13ο Διεθνές φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας – Νύχτες Πρεμιέρας: 19-30 Σεπτεμβρίου 2007

Τετραγωνισμένα μάτια…

Τώρα που τα πρωτοβρόχια σπανίζουν (αλήθεια πότε θα «φτιάξει» ο καιρός;), το φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας» έχει μετατραπεί στον απόλυτο προάγγελο της έλευσης του φθινοπώρου! Αν και τα τελευταία χρόνια έχει χάσει λίγο τη βασική του στόχευση, καθώς πολλές ταινίες πλέον βρίσκουν διανομή στις αίθουσες, η απήχησή του αυξάνεται εκθετικά χρόνο με το χρόνο. Φέτος, παρά το εμφανώς πιο αδύναμο πρόγραμμα, ο κόσμος ήταν πολύς, κάποιες βραδιές τα πεζοδρόμια της Σταδίου και της Κηφισίας ήταν αδιάβατα, οι ουρές στα εισιτήρια θύμιζαν ουρές διανομής τροφίμων στο πρώην ανατολικό μπλοκ, και για κάποιες προβολές έπρεπε να έχεις εξασφαλίσει το μαγικό χαρτάκι πολλές μέρες πριν… Παρολ’ αυτά το αγαπάμε το φεστιβάλ (γίνεται άλλωστε φεστιβάλ, μουσικό ή κινηματογραφικό χωρίς ταλαιπωρία;)… Για τη δυνατότητα να ταξιδεύεις μέσα σε λίγες ώρες στις τέσσερις άκρες της Γης, για την αγχωμένη διαδρομή Σύνταγμα-Πανόρμου, για το ακατάσχετο κουτσομπολιό και την έντονη ανταλλαγή απόψεων μετά, για την ελληνοπρεπή γκρίνια για τα πάντα…

Ακολουθεί ένα μικρό σχόλιο για ό,τι είδαν τα μάτια αυτές τις 12 ημέρες… Και φυσικά για άλλη μια χρονιά συνεχίστηκε η …γκαντεμιά μου να μην καταφέρνω ποτέ να δω την ταινία που παίρνει το βραβείο (το φετινό κέρδισε το «ΧΧΥ» από την Αργεντινή σε σκηνοθεσία της Lucia Puenzo).
Pretty in the face– «Pretty in the face» («Όμορφοι άνθρωποι») – Nate Meyer
Τυπική ανεξάρτητη αμερικάνικη ταινία (αν και ο προσδιορισμός «ανεξάρτητος» προσωπικά δεν μου λέει απολύτως τίποτε, πέρα από το στενά πληροφοριακό του περιεχόμενο!). Άσημοι αλλά εξαιρετικοί ηθοποιοί, κουνημένα πλάνα, «ultra-low» προϋπολογισμός (μα χωρίς κρατικές επιχορηγήσεις γίνεται κινηματογράφος;!), και do-it-yourself πνεύμα. Η ασύμβατη και ιδιότυπη φιλία μεταξύ μιας 26χρονης ανασφαλούς κοπέλας και ενός υπέρβαρου εξίσου ανασφαλούς εφήβου σε μια ιστορία τόσο απλή και καθημερινή, που μπορεί να αγγίξει με συνειρμικές παραπομπές όλους εμάς με τις μικρές ανασφαλείς ζωές μας…

– «Garage» – Lenny Abrahamson
Μπορεί σε γενικές γραμμές να έχω την άποψη ότι ο ηθοποιός είναι απλώς και μόνο ένα όργανο του σκηνοθέτη, αλλά ταινίες σαν το «Garage» έρχονται να μου αναιρέσουν αυτήν τη βεβαιότητα. Ένα μικρό βενζινάδικο χαμένο κάπου στην ιρλανδική επαρχία είναι το σκηνικό, όπου ο χαζούλης και αφοπλιστικά καλοσυνάτος Josie έχει περάσει σχεδόν όλη του τη ζωή. Μια μικρή παρεξήγηση και ένα ανεπαίσθητο ερωτικό φτερούγισμα (butterfly effect;) θα αλλάξουν τη ζωή του κατά τρόπο δραματικό. Αν για κάποιο λόγο η ταινία αυτή μείνει χαραγμένη στη μνήμη μου, θα είναι χάρις στην ερμηνεία του ηθοποιού Pat Shortt. Παίζοντας με όλο του κορμί, χωρίς μανιέρες, γκριμάτσες, και ευκολίες, καταφέρνει να «σωματοποιήσει» την αφέλεια, τη μοναξιά και την υποδόρια βαθιά θλίψη του Josie χωρίς να χρειαστεί να πει ούτε μία λέξη… Πραγματικά αφοπλιστικός…
The godfather of disco– «The godfather of disco» («Ο νονός της ντίσκο») – Gene Graham
Ντοκιμαντέρ που εστιάζει με μεγεθυντικό φακό στην ιστορία του Mel Cheren και της δισκογραφικής του εταιρείας, της West End Records. Ίσως να φταίει το γεγονός ότι η disco είναι ένα είδος που με αφήνει παγερά αδιάφορο (και ειδικά το κομμάτι της που πηγάζει από το μαύρο r’n’b), για το ότι αγνοούσα παντελώς τόσο την εταιρεία όσο και τον …νονό, ο οποίος όπως μαθαίνουμε είναι υπεύθυνος για τα 12ιντσα και τη μόδα των instrumental εκδοχών των κομματιών στις πάλαι ποτέ πίσω πλευρές των δίσκων. Το ντοκιμαντέρ ήταν πάντως ανέμπνευστο και κακής τηλεοπτικής αισθητικής. Η συνταγή κλασική και βαρετή σαν φαγητό της …Βέφας: μαζεύεις διάφορους φίλους και συνεργάτες που λιβανίζουν και ψέλνουν εν χορώ το τροπάριο «πόσο σημαντικός ήταν», βάζεις και τον ίδιο να μιλάει στο φακό και φυσικά (η κορύφωση) ζουμάρεις και σε ένα δάκρυ που θα κυλήσει (π.χ. εκεί που ο Cheren μιλάει για τους συντρόφους που θέρισε ο «καρκίνος των ομοφυλόφιλων»). Τώρα που το σκέφτομαι, ο …Σταύρος Θεοδωράκης μάλλον θα τα κατάφερνε καλύτερα! Βαριά λοιπόν η μυρωδιά του …λιβανιού, και έτσι κόντεψα να βυθιστώ σε έναν αναπαυτικό ύπνο στις πολυθρόνες του «Απόλλωνα»…
Pas douce– «Pas Douce» («Χαριστική βολή») – Jeanne Waltz
Το γαλλικό σινεμά, παρόλο που είμαι γενικά λάτρης της γαλλικής κουλτούρας, το έχω πάρει με μισό μάτι τα τελευταία χρόνια. Είτε προσπαθεί να ανταγωνιστεί (μιμούμενο όμως) το Hollywood, είτε τοποθετείται στο άλλο άκρο, με ταινίες γεμάτες διανοουμενίστικους διαλόγους και φλυαρίες για το τρίπτυχο σχέσεις, σεξ και …κέρατο. Επιτέλους, το σινεμά δεν είναι δοκίμιο και φιλοσοφική διατριβή, αλλά πάνω απ’ όλα είναι αφήγηση και εικόνα! Και η ταινία αυτή έχει αφήγηση, έχει εικόνα, έχει και μια εξαιρετική νέα ηθοποιό την Isild Le Besco. Και παρά τις σεναριακές αδυναμίες, η ταινία σε κρατάει… Μια νεαρή νοσοκόμα απογοητευμένη από μια άχρωμη και αποστειρωμένη ζωή, θα προσπαθήσει να βάλει η ίδια τέλος στη ζωή της, μόνο που την τελευταία στιγμή τη… νύφη πληρώνει ένας αθώος τρίτος… Το παιχνίδι της ζωής θα τους φέρει κοντά, με το τέλος να μένει ανοιχτό σαν αποσιωπητικά…

– «Du levande» («Εσείς οι ζωντανοί») – Roy Andersson
Τι συμβαίνει όταν περάσει μία εβδομάδα από τη στιγμή που έχεις δει μια ταινία και θυμάσαι μόνο 1-2 σποραδικές σκηνές; Τι συμβαίνει όταν σε ρωτάνε «τι πραγματεύεται η νέα ταινία του Roy Andersson που πριν από εφτά χρόνια είχε γυρίσει τα «Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο»;» και αδυνατείς να απαντήσεις; Τι είδους ταινία είναι μια χαοτική συρραφή από ανεκδοτολογικές σκηνές και ιστορίες; Ειρωνική απεικόνιση του παράλογου της ζωής; Να μου λείπει καλύτερα! Μου αρκεί το παράλογο του «πραγματικού» κόσμου…
Strummer– «Joe Strummer: the future is unwritten» – Julian Temple
«White riot, I wanna riot, white riot, a riot of my own», και ένα καταιγιστικό riff πυροδοτεί την ταινία. Μετά το περσινό οικτρά απογοητευτικό «Glastonbury», ο Julian Temple κατάφερε να αποδείξει ότι όχι μόνο γνωρίζει το θέμα punk εις βάθος, αλλά έχει και εξαιρετικές σκηνοθετικές ικανότητες. Διαχειριζόμενος άψογα ένα τεράστιο υλικό αποτελούμενο από εικόνες αρχείου, συνεντεύξεις με φίλους και γνωστούς του Joe (καθισμένους γύρω από μια φωτιά!), με έξυπνο μοντάζ και πολλά ευρήματα (με κλου τα αποσπάσματα από τη «Φάρμα των ζώων«), έφτιαξε μια βιογραφική ταινία η οποία αποφεύγει τη γνωστή ξύλινη γλώσσα της αγιογραφίας και είναι σίγουρα σημαντική συμβολή στην καταγραφή της ιστορίας αυτού του κομματιού της underground υποκουλτούρας. O Strummer του «The future is unwritten» δεν ανυψώνεται σε βάθρο ήρωα, αντιθέτως είναι ένας Strummer με ανθρώπινο πρόσωπο, με αρετές αλλά και πολλά ελαττώματα, για κάποιον ουδέτερο μάλιστα είναι και εξαιρετικά αντιπαθής… Νάρκισσος, μέτριος μουσικός (όπως έδειξε και η δημιουργική του έκπτωση τα χρόνια μετά τους Clash), και με σταλινική συμπεριφορά όχι μόνο στην πορεία του με τους Clash, αλλά ήδη από την εποχή των 101’ers! Αλλά όλα αυτά ανήκουν στις σελίδες του «κουτσομπολιού» της τέχνης, στην Ιστορία θα μείνουν μόνο τα τραγούδια…

– «Der Rote Elvis» («Ο κόκκινος Έλβις») – Leopold Gruen
Η πραγματική και ξεχασμένη ιστορία του Αμερικανού ηθοποιού και τραγουδιστή Dean Reed σκιαγραφείται σε αυτήν την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ταινία. Η καριέρα του Dean Reed ξεκίνησε με προδιαγραφές νεανικού ειδώλου των 50s στα χνάρια του Elvis, μέχρι που σε μια περιοδεία του στη Λατινική Αμερική, θα δει το …σοσιαλιστικό φως το αληθινό, θα αποκηρύξει την πατρίδα του, και θα βρει καταφύγιο πίσω από το σιδηρούν παραπέτασμα, στη Ρωσία και μετά στην Ανατολική Γερμανία, όπου θα λατρευτεί σαν θεός, για να καταλήξει να παίζει σε συγκεντρώσεις βαλσαμωμένων κομματικών του κομμουνιστικού καθεστώτος. Προδότης, αδίστακτος καιροσκόπος, άβουλη μαριονέτα της προπαγάνδας, γόης και λάτρης του ποδόγυρου, ρομαντικός ιδεαλιστής, λίγο απ’ όλα; Πραγματικά απίστευτο επεισόδιο μιας εποχής τόσο κοντινής αλλά και τόσο μακρινής συνάμα…
Oogruk σημαίνει πετρέλαιο– «Oogruk σημαίνει πετρέλαιο» – Δημήτρης Γεράρδης
Από το περυσινό φεστιβάλ Θεσσαλονίκης έχει μπει στο χορό του κινηματογραφικού ντοκιμαντέρ η ομάδα της τηλεοπτικής «Εμπόλεμης ζώνης» του Σωτήρη Δανέζη. Αυτήν τη φορά ο φακός ταξιδεύει στις εσχατιές της Αλάσκα, όπου η αδηφάγος εξάπλωση των πετρελαϊκών εταιρειών απειλεί τόσο τους ιθαγενείς κατοίκους (οι οποίοι βέβαια υπενοικίασαν αφελώς (;) εκτάσεις τους στις εταιρείες!) όσο και το προστατευόμενο αρκτικό Καταφύγιο Άγριας Ζωής. Σαφώς στρατευμένο ντοκιμαντέρ στα πλαίσια της ολοένα αυξανόμενης οικολογικής ανησυχίας (και …μόδας φυσικά!). Άλλωστε δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι ένα ντοκιμαντέρ δεν απεικονίζει καμία «πραγματικότητα», αλλά την άποψη του δημιουργού, ο οποίος επιλέγει ποιες ψηφίδες της πραγματικότητας ταιριάζουν στην κοσμοαντίληψή του. Το γεγονός ότι με βάση το ίδιο υλικό θα μπορούσε να γυριστεί μια άλλη ταινία με θέμα την εξόντωση των φαλαινών από τους ιθαγενείς, δείχνει, όσο κι αν τα μεγέθη δεν είναι συγκρίσιμα, το πόσο λεπτές και δύσκολες είναι οι ισορροπίες στα οικολογικά ζητήματα…

– «Earth» («Πλανήτης Γη») – Alastair Fothergill-Mark Linfield
Εντυπωσιακές μοναδικής ομορφιάς εικόνες (κάποια πλάνα είναι πραγματικά κινηματογραφικά επιτεύγματα), καταρράκτες, έρημες άνυδρες εκτάσεις, οργιώδεις ζούγκλες, άγρια βουνά, χαριτωμένα πολικά αρκουδάκια και ατελείωτες μάχες επιβίωσης! Όλοι εναντίον όλων, όπως τραγουδούσαν κάποτε και τα Μωρά στη Φωτιά! Λιοντάρια εναντίον ελεφάντων, αρκούδες εναντίον θαλάσσιων ίππων, λύκοι εναντίον καριμπού, κ.ο.κ. κ.ο.κ. Έτσι για να θυμόμαστε ότι η ζωή είναι μια φονική μάχη και ότι η φύση δεν είναι «φίλος» μας και δεν μπορούμε να ζήσουμε σε αρμονία μαζί της. Η μόνη αρμονία με τη φύση είναι ο …θάνατος. Η φύση απλώς είναι σαν μια τίγρη της οποίας θα πρέπει να προσέχουμε πολύ να μην της πατήσουμε την ουρά!
lola– «Lola Montes» – Max Ophuls
Αν δεν με απατά η μνήμη μου, ήταν ο Ίταλο Καλβίνο που είχε πει (σε ελεύθερη διασκευή) ότι κλασικό βιβλίο είναι αυτό που όλοι παραδέχονται σαν σημαντικό αλλά κανείς πλέον δεν το διαβάζει! Κάτι ανάλογο ισχύει με τις παλιές κλασικές ταινίες! Αν λάβουμε δε υπόψη το ότι ο κινηματογράφος είναι μία από τις τέχνες που έχει αναπτυχθεί σε εκρηκτικό βαθμό τις τελευταίες δεκαετίες (είναι και η πιο νεαρά όλων άλλωστε!), δεν είναι περίεργο ότι οι περισσότερες εξ αυτών μοιάζουν σήμερα πολύ γερασμένες. Η ταινία αυτή του 1955, η οποία προβλήθηκε στα πλαίσια του αφιερώματος στον Μαξ Οφίλς δεν αποτελεί εξαίρεση. Η «bigger than life» ιστορία μιας Λόλας που τα είχε κάνει …όλα στη ζωή της, της χορεύτριας Λόλα Μοντές που από τα ειδύλλια με βασιλιάδες και αξιωματικούς ξέπεσε σε ένα τσίρκο, φιλμαρισμένη σε ένα σινεμασκόπ πανηγύρι χρωμάτων… Με ενδιαφέρον για τους αρχαιοδίφες του σινεμά…

– «Get thrashed: the story of Thrash Metal» («Σπάσ’ τα») – Rick Ernst
Ξεκαθαρίζω τη θέση μου: ποτέ δεν πέρασα μεταλλική εφηβεία, με απωθεί η καφρίλα, η macho αντρίλα και το «κλειστόν» της κοινότητας, οι στίχοι για σατανάδες, αίματα, φόνους, βιασμούς και τέρατα είναι το λιγότερο αστείοι, κοντολογίς για μένα το metal είναι το «σκυλάδικο της ροκ». Και αν οι διάφοροι Bon Jovi, Saxon, Whitesnake κ.λπ. είναι η «παραλιακή» του metal, το thrash metal είναι η …»εθνική οδός» (αν μη τι άλλο πάντως έχει μια αυθεντικότητα!). Παρολ’ αυτά θαυμάζω και αναγνωρίζω στους οπαδούς του metal το γεγονός ότι ξέρουν να υποστηρίζουν εμπράκτως και με πάθος αυτό που αγαπούν! Και παρολ’ αυτά, απόλαυσα το ντοκιμαντέρ-αφιέρωμα στο thrash! Γιατί ο Rick Ernst ξέρει να γυρίζει ντοκιμαντέρ! Γιατί έχει γρήγορο μοντάζ, συνεχή δράση, εναλλαγή προσώπων, σφαιρική κάλυψη της σκηνής, ιστορική προοπτική.. Με λίγα λόγια, μια ταινία που μπορεί να δει άνετα με ενδιαφέρον ακόμη και κάποιος άσχετος με το είδος! Οι δε πρωταγωνιστές της ταινίας, όλοι ένας κι ένας: από τους πολύ συγκροτημένους Slayer μέχρι τον διασκεδαστικά υπερφίαλο κύριο «προσκυνήστε με» Dave Mustaine, από τον «έχω κατεβάσει ένα ολόκληρο φαρμακείο» Phil Anselmo των Pantera και τους «σνιφάρουμε τις …ροχάλες σας» Exodus, μέχρι τους «αποστάτες» Metallica, η ταινία είναι μια πραγματική πινακοθήκη χαρακτήρων. Παρακολουθώντας την μάλιστα μέσα από μια «φωλιά» μεταλλάδων, πραγματικά απόλαυσα τα σχόλια του κοινού, που συμμετείχε στην προβολή είτε επιδοκιμάζοντας είτε γιουχάροντας (με τον Lars Ulrich να παίρνει αναμενόμενα τη μερίδα του λέοντος!). Θα την αναζητήσω κι όταν βγει σε DVD σίγουρα!
das wilde leben– H γερμανικής παραγωγής ταινία «Das Wilde Leben» του Achim Bornhak («Η Άγρια Ζωή», η οποία μεταφράστηκε στο πιο πιασάρικο «Χίλια μίλια έρωτα» – μην γίνει καμία σύγχυση με …ντοκιμαντέρ του National Geographic;) θα μείνει ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη μου περισσότερο λόγω …αντρικών αδυναμιών παρά λόγω σινεφίλ ευαισθησιών. Οι λόγοι είναι …δύο: τα εξαίσια και αψηφούντα κάθε επιταγή των νευτώνειων νόμων στήθη της εκρηκτικής πρωταγωνίστριας Natalia Avalon (την οποία θαυμάσαμε και εκ του σύνεγγυς) τα οποία περιέφερε και επεδείκνυε με δικαιολογημένο ομολογουμένως καμάρι στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας. Κατά τα λοιπά, η ταινία ήταν μια μάλλον επίπεδη και χωρίς ιδιαίτερη δραματική πλοκή εξιστόρηση της ζωής της Uschi Obermayer, ενός φωτομοντέλου που αφού βίωσε την εμπειρία μιας «επαναστατικής» κομμούνας ελευθεριακού έρωτα στο Βερολίνο του ’68, στη συνέχεια έγινε γκρούπι του δίδυμου Jagger/Richards, και γύρισε τον κόσμο μαζί με τον εραστή της σε ένα magic bus. Πιο ενδιαφέροντα όλα αυτά να τα ζεις παρά να τα βλέπεις στη οθόνη!

Μη-αξιοσημείωτη πληροφορία: στους τίτλους τέλους η Natalia ερμηνεύει σε ντουέτο με τον Ville Valo το «Summerwine», σε μια διασκευή-κλώνο του πρωτότυπου…

– «L’ age des tenebres» («The age of ignorance») – Denys Arcand
Όσοι είχαν απολαύσει την προ τετραετίας πια «Επέλαση των βαρβάρων» γνωρίζουν τι εστί ο Καναδός Denys Arcand. Φαντασία σε πολλαπλούς οργασμούς, βλέμμα ευαισθησίας και χιούμορ που μπορεί να σε κάνει να γελάσεις …αλογίσια, αλλά σε δεύτερη ανάγνωση κρύβει μια ανείπωτη πίκρα και ένα αργής δράσης μελαγχολικό δηλητήριο. Όλα αυτά τα στοιχεία αναδεικνύονται στη νέα του ταινία, όπου ο ήρωας, ένας ευκατάστατος δημόσιος υπάλληλος (ίδιος ο …Αρσέν Βενγκέρ!), εγκλωβισμένος σε μια ζωή τελματωμένη, με μια σύζυγο αφοσιωμένη στο κυνήγι της επιτυχίας και με δύο χαμένα στον κόσμο τους παιδιά, αναζητά διεξόδους στις φαντασιώσεις. Φαντασιώσεις μιας ζωής επιτυχημένης, φαντασιώσεις εξωφρενικές, φαντασιώσεις που όλες καταλήγουν στη σεξουαλική κατάκτηση του αντικειμένου του πόθου! Ο Αρκάν έχει στήσει ένα σύμπαν σουρεαλιστικό, πατώντας και τεντώνοντας σε υπερβολή στοιχεία της καθημερινότητας (αυτό δεν είναι άλλωστε ετυμολογικά και ουσιαστικά ο σουρεαλισμός;). Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σκηνή όπου ο υπάλληλος κατηγορείται από την Επιτροπή Γλώσσας για χρήση της απαγορευμένης λέξης «νέγρος». Ταινία που ξεβολεύει και δίνει τροφή για σκέψη, μας έβγαλε προβληματισμένους στον αχό της άγρυπνης Κηφισίας…

Μη-αξιοσημείωτη πληροφορία: την ταινία ανοίgει και κλείνει τραγουδώντας ο Rufus Wainright.
Control– «Control» – Anton Corbijn
Δεν είναι εύκολο, για πολλούς και ιδιαίτερους προσωπικούς λόγους, να γράφω για τους Joy Division. Επιπλέον, γενικά δεν είμαι λάτρης των βιογραφιών. Ή για να το θέσω διαφορετικά: δεν υπάρχει τίποτε που θα μπορούσα να μάθω για τη ζωή αγαπημένου μουσικού, που θα με έκανε να χάσω την αγάπη για το έργο του… Έτσι, το ζητούμενο για μένα στο «Control» ήταν η αξιοπρέπεια και ο σεβασμός, και το όνομα του Anton Corbijn παρείχε μια κάποια εγγύηση. Και μπορεί η ταινία να ξεχειλώνει λίγο σε διάρκεια, και η σύζυγος Deborah να παρουσιάζεται ως μια αγία …Μάρθα Βούρτση η οποία αγκαλιά με το παιδί που κλαίει, υπομένει στωικά όλες τις παραξενιές του άρρωστου Ian (αυτή έγραψε και το βιβλίο άλλωστε!), αλλά η ασπρόμαυρη φωτογραφία είναι εξαιρετική, αναδεικνύει τη μίζερη κατάθλιψη των εργατικών περιχώρων του Μάντσεστερ, η δε ομοιότητα του Sam Riley με τον Ian είναι σε ορισμένες στιγμές συγκλονιστική… Και όσο να’ ναι, στο τέλος, εκεί που θα ακουστούν οι νότες του «Atmosphere», δεν μπορεί παρά να νιώσεις έναν κόμπο στο λαιμό…

– «Life can be so wonderful» («Υπέροχη ζωή») – Osamu Minorikawa
Οι σπονδυλωτές ταινίες είναι από τα αγαπημένα μου κινηματογραφικά είδη. Μήπως γιατί και η ίδια η ζωή είναι ένα σπονδυλωτό πλέγμα φαινομενικά (ίσως και ουσιαστικά!) άσχετων και ασύνδετων συμβάντων, στις οποίες το φτωχικό και περιορισμένο μας μυαλό προσπαθεί να βάλει μια τάξη και να βρει κάποιο κρυφό νόημα, ένα προσωπικό μυστικό ποίημα… Ένα λυρικό ποίημα είναι και η σπονδυλική στήλη η οποία στηρίζει και συνδέει 5 διαφορετικές ιστορίες στη γιαπωνέζικη αυτή ταινία… Μόνο που η σπονδυλική αυτή στήλη αποδεικνύεται σαθρή και αδύναμη, η δε ταινία παρά τα εικαστικού ενδιαφέροντος κάδρα, καταρρέει υπό το βάρος των φλύαρων και βαθυστόχαστων (;) αναζητήσεων των ηρώων της… Γιαπωνέζικη ταινία με ευρωπαϊκές ασθένειες…

– «Boxes» («Κουτιά») – Jane Birkin
Πολύς κόσμος είχε μαζευτεί στον «Δαναό», κυρίως για να δει από κοντά την πάλαι ποτέ μουσίτσα που αναστέναζε στο πλάι του Serge. Μέσος όρος αυξημένος, πολλά χρυσαφικά της 3ης νεότητας, γαλλόφωνες κουλτουρέ κυρίες, όλος ο καλός ο κόσμος… Η ταινία «Boxes» είναι η πρώτη της σκηνοθετική απόπειρα (εναντίον της …ψυχικής ισορροπίας των θεατών;). Τα «κουτιά» αυτά είναι γεμάτα αναμνήσεις οι οποίες έμελλε δυστυχώς να μας ταλαιπωρήσουν για την επόμενη μιάμιση ώρα. Η Birkin (που πρωταγωνιστεί κιόλας, κατά το …Jane κερνά, Birkin πίνει!) σε όλη την ταινία δεν βάζει γλώσσα μέσα, γκρινιάζει και (αμπελο)φιλοσοφεί ακατάσχετα και ακατάπαυστα, «συγκινείται» χωρίς να συγκινεί, προσπαθώντας να κλείσει τους λογαριασμούς με το παρελθόν της. Δεν είναι πάντα εύκολο τη δική σου συγκίνηση να την (επι)κοινωνήσεις και σε ευρύτερο κοινό. Ταινία στην οποία θα βρουν λόγο ύπαρξης μόνο οι οικείοι και οι συγγενείς της. Στο τέλος κάπου μονολογεί «όλα τα έκανα λάθος»! Τουλάχιστον έχει το …»γνώθι σ’ αυτόν»!
Naissance des Pieuvres– «Naissance des Pieuvres» («Νούφαρα») – Celine Sciamma
Αξιοθαύμαστη η ταινία αυτή της μόλις 27 χρονών γαλλίδας σκηνοθέτιδας! Το θέμα της είναι γεμάτο από παγίδες κλισέ και ενέδρες στερεότυπων: τρία 15χρονα κορίτσια σε ένα προάστιο του Παρισιού και τα πρώτα τους ερωτικά σκιρτήματα. Ιδανικά συστατικά για μια νερόβραστη ξενέρωτη «σούπα» για όλη την οικογένεια… Η Sciamma όμως όχι μόνο αποφεύγει επιδέξια τις παγίδες, αλλά με μια πολύ πρωτότυπη και συνάμα τρυφερή ματιά στήνει μια καθαρά κοριτσίστικη «πειραματική» ταινία, όπου τα αγόρια είναι σε «χρηστικό» δεύτερο πλάνο, οι γονείς απουσιάζουν εντελώς, και οι σεξουαλικές αναζητήσεις των κοριτσιών δεν είναι πάντα οι «φυσιολογικές» (καμία σχέση με queer και άλλα τέτοια γραφικά πάντως!). Εντυπωσιακό για μια τόσο δύσκολη και «επικίνδυνη» ταινία είναι το γεγονός ότι και οι 3 πρωταγωνίστριες είναι πράγματι στην ηλικία των 15, τη μία μάλιστα την εντόπισε η σκηνοθέτης σε παιδική χαρά! (Η ταινία τελικά κέρδισε το βραβείο του κοινού.)

– «X: the unheard music» – (X: η άγνωστη μουσική») – W.T. Morgan
Στους Χ από το Los Angeles (καμία σχέση με τους ομόηχους Ex από το Amsterdam!), μια punk μπάντα με πολλές country και rockabilly επιρροές, είναι αφιερωμένη η ταινία αυτή, γυρισμένη το μακρινό 1986 (κυκλοφορεί και σε DVD ήδη από το 2005). Ιδιαίτερο συγκρότημα, με μουσικούς που ήξεραν να παίζουν τα όργανά τους (διόλου αυτονόητο την εποχή εκείνη), και μια τραγουδίστρια-μορφή, την Exene Cervenka. Ταινία για φανατικούς του είδους (σαν τα μπλουζάκια Wipers, Dead Kennedys, και Crass που εμφανίστηκαν!), οι υπόλοιποι μάλλον θα βαρέθηκαν τη ζωή τους! Εγώ γύρισα αρκετά πίσω στο παρελθόν μου… Καιρό είχα να ακούσω κομματάρες όπως τα «White girl» και «The unheard music»! Mια μικρή ψηφίδα μιας μεγάλης και συνεχιζόμενης ιστορίας…

Άντε και του χρόνου…

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: