Minimal Compact – Returning wheel (Crammed)

CD1: Returning wheel – Dedicated, Statik Dancin, Babylonian Tower, Creation is Perfect (I am a camera), Next One is Real, Not knowing, New Clear Twist, The Howling Hole, Burnt-out Hotel, I imagine, Autumn Leaves, Returning Wheel, Disguise, When I go, Piece of Green

CD2: There’s Always Now – Next One Is Real-Tiefshwarz, It takes a lifetime-Kruder & Stereotyp (remake), Shouts & Kisses-Fauna Flash, Deadly Weapons-Optimo, Autumn Leaves-International Observer, Next One is Real-Volga Select, Happy Babouge-Maurice Fulton, Babylonian Tower-Optimo, It taks a lifetime-Silver & Curly (remake), When I go-Nomo Heroes (remake)

CD3: Music From Upstairs (archives) – What you mean, Esther, Queen of the Night, Kyoto, on the road, Time is forever, Avirat Gvaot jingle, Illegal Immigration, Pilot, Grey City, Banking, Money Madness, So Many Things, Walking, The Passage, Too Many of Them, introspection, Olelo, Carry On Don’t Look Back, On the Veranda, Dervish Slow Rise, The Man I Love, An Autobiography, Twilight’s End, Twilight One, Israeli Time, What you are, Lay Lady Lay, Mystery Bear, Rocking Chair, Salvation

Caution! Προειδοποίηση: το παρακάτω κείμενο είναι γραμμένο από έναν ταγμένο οπαδό (και όχι …φίλαθλο!) των Minimal Compact. Και ξεκίνησε να γράφεται προοριζόμενο για …wasted youth. Στην πορεία όμως τα πράγματα άλλαξαν. Και για άλλη μια φορά αποδείχθηκε στην πράξη ότι όταν το παρελθόν προσπαθεί με το ζόρι να γίνει παρόν συνήθως ευτελίζεται ή καταντά γραφικό. Ας μην προτρέχω όμως…

Πάνε σχεδόν 15 χρόνια από τότε που είδα τελευταία φορά αυτό το όνομα τυπωμένο πάνω σε νέο δίσκο. Τότε ήταν μια live συλλογή. Και τώρα (ευτυχώς ή δυστυχώς) για μια συλλογή μιλάμε, για ένα τριπλό box-set συγκεκριμένα. Δράττομαι λοιπόν της ευκαιρίας (όπως γράφουνε και οι …καθωσπρέπει γραφιάδες) να παρουσιάσω ένα ιστορικό μιας απ’ τις πιο παραγνωρισμένες και εκλεκτικές μπάντες των 80s. Προσωπικά πάντα «κουμπώνομαι» όταν ακούω τον χαρακτηρισμό «παραγνωρισμένος», και προσπαθώ να τον αποφεύγω όπως o …Πανούσης την αναφορά στον Νταλάρα, αλλά στη συγκεκριμένη περίσταση πιστεύω απηχεί μια πραγματικότητα. Γιατί οι Minimal ποτέ δεν έγιναν hype, δεν απέκτησαν μιμητές, οι διάφορες αναβιώσεις δεν τους άγγιξαν ούτε τους θυμήθηκαν, δεν έφεραν καμιά επανάσταση στον ήχο, δεν άλλαξαν το ρου της ιστορίας, ομόρφυναν όμως κάποιες στιγμές της και σκάρωσαν μερικά από τα πιο όμορφα και κλασάτα τραγούδια εκείνου του κύματος (πάντα νέου) που συνεπήρε κάποιες καρδιές τότε… Τραγούδια μιας γενιάς που δεν προσπάθησε με ρομαντική έπαρση να αλλάξει τον κόσμο αλλά θέλησε πρώτα να μάθει τον εαυτό της, να γνωρίσει τα σκοτάδια της, να ακολουθήσει την «ιδιωτική» της οδό…

Κάτι που με γοητεύει ιδιαίτερα στην τέχνη (αλλά και στη ζωή!) είναι οι εκλεκτικές συγγένειες. Και ιδιαίτερα αυτές μεταξύ ανθρώπων που εκτιμώ. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με την περίπτωση των MC, οι οποίοι ξεπήδησαν μέσα από μια πολύ δημιουργική παρέα-κολεκτίβα (από αυτές που γράφουν την ιστορία σύμφωνα με τον Σαββόπουλο) και η οποία είχε πεδίο δράσης τις Κάτω Χώρες στις αρχές της δεκαετίας του 80. Μια παρέα που έδωσε πνοή και φινέτσα σε ένα είδος μουσικής που την ίδια εποχή στο Νησί είχε ξεπέσει στο blitz, στις αμφεταμίνες και στα εξωφρενικά κουρέματα. Μια παρέα που πέρα από τους Minimal περιελάμβανε τους Mecano, τους Tuxedomoon (που ποτέ δεν θα χωνέψω ότι είναι Αμερικανοί!), τους Honeymoon Killers και άλλες λιγότερο γνωστές μπάντες.

Ας πιάσουμε όμως το νήμα της ιστορίας μας από την αρχή… Στην Πολωνία, στο Ισραήλ, στην Ολλανδία, στην Τουρκία δέκα πανευτυχείς γονείς κρατώντας στα χέρια τους τα βλαστάρια τους, ασφαλώς δεν φαντάζονταν (ούτε ήθελαν να ονειρεύονται!) ότι κάποτε θα γίνονταν μέλη …ροκ συγκροτήματος. Αυτό όμως θα γίνει, πολλά χρόνια μετά, όταν θα πρωτοσυναντηθούν στο Τελ-Αβίβ (έχω την κακή υποψία ότι η καταγωγή τους αυτή συνέβαλε κατά κάποιο τρόπο και στην μη αναγνώριση τους!). Ποιοί ήταν; Ο Rami Fortis, μέλος του πρώτου Ισραηλινού punk group (έτσι για την ιστορία λεγόταν Plonter) και ..Ιρακινο-ιταλικής καταγωγής (!) [άσχετο: πιστεύω τελικά ότι ένα μέρος της αντιπάθειας που προξενούν οι Εβραίοι οφείλεται σε αυτή την πολυπολιτισμική ελευθερία, αυτή την αίσθηση του «μη-ανήκειν», που φοβίζει τους δεμένους με χώματα και ιδεολογίες) Ο Berry Sakharov, ήδη αναγνωρισμένος μουσικός, πιθανότατα ο καλύτερος όλων (ψάξτε να βρείτε το «Fuck your dreams, this is heaven»). H Malka Spigel μια νεαρή μαθητευόμενη μάγισσα στο μπάσο-και προσωπικό μου …φετίχ αν σας ενδιαφέρει (που δεν σας ενδιαφέρει!) Ο Sami Birnbach, αναγνωρισμένος περισσότερο σαν ποιητής της avant-guarde, ο οποίος αναλάβει τα φωνητικά και με την ιδιότυπη θεατρική εκφορά του λόγου θα συμβάλει στη διαμόρφωση του ιδιαίτερου στίγματος των MC. Μια φωνή που ακούγεται δυσοίωνη, σαν φωνή προφήτη της Βίβλου, προϊόν …συνουσίας του Ian Curtis με την …Ουμ Κάλσουμ! (δεν είναι δική μου αυτή η λεκτική ακροβασία, σε Γάλλο κριτικό ανήκει!)

Η γεμάτη …συντηρητικά κοινωνία του Ισραήλ δεν ήταν και το πιο φιλικό περιβάλλον για ιδιαίτερες καλλιτεχνικές αναζητήσεις. Έτσι η παρέα αποφάσισε να πάρει το δύσκολο και πικρό δρόμο της ξενιτιάς για να κυνηγήσει εκεί το μουσικό της όραμα (εδώ αντί για …Καζαντζίδης μπαίνει σαν υπόκρουση το «Immigrant song»!) Η αρχή θα γίνει στο Άμστερνταμ… Εκεί όχι μόνο θα βρουν drummer, τον Max Franken, αλλά θα κάνουν και γνωριμίες καθοριστικές. Είναι γεγονός ότι στη ζωή τελικά μετράει πολύ η προσωπική τύχη, τα μικρά απρόβλεπτα γεγονότα, τα τελευταία δεκαδικά της εξίσωσης που αλλάζουν όλη την πορεία, ένα butterfly effect με λίγα λόγια. Εκατοντάδες ίσως και χιλιάδες μπάντες ψάχνουν και αγωνίζονται για το δικό τους χώρο στο μουσικό γαλαξία. Ελάχιστες τα καταφέρνουν και επιβιώνουν. Οι Minimal θα σταθούν διπλά τυχεροί. Θα γνωρίσουν τους σωστούς ανθρώπους στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή! Τον Μarc Hollander και τον Dick Polak. Ο πρώτος αφεντικό της εκλεκτικής Crammed, η οποία τότε μόλις στηνόταν. Ο δεύτερος, ηγέτης του θρυλικού συγκροτήματος της εποχής, των Mecano.

Η Crammed θα εκδόσει όλους τους δίσκους τους. Υπό την επίβλεψη, παραγωγή και ενεργή συμμετοχή του Polak θα ηχογραφηθεί ο πρώτος δίσκος («One by one») το 1981. Σε μια έκθεση ζωγραφικής του, έκαναν το πρώτο τους live. Τολμώ ακόμη να πω οτι η εκφορά των στίχων από τον Birnbach έχει μεγάλες ομοιότητες με αυτή του Polak. Ίσως να μην είναι υπερβολικό αυτό που ο ίδιος ο Polak είπε σε …off the record δήλωση στον Γιώργο Κοτσώνη ότι «αυτός τους έκανε μπάντα». Στη συνέχεια βέβαια θα ακολουθήσουν το δικό τους δρόμο. Μετακομίζουν στις Βρυξέλλες, όπου συγκατοικούν όλοι μαζί σε ένα είδος κοινοβίου στις Βρυξέλλες, σε συνθήκες ιδανικές για καλλιτεχνική δραστηριότητα, παρά τη φτωχή …διατροφή (με ψωμί και …nutella, σύμφωνα με τα λεγόμενα της Malka). Θα βγάλουν άλλους τρεις δίσκους: «Deadly Weapons», «Raging Souls» και «Figure One Cuts», με εκλεκτούς παραγωγούς όπως ο John Fryer (Clan of Xymox, Cocteau Twins), ο Peter Principle, ο Gilles Martin και φυσικά (…ελέω Malka) o Colin Newman. Το «μακριά κι αγαπημένοι» όμως είναι μια σοφή ρήση τελικά. Η συγκατοίκηση θα φέρει τριβή και κορεσμό. Η απογοήτευση από τις διαδοχικές αρνήσεις εισόδου στις ΗΠΑ για συναυλίες επέτεινε την κρίση. Το τέλος επήλθε αναπόφευκτο και ιδανικό συνάμα, πάνω στην ακμή πριν αρχίσει η εξίσου αναπότρεπτη φθορά.

Η μουσική των MC ήταν (είναι δηλαδή, η μουσική είναι πάντα ζωντανή και χρόνου ενεστώτα!) ένα μίγμα, μεσογειακής φωτεινότητας και βόρειας εκλεπτυσμένης μελαγχολίας. Πολύ πριν το έθνικ γίνει της μόδας και γίνει το άλλοθι κουλτούρας των νεο-γιάπιδων, οι MC πάτησαν στην πλούσια εβραϊκή μουσική παράδοση, την ανακάτεψαν με new wave δόσεις και με post-punk πνεύμα, δίνοντας μια ιδέα του πως θα ηχούσαν οι Joy Division αν είχαν γεννηθεί στη Μέση Ανατολή (!!). Δυνατό σημείο τους υπήρξαν και οι στίχοι. Στίχοι που μιλούν για τη ματαίωση, τη χαμένη νιότη, την αναζήτηση της ηδονής σαν ψευδαίσθηση συντροφικότητας, τη μοίρα και το πεπρωμένο, τη μελαγχολία της μετανάστευσης, τη μοναξιά του ξένου. Στίχοι ποιητικοί, συχνά αλληγορικοί, άλλοτε κυνικοί, γεμάτοι εικόνες, με βιβλικές αναφορές, με μια κουβέντα εκπληκτικοί. Και στα πολύ θετικά στοιχεία του παρόντος κουτιού συγκαταλέγεται και η παρουσία ενός ένθετου με όλους τους στίχους όλων των κομματιών των MC.

Το 1ο CD, «Returning wheel» είναι μια συλλογή κλασικών κομματιών της μπάντας. Δεν λέω best of όμως! Ασφαλώς σε αυτές τις περιπτώσεις μπαίνει και το υποκειμενικό κριτήριο στην επιλογή. Και πάντα κάτι θα λείπει για τον οπαδό σε μια συλλογή. Αλλά best of των MC στο οποίο δεν υπάρχουν το «Inner Station», το «Nil Nil», το «Deadly Weapons» νοείται; Και το …προσκλητήριο απόντων συνεχίζεται: «Sananat», «It takes a lifetime», «Nada», «Is it so?», «The will», «Childhood’s End»… Ας είναι όμως…

Και το CD ξεκινά με μια έκπληξη. Το «Dedicated», ένα ακυκλοφόρητο έως σήμερα κομμάτι το οποίο στέκει ισάξια δίπλα στα υπόλοιπα, χρωματισμένο με τα διπλά αντρικά-γυναικεία φωνητικά και τις χαμηλότονες κιθάρες. Το πρώτο δισκάκι τους εκπροσωπείται εδώ εις διπλούν: από το ξερό και άνυδρο post …funk «Statik Dancin'» και από το «Creation is perfect», βασισμένο σε στίχους του beat ποιητή Bob Kaufmann (creation is perfect;; χμμ, πολύ …LSD πρέπει να έπαιρνε ο τύπος!). To «Next One is Real» πάντα το θεωρούσα πολύ φανφαρόνικο κομμάτι και επιθετικά χορευτικό, γραμμένο ειδικά για club και δεν θ’ αλλάξω γνώμη παρά το γεγονός ότι είναι το πιο επιτυχημένο εμπορικά τραγούδι τους ειδικά στις ΗΠΑ! (άβυσσος το γούστο του κόσμου!). Και φαίνεται τόσο παράταιρο δίπλα στην εκλεπτυσμένη μελωδία του «Not knowing» που ακολουθεί. Το «New Clear Twist» είναι ένα ιδανικό sing-along pop τραγούδι με εντελώς σουρεάλ στίχους και με μια ανεπαίσθητη νότα ερήμου. Ακούς μετά το «Burnt-out hotel» με την υπαινικτική μελωδία να «φιδοσέρνεται» και νομίζεις ότι ακούς Tuxedomoon της εποχής του «Suite en sous sol», και δικαιώνεσαι βλέποντας στα credits τη συμμετοχή του Blaine.

Η ικανότητα τους να δημιουργούν μια εξωτική αίσθηση μυστηρίου φαίνεται (ακούγεται δηλαδή) καθαρά στο ιδιότροπο «The howling hole» (κλείνεις τα μάτια και νομίζεις ότι βρίσκεσαι στην αγορά της Φεζ!) ενώ το «Autumn leaves» με τις νωχελικές, περίτεχνα παιγμένες κιθάρες οι οποίες ποτέ δεν πατάνε γκάζι, αποπνέει μια μελαγχολία, τόσο λεπτεπίλεπτη όμως που δεν γίνεται καταθλιπτική και ψυχοπλακωτική. Το εκπληκτικό «Disguise» ξεκινά υποτονικά, λιώνει μέσα σε ένα … όργιο κλαρίνου απ’ όπου ξεπηδά για να πάρει το πάνω χέρι ένα φοβερό μπάσο και αλά-Hannett πλήκτρα. Στο «When I go» (κομμάτι που o Wenders χρησιμοποίησε στο «Sky over Berlin») η Malka τραγουδά με τόσο αφοπλιστική γυναικεία ειλικρίνεια μια ιστορία χωρισμού που θα μπορούσες να την συγχωρήσεις για την εγκατάλειψη (ας κάνουμε λίγο …κοινωνικό σχολιασμό: ήταν η εποχή που η Malka εγκατέλειψε τον Fortis για τα μάτια του Colin Newman-που εδώ που τα λέμε ήταν και πιο ωραίο παιδί!- και τον οποίο τελικά πήρε με …ραβίνο και με κουμπάρο). Η αυλαία του πρώτου δίσκου πέφτει με το «Piece of Green» με τον πιασάρικο ρυθμό του, που σχεδόν σε αναγκάζει να λικνιστείς στο ρυθμό του.

To 2o CD του κουτιού είναι μια σειρά από remix. Για κάποιους αυτό και μόνο το γεγονός θα αρκούσε για ένα «πάμε παρακάτω». Ας δώσουμε όμως μια ευκαιρία, σίγουρα υπάρχουν καλά και κακά remix. Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση δεν θα «κρύψω λόγια». Θα μιλούσα αδίστακτα για …βιασμό των τραγουδιών και μάλιστα «παρά φύσιν και ιδιαζόντως απεχθή», εάν αυτό το CD δεν είχε τη συναίνεση των μελών των ΜC! Ο DJ Morpheus ο οποίος επέβλεψε την όλη …επιχείρηση δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Birnbach. Έτσι μερικά από τα ωραιότερα κομάτια των MC παραδόθηκαν βορά στα χέρια αυτής της σύγχρονης ακρίδας της μουσικής, των DJ. Οι οποίοι αντί να κάτσουν στα …ωά τους πίσω από τα decks και να βγάζουν που και που καμιά συλλογούλα, θέλουν σώνει και καλά να βγάλουν και μουσική. Καμία αντίρρηση ως εδώ, άλλωστε η ενασχόληση με την τέχνη έχει και ψυχοθεραπευτική χρησιμότητα. Αλλά γιατί πρέπει να τρώμε στη μάπα όλο αυτό το lifestyle, συνεπικουρούμενο από διάφορους μουσικούς δημοσιογράφους της club κουλτούρας και της διασκέδασης των αποχαυνωμένων από τα διάφορα Ecstacy ή τα πιο καινούργια και μοδάτα GBH, ειλικρινά αδυνατώ να το καταλάβω.

Επίσης αδυνατώ να κατανοήσω τους λόγους και το σκεπτικό αυτής της κυκλοφορίας (ίσως ότι το Ισραήλ φημίζεται για την techno παραγωγή του να μην είναι άσχετο). Πιστεύουν άραγε ότι θα αγγίξουν το νεανικό κοινό αυτών των club; Πως όμως; Με μουσική η οποία μοιάζει και ίσως είναι προϊόν ετοιματζήδικου software, από αυτά που ο καθένας μπορεί να κατεβάσει από το Δίκτυο; Με μια δήθεν αποδόμηση των τραγουδιών (για να θυμηθώ και τον πρόσφατα θανόντα Ντεριντά), όρος ο οποίος αποενοχοποιεί και καλύπτει την έλλειψη μουσικού ταλέντου και έμπνευσης; Με κομμάτια αποξηραμένα, αφυδατωμένα από τους χυμούς της μελωδίας, πνιγμένα ως επί το πλείστον μέσα σε ένα ανέμπνευστο beat, με ελάχιστα ίχνη δημιουργικής παρέμβασης που θα έδιναν και ένα κάποιο νόημα στο όλο εγχείρημα; Κομμάτι δύσκολο μου φαίνεται! Από τα κομμάτια τώρα τι να σχολιάσω; Η πολύ καλή dub version του «Autumn Leaves» δεν καταφέρνει να σώσει το CD από τον …μηδενισμό. Θα εκφράσω απλώς τη …συμπαράσταση μου στο εκπληκτικό αλλά …άτυχο «It takes a lifetime» το οποίο υπέστη το «βιασμό» και κατά συρροή καθώς είχε αυτή την «τιμή» 2 φορές. Κομμάτι αγαπημένο, που δεκάδες φορές το έχω σιγοτραγουδήσει, έτσι μασκαρεμένο όμως δεν θα το αναγνώριζα!. Αnyway… Επιμύθιο: το παρελθόν ενυπάρχει εξ ορισμού στο παρόν αλλά δεν χρειάζεται να ενδυθεί το μανδύα του μοντέρνου γιατί καταλήγει …καρνάβαλος.

Κερασάκι στην τούρτα το τρίτο CD το οποίο φέρει τον τίτλο «Music from the upstairs». «Μουσική από τη σοφίτα» δηλαδή. Τίτλος κυριολεκτικός, καθώς πρόκειται για μια ανθολόγηση που περιλαμβάνει τραγούδια, σχέδια τραγουδιών, ραδιοφωνικά session, jingles, demos, πειραματισμούς που δεν κατέληξαν πουθενά, εν δυνάμει αριστουργήματα και …πατάτες, υλικό από σκονισμένα συρτάρια και παλιές μπομπίνες. Ασφαλώς όλα αυτά δεν μπορεί να κριθούν με την ίδια αυστηρότητα όπως μια επίσημη κυκλοφορία. Όμως παρολ΄αυτά φωτίζουν αυτό που λέγεται αφανής, ανεπίσημη ιστορία μιας μπάντας. «Το αρχείο είναι το όρος, το δημοσιοποιημένο έργο είναι το ηφαίστειο» που έλεγε και ο Leonard Cohen. Ή όπως γράφει και η Malka στο booklet: «η καλύτερη μουσική και τέχνη δημιουργείται όχι επειδή κάποιος θέλησε να γίνει επιτυχημένος ή διάσημος αλλά εξαιτίας των αισθημάτων που προκαλεί η δημιουργία».

Τι …κοσκίνισα λοιπόν από το CD αυτό: το «What you mean» με την καθοριστική συμμετοχή του Luc van Lieshout (αν σας θυμίζει κάτι το όνομα, είναι ο τύπος με την τρομπέτα στους Tuxedomοon). Τα σκοτεινά ambient μονοπάτια του «Esther» και του «Queen of the night». Την ενδοσκοπική γοητεία του «Olelo». To «On the veranda» (ορίστε;). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν και τα τελευταία 5 κομμάτια που ηχογραφήθηκαν το 1993 στα πλαίσια μιας απόπειρας επανασύνδεσης η οποία όμως δεν είχε (ως συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις) συνέχεια. Άφησε πάντως πίσω της μια απροσδόκητη επιλογή για διασκευή, το «Lay Lay Lady» του Dylan, και ένα διαμαντάκι: το «Salvation».

Συνοψίζοντας: με το βλέμμα και το αυτί του οπαδού το χάρηκα αυτό το κουτί. Αν δεν ανήκετε σε αυτή την κατηγορία και θέλετε να δώσετε μια ευκαιρία στους Minimal ξεκινήστε από τα album…

10-6-1

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: