος να τη χάνουμε… Αλλά αν δεν υπάρχει η κοπελίτσα πίσω που θα αγαπήσεις, πως θα τη βγάλεις σ’ αυτή τη ζωή;
7. Βροχή (1965)
Από τον δίσκο «Το χαμόγελο της Τζιοκόντας»
Με συγκινεί ότι γράφτηκε σε μια αχανή ανθρωπούπολη όπως η Νέα Υόρκη. Για μια άγνωστη, ανώνυμη γυναίκα μέσα από το πλήθος… Για έναν, για μία από μας… Για όλον τον βουβό, βαθύ πόνο που κυκλοφορεί δίπλα μας, που μας προσπερνάει, που μας αφήνει αδιάφορους… Με συγκινεί για εκείνα τα γλυκά δάκρυα που έφερε η ομορφιά της μουσικής σε αγαπημένα μάτια… Για εκείνον τον τρυφερό ύπνο που χάρισε σε μια μικρή μπουμπουκένια ψυχούλα…

Reflections8. Dedication (1970)
Από τον δίσκο «Reflections» – Τραγούδι: New York Rock & Roll Ensemble
O Μάνος μας να συνεργάζεται με ένα ροκ γκρουπ (θου Κύριε!); Είναι δυνατόν; Τί δουλειά έχει με τους γιεγιέδες και τους άπλυτους μαλλιάδες; Κάπως έτσι πρέπει να αντέδρασαν πολλοί «χατζιδακικοί» την εποχή εκείνη! Το τόλμημα όμως του Χατζιδάκι και πάλι θα τους ξεπεράσει. Και θα τον δικαιώσει όταν τα τραγούδια μεταφραστούν στα ελληνικά και γνωρίσουν τη μαζική αποδοχή. Και επιτέλους βρίσκω και την ευκαιρία να αναφερθώ στο πόσο διεκπεραιωτική και αχρείαστη μου ακούστηκε η εκτέλεση των Raining Pleasure!
9. Τα λιανοτράγουδα (1972)
Από τον δίσκο «ο Μεγάλος Ερωτικός» – Τραγούδι: Φλέρυ Νταντωνάκη, Δημήτρης Ψαριανός
Άνεμος παίζει με τα μαλλιά και τις σκέψεις, νοτισμένος έρωτα, άπιαστο αερικό, και μια «τρελή του φεγγαριού» σε στοιχειώνει… Σαν νοσταλγία για κάτι που δεν έζησες. Ή μήπως έτσι μοιάζει; Μου λύπεις… «Μια λειτουργία για τον Μεγάλο Ερωτικό, κάτι σαν τους εσπερινούς Αγίων σε ερημοκκλήσια μακρινά με τη συμμετοχή φανταστικών αγγέλων, εραστών, παρθένων και εφήβων». Γιατί ο έρωτας σαν τη θρησκεία μοιάζει. Είναι εξίσου ανορθολογικός και εγωιστικός, απαιτεί πίστη που να κινεί βουνά, και πιθανότατα το αντικείμενο του …δεν υπάρχει!
10. Τα παιδιά κάτω στον κάμπο (1974)
Από την ταινία «Sweet movie» του Dusan Makavejev – Τραγούδι – Παιδική χορωδία
Εκπληκτική αυτή η αντινομία! Παιδική αθωότητα και κυνική σκληρότητα! «Τα παιδιά κάτω στον κάμπο, κυνηγούνε τους αστούς, πετσοκόβουν τα κεφάλια, από εχτρούς και από πιστούς..». Σιδερογροθιά και η ταινία… Πολυαπαγορευμένη εννοείται. Η άλλη πλευρά του Χατζιδάκι! Και φυσικά μια παγκόσμια μελωδία… Που πάντα θα με παραπέμπει σε εκείνη τη θολή εποχή της παιδικότητας. Που προσπαθεί, αλλά μάταια να ξεμπλέξει κουβάρια αξεδιάλυτα. Και μόνο ξέφτια μένουν στο χέρι…
11. Η μπαλάντα του Ούρι (1976)
Από τον δίσκο «Αθανασία» (Λίγα χρόνια μετά θα γίνει γνωστό με τη φωνή του Βασίλη Λέκκα)
Πόσο κοντά στην ουσία είναι η σκέτη, καθαρή μουσική, χωρίς την παραμορφωτική πολλές φορές επιβολή του στίχου; Εκεί αναδεικνύεται το μυστήριο και η μαγεία αυτής της τέχνης του οργανωμένου ήχου, το πως μια συν-πλοκή ήχων, μια μελωδία απλή, μπορεί να αγγίξει κάτι θεμελιώδες, άφατο και ανείπωτο, και να σε λυτρώσει από τη «μέλαινα χολή» που σε διαποτίζει, σαν ένα σωτήριο στόμα που ρουφά το δηλητήριο της οχιάς πριν σε χτυπήσει στην καρδιά…

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Tom Waits : I dont wanna grow up

Tom WaitsΌχι αγαπητοί αναγνώστες… Μην αρχίσετε τις απεγνωσμένες αναζητήσεις στα Google και στα μουσικά περιοδικά! Όχι, ο Tom Waits δεν …πέθανε! Και όχι μόνο ζει, αλλά είναι και alive & kickin’, έχοντας μόλις κυκλοφορήσει έναν ακόμη νέο δίσκο («Real gone»), τον εικοστό μάλιστα μιας διαδρομής που συνεχίζεται για πάνω από 30 χρόνια! Υπάρχει νομίζετε καλύτερη αφορμή για ένα συλλογικό MIC-αφιέρωμα;

Αναλαμβάνοντας το έργο να γράψω για τον Waits ήρθα αντιμέτωπος με έναν από τους εφιάλτες του κάθε γραφιά. Ο οποίος εφιάλτης συνίσταται στην αντιμετώπιση του βάρους των ήδη λεχθέντων και γραφέντων. Τι μένει πλέον να ειπωθεί για μουσικούς του μεγέθους ενός Waits χωρίς να …κουβαλήσει κάποιος «γλαύκα εις Αθήνας»; Και κυρίως χωρίς το κείμενο να καταντήσει μια αγιογραφία, με πληθωρικά ανούσια λόγια και ανέξοδες υμνολογίες που εν τέλει απονευρώνουν την όποια ουσία του καλλιτέχνη;

Σαν δεύτερη σκέψη, ένα τεράστιο ερωτηματικό σχηματίστηκε στο νου μου… Τι να είναι άραγε αυτό που κάνει τον κ. Waits να έχει μια τέτοια «μαζική» αποδοχή, αγκαλιάζοντας ένα ετερόκλητο κοινό, μια κυριολεκτική πανσπερμία, από λάτρεις της dance έως και μεταλλάδες; Πολύ καλή ερώτηση θα μου πείτε, και όπως όλες οι καλές ερωτήσεις δεν έχει μια εξίσου καλή απάντηση! Και ασφαλώς όχι μονοσήμαντη. Ας το αποπειραθώ όμως…

Ίσως να γοητεύει η αυθεντικότητα που εκπέμπει η προσωπικότητα του. Τόσο από άποψη μουσικής όσο και στάσης ζωής. Μουσικώς ο Waits δεν υπήρξε ποτέ μέρος καμιάς avant-guard, καμιάς φωτισμένης πρωτοπορίας (αν και εκμεταλλεύτηκε κάποιες φορές τις τεχνικές της). Τύπος παραδοσιακός αλλά όχι συντηρητικός, δικαιωματικά εντάσσεται σε αυτό το ελισσόμενο δαιδαλώδες μονοπάτι που φτάνει στον Robert Johnson και στη συνέχεια χάνεται στις λασπωμένες φυτείες του Αμερικανικού Νότου. Αποδεικνύοντας έτσι ότι σε αντίθεση με το …μπάσκετ, όπου σε γενικές γραμμές ισχύει ακόμη ότι οι λευκοί δεν μπορούν να πηδήξουν, μπορούν όμως να τραγουδήσουν τα blues. Και δεν θα περιοριστεί εκεί αλλά θα τα εμπλουτίσει με soul ψυχή και jazz παράνοια (μια jazz με αίμα και πάθος όχι η ξενέρωτη, «γαλανομάτα», λευκοποιημένη jazz).

Να γοητεύει ίσως το γεγονός ότι δεν έγινε ποτέ trend; Ότι ποτέ δεν απασχόλησε τα MTV του κόσμου τούτου, δεν έγραψε μουσική για τους πολλούς (ίσως και γι’ αυτό να άγγιξε τόσους πολλούς!), δεν επεδίωξε να γεμίσει στάδια και μαγαζιά, δεν ανήκε σε τάσεις και εφήμερες μόδες, δεν μπήκε στα charts, δεν έγινε μαζικό στυλ.; Και ότι όταν γνώρισε την αποδοχή (βραβείο Grammy το 1999 για το «Μule Variations» στην κατηγορία folk δίσκου), αυτό έγινε με τους δικούς του όρους;
Tom Waits3Να είναι μήπως και αυτή η περίφημη «γοητεία της παρακμής» που έλκει με τη δύναμη μαύρης τρύπας εμάς τους …μεσο-αστούς, τους βολεμένους ως επί το πλείστον σε ζωές χωρίς ακραίες συγκινήσεις; Ο Waits με τις ιστορίες του, είναι σαν να μας παίρνει από το χέρι για μια walk on the wild side, μια εκ του ασφαλούς περιήγηση στους υπονόμους της ανθρώπινης ψυχής (είναι αυτό που έλεγε ο Χίτσκοκ για τους θεατές των ταινιών του: «λατρεύουν τον τρόμο αρκεί οι ίδιοι να αισθάνονται ασφαλείς»). Με τραγούδια που μοιάζουν με ασπρόμαυρες ταινίες μικρού μήκους, αφηγείται ιστορίες ανθρώπων που ποτέ δεν θα κάναμε παρέα, που απεχθανόμαστε, που φοβόμαστε κατά βάθος! Ανθρώπων τους οποίους δεν καταλαβαίνουμε, που τους βαφτίζουμε εκκεντρικούς ή και γραφικούς. Τίποτε πρωτότυπο ως εδώ: από αιώνες η τέχνη (όχι μόνο η μουσική) κυρίως από το περιθώριο αντλεί τα θέματα της. Μέθυσοι, δολοφόνοι, αλήτες, πόρνες, απόκληροι, «τέρατα» αποτέλεσαν πηγές έμπνευσης για αριστουργήματα της λογοτεχνίας, του κινηματογράφου, του θεάτρου, της μουσικής…. Και ο Waits βουτάει βιωματικά σ’ αυτόν τον κόσμο, όχι με ψυχρή τουριστική ματιά αλλά και χωρίς διάθεση εξωραϊσμού, άλλοτε με χιούμορ και (αυτο)σαρκασμό και συχνότερα με τρυφερότητα. Υποτάσσει προσωπικούς δαίμονες, παίρνει ανομολόγητες επιθυμίες και πράξεις («innocent when you dream») και την ασχήμια της ζωής, την εξευγενίζει και την κάνει τέχνη, ομορφιά. Και στηρίζει το έργο του με την ίδια του τη ζωή, ασκώντας έτσι την υψηλότερη των τεχνών κατά τον Oscar Wilde: την τέχνη του να ζεις…

Να είναι επίσης αυτός ο πόνος που βγάζει η φωνή του; Αυτή η βραχνή φωνή που λες και με δυσκολία εκστομίζει την κάθε λέξη, τον κάθε φθόγγο, φωνή που θα την ζήλευε και ο πιο σκληροπυρηνικός μαύρος μπλουζίστας; Να είναι το αίσθημα πως όταν όλα φαίνονται να πηγαίνουν στραβά, όταν «οι μπύρες είναι ζεστές και οι γυναίκες κρύες», τότε σε κάνει να νιώθεις ότι κάποιος συμπάσχει μαζί σου; Τότε, σε νύχτες με καπνό, μπόλικο αλκοόλ και ακόμη πιο πολύ μοναξιά, έρχεται ο θείος Tom με το «μεθυσμένο πιάνο του» σαν μια γλυκιά έστω και πρόσκαιρη ψευδαίσθηση παρηγοριάς…

Να είναι τέλος ότι μας αρέσει για αυτό που εκπροσωπεί: την άλλη Αμερική, την Αμερική που ζεί λαθραία, αυτή που μέσα από την «κοπριά» γεννά κατά διαλεκτικό τρόπο τα ρόδα, αυτή που αγαπήσαμε και αγαπάμε (κι ας μην το παραδεχόμαστε πολλές φορές); Ίσως όλα αυτά μαζί να απαντούν στην απορία μου. Πολλά ίσως… Και ίσως τελικά το τι είναι και γιατί συγκινεί ο Waits να αποτελεί προσωπική υπόθεση του καθενός…

Ένα βιογραφικό ποτέ δεν είναι ακριβής χάρτης της διαδρομής ενός ανθρώπου (είναι τόσο ακριβής σαν τους …πορτολάνους των παλιών χρόνων, που για τις Ινδίες ξεκίναγες στην Αμερική σε οδηγούσαν!). Και μια ζωή δεν είναι μια ξερή παράθεση γεγονότων και χρονολογιών. Ίσα-ίσα, η ουσία της είναι αυτό που μένει αν τα αφαιρέσεις όλα αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση όμως δε γίνεται διαφορετικά. Από κάπου πρέπει να πιάσουμε μια άκρη, να κάνουμε μια αρχή…
Tom Waits4Το φως της ημέρας το είδε για πρώτη φορά πριν από 55 χρόνια στην Καλιφόρνια (τέτοιες μέρες ήτανε, 7 του Δεκέμβρη!). Μάλιστα όπως ο ίδιος αρέσκεται να λέει, μπλέκοντας κατά την αγαπημένη του συνήθεια το μύθο με την πραγματικότητα, το γεγονός συνέβη μέσα σε ένα ταξί! Παιδί του δρόμου εκ γενετής λοιπόν… Οι γονείς δάσκαλοι με καταγωγή από Σκωτία, Ιρλανδία αλλά και …Νορβηγία! Και ως γνωστόν, το επάγγελμα δάσκαλος, απανταχού στον κόσμο, συνεπάγεται μεταξύ άλλων συνεχείς μεταθέσεις. Έτσι ο μικρός Tom ακολουθώντας τους γονείς του στις συνεχείς μετακινήσεις-μεταναστεύσεις (σε αυτή τη χώρα-ήπειρο που είναι ουσιαστικά οι ΗΠΑ), ήρθε σε μια πρώτη άτυπη επαφή με την κουλτούρα του «on the road». Έτσι ίσως απέκτησε και την λατρεία για τα παλιά αυτοκίνητα: Thunderbird, Plymouth, Buick, Chevrolet, θα γίνουν για αυτόν ονόματα μαγικά, σύμβολα ελευθερίας και ανυποταξίας.

Η βιοπάλη θα έρθει νωρίς και θα είναι σκληρή. Θα αλλάξει πολλές δουλειές, από εργάτης σε εργοστάσιο που τύπωνε Βίβλους μέχρι και πυροσβέστης. Στην προσωπική του μυθολογία όμως ιδιαίτερη θέση κατέχει μια πιτσαρία: η Napoleone’s Pizza House. Εκεί, στη μεταμεσονύχτια βάρδια, θα γίνει εκούσιος και ακούσιος συλλέκτης εμπειριών και ιστοριών τις οποίες αργότερα θα αποθανατιστούν στα τραγούδια του.

Η επαφή με τον κόσμο της μουσικής πάλι μέσω της οικογένειας θα γίνει. O πατέρας έπαιζε σε μπάντα mariachi, η μάνα τραγουδούσε σε ένα τρίο, αλλά είναι ο θείος Βέρνον που τον επηρέασε περισσότερο απ’ όλους, σε τέτοιο βαθμό ώστε τελικά έγινε και τραγούδι («Cemetery Polka»)! Ο θείος αυτός λοιπόν είχε μια εντυπωσιακά υποβλητική και βραχνή φωνή, την οποία φωνή ο Waits λάτρεψε και προσπάθησε να μιμηθεί. Μια φωνή που οφειλόταν όπως λέει άλλος ένας μύθος, σ’ ένα ψαλίδι που κάποιος αφηρημένος γιατρός είχε …ξεχάσει στο λαιμό του θείου!
Tom Waits6Τη σπίθα όμως που θα βάλει φωτιά στην «πυριτιδαποθήκη» θα την δώσει (όπως και για πολλά άλλα Αμερικανόπουλα-και όχι μόνο) το άκουσμα του Dylan. Αν εξαιρέσει πάντως κανείς την επιρροή που άσκησε πάνω του ο Dylan, η ταραχώδης δεκαετία του ’60, με όλα τα νέα μουσικά ρεύματα της και τα κοινωνικά της κινήματα, ήταν σαν να μην τον άγγιξε καθόλου. Ο ίδιος μάλιστα τονίζει «στη δεκαετία του ’60 κοιμόμουν»! Πάντοτε άλλωστε ο Waits θα μοιάζει με έναν ζωντανό αναχρονισμό σε σχέση με την μουσική των καιρών. Όταν οι συνομήλικοι του μαγεύονταν από τους Beatles και τους Stones, αυτός κατέφευγε στον Gershwin, στον Porter και τον Charlie Parker. Θα γοητευθεί από την ποίηση των beatnicks (ειδικά του Kerouac), και ακόμη περισσότερο από τον τρόπο ζωής τους τον οποίο και θα ενστερνιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Υπό το φως αυτών των «φάρων» θα αρχίσει να γράφει τα πρώτα του τραγούδια. Κάποιες βραδιές θα παίζει και σε ένα μικρό άσημο club στο San Diego όπου (όπως πάντα γίνεται σε τέτοιες ιστορίες) θα τον εντοπίσει ο manager Herb Cohen και θα του προσφέρει και συμβόλαιο με την Asylum. Μια πρόταση που ήρθε την κατάλληλη στιγμή, όταν ο Waits σκεφτόταν το επαγγελματικό του μέλλον του ως …εστιάτορας! Σίγουρα η γαστρονομία έχασε λιγότερα απ’ όσα κέρδισε τελικά η μουσική…

Εκείνη την εποχή θα εγκατασταθεί και στο διαβόητο Tropicana Motel της Λεωφόρου Santa Monica. Εκεί θα ζήσει τις «wild days» του σαν γνήσιος μποέμ ποιητής, παρέα με άφθονο αλκοόλ και «smoking like diesel», και υπάρξεις πρόθυμες να μοιραστούν μαζί του το δημιουργικό όνειρο (και όχι μόνο!) Όπως η μοναδική Ricky Lee Jones… Θα παίξει live μαζί με μουσικούς όπως ο Charlie Rich, ο John Hammond και ο Frank Zappa (τι συνδυασμός!) και θα κάνει ποδαρικό στον κόσμο του βινυλίου με το γλυκά μελωδικό «Closing time».

Ευτυχώς και για τον ίδιο και για τη μουσική, συνειδητοποίησε ότι δεν θα μπορούσε να συνεχίσει για πολύ σε αυτό το ρυθμό («οι γυναίκες, τα ποτά και τα ξενύχτια έχουν κλείσει τα καλύτερα τα σπίτια» που λέει και ο …ποιητής!) και θα κατέληγε με «ένα bad liver και μια broken heart»! Μπορεί έτσι να γινόταν ίσως …»χρήσιμος» σαν μάρτυρας-μαζικό ίνδαλμα αποενοχοποίησης, αλλά θα ήταν άχρηστος και για τον εαυτό του και για τη μουσική! Θα γνωρίσει και την Kathleen Brennan, μια συγγραφέα, σεναριογράφο, …κομμώτρια της Yma Sumac, καλλιτέχνιδα του τσίρκου (και πολλά άλλα) η οποία θα γίνει η μούσα, η συνεργάτης και τελικά η σύντροφος της ζωής του. Με τη συνδρομή της (τι κάνει μια γυναίκα ε;) θα περιορίσει σε λογικές ποσότητες το οινόπνευμα, προτιμώντας το καλό κρασί από το ουίσκυ, και θα αφοσιωθεί στη δημιουργία. Και παρόλο που τα είδη μουσικής που υπηρέτησε ευνοούν κατά κάποιο τρόπο τη στατικότητα και την προσήλωστη σε μια «δήθεν» ιερή παράδοση, ο ίδιος θα εξελιχθεί με τα χρόνια πειραματιζόμενος με ιδιάζουσες ενορχηστρώσεις και με μείξεις μουσικών ρευμάτων. Θα κυκλοφορήσει μια σειρά δίσκων μοναδικής συνέπειας σε ποιότητα και αισθητική, με αποκορύφωμα την μοναδική τριλογία «Swordfishtrombones», «Raindogs» και «Frank’s wild years». Η μοναδική του προσωπικότητα θα γίνει πηγή έμπνευσης και εργαλείο για σκηνοθέτες, όπως ο …Stallone, ο Coppola και κυρίως ο Jarmush (αξέχαστο το «Down by low»). Θα ανεβάσει μέχρι και θεατρικά έργα, όπως το «Black Rider» του κατά Patti Smith «παππού όλων μας» William Burroughs, προϊόν μιας αγάπης τόσο για τον Burroughs τον ίδιο όσο και για το θέατρο (παρένθεση: διάβασα κάπου για επιτηδευμένη θεατρικότητα του Waits, και αναρωτιέμαι: υπάρχει μη-επιτήδευση σε ένα είδος όπως το θέατρο που είναι εξ ορισμού «υποκριτικό»;). Θα κάνει και την έκπληξη υπογράφοντας στην αγαπημένη των χαρντκο(υ)ράδων εταιρεία, την Epitaph, στην οποία θα κυκλοφορήσει την επιστροφή του μετά από μακρά απουσία, το «Mule Variations» το 1999. Και εν έτει 2004 είναι πάλι εδώ, κι ας δηλώνει …φευγάτος. «Real gone»…
Tom Waits5Τι μπορούμε πια να περιμένουμε αλήθεια από τον Waits; Ιδού ένα ακόμη ερώτημα! Το «Real gone» προσωπικά μου ακούστηκε μάλλον αδιάφορο, άνευρο και ξεθυμασμένο, χωρίς πια τη γοητεία του απρόβλεπτου. Και έχω την εντύπωση ότι οι υψηλές βαθμολογίες που διαβάζω δεξιά κι αριστερά, γενικά δίνονται στο όνομα Waits και όχι στον δίσκο αυτό καθαυτό (αυτό είναι το λεγόμενο και «βάρος της φανέλας»!) Μεγάλος εχθρός ο χρόνος τελικά… Από την άλλη όμως, ας μην είμαστε και πλεονέκτες. Από ένα σημείο και μετά, στον κάθε καλλιτέχνη, αλλά και στον κάθε άνθρωπο γενικότερα, το ζητούμενο είναι η αξιοπρέπεια και η συνέπεια. Πόσοι και πόσοι δεν εξευτέλισαν εαυτούς δικαιώνοντας το καβαφικό «πούσαι νιότη που ‘δειχνες πως θα γινόμουν άλλος»; Ο Waits δεν είχε και την «τύχη» (μέσα σε πολλά εισαγωγικά!) να πεθάνει νωρίς ώστε να μείνει άφθαρτο σύμβολο και μακριά από κάθε κρίση. Ξέρω πάντως αρκετούς που θα «χαλαστούν» όταν μάθουν ότι σήμερα ζει μια ήσυχη ζωή με τρία κουτσούβελα και την ίδια γυναίκα για τόσα χρόνια σε ένα σπίτι μιας ήσυχης γειτονιάς. Και δεν είναι ένας άστεγος ιδεολόγος κλοσάρ ο οποίος περνά τις νύχτες του παρέα με τα τζάνκια σε κακόφημα στέκια, σε αγκαλιές εξίσου κακόφημων γυναικών με μια μπουκάλα bοurbon στο χέρι. Αντ’ αυτών, συνεχίζει να δημιουργεί, έστω και συσπειρωμένος πίσω από από τις βεβαιότητες και τις εμμονές που απέκτησε με το πέρασμα του χρόνου, έστω και χωρίς ρήξεις και ανατροπές. Και αλήθεια, είναι από αυτούς που κυριολεκτικά χαίρεσαι να τους βλέπεις να μεγαλώνουν…

Εν τω μεταξύ εδώ σουρούπωσε και έπιασε να ψιχαλίζει. Η CDιέρα παίζει το αγαπημένο μου «Blue Valentine», το CD των απανταχού ερωτευμένων… The rain washes memories… Ήδη νομίζω είπα πολλά! Σας παραδίδω λοιπόν στους εκλεκτούς (σύμφωνα με την …δημοσιογραφικά correct διατύπωση!) συναδέλφους για ένα «δίσκο-δίσκο» ταξίδι στον noir κόσμο του Thomas Allan Waits…

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Τo Lux-όφως Eνός Cramp



The Cramps«Το punk ήταν για μένα πάντα μια λαϊκή, ακόμη και συντηρητική μουσική! Από στενά μουσική άποψη άλλωστε το punk ήταν τα 50s ξαναζεσταμένα. Το στοιχείο που διέκρινε (να που μπήκε ο αόριστος χρόνος πλέον!) τους Cramps από τον συρφετό της συμφοράς δεν ήταν τόσο η έξτρα δόση rockabilly (ή voodobilly όπως ευφυώς ονομάστηκε το ιδίωμα τους) που πρόσθεσαν στη συνταγή. Ήταν η όλη τους αισθητική (αντι-αισθητική αν θέλετε!), αυτή που θα βαφτιστεί trash, πολύ πριν όμως γίνει μόδα για σύγχρονους γιαπο-μικροαστούς που έχουν ανάγκη από λίγη ελεγχόμενη δόση παρακμής στην ασφαλή ζωή τους (μη δω πουθενά τον χαρακτηρισμό cult – …τραβάω πιστόλι!). Ήταν και ο τρόπος που βούτηξαν στη θεμελιώδη υποκουλτούρα της Αμερικής, στις βήτα ταινίες με τα ζόμπι, τα μυγόμορφα τέρατα, τους λυκάνθρωπους και τα εύκολα φτηνά κορίτσια, στο άγουρο και ωμό rock n’ roll… Η διεστραμμένη ματιά τους που ακροβατούσε στα όρια της αρρώστιας (κάτι σαν λιγότερο ελιτίστικοι Residents)… Μουσικά δεν ήταν σπουδαίοι. Με το ζόρι μπορώ να αποστάξω τα καλύτερά τους τραγούδια:

1. Drug train
2. Sunglasses after dark
3. Human fly
4. I’m cramped
5. TV set

Οι κιθάρες τους ήταν πυρακτωμένες και …καυλοπυρέσσουσες μεν, άτεχνες δε, ακόμη και εκνευριστικές σε παρατεταμένη έκθεση (μα χωρίς μπάσο γίνεται;). Ίσως, πιθανότατα, σίγουρα, στη σκηνή να άξιζαν περισσότερο (και με μια …ουσια-στική βοήθεια ακόμη πιο πολύ!). Δεν τους προλαβαίνω πλέον… Ο αόριστος χρόνος άπλωσε οριστικά τη σκιά του. Εκτός εάν η Poison Ivy αποδειχθεί …εύθυμη χήρα!».

Έκλεισε το κείμενο βάζοντας την τελεία ικανοποιημένος. Η αποτίμηση του φαινόμενου Cramps έμοιαζε πλήρης και ισορροπημένη. Πάτησε το send και έσβησε το φως…

Και μετά… Ήταν λέει πάλι 18, σε πάρτυ μαθητικό, με μουσική βρώμικη και αλκοόλ υψηλών οκτανίων να ρέει… Και το κορίτσι που τον είχε πλανέψει, το κορίτσι που είχε αποφασιστικά βρεθεί επάνω του, ήταν ζόρικο. Και… Και… Άσχημο, απωθητικό, με στραβοχυμένο κραγιόν και φτηνιάρικα ρούχα πλαστικά. Αλλά για έναν ακατανόητο λόγο τον άναβε όλο και πιο πολύ. Το «σε θέλω» της δεν είχε καμία σχέση με αγάπες για πάντα και άλλες τέτοιες αηδίες, αλλά ήταν ένα «σε θέλω» γεμάτο υγρά, σώμα, παρόν και καθόλου μέλλον… Ήταν παράξενο το όνειρο εκείνης της νύχτας… Ξύπνησε σε υγρά σεντόνια κάθιδρος…

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

11 Αγαπημένες Ταινίες

This is the stuff dreams are made of
BogartΗ απάντηση στην ερώτηση που θέτουν οι Chameleons στο φοβερό «Second Skin» είναι καταφατική. To είχε πει και ο Ηumphrey Βogart στο φινάλε του «Γερακιού της Μάλτας». Ναι, αυτό είναι το υλικό από το οποίο φτιάχνονται τα όνειρα… Σίγουρα αυτή είναι η δική μου άποψη για τον κινηματογράφο. Ξέρω ότι δεν είναι η μόνη σωστή μέσα από τις πολλές. Ο κινηματογράφος άλλωστε είναι ακόμη ένα …μωρό, συγκρινόμενος με τις άλλες έξι τέχνες, καθώς μόλις 106 χρόνια έχουν περάσει από εκείνη την πρώτη προβολή των αδελφών Λυμιέρ στις 28 Δεκέμβρη του 1898 στο Grande Cafe του Παρισιού. Σαν κάθε φυσιολογικό μωρό λοιπόν περνά τις παιδικές ασθένειές του και κυρίως ψάχνει την θέση του στον κόσμο. Π.χ. μέχρι πριν λίγα χρόνια υπήρχε μεγάλη σύγκρουση ακόμη και για το αν ο κινηματογράφος συνιστά τέχνη ή όχι! Με ισχυρά επιχειρήματα και από τις δύο πλευρές μάλιστα!

Έτσι δεν υπάρχει μία και μοναδική άποψη περί του «τι εστί κινηματογράφος». Είναι μια θέα κλειδαρότρυπας στην ζωή άλλων ανθρώπων, σε άλλους πολιτισμούς, άλλες νοοτροπίες; Μια ανώδυνη επαφή με το διαφορετικό, ή και το απορριπτέο; Ένα παράθυρο στον κόσμο; Μια έμμεση αθανασία των ειδώλων; Η ικανοποίηση και δημιουργία φαντασιώσεων; Μέσο προπαγάνδας και κατήχησης; Θέαμα; Μουσική της όρασης; Οπτικό ποίημα; Ζωγραφική της κίνησης; Ναρκωτικό της φαντασίας (ασφαλώς φθηνότερο και ασφαλέστερο από τα …κλασικά); Θα διαλέξω την …εύκολη απάντηση: όλα αυτά μαζί!

Αλήθεια τι είναι αυτό που βαραίνει, ώστε μια ταινία να χαρακτηριστεί «καλή»; Δύσκολη ερώτηση! Η οποία δεν θέλω να με οδηγήσει στα «επικίνδυνα» και βαλτώδη χωράφια της συζήτησης περί αντικειμενικότητας της κριτικής ή της υποκειμενικότητας τύπου «περί ορέξεως κολοκυθόπιτα»… Η αισθητική αξία του κινηματογράφου (όπως συμβαίνει και με την μουσική για παράδειγμα) μπορεί να είναι κάτι «σχετικό». Αλλά το σίγουρο είναι πως οτιδήποτε τον εμποδίζει να αναπτύξει τη δύναμη του ως τέχνη, τον υποβιβάζει σε ένα είδος ψυχαγωγίας που είναι γεμάτη συμβάσεις και στερεότυπα. Η βιομηχανία του κινηματογράφου, έχει συμβάλλει στο να θεωρείται η έβδομη τέχνη ένα είδος μαζικής, λαϊκής θα έλεγε κανείς, διασκέδασης. Όπως και με τη μουσική όμως, αυτή η κατάσταση δεν εμποδίζει τη δημιουργία πραγματικών έργων τέχνης στον κινηματογράφο, αν και συχνά η επιθυμία μιας ταινίας να είναι εμπορική την περιορίζει.
FantomeΣτην προσωπική κρίση για μια ταινία μπαίνουν πολλοί παράγοντες. Πολλές φορές άσχετοι με την ίδια την ταινία. Η ιδεολογία ή και η ιδεοληψία σου… Η συγκυρία… Ποιανού το χέρι κράταγες (ή δεν κράταγες) όταν την είδες! Αυτοί όμως είναι παράγοντες αστάθμητοι. Η σταθερή όμως προσωπική μου άποψη και πεποίθηση είναι ότι γενικά η τέχνη οφείλει να ξυπνά αισθήματα, να αφυπνίζει συνειδήσεις, να ενοχλεί και να υπερβαίνει τις παραδόσεις και τις κατεστημένες απόψεις. Ει δυνατόν να ασελγεί πάνω στην παράδοση! Ένας γνήσιος δημιουργός βασανίζεται από αβεβαιότητες. Και η παράδοση δεν χωρά αβεβαιότητες. Πιστεύω λοιπόν ότι η διατήρηση της παράδοσης δεν ανήκει στον ρόλο της τέχνης! Αυτήν ας την αφήσουμε στα χέρια των τεχνιτών…

Αυτά αναζητώ λοιπόν σε μια ταινία. Τι δεν αναζητώ όμως; Την υπόθεση. Η υπόθεση μπορεί αρχικά να μου κεντρίσει το ενδιαφέρον, να με τσιγκλίσει. Αλλά στην πραγματικότητα μικρή σημασία έχει. Σκεφτείτε ότι ο Οιδίποδας π.χ. είναι απλώς η ιστορία κάποιου που σκότωσε τον πατέρα του και παντρεύτηκε την μητέρα του ή ότι η Μήδεια είναι η ιστορία μιας τρελής που σκότωσε τα παιδιά της. Πόσο γελοίες φαίνονται απογυμνωμένες από την αισθητική τους έκφραση! Η ίδια ιστορία στα χέρια ενός προικισμένου δημιουργού μπορεί να φτάσει σε αισθητικό αποκορύφωμα και στα χέρια ενός ατάλαντου σκιτζή να καταβαραθρωθεί. Αυτό που κάνει την διαφορά είναι η δόμηση του μύθου, η επεξεργασία του, τα εκφραστικά μέσα, η ψυχή του δημιουργού τελικά.

Δεν αναζητώ επίσης την συγκίνηση και το θέαμα. Ο κινηματογράφος είναι δύσκολο είδος. Και κατά την γνώμη μου είναι από τα είδη της τέχνης που προαπαιτεί μεγάλη και ευρεία παιδεία. Φαντάζει όμως εύκολος γιατί υπάρχει το θέαμα, το οποίο δεν απαιτεί ιδιαίτερες πνευματικές ικανότητες στην πρόσληψη και την χώνευση (ας θυμηθούμε το «άρτον και θεάματα» της ρωμαϊκής εποχής). Το θέαμα πολλές φορές θαμπώνει, τυφλώνει, παραμυθιάζει. Το να συγκινηθείς επίσης δεν συνιστά ασφαλές κριτήριο. Αλλά η τέχνη δεν είναι συγκίνηση… Ή μάλλον εμπεριέχει και την συγκίνηση! Αλλά δεν κρίνεται από το συγκινησιακό της φορτίο (και η …«Λάμψη» έχει μεγάλο συγκινησιακό φορτίο, αυτό δεν την καθιστά όμως τέχνη).
TeoΑ, επίσης αγνοώ συνήθως το ερώτημα «ποιος παίζει»! Μ’ ενδιαφέρει περισσότερο το ερώτημα «ποιος είναι ο σκηνοθέτης»; (όταν υπάρχει βέβαια σκηνοθέτης, καθώς στο Hollywood η έννοια έχει σχεδόν αντικατασταθεί από τον παραγωγό, αυτόν που βάζει τα λεφτά και φυσικά τα θέλει πίσω …αυγατισμένα). Για μένα το σινεμά είναι πολύ συναφές με την μουσική. Άλλωστε και οι θεωρητικοί εκεί έχουν πια καταλήξει. Ότι έχει περισσότερα κοινά γονίδια με την μουσική παρά με το θέατρο ή και την λογοτεχνία όπως μια απρόσεχτη και επιφανειακή θεώρηση θα υπέθετε. Γι’ αυτό και για μένα ο ηθοποιός στο σινεμά έχει δευτερεύοντα ρόλο. Κοντολογής, δεν μ’ ενδιαφέρει ποιος παίζει σε κάποια ταινία. Ή για να ακριβολογώ έρχεται σε δεύτερη ή τρίτη μοίρα. Όπως σε μια κλασική σύνθεση μεγαλύτερη σημασία έχει ο συνθέτης παρά η ορχήστρα που την εκτελεί (ασφαλώς όμως μια κακή ορχήστρα μπορεί να «εκτελέσει» κυριολεκτικά ένα έργο). Οι αναλογίες προφανείς λοιπόν, ας μην πλατιάζω… Ο σκηνοθέτης είναι ο πραγματικός δημιουργός. Οι υπόλοιποι συντελεστές είναι τα καλά ή τα άχρηστα εργαλεία του!

Πολύ φλυάρησα μου φαίνεται! Άλλωστε για να εξαντληθεί το ζήτημα θα πρέπει πρώτα να εξαντληθώ εγώ και μαζί όποιος ατυχής με διαβάζει! Ας πάμε στην καθιερωμένη πια ενδεκάδα… Α, και μια μικρή εκ των προτέρων «απολογία» για όποιον ίσως χαρακτηρίσει την παρακάτω λίστα «βαριά» και «κουλτουριάρικη». Και είναι εν μέρει εσκεμμένα τέτοια! Γιατί ένα από τα πράγματα που με ενοχλεί βαθύτατα στην σημερινή εποχή, είναι η αποενοχοποίηση της βλακείας και του κιτς, της απολιτίκ ελαφρύτητας, της άποψης «είναι καλό γιατί έτσι μ’ αρέσει»! Γιατί βαρέθηκα την αισθητική του junk food και του hamburger. Και γιατί σιχάθηκα όσους χρησιμοποιούν την λέξη «κουλτουριάρικο» ως υποτιμητική, αποκαλύπτοντας τελικά μόνο την δική τους πνευματική ένδεια!

Περιττό βέβαια να σας πω σε πόσα διλήμματα, τριλήμματα, …«πολυλήμματα» μπήκα πριν καταλήξω σε τούτην την λίστα. Ένας δικός μου κατάλογος ονείρων… Και δεν ξέρω αν μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σαν ονειροκρίτης!

1. Θίασος – ΘEΟΔΩΡΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (1975)
Αν και αποφεύγω όσο τίποτ’ άλλο τους συγκριτικούς και κυρίως τους υπερθετικούς βαθμούς στην τέχνη, για την ταινία αυτή μπορώ αδίστακτα να πω ότι είναι μακράν η καλύτερη του εγχώριου κινηματογράφου. Μέσα σε ένα τετράωρο (!) η ταινία διατρέχει, ακολουθώντας ένα περιοδεύον θεατρικό «μπουλούκι», όλη την πρόσφατη ελληνική ιστορία (ξέρετε αυτή που αποτελεί συλλογικό εθνικό ταμπού και θα αργήσει πολύ να μπει στα σχολεία). Η οποία ιστορία δίνεται με εικόνες μοναδικής αισθητικής και εικαστικής αξίας, με μοναδική χρήση του φωτός και της σκιάς και φυσικά… με αργούς ρυθμούς (θα τον χαρακτήριζα σαν το …post-rock του σινεμά!). Βέβαια δεν ξέρω αν έκανε τελικά καλό ή κακό στο ελληνικό σινεμά… Γιατί έβαλε τις βάσεις μιας μανιέρας που τελικά παγίδευσε και τον ίδιο μέσα της. Και ακολούθησαν πάμπολλοι μιμητές, κακοί μιμητές, δεκάδες ταινίες βασισμένες στην λεγόμενη «μιζέρια της ήττας» και με δήθεν διανοουμενίστικη άποψη οι οποίες εκφύλισαν τη όποια δυναμική και αξία της άποψης αυτής.
Seventh seal2. Det sjunde inseglet (Η έβδομη σφραγίδα) – INGMAR BERGMAN (1957)
Όχι από τις πιο προβεβλημένες ταινίες του μεγάλου Σουηδού αλλά σίγουρα η πιο ατμοσφαιρική. Οι γνωστές μεταφυσικές εμμονές του Bergman κυριαρχούν και εδώ. Μια μεταφυσική όμως η οποία δεν έχει καμία σχέση με τις θρησκείες και τους εμπόρους της μελλοντικής ζωής. Μια μεταφυσική πέρα από ψεύτικες βεβαιότητες. Μια μεταφυσική ανθρώπινη. Η ιστορία προσχηματική: ένας ιππότης και ο ακόλουθός του, επιστρέφουν στην πατρίδα μετά από μια Σταυροφορία και την βρίσκουν κάτω από την σκέπη του «Μαύρου Θανάτου» (της πανούκλας δηλαδή). Συγκλονιστική η σκηνή εκείνη όπου ο ιππότης (Max von Sydow) παίζει σκάκι με τον θάνατο με έπαθλο την ίδια του την ζωή. Η ταινία μάλιστα ενέπνευσε τον Scott Walker για να γράψει ένα από το καλύτερα τραγούδια του (The seventh seal) το οποίο αργότερα γνώρισε και μια αποθεωτική διασκευή από τους In the Nursery.

3. Das Boot (Υποβρύχιο U96 – Eπιστροφή στην κόλαση) – WOLFGANG PETERSEN (1985)
Αυτό που με απωθούσε πάντα στις πολεμικές ταινίες ήταν αφενός μεν ο αφελής ηρωϊσμός και η εξιδανικευμένη μορφή που δίνουν σ’ αυτήν την φρικωδία που λέγεται πόλεμος και αφετέρου ο απλοϊκός μανιχαϊσμός τους (τύπου western: οι «κακοί» Ινδιάνοι ενάντια στους «καλούς» λευκούς). Βέβαια το τελευταίο είναι χαρακτηριστικό σχεδόν όλου του εμπορικού κινηματογράφου, καθώς ο «απλός» θεατής δεν σηκώνει πολλά «μπερδέματα» και θέλει τα πράγματα καθαρά και ξάστερα: από δω οι καλοί από κει οι κακοί! Καμία σχέση με την ζωή δηλαδή! Τούτη δω η ταινία διαφέρει… Παρακολουθεί την διόλου θριαμβευτική πορεία ενός γερμανικού υποβρυχίου σε μια αποστολή του στον Ατλαντικό. Για τρεις ώρες νιώθεις σαν να ζεις στο κλειστοφοβικό κλίμα του υποβρυχίου, να βιώνεις την αγωνία και την αθλιότητα της ζωής. Και φυσικά ένα «σφίξιμο» στο τέλος, ένα τέλος που υπογραμμίζει την ματαιότητα του ηρωϊσμού και του ιδίου του πολέμου. Ο σκηνοθέτης της, στη συνέχεια δυστυχώς μπήκε στις μυλόπετρες του Hollywood και έφτασε να γυρίζει γκλαμουράτες υπερπαραγωγές τύπου «Conair» και προσεχώς…«Troy».

4. Viridiana – LUIS BUNUEL (1961)
Θα ήταν αστείο έως γελοίο να προσπαθήσω να συνοψίσω την εκπληκτική αυτή ταινία του Bunuel σε λίγες γραμμές. Την στιγμή που έχουν γραφτεί ολόκληρα βιβλία για αυτήν! Συμβολικός (έξοχη αλληγορία του Μυστικού Δείπνου το πάρτι των ζητιάνων), ειρωνικός, φετιχιστής (ειδικά με τις γυναικείες γάμπες!), σχεδόν βλάσφημος, ο Bunuel φτάνει με την ταινία αυτή στην καλλιτεχνική του κορύφωση. Η ιστορία της απλή: πρόκειται για την καταγραφή της πορείας πτώσης μιας μαθητευόμενης καλόγριας από την αγιότητα στην συνειδητοποίηση ότι το Κακό έχει την βάση του στην θρησκευτική (και κυρίως χριστιανική) «ηθική». Και ότι η φτώχεια και η «ταπεινότητα» δεν αποκλείουν την ηθική διαφθορά. Η ταινία κυνηγήθηκε από τους ανά τον κόσμο ρασοφόρους (αγένειους ή γενειοφόρους) κήρυκες του σκοταδισμού, αν και η ταινία χρηματοδοτήθηκε από τον ίδιο τον Franco! Και που να την καταλάβαιναν κιόλας…
π5. π – DARREN ARONOFSKI (1998)
Ποιες είναι οι απαντήσεις; Εξαρτάται από τις ερωτήσεις… Τάξη ή χάος; Ή μήπως τάξη μέσα από το χάος. Ή μήπως το αντίστροφο; Η συγκλονιστκή θεωρία του Χάους φιλμαρισμένη από τον ταλαντούχο Darren Aronofski. Ένας ιδιοφυής μαθηματικός ψάχνει απεγνωσμένα να ανακαλύψει σχέδια στην δομή του π (3.1415…). Σχέδια τα οποία να εξηγούν πράγματα τόσο αντιφατικά μεταξύ τους όπως τις διακυμάνσεις του Χρηματιστηρίου έως και την εβραϊκή Τόρα. Νοσηρή παράνοια σε έναν ασπρόμαυρο ψηφιακό κόσμο που κυριαρχείται από αριθμούς, πυρετώδης σκηνοθεσία και βέβαια ένα από τα καλύτερα soundtrack της δεκαετίας.

6. Rashomon (H γκέισα και ο Σαμουράι) – AKIRA KUROSAWA (1950)
Προαιώνιο φιλοσοφικό αίτημα η αναζήτηση της αλήθειας. Τόνοι χαρτιού, μελάνης, ατελείωτες ώρες σκέψης έχουν αναλωθεί από τους μεγαλύτερους φιλόσοφους του κόσμου τούτου! Με αποτέλεσμα; Μήπως αυτό που ονομάζουμε αλήθεια απλώς δεν υπάρχει; Ή υπάρχει και αδυνατούμε να τη συλλάβουμε; Ο Kurosawa πάντως αυτό υποστηρίζει στην έξοχη αυτή ταινία, μια φιλμική άποψη της πιραντελικής σχετικότητας της αλήθειας («έτσι είναι αν έτσι νομίζετε»). Μια ιστορία βιασμού και δολοφονίας… Και τέσσερις μάρτυρες, ο καθένας με την δική του «σωστή» άποψη…

7. A clockwork orange (Το κουρδιστό πορτοκάλι) – STANLEY KUBRICK (1971)
Έργο τολμηρής φαντασίας (νοείται άλλωστε φαντασία άτολμη;) Και όμως τόσο επίκαιρο. Ένα δοκίμιο της βίας. Όχι κατά της βίας, προσοχή! Κατά της βίας η οποία αποενοχοποιείται καλυμμένη κάτω από μεγάλα ιδανικά και ιδεολογίες. Η οποία όμως ενοχλεί όταν είναι φαινομενικά αναίτεια και ατομική, όταν απλώς πηγάζει από την επιθετική και σαδιστική φύση του ανθρώπινου Όντος. Και δεν ξέρω ποια είναι η πιο απεχθής της μορφή: η κάπως γραφική και αφελής βία της συμμορίας του Alex ή η επιστημονικά μελετημένη και νομικά κατοχυρωμένη κρατική βία της καταστολής…

8. Runaway train (Το τρένο της μεγάλης φυγής) – ANDREI KONCHALOVSKY (1985)
Πάνω σε σενάριο του μεγάλου Akira ο Andrei Konchalovsky σκηνοθετεί μια ταινία καταδίωξης. Μέσα σε χιονισμένα τοπία στήνεται έναν ανελέητο κυνήγι δύο δραπετών οι οποίοι βρίσκονται πάνω σε ένα τρένο το οποίο οδηγείται με δαιμονισμένη ταχύτητα στην καταστροφή. Είναι μερικές ταινίες που μένουν στην μνήμη ακόμη και για μια ατάκα: εδώ είναι η απάντηση του φυγά Jon Voight στην ερώτηση «What are you, an animal?» «Worse, human» που μένει χαραγμένη. Ο ιδιάζων ανθρωπισμός του Kurosawa! Ένας ανθρωπισμός του τύπου «τίποτα ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο». Ένας ανθρωπισμός με βάση την συνειδητοποίηση ότι το Κακό δεν προέρχεται από «τέρατα» αλλά από μας τους ίδιους. Το Κακό είναι σαν το AIDS. Μπορεί να είσαι φορέας αλλά δεν νοσείς απαραίτητα… Και όλοι είμαστε φορείς!
Down by law9. Down by law (Στην παγίδα του νόμου) – JIM JARMUSCH (1986)
Η ταινία που σηματοδοτεί μία από τις καλύτερες στιγμές του off-Hollywood αμερικάνικου κινηματογράφου. Μπορεί οι περισσότεροι να την θυμούνται για την μοναδική (από τις λίγες) ερμηνεία του Benigni (I scream, you scream, we all scream for ice cream!) αλλά το ιδιόμορφο κινηματογραφικό σύμπαν του Jarmusch έχει πολύ περισσότερα να αποκαλύψει. Λούμπεν τύποι και καταστάσεις, και ένα μελαγχολικό αναρχικό χιούμορ συνθέτουν μια πικρά σαρκαστική ταινία.

10. The life of Brian (Ένας προφήτης μα τι προφήτης) – TERRY JONES (1979)
H κωμωδία είναι το πιο δύσκολο κινηματογραφικό είδος. Απαιτεί μια ισορροπία τόσο εύθραυστη σαν αυτή κάποιου που ισορροπεί ανάμεσα σε δύο βάρκες! Γιατί υπάρχει μια πολύ λεπτή γραμμή που χωρίζει την καλή κωμωδία από την θεματική ευτέλεια, το κιτς και την φτηνή ανεκδοτολογία (το 80% του ελληνικού σινεμά π.χ.). Στην συγκεκριμένη ταινία οι ευφυέστατοι Monty Pythons καταφέρνουν και μπλέκουν το γκροτέσκο με την ανατρεπτική σάτιρα, χωρίς όμως να ανατραπεί η «βάρκα» και βρεθούν στο …νερό! Ο Brian γεννιέται σε έναν στάβλο δίπλα σε αυτόν του Ιησού και όλοι τον περνούν για τον Μεσσία. Μάταια ο ίδιος προσπαθεί να δώσει εξήγηση στην παρεξήγηση! Πολλά σκετς, κωμικά ευρήματα και ιδέες, σε μια εκπληκτική παρωδία της θρησκοληψίας Αξέχαστη η σκηνή όπου δεκάδες εσταυρωμένοι τραγουδούν «always look on the bright side of life»! Και φυσικά μην περιμένετε να την δείτε σε κανένα κανάλι τις προσεχείς ημέρες…

11. Hiroshima mon amour (Χιροσίμα Αγάπη μου) – ALAIN RESNAIS (1959)
Από αυτήν τη λίστα δεν θα μπορούσε να απουσιάζει μία έστω ταινία του γαλλικού «νέου κύματος» (nouvelle vague) το οποίο κατά την άποψη μου υπήρξε το punk του σινεμά. Πολλές οι αναλογίες: κράτησε λίγο, «πούλησε» ελάχιστα, αλλά άλλαξε εντελώς την αντίληψη περί κινηματογράφου. Την αντίληψη που θέλει την εξέλιξη γραμμική, θεατρική και το τέλος …χάπι. Χαρακτηριστικό δείγμα η ταινία αυτή. Μια ταινία μνήμης, όχι δράσης. Η ερωτική σχέση ενός Ιάπωνα και μιας Γαλλίδας στην πληγωμένη Χιροσίμα θα φέρει σε σύγκρουση δύο διαφορετικές νοοτροπίες και θα ξυπνήσει τραυματικές εμπειρίες που ήταν βαθιά καταχωνιασμένες στο σεντούκι της μνήμης. Η μη-γραμμική προσέγγιση άλλωστε είναι η μόνη πραγματική. Ξέρετε καμία μνήμη η οποία να είναι γραμμική; Αιτιοκρατική; Η μνήμη είναι φύσει αποσπασματική, επιλεκτική, σχεδόν παραληρηματική μέσα στους άπειρους δυνατούς συνειρμούς. Ταινία με άπειρα περιθώρια ερμηνείας, βασισμένη σε σενάριο της Μαργκερίτ Ντυράς.

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Βγαίνει καλή μουσική σήμερα;

Ύπουλη η ερώτηση… Έχει πολλά αγκίστρια από τα οποία αν πιαστείς δεν ξεμπλέκεις εύκολα. Για παράδειγμα, τι σημαίνει καλή μουσική; Ας βγάλουμε όμως …φλας κι ας το παρακάμψουμε γιατί δεν θα βγάλουμε άκρη! Ας έρθουμε στην ουσία της ερώτησης. Και αλλάζω λίγο τη διατύπωση. Γιατί όταν αυτή η ερώτηση τίθεται προφορικά, η λέξη «σήμερα» προφέρεται με έναν τόνο καταφρόνιας στη φωνή, σχεδόν υποτιμητικά; Υπονοώντας και εμπεριέχοντας έτσι την απάντηση, ότι το Σήμερα είναι κάτι το ευτελές σε σύγκριση με το χρυσό χθες. Άλλωστε όπως είναι γνωστό τοις πάσι «ζούμε εποχές εκφυλισμού, παρακμής και έκπτωσης των αξιών» (αυτά δεν μαθαίνουν οι εκθεσάδες στα παιδιά εδώ και χρόνια;). Και οι εποχές ακμής τοποθετούνται σε ένα μακρινό ακαθόριστο «παλιά». Είτε μιας μη-βιωμένης αρχαίας εποχής είτε στα χρόνια των νιάτων. Το οξύμωρο εδώ είναι ότι αυτό το φαινόμενο συμβαίνει και συνέβαινε σε όλες τις εποχές!

Περιδιαβαίνοντας τα ΜΜΕ, γραπτά και ηλεκτρονικά, σίγουρα θα έχετε πέσει πάνω σε διάφορους …Λευτέρηδες Παπαδόπουλους που αναπολούν τα χρόνια που τα αγγούρια ήταν πιο δροσερά, οι ντομάτες είχαν άρωμα, το τραγούδι ήταν γνήσιο και αγνό σαν αιγοπρόβειο βούτυρο, τα κορίτσια παρθένα και ο έρωτας αυθεντικός και αθώος, οι ποδοσφαιριστές έπαιζαν για τη φανέλα και κάθε ματς ήταν χάρμα ποδοσφαίρου, ο κινηματογράφος ήταν «παλιός και καλός» (τότε ήταν απλώς εμπορικός), οι πρωταγωνιστές του γίγαντες μπροστά στους σημερινούς νάνους κλπ κλπ. Δεν είμαι ψυχολόγος αλλά μπορώ να φανταστώ τι καλλιεργεί και θρέφει μια τέτοια οπτική. Είναι και γιατί πιάνω τον εαυτό μου ώρες-ώρες να αναπολεί ακόμη και άσχημα προσωπικά γεγονότα με μια ροζ τρυφερότητα. Είναι γιατί το παρελθόν το έχουμε σίγουρο, σε αυτό πατάμε, σε τελική ανάλυση «είμαστε το παρελθόν μας». Το παρελθόν εμπεριέχει τα νιάτα, τα «καλύτερα μας χρόνια». Those were the days… Το παρόν; Υπαρκτό, χειροπιαστό, πεζό, με τα μικροπροβλήματα της καθημερινότητας να μην αφήνουν πολλά περιθώρια για ρομαντισμούς. Και εκεί έρχεται η μνήμη σαν κόσκινο που ξεχωρίζει την άμμο από το χρυσάφι. Και η «άμμος» ξεχνιέται… Ή εξωραΐζεται. Πόσα αισθητικά εκτρώματα (μουσικά και μη) του παρελθόντος δεν έχουν αναβαπτιστεί μέσα στην απενοχοποιητική κολυμπήθρα του χρόνου;

Όσο δε για το μέλλον; Αυτό είναι εξ ορισμού αβέβαιο… Μπορεί τα καλύτερα να έπονται αλλά αυτό κανείς μας δεν το ξέρει, κι ας έχει …κληρονομικό χάρισμα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το μέλλον εμπεριέχει και το τέλος. Όλων μας… Και αυτό ακριβώς είναι το κλειδί! Και από δω ξεκινούν και όλες οι μελλοντολογικές καταστροφολογίες. Ενδόμυχα όλοι επιθυμούμε ο κόσμος να τελειώσει μαζί μας…

Πιστεύω να απάντησα, έστω και έμμεσα, στο ερώτημα. Η καλή μουσική δεν είναι ένα μεταφυσικό ζήτημα χαρισματικών γενιών. Μπορεί η καρδιά η δική μου να είναι δοσμένη σε κάποιο είδος αλλά αυτό δεν μπορώ να το αντικειμενοποιήσω ή να το βγάλω σε καταφρόνια για τη σημερινή μουσική. Όταν ξεκίνησα να ακούω συνειδητά μουσική ηγεμόνευε (δυνάστευε θα έλεγα!) η δεκαετία του 60 και η μουσική των 80s ήταν «για τα σκουπίδια». Σήμερα έχει έρθει η ώρα της δεκαετίας του ’80 να φάει από το κρύο πιάτο της εκδίκησης, καθώς ήρθε στα πράγματα η γενιά που μεγάλωσε τα χρόνια εκείνα. Και πάντα η σύγκριση θα είναι εις βάρος της εκάστοτε «σημερινής» μουσικής, της μουσικής των νέων δηλαδή. Και έτσι θα συνεχίσει να γυρίζει αέναα ο τροχός…

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr