Cabaret Voltaire – Red Mecca (Rough Trade)

1. A touch of evil
2. Sly doubt
3. Landslide
4. A thousand ways
5. Red mask
6. Split second feeling
7. Black mask
8. Spread the virus
9. A touch of evil (reprise)

Έχω παρατηρήσει ότι στις περισσότερες θεατρικές κριτικές που αναφέρονται στο μοντέρνο θέατρο σπάνια λείπει αναφορά, έμμεση ή άμεση, στον Μπέκετ. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τις κριτικές που αναφέρονται σε δίσκους ηλεκτρονικής μουσικής όπου κυριαρχεί το φάντασμα των Kraftwerk, ένα εύκολο καταφύγιο για τον οκνηρό κριτικό που ψάχνει τις προφανείς αναφορές. Μια «άδικη» στάση, η οποία ξεχνά και «θάβει» άλλους εξίσου σημαντικούς αλλά πιο αφανείς «εργάτες». Ονόματα όμως όπως οι Prodigy ή οι Autechre, οι Skinny Puppy, ακόμη και οι Coil χρωστάνε πολύ περισσότερα στο περίεργο αυτό τρίο (Richard Kirk, Stephen Mallider and Chris Watson) από το Sheffield παρά στους clean-cut electro-mods από το Dusseldorf. Γιατί οι Cabaret Voltaire μπόλιασαν την electronica με την «βρωμιά» του punk, εισάγοντας την άναρχη νοοτροπία του «do-it-yourself». Διαφέρουν λοιπόν πολύ από την μετρονομική και αυστηρή, σχεδόν αυταρχική μελωδικότητα των Kraftwerk. Αν η μουσική ήταν γυναίκα, θα μπορούσα να παρομοιάσω την μουσική των Kraftwerk με τις αυστηρές, αγέλαστες, σχεδόν σαδιστικές (με κάτι από SS!) γυναικάρες του Helmut Newton. Αντιθέτως αυτή των Cabaret Voltaire θα ήταν μια underground τύπισσα, επιτηδευμένα ατημέλητη, με κρίκους στη μύτη, ατίθασο μαλλί και ακόμη πιο ατίθαση συμπεριφορά…(!)

Το «Red Mecca» το οποίο και παρουσιάζουμε με την ευκαιρία της επανακυκλοφορίας του, είχε πρωτοκάτσει στα ράφια των δισκοπωλείων το 1981. Δίσκος που σηματοδότησε την πορεία όχι μόνο της ηλεκτρονικής μουσικής αλλά και του industrial. Και αυτό το λέμε με την σιγουριά και την βεβαιότητα που παρέχει η χρονική απόσταση 23 χρόνων. Δίσκος που σηματοδότησε και την δική τους πορεία, καθώς μετά στράφηκαν σε πιο ευκολοχώνευτες electro-pop κατευθύνσεις. Και η αξία του αναδεικνύεται ακριβώς από την εποχή του! Μια εποχή όπου η electronica μόλις άρχιζε να ξεφεύγει από τις Συμπληγάδες του ακαδημαϊσμού και να ανοίγεται σε πιο μαζικά ακροατήρια. Η γλώσσα της ηλεκτρονικής μουσικής ασφαλώς δημιουργήθηκε αρκετές δεκαετίες πίσω με συνθέτες όπως ο Cage, o Stockhausen ή ο Xenakis. Μια γλώσσα στρυφνή, πολύπλοκη, αλλά με τεράστιες δυνατότητες έκφρασης! Οι συνθέτες αυτοί όμως θα έλεγα ότι όρισαν την «γραμματική» και το «συντακτικό» της ηλεκτρονικής μουσικής, κάνοντας μια δουλειά η οποία ήταν σχεδόν επιστημονική! Για να ζωντανέψει όμως μια γλώσσα πρέπει να γραφτούν και λογοτεχνικά έργα και ποιήματα, πρέπει να εκφράσει συναισθήματα, να πει ιστορίες, δεν φτάνουν οι κανόνες και οι φόρμες. Και αυτό ξεκίνησε μόλις την δεκαετία του 70. Και από τους πρώτους… λογοτέχνες της electronica ήταν και οι Cabaret Voltaire

Δεν ξέρω αν η καταγωγή τους από το Sheffield (πόλη που φημίζεται για την βαριά βιομηχανία ατσαλιού) τους επηρέασε στο να εισάγουν την βιομηχανική ατμόσφαιρα στην μουσική τους, αυτό που ξέρω είναι ότι το όνομα τους υποδηλώνει πολύ περισσότερα για το είδος της μουσικής που έπαιξαν και ακόμη περισσότερα για την μουσική τους οπτική αντίληψη. Το όνομα τους λοιπόν το πήραν από ένα πραγματικό καμπαρέ: το Cabaret Voltaire της Ζυρίχης. Μάταια θα το ψάξετε όμως τώρα όσοι ταξιδέψετε προς τα εκεί… Γιατί αυτό το καμπαρέ λειτούργησε την δεκαετία του 20! Και όχι, μην φανταστείτε επίσης ότι ήταν κάποιο καμπαρέ με δίμετρες να χορεύουν καν-καν, φορώντας ζαρτιέρες και φτερά στην πλάτη! Ήταν θα μπορούσαμε να πούμε ένα «καλλιτεχνικό» καφέ (το καλλιτεχνικό με πολλά εισαγωγικά!) και υπήρξε το άντρο ενός εκ των πλέον σαρωτικών και ριζοσπαστικών κινημάτων τέχνης του προηγούμενου αιώνα: του dada. Του καλλιτεχνικού κινήματος που έβαλε στην αυστηρή τέχνη τον αυτοσχεδιασμό και το τυχαίο (ιδού οι αναλογίες…) Για να μπούμε όμως στο κλίμα της εποχής, αξίζει να δούμε πως περιγράφει ένας εκ των ιδρυτών του, ο Hugo Bal, μια… σεμνή βραδιά ποίησης: «…φορούσα ένα ειδικό κοστούμι που είχα σχεδιάσει. Τα πόδια μου ήταν περιορισμένα σε ένα σφιχτό κυλινδρικό στύλο από γυαλιστερό μπλε χαρτόνι που έφτανε μέχρι τους γοφούς μου. Πάνω από αυτό φορούσα ένα τεράστιο κολάρο που ήταν δεμένο στον λαμό έτσι ώστε μπορούσα να μιμούμαι το φτερούγισμα κουνώντας τους αγκώνες μου (…) Ύστερα άρχισα, αργά και μεγαλόπρεπα: γκαντζι μπερι μπιμπα γκλαντριντι λαουλα λονι καντορι, γκαντζαμα γκραμα μπεριμπα μπιμπαλα γκλαντρι, γκαλασα, λαουλιταλομινι, καντορσου σασαλα μπιμ… (Σ.τ.Σ ελπίζω να τα μετέφερα επακριβώς, μην χαθεί και το… νόημα!) Αυτό πήγαινε πολύ. Ύστερα από την αρχική κατάπληξη του, το ακροατήριο συνήλθε και τελικά εξερράγη. Ακολούθησε κοσμοχαλασιά…» (σας θυμίζουν μήπως κάτι οι αντιδράσεις του κοινού; – δεν ξέρω πάντως αν και τότε… έφτυναν!). Θα μου πείτε, έχουν σχέση όλα αυτά με την μουσική και με τον δίσκο που εξετάζουμε; Ο προσεκτικός αναγνώστης θα το έχει ήδη καταλάβει πόση σχέση έχουν… Αλλά πέρα από αυτό το ουσιαστικό γεγονός, ένα από τα πράγματα που με γοητεύουν πάντα στην ενασχόλησή μου με την μουσική, είναι η… διατεχνικότητα (ελπίζω να υπάρχουν λεξικογράφοι στο κοινό του mic!), δηλαδή αυτές οι αναφορές που παραπέμπουν από το ένα έργο τέχνης στο άλλο, η ανακάλυψη αυτών των κρυφών υπόγειων δεσμών μεταξύ εντελώς διαφορετικών πολλές φορές καλλιτεχνών. Δεν είναοι άλλωστε κι αυτός ένας από τους τρόπους με τους οποίους ανοίγει η τέχνη νέους ορίζοντες;

To «Red Mecca» λοιπόν είναι ένας δίσκος πυκνός, επεξεργασμένος σε μεγάλο βάθος παρά το φαινομενικό επιφανειακό χάος! Τυχαίοι θόρυβοι από tapes (σύμφωνα με τις διδαχές του γκουρού Burroughs), ακατανόητα φωνητικά θαμμένα κάτω από στρώματα λευκού θορύβου, περίτεχνα επεξεργασμένες κιθάρες, αλλόκοτα ηλεκτρονικά τζαμαρίσματα και δύστροπες μελωδίες συνθέτουν έναν πειραματικό δίσκο, ο οποίος όμως δεν περιέχει και τα αποτυχημένα πειράματα! Αλλά μόνο κορυφές…

Κορυφές όπως το «Red mask» (προσέξτε τον ρυθμό του πρωτόγονου drum machine, θα μπορούσε να είναι ο ρυθμός σε ένα μεγάλο κομμάτι του post-punk) ή το «Split second feeling». Το εκπληκτικό «Landslide» αδικείται μέσα στα μόλις 2 λεπτά του, την στιγμή που οι δεκάλεπτης διάρκειας επαναληπτικοί ρυθμοί στο «A thousand ways» προκαλούν υπνωτικές τάσεις τις οποίες επιτείνει και ένα εμμονοληπτικό μπάσο (η ψυχεδέλεια στο electro πολύ πριν τους Χημικούς Αδερφούς!). Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι και οι ίδιοι αναφέρουν μεταξύ των επιρροών τους την σειρά δίσκων Nuggets, ενώ και το πολύ όμορφο (ίσως το πιο κοντινό στην κλασική συμβατική άποψη περί ομορφιάς του δίσκου τούτου!) εξώφυλλο θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κάποιος ψυχεδελικό.

Από την άλλη υπάρχει η ρυθμική καταιγίδα του «Spread the virus» και το σχεδόν funky «Black mask» που αποδεικνύουν ότι οι πειραματιστές δεν φοβούνται να κουνήσουν τους γοφούς τους και να χορέψουν. Και μεταξύ άλλων και μία διασκευή να το πω τώρα… διαστροφή να το πω, θα σας γελάσω, της μουσικής του Henry Mancini για την ταινία του Όρσωνα Welles «A touch of evil».

Πάνε λοιπόν 23 χρόνια από την έκδοση του «Red Mecca». Και όπως είναι με τα κρασιά, που η παλαίωση άλλα τα αναδεικνύει και άλλα τα ξιδιάζει, έτσι ακριβώς γίνεται με τους δίσκους. Εδώ πάντως δεν έχουμε να κάνουμε με …ξύδι. Αλλά με έναν δίσκο που ακούγεται (όσο κλισέ κι αν είναι…) φρεσκότατος (ειδικά τώρα που ο αναλογικός ήχος είναι πια για τα καλά στη μόδα). Και με ένα από τα κλασικά έργα (ναι, υπάρχουν πλέον και τέτοια) της ηλεκτρονικής μουσικής. Οπότε ίσως και να περιττεύει το δικό μου..

10

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: