Η Τέχνη του Θορύβου – Einsturzende Neubauten

Μια ιστορία πολλών decibel
Einsturzende NeubautenΗ ατμόσφαιρα του Βερολίνου των τελών της δεκαετίας του ’70 αγγίζει τα όρια του μύθου. Alexanderplatz και Φασμπίντερ, Bowie, Kraftwerk και Iggy, θέατρα και cabaret, ένας παλλόμενος δημιουργικός πυρήνας ανθούσε και δραστηριοποιούνταν καθιστώντας το Βερολίνο παγκόσμιο καλλιτεχνικό πόλο έλξης.

Το μουσικό κλίμα της εποχής ήδη «μυρίζει» από το πτώμα του punk, το οποίο έχει αρχίσει να αποσυντίθεται, δίνοντας τροφή σε μια πλειάδα μουσικών ρευμάτων που ακολούθησαν και σημάδεψαν την τόσο αδίκως καταφρονημένη δεκαετία του 80 (dark-new wave, industrial, gothic κλπ).

Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον πέντε νεαροί, αποφάσισαν να ενώσουν τις φωνές και τις ιδέες τους. Τα ονόματα (ή μάλλον τα ψευδώνυμά τους): Blixa Bargeld, FM Einheit, Alexander Hacke, Marc Chung και N.U. Unruh. Η παρέα αυτή διάλεξε το λίαν περιγραφικό όνομα Einsturzende Neubauten («καταρρέοντα νεοκτίσματα») για να εκφράσει τις μουσικές ανησυχίες της.

Το 1981 κυκλοφορεί το πρώτο LP τους, με τον εύγλωττο τίτλο «Kollaps» (κατάρρευση). Εξ’ ίσου εύγλωττη ήταν και η μια και μοναδική φράση από το συνοδευτικό δελτίο τύπου: «You’ll never listen to this». Μια μουσική βόμβα Μολότοφ ανάλογων επιδιώξεων (και αποτελεσμάτων;) με αυτές που εκτοξεύονταν στους ταραγμένους δρόμους της διχοτομημένης γερμανικής Metropolis. Το ηχητικό ισοδύναμο των Baader-Meinhof, όπως αρέσκονταν να τους αποκαλούν τα έντυπα της εποχής.

KollapsΤο LP μοιάζει να έχει ηχογραφηθεί ώστε να μην ακουστεί από κανέναν! Cut-ups, τρυπάνια και κομπρεσέρ, βιολιά, πιάνα κρουστά και αυτοσχέδια όργανα, φυσικοί και ηλεκτρονικοί ήχοι πίσω από σπηλαιώδεις ακατάληπτες φωνές που μιλούν με μοχθηρό χιούμορ για ακραία συναισθήματα και αντιδράσεις, συνθέτουν ένα χαοτικό σύμπαν μιας διαφορετικής ηχητικής και αισθητικής αντίληψης. Πρόκειται για κάτι που ξεπερνά τα όρια μιας προκλητικής «in your face» αντίδρασης ή ενός στείρου μηδενισμού. Τα πράγματα που μας ενοχλούν, η μουσική που δεν μας αρέσει γίνονται πηγή έμπνευσης: «…ακούμε προσεχτικά, αναλύουμε, αποδομούμε και έτσι αντιδρούμε!» Η γενική ιδέα ήταν «γκρεμίζουμε για να χτίσουμε». Πριν την δημιουργία, το χάος. Σε αντίθεση δε με το punk, το οποίο βασίστηκε σε μάλλον συντηρητικές και παραδοσιακές φόρμες όσον αφορά τη μουσική δομή τουλάχιστον, οι Neubauten δείχνουν να ακολουθούν περισσότερο τον ντανταϊστικό μηδενισμό και την απόρριψη όλων των μουσικών (και μη) συμβάσεων. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι βρισκόμαστε στο Βερολίνο, μια πόλη με μεγάλη παράδοση στις παρακμιακές αναζητήσεις του dada ήδη από τις αρχές του αιώνα (Max Ernst, Baargeld-όχι δεν είναι σύμπτωση-, G. Grosz, B. Brecht). Οι ντανταϊστές πρέσβευαν την κατάρρευση της κοινωνίας των μπουρζουάδων και των υπηρετών της, των καλλιτεχνών, στα πλαίσια ενός γενικότερου κινήματος αντι-κουλτούρας (anti-art). Αργότερα, την δεκαετία του ’60 ο William Burroughs αποκρυστάλλωσε και εξέλιξε τις ιδέες αυτές: «Οι λέξεις είναι το πιο δυνατό μέσο ελέγχου που έχουν στα χέρια τους οι εφημερίδες. Το ίδιο ισχύει και με τις εικόνες. Τώρα αυτό που μπορεί να γίνει για να σπάσεις το σύστημα με τα ίδια του τα μέσα, είναι να πάρεις αυτές τις λέξεις (και τις εικόνες) και να τις ανασυνθέσεις όπως εσύ θέλεις». Οι ΕΝ αλλά και τα αδελφά σχήματα του χώρου όπως οι Throbbing Gristle, οι Psychic TV, οι Malaria το πρώτο γυναικείο industrial σχήμα (το γκρουπ της Gudrun Gut, ενός από τα ιδρυτικά μέλη των Neubauten) και οι Cabaret Voltaire δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να εφαρμόσουν στον κόσμο των ήχων αυτή την βασική θεωρητική έρευνα ιδεών.

Ο πρώτος …θόρυβος έγινε κυριολεκτικά γύρω από το ίδιο τους το όνομα, καθώς περίπου δυο μήνες μετά την κυκλοφορία του «Κollaps», το νεόκτιστο, χρηματοδοτημένο από τον Αμερικανικό στρατό, Συνεδριακό Κέντρο κατέρρευσε (!). «Όλοι πίστεψαν ότι ήταν ένα προπαγανδιστικό (!) κόλπο που είχαμε κάνει…». Δεν ήταν παρά μια σατανική συνωμοσία της μοίρας.

Το 1983 «εκτοξεύουν» το δεύτερο έργο τους «Zeichnungen des Patienten O.T.», το οποίο επίσης κυλάει ορμητικά ανεξέλεγκτο μέσα σ’ένα βιομηχανικό τοπίο. Η ζοφερή αστική πραγματικότητα αντανακλάται στους ήχους τους. Η πραγματικότητα μιας πόλης με τον υψηλότερο αριθμό θανάτων από ναρκωτικά, τις περισσότερες αυτοκτονίες, της άναρχης οικιστικής και οικονομικής ανάπτυξης. Η πραγματικότητα μιας χώρας όπου ο θηριώδης ναζιστικός ορθολογισμός ξορκίστηκε με την υλική υπεραφθονία. Οι Neubauten νιώθουν την παρακμιακή ατμόσφαιρα αλλά αρνούνται να αδιαφορήσουν. Μάλλον θα λέγαμε ότι εκμεταλλεύονται την κατάσταση: «…για μένα η καταστροφή είναι κάτι πολύ θετικό, και δεν με καταθλίβει καθόλου. Αντιθέτως, είναι σημείο αισιοδοξίας, γιατί καταστρέφοντας δημιουργείς νέο χώρο…»

Einsturzende Neubauten IIΠαρόλ’ αυτά όμως πίσω από τον ορυμαγδό και την καταιγιστική επέλαση των μηχανών, πολλές φορές ξεπροβάλλει δειλά μια ανεπαίσθητη υποβλητική μελωδία. Τόσο δειλή όσο και η ομορφιά σε ένα αστικό περιβάλλον…

Την ίδια εκείνη χρονιά, ο Blixa παίρνει «μεταγραφή» και συναντά την «κακή σποριά» του Nick Cave.

To 1987 οι ΕΝ γράφουν για πρώτη φορά μουσική για θεατρικό έργο, το «Andi». Μια μοναδική ευκαιρία για τον γερμανικό σκανδαλοθηρικό τύπο να τους «συστήσει» σε ένα ευρύτερο κοινό. Και έτσι… έγινε! Ωτασπίδες μοιράζονταν στο κοινό πριν τις παραστάσεις ενώ τα δημοσιεύματα μίλαγαν για «ηχητικούς τρομοκράτες». Είναι όμως κάποιες φορές που η πραγματικότητα δεν ακολουθεί τις εντολές των «προγραμματιστών» της. Η παράσταση σημείωσε μεγάλη επιτυχία και μετά την πρεμιέρα οι ΕΝ κλήθηκαν για encore. Έκτοτε, είτε ως ενιαίο σχήμα είτε μεμονωμένα, έγραψαν ηχητική επένδυση για πολλά θεατρικά αλλά και ραδιοφωνικά έργα, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν το «Hamletmaschine» του Heiner Muller, ο «Faust» με τον Blixα στο ρόλο του Μεφιστοφελή καθώς και μια διασκευή στη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη, με την συμμετοχή του γνωστού παραγωγού John Peel στο ρόλο του DJ της κόλασης.

Οι συναυλίες και οι ζωντανές παραστάσεις αποτελούν ένα οργανικά αναπόσπαστο μέρος της ιδεολογικής σημειολογίας των ΕΝ. Στις συναυλίες αυτές, ένα μικρό χημικό εργαστήρι ήχων στηνόταν επί σκηνής: «Παίζαμε χωρίς να έχουμε ιδέα για το τι επρόκειτο να συμβεί μέσα στα επόμενα δέκα λεπτά». Σε σύντομο χρονικό διάστημα έβγαλαν φήμη η οποία άγγιζε τα όρια της παράνοιας, με αποτέλεσμα πολλοί οργανωτές συναυλιών να διστάζουν να καλέσουν τους ΕΝ να παίξουν. Ίσως όχι αδικαιολόγητα, αν λάβουμε υπόψη γεγονότα όπως π.χ. το ότι σ’ ένα κοντσέρτο τους το κοινό τους αποφάσισε να μετάσχει πιο ενεργά στα δρώμενα, χτυπώντας με μεταλλικά αντικείμενα τους τοίχους προκαλώντας σημαντικές φθορές στο κτίριο. Ή το ότι σε μια άλλη συναυλία στο Όσλο, οι ίδιοι αποχώρησαν από την σκηνή ανοίγοντας μια …τρύπα στον τοίχο με κομπρεσέρ! Με τον καιρό βέβαια, οι συναυλίες έγιναν λιγότερο βίαιες: «Δεν θέλουμε να είμαστε επικίνδυνοι μόνο για ένα κτίριο. Ένα κτίριο είναι απλώς ένα σύμβολο. Θα θέλαμε να είμαστε περισσότερο επικίνδυνοι για την κοινωνική δομή!»
Einsturzende Neubauten IIIΣτην Ελλάδα είχαμε την τύχη να τους υποδεχτούμε δυο φορές. Η εμφάνιση τους το 1996 στη Θεσσαλονίκη πέρασε μέσα σε ένα κλίμα αποσιώπησης και αδιαφορίας από τα αποχαυνωμένα «ειδικά» και μη έντυπα και ραδιόφωνα του χώρου -με την εξαίρεση του μοναχικού Overdub. Παρόλο που το 2000 στην Αθήνα τα πράγματα ήταν αρκετά διαφορετικά μόλις καμιά πεντακοσαριά άτομα ανηφόρησαν προς το Θέατρο Βράχων, μεταξύ των οποίων και η αφεντιά μου. Ακόμα κι υπ’ αυτές τις συνθήκες και παρά το .. πολύ νερό που οι ΕΝ έχουν βάλει στο «κρασί» τους, μπορώ αβίαστα και χωρίς φόβο και πάθος να δηλώσω ότι ήταν η συναυλία της ζωής μου, κάτι το εντελώς διαφορετικό από τις συνήθεις συμβατικές συναυλίες. Και η μόνο η θέα μιας σκηνής γεμάτης από μεταλλικά κρουστά, ιδιοκατασκευές, κομμάτια λαμαρίνας, σωλήνες, αεροπίστολα, πλαστικά βαρέλια σου έκοβε την ανάσα. Με την σιωπή να χρησιμοποιείται ως όργανο και την υποβλητικά επιβλητική φωνή του Blixa άλλοτε να ψιθυρίζει και άλλοτε να ξεσπάει σε αρχέγονο ουρλιαχτό και την καταλυτική δύναμη και ενέργεια των παλιότερων κυρίως κομματιών τους, η εμφάνιση τους αυτή σφράγισε καταλυτικά μια βραδιά της ζωής μου (ας μου συγχωρεθεί αυτός ο προσωπικός τόνος, αλλά η μουσική είναι κατά βάσιν μια προσωπική βιωματικά μοναχική σχέση)…

Τα χρόνια περνούν… Ακολουθούν τρία ακόμη LP το «Halber Mensch» (1985), το «Funf auf nach oben offenen Richterskala» (1986) και το «Haus der Luge» (1989). Μετακομίζουν και από την μικρή Some Bizarre κάτω από τη στέγη της Mute. Με το «Halber Mensch», οι ΕΝ έφτασαν κατά την ταπεινή μου άποψη στο αισθητικό τους αποκορύφωμα, στο ζενίθ των ηχητικών τους εξερευνήσεων: «…από δω και πέρα προσπαθούμε να βάλουμε τα πράγματα που ανακαλύψαμε σε πραγματικές δομές τραγουδιών». Μετά από αυτό το έντονο οργασμικό «τελείωμα» τα πράγματα αρχίζουν να …ξεθυμαίνουν! Σιγά-σιγά τα κομπρεσέρ σιγούν, ο ήχος αλλάζει. Μέσα από τον συσσωρευμένο όγκο των μουσικών «ερειπίων» ξεδιαλέγουν τα χρήσιμα δομικά υλικά μίας νέας εκφραστικής άποψης.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην πορεία αυτή συνέβαλε και η επαφή του Blixa με τον Nick, η οποία μπόλιασε τον ήχο των ΕΝ με μια σκοτεινή ατμοσφαιρική μελωδικότητα (ακούστε ως χαρακτηριστικό δείγμα το γοητευτικό «Blume», από το LP του 1993 «Tabula Rasa», με την φωνή της Anita Lane να ακούγεται σαν έτοιμη να σπάσει). Η ώσμωση μεταξύ των δύο σχημάτων ήταν αμφίδρομη και επηρέασε σαφώς και τους Bad Seeds (βλέπε π.χ. τον στροβιλιζόμενο «θορυβώδη» ρυθμό του «Stranger than kindness»). Έτσι κι αλλιώς ο Nick είχε μεγάλη σχέση με τον θόρυβο από τις άγριες ημέρες των φλεγόμενων «ταραχοποιών» Birthday Party. Υπάρχει μάλιστα μια φήμη, που θέλει τον Nick να έχει τραγουδήσει σε κάποια κομμάτια των Neubauten, τα οποία όμως δεν θα κυκλοφορήσουν παρά μόνο όταν όλοι οι συντελεστές θα έχουν πεθάνει!
Silence is sexyΣτις μέρες μας, οι ήχοι των Neubauten δεν προκαλούν πια όσο παλιότερα. Στα πιο πρόσφατα δε LP τους, το «Ende Neu» (1996) και το «Silence is sexy» (2000) συναντάμε τραγούδια (με την κοινή αντίληψη του όρου), κάποια απ’τα οποία μάλιστα φτάνουν και σε μοναδικά επίπεδα λυρισμού (όπως για π.χ. το υπέροχο «Stella Maris» ή το σχεδόν pop «Die Befindlichkeit des Landes»). Τα LP αυτά είναι γεμάτα από υποτονικές, εύκολης ατμοσφαιρικότητας μελωδίες σε σημείο που κάλλιστα θα μπορούσαν να γοητεύσουν τους πολυπληθείς στην Ελλάδα φίλους συγκροτημάτων όπως οι Portishead ή οι Archive. Ο θόρυβος εμφανίζεται μόνο ως απόηχος πλέον σε σύντομα περάσματα-πινελιές και μόνο το 18λεπτο «Pelikanol» κρατάει ψηλά την μπαντιέρα της αμφισβήτησης! Αυτήν την εποχή μάλιστα άκουσα και για πρώτη φορά Neubauten στο ραδιόφωνο!! (και που;; Στον «Μελωδία»!!!) Το mainstream έχει μια καταπληκτική ικανότητα αφομοίωσης ιδεών από το avant-guard περιθώριο (το οποίο το ίδιο και δημιουργεί βεβαίως). Έτσι παρατηρούμε πλέον ότι σε πολλές ροκ (και όχι μόνο!) συνθέσεις υπάρχει μια δόση θορύβου. Για να μην αναφερθούμε σε 90’s φαινόμενα που έφεραν το industrial στους καταλόγους επιτυχιών όπως οι Nine Inch Nails ή οι γραφικότητες τύπου Marilyn Manson.

Όχι, δεν θα κατατάξουμε ή θα περιορίσουμε το φαινόμενο Neubauten συλλήβδην κάτω από τη στέγη του industrial. Ούτε θα μιλήσουμε για μουσικές πρωτοπορίες και επαναστάσεις. Ας τα αφήσουμε αυτά για τους επαγγελματίες ροκ «ταμπελοκολλητές» με το μόνιμο άγχος της ανακάλυψης νέων όρων και ρευμάτων. H μουσική γράφεται μέσα από τις προσωπικές ιστορίες και οράματα. Η συλλογικότητα γιγαντώνει τις επαναστάσεις, οι οποίες όμως γεννώνται σε κάποιες ταραγμένες ανήσυχες ψυχές. Ψυχές και ιδέες τις οποίες ο ιδιότυπος φασισμός που έχουν επιβάλει τα ΜΜΕ, είτε χαρακτηρίζει ως «τρομοκράτες» πάσης φύσεως είτε ως πολύ «προχωρημένες» για τον απλό λαό!

Τελικά, μουσική ή θόρυβος; Ας αφήσουμε την απάντηση καλύτερα στην προσωπική κρίση του καθενός. Στα δικά μου αυτιά π.χ. ένα «λαϊκό» τουρκομπαρόκ τσιφτετέλι ηχεί πολύ πιο κακόηχο και θορυβώδες π.χ. από το «Armenia» των Neubauten. «Don’t criticize what you don’t understand» έλεγε ο Bob τότε που με εκείνη την ηλεκτρική στροφή άφησε πίσω τους παραδόπιστους folk πιουρίστες να τρώνε την σκόνη του. «Όταν οι άνθρωποι ακούνε ένα είδος μουσικής που δεν κατανοούν, τους φαίνεται χαώδες γιατί δεν καταλαβαίνουν τους κανόνες. Αυτό που παίζουμε εμείς, θα έλεγα ότι ακολουθεί πολλούς κανόνες».

Από μια άποψη, ο θόρυβος είναι πολύ πιο κοντά στην ανθρώπινη ψυχή απ’ ότι η μελωδία και η αρμονία. Αν μπορούσαμε να «μεταφράσουμε» σε νότες κάθε συναίσθημα, κάθε σκέψη μιας μέρας, φανταστείτε τι μουσική θα γράφαμε! Ας κρατήσουμε όμως και την άλλη άποψη: «Ανθρώπινη η μελωδία, της φύσης ο θόρυβος» (John Updike). Μπερδευτήκατε; Δεν πειράζει…

1η δημοσίευση: www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: