A passage in time – Brendan Perry live

(Gagarin 205, Αθήνα – 14/06/2010)

Brendan Perry1

Για να το θέσω με απόλυτη …σχετικότητα, μια συναυλία είναι μια απόλυτα υποκειμενική εμπειρία. Θα μου πείτε, υπάρχει κάτι αντικειμενικό στην τέχνη; Θα απαντήσω ναι, αλλά δεν θα το ανοίξουμε τώρα αυτό το ζήτημα!

Έτσι, στη σκηνή ουσιαστικά δεν βλέπουμε τον ίδιο τον μουσικό, αλλά ένα είδωλο, μια ψευδαίσθηση, μια φαντασίωση, ένα φάντασμα αυτού. Ένα φάντασμα δημιουργία δική μας, φτιαγμένο από ποικίλα ετερόκλητα υλικά: προκαταλήψεις, θετικές και αρνητικές, αναμνήσεις, ιδέες, ιδεοληψίες, συναισθήματα, συνειρμούς, βιώματα… Αυτή δε η φαντασιακή συνιστώσα εντείνεται για ονόματα όπου το βάρος της ιστορίας πέφτει καταθλιπτικό στους ώμους τους. Ένα βάρος το οποίο άλλοι απαρνούνται (ίσως οι «τιμιότεροι» όλων), άλλοι δεν το αντέχουν και τσακίζονται κάτω από αυτό, άλλοι το κρατάνε με νύχια, δόντια και ηρωική αξιοπρέπεια και κάποιοι. ελάχιστοι και εκλεκτοί, το χρησιμοποιούν σαν βάση για να πάνε παραπέρα.

Το βράδυ της Δευτέρας, με τα σημάδια του προμηνυόμενου καύσωνα εφιαλτικά, είδαμε επί της σκηνής του Gagarin δύο τέτοια «φαντάσματα». Δύο ονόματα βαριά σαν ιστορία (που λέει και το άσμα).
Blaine ReiningerΟ Blaine Reininger, παρέα με τον ικανό κιθαρίστα και πριονοπαίκτη Τηλέμαχο Μούσα, βρέθηκε σε μάλλον κακή βραδιά. Από τη μία ο ανελέητος βόμβος του κοινού που έφτανε σε ανυπόφορα επίπεδα, από την άλλη η αδιάφορη παρουσία (μουσική γάμου σε δευτεροκλασάτο ξενοδοχείο της παραλιακής), με διασκευές σε Sinatra, Cave, Reed κλπ., επέτεινε έναν φαύλο κύκλο. Ακόμη και το ακριβοθώρητο σε συναυλίες «Jinx» που επιστρατεύθηκε δεν έσωσε μια εξ αρχής «χαλασμένη» χημεία… Κρίμα. Από τη στιγμή μάλιστα που ο Blaine έχει διαχειριστεί το παρελθόν του με έναν τρόπο ο οποίος πόρρω απέχει από την καθήλωση και την επανάληψη.

Συνέχεια… O Brendan Perry θα μείνει πάντα ο Perry του «Xavier», του «Ulysses», του «Anywhere out of the world» (κανένα εξ αυτών δεν ακούστηκε). Θα μείνει πάντoτε εκείνη η φωνή (που ακόμη αντέχει αξιοθαύμαστα) η οποία με τη γήινη, ήπια ευγενική και ανθρώπινη χροιά της και την ερμηνευτική λιτότητα προσγείωνε τις υψιπετείς, ενίοτε ναρκισσιστικές φωνητικές ακροβασίες της Gerrard. Κοντολογίς ο Perry θα είναι πάντοτε ο Perry των Dead Can Dance, και αυτόν περίμενε να δει ο κόσμος το βράδυ εκείνο (ικανοποιητική η προσέλευση αν λάβουμε υπόψη τις συνθήκες). Και αυτόν είδε, από το «The arcane» της αρχής (και της βραδιάς αλλά και της μουσικής του πορείας) μέχρι το «Severance» του τέλους. Ο ενθουσιασμός στις πρώτες συγχορδίες τραγουδιών των DCD και το χλιαρότατο, στα όρια της ψύχρας, χειροκρότημα υποδοχής στα νέα τραγούδια απλά υπογράμμιζαν το αυτονόητο (με την εξαίρεση του «Medusa» από το «Eye of the hunter», κυρίως χάρις στη εμφάνιση του μπαγλαμά που ξύπνησε τον …ανατολίτη μέσα μας και του «Utopia» το οποίο και ξεχωρίζει μέσα από την «Κιβωτό»).
Brendan PerryΑυτονόητο αλλά όχι και άδικο. Τα προσωπικά του τραγούδια, από μόλις δύο δίσκους σε μια δεκαετία, έχουν το γνωστό χαρακτηριστικό ήχο, θυμίζουν πολλά, αλλά δύσκολα στέκουν αυθύπαρκτα και αυτόφωτα. Ο ίδιος, μάλλον απόμακρος και βαρύς, με τετραμελή μπάντα να τον συνοδεύει με εκτελεστική επάρκεια, προτίμησε να επιλέξει από τη δισκογραφία των DCD, όχι τις αναμενόμενες αισθητικές κορυφές, αλλά πιο υπόκωφες στιγμές (όπως το «Spirit», το οποίο ανέκαθεν θεωρούσα αδικημένο από την παρουσία του μόνο σε μια περιορισμένης κυκλοφορίας έκδοση του «Into the labyrinth»). Και φυσικά απέτισε φόρο τιμής στον θαυματοποιό «Brendan δεύρο έξω» Glen Johnson, στον οποία χρωστάει την έξοδο του από τη δημιουργική απραξία («You never loved this city»).

Αν πάντως το κύριο ζητούμενο σε μια τέτοια συναυλία είναι η αξιοπρέπεια (και σε σημαντικό βαθμό είναι!), δεν νομίζω να υπάρχει κανένα παράπονο. Με δεδομένη μάλιστα την συναισθηματική φόρτιση (μονόπλευρη εξ ορισμού!), η οποία με το βάρος της εύκολα στομώνει και παραλύει τον όποιο κριτικό λόγο…

Άντε λοιπόν, ας κλείνουν σιγά-σιγά οι λογαριασμοί για όσους δεν είδαν τους DCD στις δύο τους εμφανίσεις στη χώρα μας (Παλλάς και Λυκαβηττός). Είδαμε και τη Lisa, είδαμε και τον Brendan. Αποδεικνύεται όμως για άλλη μία φορά ότι στη μουσική πολλές φορές η αξία της σύνθεσης υπερβαίνει το άθροισμα των μερών (εκτιμήστε και τους προσωπικούς δρόμους που τράβηξαν αμφότεροι). Γιατί στη μουσική δεν ισχύει πάντοτε η στυγνή καθημερινή αριθμητική του 1+1=2, γιατί υπάρχει μια μη-μετρήσιμη αφανής ενέργεια η οποία είναι αποτέλεσμα μιας δημιουργικής αλληλεπίδρασης, μιας όσμωσης, ενός μεταφυσικού συντονισμού.

Οι φήμες βουίζουν ότι επίκειται επανασύνδεση των DCD. Εδώ κι αν είναι πλέον η αξιοπρέπεια το μοναδικό ζητούμενο!
_____

Φωτογραφίες – Γιώργος Χαριτίδης

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: