Tom Waits : I dont wanna grow up

Tom WaitsΌχι αγαπητοί αναγνώστες… Μην αρχίσετε τις απεγνωσμένες αναζητήσεις στα Google και στα μουσικά περιοδικά! Όχι, ο Tom Waits δεν …πέθανε! Και όχι μόνο ζει, αλλά είναι και alive & kickin’, έχοντας μόλις κυκλοφορήσει έναν ακόμη νέο δίσκο («Real gone»), τον εικοστό μάλιστα μιας διαδρομής που συνεχίζεται για πάνω από 30 χρόνια! Υπάρχει νομίζετε καλύτερη αφορμή για ένα συλλογικό MIC-αφιέρωμα;

Αναλαμβάνοντας το έργο να γράψω για τον Waits ήρθα αντιμέτωπος με έναν από τους εφιάλτες του κάθε γραφιά. Ο οποίος εφιάλτης συνίσταται στην αντιμετώπιση του βάρους των ήδη λεχθέντων και γραφέντων. Τι μένει πλέον να ειπωθεί για μουσικούς του μεγέθους ενός Waits χωρίς να …κουβαλήσει κάποιος «γλαύκα εις Αθήνας»; Και κυρίως χωρίς το κείμενο να καταντήσει μια αγιογραφία, με πληθωρικά ανούσια λόγια και ανέξοδες υμνολογίες που εν τέλει απονευρώνουν την όποια ουσία του καλλιτέχνη;

Σαν δεύτερη σκέψη, ένα τεράστιο ερωτηματικό σχηματίστηκε στο νου μου… Τι να είναι άραγε αυτό που κάνει τον κ. Waits να έχει μια τέτοια «μαζική» αποδοχή, αγκαλιάζοντας ένα ετερόκλητο κοινό, μια κυριολεκτική πανσπερμία, από λάτρεις της dance έως και μεταλλάδες; Πολύ καλή ερώτηση θα μου πείτε, και όπως όλες οι καλές ερωτήσεις δεν έχει μια εξίσου καλή απάντηση! Και ασφαλώς όχι μονοσήμαντη. Ας το αποπειραθώ όμως…

Ίσως να γοητεύει η αυθεντικότητα που εκπέμπει η προσωπικότητα του. Τόσο από άποψη μουσικής όσο και στάσης ζωής. Μουσικώς ο Waits δεν υπήρξε ποτέ μέρος καμιάς avant-guard, καμιάς φωτισμένης πρωτοπορίας (αν και εκμεταλλεύτηκε κάποιες φορές τις τεχνικές της). Τύπος παραδοσιακός αλλά όχι συντηρητικός, δικαιωματικά εντάσσεται σε αυτό το ελισσόμενο δαιδαλώδες μονοπάτι που φτάνει στον Robert Johnson και στη συνέχεια χάνεται στις λασπωμένες φυτείες του Αμερικανικού Νότου. Αποδεικνύοντας έτσι ότι σε αντίθεση με το …μπάσκετ, όπου σε γενικές γραμμές ισχύει ακόμη ότι οι λευκοί δεν μπορούν να πηδήξουν, μπορούν όμως να τραγουδήσουν τα blues. Και δεν θα περιοριστεί εκεί αλλά θα τα εμπλουτίσει με soul ψυχή και jazz παράνοια (μια jazz με αίμα και πάθος όχι η ξενέρωτη, «γαλανομάτα», λευκοποιημένη jazz).

Να γοητεύει ίσως το γεγονός ότι δεν έγινε ποτέ trend; Ότι ποτέ δεν απασχόλησε τα MTV του κόσμου τούτου, δεν έγραψε μουσική για τους πολλούς (ίσως και γι’ αυτό να άγγιξε τόσους πολλούς!), δεν επεδίωξε να γεμίσει στάδια και μαγαζιά, δεν ανήκε σε τάσεις και εφήμερες μόδες, δεν μπήκε στα charts, δεν έγινε μαζικό στυλ.; Και ότι όταν γνώρισε την αποδοχή (βραβείο Grammy το 1999 για το «Μule Variations» στην κατηγορία folk δίσκου), αυτό έγινε με τους δικούς του όρους;
Tom Waits3Να είναι μήπως και αυτή η περίφημη «γοητεία της παρακμής» που έλκει με τη δύναμη μαύρης τρύπας εμάς τους …μεσο-αστούς, τους βολεμένους ως επί το πλείστον σε ζωές χωρίς ακραίες συγκινήσεις; Ο Waits με τις ιστορίες του, είναι σαν να μας παίρνει από το χέρι για μια walk on the wild side, μια εκ του ασφαλούς περιήγηση στους υπονόμους της ανθρώπινης ψυχής (είναι αυτό που έλεγε ο Χίτσκοκ για τους θεατές των ταινιών του: «λατρεύουν τον τρόμο αρκεί οι ίδιοι να αισθάνονται ασφαλείς»). Με τραγούδια που μοιάζουν με ασπρόμαυρες ταινίες μικρού μήκους, αφηγείται ιστορίες ανθρώπων που ποτέ δεν θα κάναμε παρέα, που απεχθανόμαστε, που φοβόμαστε κατά βάθος! Ανθρώπων τους οποίους δεν καταλαβαίνουμε, που τους βαφτίζουμε εκκεντρικούς ή και γραφικούς. Τίποτε πρωτότυπο ως εδώ: από αιώνες η τέχνη (όχι μόνο η μουσική) κυρίως από το περιθώριο αντλεί τα θέματα της. Μέθυσοι, δολοφόνοι, αλήτες, πόρνες, απόκληροι, «τέρατα» αποτέλεσαν πηγές έμπνευσης για αριστουργήματα της λογοτεχνίας, του κινηματογράφου, του θεάτρου, της μουσικής…. Και ο Waits βουτάει βιωματικά σ’ αυτόν τον κόσμο, όχι με ψυχρή τουριστική ματιά αλλά και χωρίς διάθεση εξωραϊσμού, άλλοτε με χιούμορ και (αυτο)σαρκασμό και συχνότερα με τρυφερότητα. Υποτάσσει προσωπικούς δαίμονες, παίρνει ανομολόγητες επιθυμίες και πράξεις («innocent when you dream») και την ασχήμια της ζωής, την εξευγενίζει και την κάνει τέχνη, ομορφιά. Και στηρίζει το έργο του με την ίδια του τη ζωή, ασκώντας έτσι την υψηλότερη των τεχνών κατά τον Oscar Wilde: την τέχνη του να ζεις…

Να είναι επίσης αυτός ο πόνος που βγάζει η φωνή του; Αυτή η βραχνή φωνή που λες και με δυσκολία εκστομίζει την κάθε λέξη, τον κάθε φθόγγο, φωνή που θα την ζήλευε και ο πιο σκληροπυρηνικός μαύρος μπλουζίστας; Να είναι το αίσθημα πως όταν όλα φαίνονται να πηγαίνουν στραβά, όταν «οι μπύρες είναι ζεστές και οι γυναίκες κρύες», τότε σε κάνει να νιώθεις ότι κάποιος συμπάσχει μαζί σου; Τότε, σε νύχτες με καπνό, μπόλικο αλκοόλ και ακόμη πιο πολύ μοναξιά, έρχεται ο θείος Tom με το «μεθυσμένο πιάνο του» σαν μια γλυκιά έστω και πρόσκαιρη ψευδαίσθηση παρηγοριάς…

Να είναι τέλος ότι μας αρέσει για αυτό που εκπροσωπεί: την άλλη Αμερική, την Αμερική που ζεί λαθραία, αυτή που μέσα από την «κοπριά» γεννά κατά διαλεκτικό τρόπο τα ρόδα, αυτή που αγαπήσαμε και αγαπάμε (κι ας μην το παραδεχόμαστε πολλές φορές); Ίσως όλα αυτά μαζί να απαντούν στην απορία μου. Πολλά ίσως… Και ίσως τελικά το τι είναι και γιατί συγκινεί ο Waits να αποτελεί προσωπική υπόθεση του καθενός…

Ένα βιογραφικό ποτέ δεν είναι ακριβής χάρτης της διαδρομής ενός ανθρώπου (είναι τόσο ακριβής σαν τους …πορτολάνους των παλιών χρόνων, που για τις Ινδίες ξεκίναγες στην Αμερική σε οδηγούσαν!). Και μια ζωή δεν είναι μια ξερή παράθεση γεγονότων και χρονολογιών. Ίσα-ίσα, η ουσία της είναι αυτό που μένει αν τα αφαιρέσεις όλα αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση όμως δε γίνεται διαφορετικά. Από κάπου πρέπει να πιάσουμε μια άκρη, να κάνουμε μια αρχή…
Tom Waits4Το φως της ημέρας το είδε για πρώτη φορά πριν από 55 χρόνια στην Καλιφόρνια (τέτοιες μέρες ήτανε, 7 του Δεκέμβρη!). Μάλιστα όπως ο ίδιος αρέσκεται να λέει, μπλέκοντας κατά την αγαπημένη του συνήθεια το μύθο με την πραγματικότητα, το γεγονός συνέβη μέσα σε ένα ταξί! Παιδί του δρόμου εκ γενετής λοιπόν… Οι γονείς δάσκαλοι με καταγωγή από Σκωτία, Ιρλανδία αλλά και …Νορβηγία! Και ως γνωστόν, το επάγγελμα δάσκαλος, απανταχού στον κόσμο, συνεπάγεται μεταξύ άλλων συνεχείς μεταθέσεις. Έτσι ο μικρός Tom ακολουθώντας τους γονείς του στις συνεχείς μετακινήσεις-μεταναστεύσεις (σε αυτή τη χώρα-ήπειρο που είναι ουσιαστικά οι ΗΠΑ), ήρθε σε μια πρώτη άτυπη επαφή με την κουλτούρα του «on the road». Έτσι ίσως απέκτησε και την λατρεία για τα παλιά αυτοκίνητα: Thunderbird, Plymouth, Buick, Chevrolet, θα γίνουν για αυτόν ονόματα μαγικά, σύμβολα ελευθερίας και ανυποταξίας.

Η βιοπάλη θα έρθει νωρίς και θα είναι σκληρή. Θα αλλάξει πολλές δουλειές, από εργάτης σε εργοστάσιο που τύπωνε Βίβλους μέχρι και πυροσβέστης. Στην προσωπική του μυθολογία όμως ιδιαίτερη θέση κατέχει μια πιτσαρία: η Napoleone’s Pizza House. Εκεί, στη μεταμεσονύχτια βάρδια, θα γίνει εκούσιος και ακούσιος συλλέκτης εμπειριών και ιστοριών τις οποίες αργότερα θα αποθανατιστούν στα τραγούδια του.

Η επαφή με τον κόσμο της μουσικής πάλι μέσω της οικογένειας θα γίνει. O πατέρας έπαιζε σε μπάντα mariachi, η μάνα τραγουδούσε σε ένα τρίο, αλλά είναι ο θείος Βέρνον που τον επηρέασε περισσότερο απ’ όλους, σε τέτοιο βαθμό ώστε τελικά έγινε και τραγούδι («Cemetery Polka»)! Ο θείος αυτός λοιπόν είχε μια εντυπωσιακά υποβλητική και βραχνή φωνή, την οποία φωνή ο Waits λάτρεψε και προσπάθησε να μιμηθεί. Μια φωνή που οφειλόταν όπως λέει άλλος ένας μύθος, σ’ ένα ψαλίδι που κάποιος αφηρημένος γιατρός είχε …ξεχάσει στο λαιμό του θείου!
Tom Waits6Τη σπίθα όμως που θα βάλει φωτιά στην «πυριτιδαποθήκη» θα την δώσει (όπως και για πολλά άλλα Αμερικανόπουλα-και όχι μόνο) το άκουσμα του Dylan. Αν εξαιρέσει πάντως κανείς την επιρροή που άσκησε πάνω του ο Dylan, η ταραχώδης δεκαετία του ’60, με όλα τα νέα μουσικά ρεύματα της και τα κοινωνικά της κινήματα, ήταν σαν να μην τον άγγιξε καθόλου. Ο ίδιος μάλιστα τονίζει «στη δεκαετία του ’60 κοιμόμουν»! Πάντοτε άλλωστε ο Waits θα μοιάζει με έναν ζωντανό αναχρονισμό σε σχέση με την μουσική των καιρών. Όταν οι συνομήλικοι του μαγεύονταν από τους Beatles και τους Stones, αυτός κατέφευγε στον Gershwin, στον Porter και τον Charlie Parker. Θα γοητευθεί από την ποίηση των beatnicks (ειδικά του Kerouac), και ακόμη περισσότερο από τον τρόπο ζωής τους τον οποίο και θα ενστερνιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Υπό το φως αυτών των «φάρων» θα αρχίσει να γράφει τα πρώτα του τραγούδια. Κάποιες βραδιές θα παίζει και σε ένα μικρό άσημο club στο San Diego όπου (όπως πάντα γίνεται σε τέτοιες ιστορίες) θα τον εντοπίσει ο manager Herb Cohen και θα του προσφέρει και συμβόλαιο με την Asylum. Μια πρόταση που ήρθε την κατάλληλη στιγμή, όταν ο Waits σκεφτόταν το επαγγελματικό του μέλλον του ως …εστιάτορας! Σίγουρα η γαστρονομία έχασε λιγότερα απ’ όσα κέρδισε τελικά η μουσική…

Εκείνη την εποχή θα εγκατασταθεί και στο διαβόητο Tropicana Motel της Λεωφόρου Santa Monica. Εκεί θα ζήσει τις «wild days» του σαν γνήσιος μποέμ ποιητής, παρέα με άφθονο αλκοόλ και «smoking like diesel», και υπάρξεις πρόθυμες να μοιραστούν μαζί του το δημιουργικό όνειρο (και όχι μόνο!) Όπως η μοναδική Ricky Lee Jones… Θα παίξει live μαζί με μουσικούς όπως ο Charlie Rich, ο John Hammond και ο Frank Zappa (τι συνδυασμός!) και θα κάνει ποδαρικό στον κόσμο του βινυλίου με το γλυκά μελωδικό «Closing time».

Ευτυχώς και για τον ίδιο και για τη μουσική, συνειδητοποίησε ότι δεν θα μπορούσε να συνεχίσει για πολύ σε αυτό το ρυθμό («οι γυναίκες, τα ποτά και τα ξενύχτια έχουν κλείσει τα καλύτερα τα σπίτια» που λέει και ο …ποιητής!) και θα κατέληγε με «ένα bad liver και μια broken heart»! Μπορεί έτσι να γινόταν ίσως …»χρήσιμος» σαν μάρτυρας-μαζικό ίνδαλμα αποενοχοποίησης, αλλά θα ήταν άχρηστος και για τον εαυτό του και για τη μουσική! Θα γνωρίσει και την Kathleen Brennan, μια συγγραφέα, σεναριογράφο, …κομμώτρια της Yma Sumac, καλλιτέχνιδα του τσίρκου (και πολλά άλλα) η οποία θα γίνει η μούσα, η συνεργάτης και τελικά η σύντροφος της ζωής του. Με τη συνδρομή της (τι κάνει μια γυναίκα ε;) θα περιορίσει σε λογικές ποσότητες το οινόπνευμα, προτιμώντας το καλό κρασί από το ουίσκυ, και θα αφοσιωθεί στη δημιουργία. Και παρόλο που τα είδη μουσικής που υπηρέτησε ευνοούν κατά κάποιο τρόπο τη στατικότητα και την προσήλωστη σε μια «δήθεν» ιερή παράδοση, ο ίδιος θα εξελιχθεί με τα χρόνια πειραματιζόμενος με ιδιάζουσες ενορχηστρώσεις και με μείξεις μουσικών ρευμάτων. Θα κυκλοφορήσει μια σειρά δίσκων μοναδικής συνέπειας σε ποιότητα και αισθητική, με αποκορύφωμα την μοναδική τριλογία «Swordfishtrombones», «Raindogs» και «Frank’s wild years». Η μοναδική του προσωπικότητα θα γίνει πηγή έμπνευσης και εργαλείο για σκηνοθέτες, όπως ο …Stallone, ο Coppola και κυρίως ο Jarmush (αξέχαστο το «Down by low»). Θα ανεβάσει μέχρι και θεατρικά έργα, όπως το «Black Rider» του κατά Patti Smith «παππού όλων μας» William Burroughs, προϊόν μιας αγάπης τόσο για τον Burroughs τον ίδιο όσο και για το θέατρο (παρένθεση: διάβασα κάπου για επιτηδευμένη θεατρικότητα του Waits, και αναρωτιέμαι: υπάρχει μη-επιτήδευση σε ένα είδος όπως το θέατρο που είναι εξ ορισμού «υποκριτικό»;). Θα κάνει και την έκπληξη υπογράφοντας στην αγαπημένη των χαρντκο(υ)ράδων εταιρεία, την Epitaph, στην οποία θα κυκλοφορήσει την επιστροφή του μετά από μακρά απουσία, το «Mule Variations» το 1999. Και εν έτει 2004 είναι πάλι εδώ, κι ας δηλώνει …φευγάτος. «Real gone»…
Tom Waits5Τι μπορούμε πια να περιμένουμε αλήθεια από τον Waits; Ιδού ένα ακόμη ερώτημα! Το «Real gone» προσωπικά μου ακούστηκε μάλλον αδιάφορο, άνευρο και ξεθυμασμένο, χωρίς πια τη γοητεία του απρόβλεπτου. Και έχω την εντύπωση ότι οι υψηλές βαθμολογίες που διαβάζω δεξιά κι αριστερά, γενικά δίνονται στο όνομα Waits και όχι στον δίσκο αυτό καθαυτό (αυτό είναι το λεγόμενο και «βάρος της φανέλας»!) Μεγάλος εχθρός ο χρόνος τελικά… Από την άλλη όμως, ας μην είμαστε και πλεονέκτες. Από ένα σημείο και μετά, στον κάθε καλλιτέχνη, αλλά και στον κάθε άνθρωπο γενικότερα, το ζητούμενο είναι η αξιοπρέπεια και η συνέπεια. Πόσοι και πόσοι δεν εξευτέλισαν εαυτούς δικαιώνοντας το καβαφικό «πούσαι νιότη που ‘δειχνες πως θα γινόμουν άλλος»; Ο Waits δεν είχε και την «τύχη» (μέσα σε πολλά εισαγωγικά!) να πεθάνει νωρίς ώστε να μείνει άφθαρτο σύμβολο και μακριά από κάθε κρίση. Ξέρω πάντως αρκετούς που θα «χαλαστούν» όταν μάθουν ότι σήμερα ζει μια ήσυχη ζωή με τρία κουτσούβελα και την ίδια γυναίκα για τόσα χρόνια σε ένα σπίτι μιας ήσυχης γειτονιάς. Και δεν είναι ένας άστεγος ιδεολόγος κλοσάρ ο οποίος περνά τις νύχτες του παρέα με τα τζάνκια σε κακόφημα στέκια, σε αγκαλιές εξίσου κακόφημων γυναικών με μια μπουκάλα bοurbon στο χέρι. Αντ’ αυτών, συνεχίζει να δημιουργεί, έστω και συσπειρωμένος πίσω από από τις βεβαιότητες και τις εμμονές που απέκτησε με το πέρασμα του χρόνου, έστω και χωρίς ρήξεις και ανατροπές. Και αλήθεια, είναι από αυτούς που κυριολεκτικά χαίρεσαι να τους βλέπεις να μεγαλώνουν…

Εν τω μεταξύ εδώ σουρούπωσε και έπιασε να ψιχαλίζει. Η CDιέρα παίζει το αγαπημένο μου «Blue Valentine», το CD των απανταχού ερωτευμένων… The rain washes memories… Ήδη νομίζω είπα πολλά! Σας παραδίδω λοιπόν στους εκλεκτούς (σύμφωνα με την …δημοσιογραφικά correct διατύπωση!) συναδέλφους για ένα «δίσκο-δίσκο» ταξίδι στον noir κόσμο του Thomas Allan Waits…

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: