Crystal Castles – Crystal Castles (II) (Fiction)

1. Fainting spells
2. Celestica
3. Doe Deer
4. Baptism
5. Year of silence
6. Empathy
7. Suffocation
8. Violent dreams
9. Vietnam
10. Birds
11. Pap smear
12. Not in love
13. Intimate
14. I am made of chalk

«Προφητικές» ρήσεις …μεγάλων ανδρών: «Αν το pac-man μας είχε επηρεάσει ως παιδιά, τότε θα χοροπηδούσαμε σε σκοτεινά δωμάτια μασουλώντας χάπια και ακούγοντας επαναλαμβανόμενη μουσική». Για την ιστορία ο …προφήτης ήταν ο διευθύνων σύμβουλος της Nintendo, o Kristian Wilson. Ανύπαρκτο πρόσωπο όπως έχει αποδειχθεί, αλλά ωραία ιστορία (bene trovato που λεν και οι γείτονες).

Το αδηφάγο αυτό τερατάκι (είχε και την επέτειο των 30 χρόνων πρόσφατα), που πέρα από φαντασματάκια μας έτρωγε και άπειρα δεκάρικα από το παιδικό χαρτζιλίκι, αλλά και όλα εκείνα τα arcade παιχνίδια με τους πρωτόγονους συνθετικούς ήχους των ταπεινών και πτωχών 8 bit, ενέπνευσαν μουσικές σε μια γενιά η οποία με μεταχρονολογημένη νοσταλγία αναπολεί μια φαινομενικά πιο αθώα εποχή (αν και για να είμαστε ιστορικά δίκαιοι, θα πρέπει να ανιχνεύσουμε την πηγή αυτών των ήχων σε δίσκους όπως των Perrey & Kingsley από τα μακρινά 60s).

Αυτή είναι η (μακρά) προϊστορία των Crystal Castles. Η ιστορία τους είναι πολύ πιο σύντομη, ξεκινά το 2006 στον Καναδά, όταν ο Ethan Kath περιμάζεψε την άγρια πιτσιρίκα Alice Glass από τις καταλήψεις και τα στέκια των ναρκομανών και της πρόσφερε μια ευκαιρία να ζήσει τον r’n’r μύθο της (η μουσική μπορεί να μην σώζει από τα ναρκωτικά αλλά σου βρίσκει καλύτερη ποιότητα). Τυπική και συνηθισμένη η φόρμα, ειδικά από το 80 και μετά, με το «εγκεφαλικό» (ολίγον nerd) αγόρι που κινεί τα νήματα και το κορίτσι φωνή-γλάστρα (βέβαια η ιστορία κάποιες φορές έχει «sick sense of humor» και εκδικείται, η Alison Moyet κοντεύει να επισκιάσει τη μνήμη του Vince Clark, η Annie Lennox τον Dave Stewart κοκ.). Έχουν ήδη έναν δίσκο στην αγορά από το 2008, ο οποίος δεν πέρασε απαρατήρητος. Στα χνάρια του πατάει και ο δεύτερος, με ίδια συστατικά, ίδια συνταγή, καλύτερη εκτέλεση όμως…

Και τι μουσική παίζουν λοιπόν τα Κρυστάλλινα Κάστρα; Εύκολα μπορώ να σκαρφιστώ παιχνιδάκια διασταυρούμενων αναφορών. Θα έμοιαζαν με τους Air αν τα Γαλλόπουλα δεν σκάλιζαν τόσο τη δισκοθήκη των γονιών τους αλλά σύχναζαν περισσότερο στα ουφάδικα. Ή με μια νέα εκδοχή του electro-kitch-punk της Σχολής των Καλών Τεχνών (π.χ. Chicks on Speed). Με M83 που έχουν αριστεύσει στην μελέτη των Cabaret Voltaire. Ή των …Welle Erdball [και ναι, καιρός είναι πια να αποκατασταθεί αυτή η καταφρονεμένη από τη «σοβαρή» κριτική μπάντα, η οποία έγραφε κομμάτια βασισμένα σε Commodore ήχους ήδη από τη δεκαετία του 90, πολύ πριν σκάσει η μόδα]. Κάποιοι επίσης θα τους συγκρίνουν με τους Animal Collective. Έχει βάση, αλλά προσοχή! Όχι στον ήχο, στην νοοτροπία (άλλωστε τα μπρουκλινόπαιδα χρειάστηκαν 9 δίσκους για να γράψουν ενάμισι τραγούδι της προκοπής, τούτοι εδώ το έχουν κάνει ήδη από τον πρώτο δίσκο).

Εξαιρετικό δείγμα της άποψης τους είναι το «Baptism». Θορυβώδης θολούρα, ξάφνου μπαίνουμε σε ένα ξέφωτο, ξαστερώνει με απλοϊκό house μπιτάκι και μετά τα παίρνει και τα σαρώνει πάλι η ψηφιακή καταιγίδα. Ήχοι και ευρήματα που θυμίζουν 90s, που χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον σε ένα απίθανο εύρος καλλιτεχνών, από τους λαϊκούς Faithless μέχρι την ακόμη πιo λαϊκιά Βανδή και τα …αν-υπόφορα δράματά της.

Και από πάνω η Glass ακκίζεται, ποζάρει, τσιρίζει, στριγκλίζει σαν γάτα που προσπαθεί να τραβήξει την …ουρά της που έχει πιαστεί στην πόρτα, καλυμμένη με ασφάλεια πίσω από τη γενναία χρήση του παραμορφωτή φωνής. Αν και ομολογουμένως όταν η φωνή της ακούγεται γυμνή, προσδίδει στο «Celestica» μια ευαίσθητη και αέρινη χροιά.

Επίσης δεν μπορώ να …εθελοκουφαθώ (δεν θα έπρεπε να υπάρχει και ένα ηχητικά αντίστοιχο ρήμα του «εθελοτυφλώ»;) και να αγνοήσω το γεγονός ότι η δειγματοληψία των φωνητικών από το «Inni mer syngur vitleysingur» των Sigur Ros (στο «Year of silence») είναι τολμηρή και δίνει πόντους στο πρωτότυπο (για τους λίγους που δεν ξέρετε ισλανδικά, μεταφράζω: «ένας τρελός τραγουδά μέσα μου» -ταιριαστό!).

Από την άλλη όμως, βγάζουν …αυτί και οι αδυναμίες του δίσκου. Ο Ethan έγραψε τους 2-3 πολύτιμους την εποχή του κατεβάσματος κράχτες, και μετά περιορίστηκε σε γεμίσματα και παλιλλογίες και ο δίσκος ξεφουσκώνει μετά το πέμπτο άσμα. Η δε τακτική της υπονόμευσης και του στραπατσαρίσματος της μελωδίας λειτουργεί, αλλά τι γίνεται όταν αυτή απουσιάζει; Απομένει μια αίσθηση γυαλιστερού τίποτα…

Σίγουρα οι Crystal Castles πουλάνε τρέλα και κορδέλα, έχουν νεανική θετική ενέργεια αλλά και μια αναγνωρίσιμη ταυτότητα indie-friendly electronica. Η οποία θέλει τόσο απεγνωσμένα και επιδεικτικά και «ποζεράδικα» να ακούγεται cool και αντισυμβατική ώστε να καταντά απόλυτα …mainstream.

Ασφαλώς είναι νωρίς να πούμε Game Over-Insert Coin για την πορεία τους. Η επόμενη πίστα θα είναι πολύ πιο δύσκολη πάντως…

7.5

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: