16ο Φεστιβάλ- Νύχτες Πρεμιέρας

16-25 Σεπτεμβρίου 2010

ΝύχτεςΣαν μετρητής φθινοπώρων λειτουργεί το Φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας» (βλέπετε αποφεύγω να μιλήσω για χρόνια). 16ο πια φέτος. Και τί άλλαξε από πέρυσι; Ο κόσμος συρρέει μαζικά (οι διοργανωτές μιλάνε για 6000 εισιτήρια περισσότερα), το φεστιβάλ έχει εξελιχθεί σε έναν hype τόπο συγκέντρωσης όπου «πρέπει να σε δουν», το πρόγραμμα αναμενόμενα έχει γίνει λιγότερο τολμηρό, με περισσότερες ασφαλείς επιλογές-κράχτες. 150 ταινίες πάντως είναι αρκετό υλικό για κάθε γούστο και για κάθε αντοχή. Το κινηματογραφικό νομοσχέδιο που κάποιοι περιμένουν σαν τον Μεσσία, έχει χαθεί στη ομίχλη, κάπου μεταξύ ΔΝΤ και τρόικας, ενώ η φιλολογία περί «άνοιξης του ελληνικού κινηματογράφου» έχει οργιάσει. Προσωπικά βέβαια πιστεύω ότι ακόμη βαθύ χειμώνα έχουμε, δεκεμβριανό μάλιστα, απλά υπάρχουν κάποια λίγα τολμηρά χελιδόνια που πεταρίζουν εδώ κι εκεί.

Στο πρόγραμμα του φετινού φεστιβάλ υπήρχε και μια μεταμεσονύχτια ταινία με τίτλο «Πικρό τσιμπούσι», την οποία δυστυχώς δεν κατάφερα να δω. Η ιντριγκαδόρικη υπόθεση μιλούσε για έναν σεφ ο οποίος δυσαρεστημένος από την κριτική ενός food blogger, τον απάγει και τον κλείνει σε ένα σκοτεινό υπόγειο όπου «αποδεικνύει ότι η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται ματωμένο». Παρακάτω θα διαβάσετε απόψεις για τις ταινίες (ή με αφορμή τις ταινίες), απόψεις με πάθος, προκατάληψη και εμμονή. Και χωρίς το φόβο μήπως καταλήξω πρωταγωνιστής σε …horror movie.

Τα βραβεία που απονεμήθηκαν, όσοι ενδιαφέρονται θα τα βρείτε στην ιστοσελίδα της διοργάνωσης:

Der Rauber (O ληστής) – Benjamin Heisenberg
Der RauberΚαρδιογραφήματα, κοφτές λαχανιασμένες ανάσες, ρυάκια ιδρώτα, βιταμίνες, χιλιόμετρα, ατελείωτα χιλιόμετρα… Ο Johann Rettenberger τρέχει… Όχι σαν τον Βέγγο για να προλάβει τις δουλειές της βιοπάλης, ούτε σαν τη Λόλα του Τίκβερ για να νικήσει το χρόνο. Τρέχει γιατί είναι μαραθωνοδρόμος και …ληστής τραπεζών. Και είναι ένας άνθρωπος στεγνός, όχι μόνο από …λίπος αλλά και από εμφανή συναισθήματα, ασυγκίνητος ακόμη και από τον έρωτα που συναντά στο δρόμο του. Ανέκφραστος σαν τη μάσκα του Ρέιγκαν με την οποία πραγματοποιεί τις ληστείες του. Τρέχει για να ξεφύγει από τον εαυτό του…
Από ένα σημείο και μετά η ταινία μετατρέπεται σε περιπέτεια καταδίωξης με το τέλος (φευ) προδιαγεγραμμένο (όπως συμβαίνει 9 φορές στις 10 στο σινεμά). Ο Heisenberg σκηνοθετεί …δογματικά (κατά Τρίερ!), με φυσικούς ήχους μόνο, χωρίς μουσικά συγκινησιακά δεκανίκια, μια πραγματική ιστορία η οποία διαδραματίστηκε στην Αυστρία τη δεκαετία του 80. Και αφήνει όλα τα ερωτήματα ανοιχτά. Ποιός είναι αυτός ο άνθρωπος, ποιό το παρελθόν του, ποιά τα κίνητρα και οι στόχοι του; Οι υαλοκαθαριστήρες στο τέλος, μαζί με τις στάλες της βροχής σαρώνουν άλλη μια αινιγματική χαμένη ζωή…

Strange Powers: Stephin Merritt and the Magnetic Fields – Kerthy Fix & Gail O’Hara
Stephin MerrittΌταν κάποτε είπαν στον Bob Mould (των Husker Du) ότι κάποιος μουσικοκριτικός τον είχε …ανακηρύξει ως τον πιο καταθλιπτικό άντρα στην ροκ μουσική, απάντησε «προφανώς δεν έχει γνωρίσει τον Stephin Merritt»! Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν ο Bob έχει δίκιο ή όχι (τα τραγούδια πάντως συνηγορούν θετικά!), το σίγουρο είναι ότι ο Merritt, η δημιουργική ψυχή του ποπ (με την ουσιαστική σημασία του όρου) σχήματος των Magnetic Fields, που λίγα χρόνια πριν έκανε αίσθηση κυκλοφορώντας έναν τριπλό δίσκο με …69 ερωτικά τραγούδια, ιδανική ηχητική συνοδεία για χωρισμούς και δακρύβρεκτες …ταβανοσκοπήσεις, είναι μια πραγματική …ανορθογραφία (όπως και το όνομά του), μια ιδιαίτερη και πολυτάλαντη περίπτωση.
Το ντοκιμαντέρ αυτό (το οποίο χρειάστηκε μάλιστα 10 χρόνια για να ολοκληρωθεί – δύσκολος άνθρωπος γαρ), δεν μας μαθαίνει κάτι καινούργιο από πραγματολογικής άποψης. Αλλά σε μια μουσική ταινία δεν αποζητώ τα στοιχεία που μπορώ να βρω με ένα κλικ στη Wikipedia. Παρακολουθεί μεν την πορεία του, ειδικά από τη στιγμή που αποκήρυξε το …σατανά των ηλεκτρονικών και έπιασε τις κιθάρες, φωτίζει τη σχέση του με τον άλλο …μαγνητικό πόλο, την Claudia Gonson, αλλά αποφεύγει το λιβανιστήρι και την εύκολη λύση του τύπου «γέμισε την ταινία τραγούδια», αφήνοντας την ιδιόρρυθμη προσωπικότητα του Merritt να αναπνεύσει και να ξεδιπλωθεί μέσα από ατάκες, άφθονο αυτοσαρκασμό και χιούμορ (ακόμη κι όταν απαντάει στις ανόητες κατηγορίες περί ρατσισμού). Δεν θα περιμέναμε βέβαια κάτι διαφορετικό από τον άνθρωπο που έχει γράψει στίχους όπως «η αγάπη μου τυλίγει την καρδιά σου σαν βόας συσφιγκτήρας», στίχους οι οποίοι είναι συγχρόνως σουρεαλιστικοί, χιουμοριστικοί, γλυκανάλατοι, κυνικοί, αντι-ερωτικά ερωτικοί, αντιφατικοί και γι’ αυτό, πάνω απ’ όλα, ανθρώπινοι.

When you’re strange – Tom DiCillo
When youre strangeΔεν έχω να προσθέσω τίποτα στα όσα έχουν γραφτεί για το γιο του ναύαρχου (τελικά οι στρατιωτικές οικογένειες είναι οι καλύτερες μήτρες της αμφισβήτησης!) ο οποίος (άθελα του;) μετατράπηκε σε σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής, σφραγίζοντας συνάμα και το τέλος της. Αν το ροκ ήταν θρησκεία (και κατά κάποιο τρόπο είναι!) ο Βασιλιάς Σαύρα θα ήταν από τους προκαθήμενους αγίους της.
Η ταινία τούτη είναι φτιαγμένη από τα χέρια ενός ευσεβούς πιστού, του γνωστού σκηνοθέτη Tom DiCillo, και μοιραία είναι μια αγιογραφία (αν και μεταξύ μας, θα μπορούσε να έχει και τον εναλλακτικό τίτλο «τι μπορεί να κάνουν τα ναρκωτικά στον άνθρωπο»). Η υποβλητική (ή υπνωτική-διαλέγετε!) φωνή του Johnny Depp δίνει τον τόνο στο φιλμ, το οποίο ακολουθεί πιστά και γραμμικά την ιστορία, χωρίς νοηματικές «καλλιτεχνίζουσες» ακροβασίες, ενώ έχει και ως αγκίστρι για τους οπαδούς, ακυκλοφόρητο οπτικό υλικό που γύρισε ο Morrison στην έρημο το 1969.
Να σας το χαλάσω με …spoiler; Στο τέλος ο Morrison πεθαίνει! Ναι, εκεί ολοκληρώνεται και η ταινία, οπότε νομίζω ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μια ταινία για τον Morrison, και όχι για τους Doors. Γιατί όπως όλοι ξέρουμε, η ζωή συνεχίστηκε και Doors υπήρξαν και μετά το θάνατο του ηγέτη τους. Και ο «ηρωισμός» του τσιτάτου με το οποίο κλείνει η ταινία «μέχρι σήμερα, κανένα τραγούδι των Doors δεν χρησιμοποιήθηκε σε διαφήμιση αυτοκινήτων», μάλλον ξεθωριάζει αν φέρεις στο νου σου τους Doors του …21ου αιώνα! Μα ούτε μία αναφορά στον …Ian Astbury; 😛

L’ arbre et la foret (To δέντρο και το δάσος) – Olivier Ducastel & Jacques Martineau
Larbre et la foretΒλέπουμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος. Έκφραση φθαρμένη από την υπερβολική (ενίοτε και ατυχή) χρήση. Κι αν το θέμα μας είναι το δέντρο, τί γίνεται; Και ως γνωστόν, δάσος χωρίς δέντρα δεν υπάρχει. Το δέντρο από την άλλη είναι μια …αυθύπαρκτη ύπαρξη. Μήπως λοιπόν όλα αυτά μας οδηγούν σε μια αντιστοίχηση με το δίπολο «οικογένεια-άτομο»;
Το μοναχικό …δέντρο της ιστορίας μας είναι ένας γέρος δασοκόμος, pater familias τριών γενεών, ο οποίος κουβαλά μέσα του για χρόνια ένα μυστικό «που τη ζωή του έχει αλλάξει». Ο θάνατος του γιου του, τον οποίο αντιμετωπίζει αδιάφορα και ψυχρά, ξενίζοντας και σοκάροντας την υπόλοιπη οικογένεια, θα αποτελέσει την αφορμή για την αποκάλυψη. Το μυστικό θα το …ξεφουρνίσει στο οικογενειακό τραπέζι (αυτό το ψητό της Κυριακής, πόσους καυγάδες δεν έχει παρακολουθήσει;), ένα …νετρόνιο έναυσμα για αλυσιδωτές αντιδράσεις που δεν θα αφήσουν κανέναν ανεπηρέαστο. Ένα μυστικό το οποίο αγγίζει μια σκοτεινή σελίδα-ταμπού της ευρωπαϊκής ιστορίας, θυμίζοντας ότι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί δεν βρέθηκαν μόνο Εβραίοι, αλλά και άτομα «διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισμού» (γεγονός που μόλις πρόσφατα αναγνωρίστηκε νομικά στη Γαλλία). Ταινία τυπικά γαλλική, θεμελιωμένη στο διάλογο, θα λύγιζε από τη βαρύτητα των θεμάτων που πραγματεύεται, αλλά τη σώζει η εξαιρετική «ευσταλής» ερμηνεία του Guy Marchand και η όμορφη «δασική» φωτογραφία.

Hitler a Hollywood (Ο Χίτλερ στο Χόλιγουντ) – Frederique Sojcher
HitlerΑπό μια λαμπρή ιδέα μέχρι την εκτέλεσή της η απόσταση είναι χαώδης. Σχεδόν τόση όσο μεταξύ των …προεκλογικών υποσχέσεων και των μετεκλογικών έργων. Μια τέτοια περίπτωση είναι και αυτή η ταινία. Η ιδέα ενός mockumentary, δηλαδή ενός «φανταστικού» ντοκιμαντέρ σε αληθοφανή συσκευασία (πολύ της μόδας εσχάτως), για μια συνομωσία του Χόλιγουντ και του …Χίτλερ με στόχο την καταστροφή του ευρωπαϊκού σινεμά ακούγεται -και είναι- αστεία. Ειδικά επειδή στη σύγκρουση μεταξύ αυτών των δύο κύριων κινηματογραφικών σχολών υπεισέρχονται ένα σωρό στερεότυπα (Χόλιγουντ-εμπορικότητα, μαζικότητα – ευρωπαϊκός κινηματογράφος-τέχνη, σοβαρότητα, διανόηση). Και όπου υπάρχουν πολλά στερεότυπα, το πεδίο για την ανατρεπτική σάτιρα ανοίγεται λαμπρό. Η ταινία όμως δεν το εκμεταλλεύεται. Παρά την καλή ερμηνεία της Maria de Medeiros (τη θυμόμαστε από το «Pulp Fiction» βέβαια) και τη συμμετοχή της Micheline Presle, η ταινία δεν είναι ούτε τόσο αστεία αλλά δεν ξύνει κιόλας ούτε την επιφάνεια αυτής της ιδιότυπης σχέσης. Μιας σχέσης η οποία ειδικά από τη μεριά του ευρωπαϊκού σινεμά, καθορίζεται από ένα σύμπλεγμα ταυτόχρονα ανωτερότητας – κατωτερότητας, κυμαινόμενη από προσπάθειες μίμησης (ας θυμηθούμε την Τσινετσιτά και τα έργα της) έως εκφράσεις τυπικού ευρωπαϊκού αντιαμερικανισμού…

45 τετραγωνικά – Στράτος Τζίτζης
45 τμΠολλά και ηρωικά ακούγονται και γράφονται τελευταία για την αναγέννηση-άνοιξη του ελληνικού σινεμά, ότι ξαναμπαίνει (αν εξαιρέσεις τον Τεό, ποτέ ήτανε;) στο χάρτη κλπ κλπ, ενίοτε με μια υπερβολή οποία αδικεί τους δημιουργούς καθώς ανεβάζει τον πήχη πολύ ψηλά για τις δυνατότητες τους.
Ο Στράτος Τζίτζης οκτώ χρόνια μετά το «Σώσε με», ταινία που θυμόμαστε κυρίως για το εξαιρετικό soundtrack των Καλοφωλιά και Αμοργινού, επιστρέφει με ένα έργο το οποίο θεωρητικά θέλει να πιάσει τον παλμό της εποχής. Η γενιά των 700 ευρώ (που σιγά-σιγά γίνεται των 600, των 592 και ο πάτος μοιάζει να μην έχει τέλος), γίνεται πλέον πρωταγωνίστρια (ακόμη και τηλεοπτικά κανάλια έχουν μπει στο χορό με διάφορες σειρές της συμφοράς), το θέμα είναι προκλητικό και σύγχρονο και πολλά νέα παιδιά μπορούν να βρουν σημεία ταύτισης.
Το στόρι απλό. Μια 23χρονη κοπέλα, πωλήτρια σε high συνοικία της πόλης, αποφασίζει να κάνει το μεγάλο βήμα και να εγκαταλείψει τη μητρική φωλιά, νοικιάζοντας μόνη της ένα διαμέρισμα στην άχαρη Αχαρνών (εξού και τα 45 τ.μ.). Το έργο κουβαλάει στις πλάτες της η πρωταγωνίστρια Έφη Λογγίνου, την οποία και παρακολουθούμε στην πορεία της από …ντους σε περιπέτεια και πάλι σε ντους και πάλι σε περιπέτεια κοκ. Παρά το γεγονός ότι η ταινία έχει και αρχή και μέση και τέλος (η απουσία τους είναι συνήθης νόσος του νέου ελληνικού κινηματογράφου), το ενδιαφέρον για την εξέλιξη έχει εξατμιστεί πριν καν η ταινία μεσιάσει, καθώς η πλοκή είναι αφόρητα προβλέψιμη.
Οι δεύτεροι δε χαρακτήρες είναι προσχηματικοί, πραγματικές καρικατούρες, απλά οχήματα στερεότυπων (οι άντρες πίνουν μπύρες και μιλάνε μόνο για ποδόσφαιρο, η καλύτερη σου φίλη τα φτιάχνει με τον πρώην σου, η κακιά εργοδότρια παρακολουθεί τους εργαζόμενους κλπ).
Επιπλέον η ταινία αστοχεί και στον κεντρικό ιδεολογικό της άξονα. Δεν φταίει η οικονομική κρίση για το γεγονός ότι τα ελληνόπουλα δεν τολμούν να φύγουν από την προστασία του πατρικού σπιτιού και της μητρικής φτερούγας. Ποτέ δεν το έκαναν άλλωστε, ούτε ακόμη στις εποχές των παχιών αγελάδων, των δανείων και της «ανάπτυξης». Η άρρωστη, ενίοτε και διαστροφική αντίληψη της ελληνικής οικογένειας, η γενεσιουργός αιτία του φαινόμενου που με τόση ανατομική ακρίβεια σκιαγραφήθηκε στον «Κυνόδοντα», εδώ εξαντλείται σε μια καρικατούρα υπερ-προστατευτικής μάνας βγαλμένη από τηλεοπτικό σίριαλ (μια εύκολη αποστολή για την Ράνια Οικονομίδου).
Συνοψίζοντας: μια ταινία που ναι μεν βλέπεται με ενδιαφέρον λόγω εντοπιότητας και οικειότητας τόπων και καταστάσεων, αλλά μέχρις εκεί…

Sex & Drugs & Rock’n’ Roll – Matt Whitecross
Ian DuryΠέρα από τη χρονική συγκυρία, υπήρξαν αρκετοί λόγοι για τους οποίους ο Ian Dury εντάχθηκε από τους επαΐοντες στη γενιά του πανκ κινήματος. Ήταν η γενικότερη στάση ζωής του αυτού του sui generis λαϊκού μουσικού (ξεπήδησε από τις pub, το πραγματικό λαϊκό παλκοσένικο δηλαδή!). Ήταν όμως και η αγάπη του για τη μουσική του Gene Vincent, του Little Richard και των άλλων αστέρων της αθώας εποχής του rock’n’roll (ας μην ξεχνάμε ότι το punk μουσικά έχει τις ρίζες του στα 50s).
Ο Dury ήταν ένα από εκείνα τα παιδιά, τα «κανονικά», αυτά με τις «ειδικές ανάγκες» που λέει και η πολιτική ορθότητα (στα εννιά τον χτύπησε η πολιομυελίτιδα που θέριζε πριν βρεθεί το σωτήριο εμβόλιο), που όμως δεν δίστασε να υψώσει με θράσος ένα δάχτυλο ενάντια της κοινωνικής υποκρισίας όταν έγραψε το «Spasticus Autisticus», το οποίο και απαγορεύτηκε από το BBC ως προσβλητικό για τους …ανάπηρους.
Η ταινία του Whitecross η οποία διατρέχει όλα αυτά τα γεγονότα και τη διαδρομή από μια δύσκολη παιδική ηλικία μέχρι την επιτυχία, είναι πολύ ζωντανή, ζωηρόχρωμη, ενώ ο Dury ευτυχεί να ζήσει μια δεύτερη «ζωή» χάρις στην εκπληκτική ερμηνεία του Andy Serkis (του Γκόλουμ από τον Άρχοντα των Δακτυλιδιών). Και σημαντικότερο: η ταινία δεν έχει προαπαιτούμενα, βλέπεται και από κάποιον ο οποίος δεν έχει ιδέα για τον Ian Dury, σαν ένα ντοκουμέντο της αέναης μάχης του ανθρώπου με το ριζικό του…

Lemmy – Wes Orshoski & Greg Oliver
lemmyΠως το λένε στη μαγειρική; Η καλή πρώτη ύλη μπορεί να κάνει μάγκα ακόμη και έναν μέτριο μάγειρα. Αρκεί να τη σεβαστεί και να μην την καταστρέψει με υπερφίαλους δήθεν «γκουρμέ» νεωτερισμούς. Το ίδιο ισχύει και στον κινηματογράφο τεκμηρίωσης (όπως αποκαλούνται στην ακαδημαϊκή τα ντοκιμαντέρ). Κατ’ αναλογία, όταν έχεις στη διάθεση σου ένα πρωτογενές, πληθωρικό και εκρηκτικό υλικό όπως τον άνθρωπο που λέγεται Lemmy, δε χρειάζεται να κάνεις πολλά. Αφήνεις την κάμερα απλά και μόνο να τον ακολουθεί. Και αυτό ακριβώς έκαναν οι Orshoski και Oliver. Τρία χρόνια τον ακολουθούσαν κατά πόδας, και ιδού το αποτέλεσμα.
Η ταινία «Lemmy» είναι ο Lemmy (ας μου επιτραπεί η ταυτολογία). Μέσα στα 123 λεπτά της ταινίας αναδεικνύεται ο ηγέτης των Motorhead σε όλες του τις εκφάνσεις: ως δυναμικός μπασίστας, ως κτηνώδες όλο τεστοστερόνη αρσενικό, ως κοινός θαμώνας στο αγαπημένο του μπαρ Rainbow στο LA, ως κολλημένος με τα φρουτάκια και τους κουλοχέρηδες, ως στρατόκαυλος με τις παρεξηγήσιμες εμμονές του με τα όπλα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τις στολές των ναζί, ως πατέρας που πολλοί θα ζήλευαν (ή θα απεύχονταν!) να έχουν. Σε όλες τις περιπτώσεις πάντως, είναι ο εαυτός του (και άλλη …μισητή ταυτολογία) ενώ δεν διστάσει να τσαλακώσει το προφίλ του αυτοσαρκαζόμενος χωρίς να φοβάται την απομυθοποίηση.
Απόλαυσα πραγματικά την ταινία σε ένα σινεμά κατάμεστο από μεταλλάδικα μπλουζάκια (αν και οι Motorhead μουσικά απέχουν πολύ από το metal). Μία μόνο ένσταση: προφανώς οι σκηνοθέτες έπεσαν θύματα της λογικής «μην πετάξεις τίποτε» και η ταινία κάπου ξέφυγε χρονικά, χωρίς να προσθέτει κάτι. Αν ήταν μισή ώρα μικρότερη θα μιλάγαμε για το ιδανικό. Γιατί ισχύει ότι μεγάλος συγγραφέας-μουσικός-σκηνοθέτης (προσθέστε κατά βούληση) γίνεσαι όταν μαθαίνεις να κόβεις και να πετάς…

A temporary area in Athens – Vincent Moon & Thomas Rabillon
Temporary areaΑν αναγκάζαμε κάποιον ο οποίος δεν έχει μυρωδιά από τη «ζωντανή ανεξάρτητη ελληνική σκηνή», να παρακολουθήσει το 40λεπτο ντοκιμαντέρ των δύο Γάλλων, σε τι συμπεράσματα άραγε θα κατέληγε το άτυχο μας «πειραματόζωο»; Κατ’ αρχή θα αισθανόταν οικεία με το κλίμα της ακατάσχετης γκρίνιας και της εθνικά υπερήφανης (σε ελληνοπρεπέστατα αγγλικά) μιζέριας για την ευρύτερη ελληνική πραγματικότητα (με δόσεις επαναστικότητας του καναπέ τύπου «κλείστε την τηλεόραση για δυο ημέρες»). Η δε επωδός «που είναι το κράτος που δεν μας υποστηρίζει και αδιαφορεί», θα τον έκανε ίσως να δακρύσει από συγκίνηση και να σπεύσει να συμπαραταχθεί στον δίκαιο αγώνα του αναξιοπαθούντος χίψτερ, αν ίσως δεν τον ξένιζαν οι δήθεν πειραματισμοί, οι κακόηχες κιθαρωδίες με τα φάλτσα φωνητικά, και η γενικότερη κακή αισθητική του φιλμ, το οποίο μοιάζει να απευθύνεται αποκλειστικά και μόνο στους συμμετέχοντες. Κρίμα γιατί έτσι δίπλα στα ξερά κάηκαν και κάποια χλωρά (δεν δόθηκε άλλωστε κανένας λόγος στους ίδιους τους μουσικούς). Πάντως όσοι λιγότεροι δουν αυτό το ανοσιούργημα τόσο …καλύτερα για τη σκηνή. Ομερτά λοιπόν, να μείνει μεταξύ μας!
Και κάποια στιγμή οφείλουμε να αναρωτηθούμε (φτύνοντας και την παλιά καραμέλα για την έλλειψη προβολής η οποία πλέον δεν ισχύει, όλα τα τσάμπα -και όχι μόνο- φύλλα της πόλης με αυτό το είδος ασχολούνται), γιατί η όλη κατάσταση είναι εγκλωβισμένη σε μια περίμετρο λίγων κεντρικών …βενζινάδικων και σε έναν ομφαλοσκοπούντα αυτοθαυμαζόμενο μικρόκοσμο. Από αυτή την άποψη, το ντοκιμαντέρ αυτό ίσως να δίνει κάποιες απαντήσεις…
Μετά την προβολή ακολούθησε ένα μικρού μήκους ταινιάκι του Spike Jonze, όμορφο και γλυκούλι, με θέμα μια ερωτική ιστορία ανάμεσα σε δύο ρομπότ, όπου το αντικείμενο του πόθου δεν δικαιούται να αναρωτηθεί «και ποια θυσία έχεις κάνει εσύ για μένα;». Τα μελαγχολικά μάτια του Sheldon είναι μια εικόνα που μένει, η δε χορηγία γνωστού ποτού διακριτική… Μπορείτε να τη δείτε ολόκληρη εδώ.

The Trotsky (Ο Τρότσκυ) – Jacob Tierney
The TrotskyΆλλη μια εξωφρενική ιδέα που σε κάνει αναρωτιέσαι «τι πίνει ο σεναριογράφος και δεν μας δίνει». Ένας έφηβος, γόνος πλούσιας οικογένειας από το Μόντρεαλ, πιστεύει πως είναι η μετενσάρκωση του αρχηγού του Κόκκινου Στρατού και αργότερα θύμα του σταλινισμού, Λέοντος Τρότσκι. Έτσι η ζωή του καταλήγει να καθορίζεται από μια λίστα «to do’s» του τύπου «να παντρευτώ μια μεγαλύτερη γυναίκα (κατά προτίμηση με το όνομα Αλεξάνδρα)», «να γνωρίσω έναν Βλαντιμίρ Ουλιάνωφ πριν πατήσω τα 21» και άλλα τέτοια γραφικά.
Η θητεία σε κάποιο από τα πολλά κομματίδια της αριστεράς (τα οποία με τις διασπάσεις όλο και αυξάνονται και πληθύνονται) δεν κρίνεται απαραίτητη για να μπείτε στο πνεύμα της ταινίας, αλλά είναι αναγκαία για να μπορέσετε να συλλάβετε τις ιστορικές αναφορές και τις παραπομπές σε ταινίες του Αϊζενστάιν. Από την άλλη, μη νομίσετε ότι πρόκειται για κάποια ταινία η οποία κηρύσσει την παγκόσμια επανάσταση και την επικράτηση της Τετάρτης Διεθνούς (περιμένω πάντως με ενδιαφέρον την κριτική του Ριζοσπάστη, ειδικά τώρα που οι σύντροφοι έχουν πλέον (ξανα)δεί το φως το σταλινικό το αληθινό). Σε στιγμές μάλιστα θυμίζει τυπική αμερικάνικη highschool ταινία, από αυτές που μεταδίδουν σωρηδόν τα κανάλια τα μεσημέρια της Κυριακής. Ο Jay Baruchel πάντως καταφέρνει με την ερμηνεία του να κάνει συμπαθητικό έναν εμφανώς σαλταρισμένο χαρακτήρα. Μήπως τελικά η ταινία υπονοεί ότι για να γίνεις επαναστάτης χρειάζεσαι και μια γερή δόση τρέλας και «γραφικότητας»;

Stones in Exile (Οι Rolling Stones στην εξορία) – Stephen Kijak
stones in exileTo ντοκιμαντέρ «Stones in Exile» (όπως υποδηλώνει και ο τίτλος) είναι η καταγραφή μιας τραγικής ιστορίας. Βρισκόμαστε στα 1971. Οι Stones, το συγκρότημα το οποίο εξέφρασε όσο κανένα άλλο το πνεύμα της αντίστασης κατά του κατεστημένου τη δεκαετία που μόλις είχε εκπνεύσει, περνάνε δύσκολες στιγμές.
Κυνηγημένοι από το άτεγκτο βρετανικό κράτος και τους ανελέητους φορομπηχτικούς μηχανισμούς του, αναγκάζονται να φύγουν πρόσφυγες στη Γαλλία (πολλά χρόνια πριν επιχειρήσεις, …εεε μουσικοί ήθελα να πω, όπως οι U2, τους μιμηθούν ακολουθώντας τον ίδιο πικρό δρόμο της -φορολογικής- ξενιτιάς). Ευτυχώς το προσωπικό τους τζετ και ένα κάποιο κομπόδεμα που είχαν μαζέψει λίρα-λίρα τα προηγούμενα χρόνια με το τίμιο τραγούδι τους, τους γλιτώνει από το να διασχίσουν τη Μάγχη πάνω σε δουλεμπορική σχεδία.
Τα πράγματα δεν είναι βέβαια πολύ καλύτερα στην απεχθή για κάθε σωστό Άγγλο χώρα των βατραχοφάγων. Εκεί μαζί με την κουστωδία που τους ακολουθεί πιστά, στοιβάζονται όλοι μαζί σε ένα σπιτάκι στα ανεμοδαρμένα και ηλιοκαμένα παράλια της Μεσογείου, όπου προσπαθούν να πνίξουν τον πόνο της ανεργίας και της νοσταλγίας για τα πάτριες λάσπες της βρετανικής υπαίθρου και τα φασόλια κονσέρβας, στo σεξ, τα ναρκωτικά, τα παλιά κρασιά και τις κάθε λογής ουσίες. Στο ενδιάμεσο θα γράψουν και τα τραγούδια τα οποία αργότερα θα βρουν θέση στο «Exile on Main Street», το δίσκο που οι κριτικοί λατρεύουν και κάθε λίστα η οποία σέβεται τον εαυτό της φιλοξενεί στην πρώτη δεκάδα.
Δυστυχώς όλη αυτή η συναρπαστική ιστορία πνίγηκε σε ένα βαρετό, κακογυρισμένο και κακόγουστο φιλμ, που λίγο έλειψε να με ρίξει σε βαθύ ύπνο στις αναπαυτικές πολυθρόνες του «Απόλλωνα». Αυτοί οι ατάκτως ερριμμένοι πλίνθοι και κέραμοι, μόνο σε οπαδούς απευθύνονται. Τώρα στο ερώτημα αν το «Exile on Main Street» είναι ο πιο υπερτιμημένος δίσκος των τελευταίων εξήντα ετών, ο καθένας μπορεί να δώσει τη δική του απάντηση…

Μέσα στο δάσος – Άγγελος Φραντζής
mesa sto dasosΑκριβή τέχνη το σινεμά… Δεν είναι λοιπόν διόλου παράξενο ότι βρίσκεται στο στάδιο ανάπτυξης που είχε η μουσική τον …17ου αιώνα, με τον δημιουργό να πρέπει να βρει τον …Μαικήνα του ώστε να συντηρηθεί και να παραμείνει δημιουργός (με τις συνεπαγόμενες εξαρτήσεις ασφαλώς!). Και ο Μαικήνας είναι άλλοτε το Κράτος με τις περίφημες επιχορηγήσεις του και άλλοτε οι ιδιωτικές εταιρείες του ανελέητου κέρδους.
Τα πράγματα όμως σιγά-σιγά αρχίζουν να αλλάζουν. Οραματίζομαι μια εποχή, όχι μακρινή, όπου τα μέσα παραγωγής του κινηματογράφου θα είναι πλέον διαθέσιμα και προσβάσιμα στον καθένα. Προς το παρόν, ολοένα και περισσότερες no (ή low) budget ταινίες εμφανίζονται, γυρισμένες με φτωχικά μέσα αλλά με συνεχώς βελτιούμενα τεχνικά χαρακτηριστικά. Όπως αυτή η ταινία του Άγγελου Φραντζή, η οποία είναι εξ ολοκλήρου γυρισμένη με μια κοινή φωτογραφική μηχανή των 7.2 megapixel την οποία βρίσκεις σε λογική τιμή σε οποιοδήποτε μαγαζί.
Η τέχνη όμως όπως λέει και η θεωρία, δεν είναι μόνο φόρμα είναι και περιεχόμενο. Αν δεν υπάρχει περιεχόμενο, το έργο δεν σώζεται από καμία φόρμα όσο «επαναστατική» κι αν είναι. Εν προκειμένω, η ταινία κυριολεκτικά δεν βλέπεται. Πρώτη φορά είδα τόσο κόσμο να κοιτάει με απελπισία την ώρα στο κινητό, αλλά να περιμένει στωικά την εξέλιξη χωρίς να φεύγει. Και ο χρόνος κυλούσε βασανιστικά αργάααααα, οι 3 πρωταγωνιστές τριγύριζαν άσκοπα σε βουκολικά τοπία, λιβάδια και δάση (χωρίς τον κίνδυνο -φευ- να εμφανιστούν οι εξαφανισθέντες από τα ελληνικά δάση …λύκοι), αυνανίζονταν, έφτιαχναν ερωτικά τρίγωνα (με γκέι αναφορές), μιλούσαν σπάνια… Όλες οι παιδικές ασθένειες του παλιού κακού ελληνικού σινεμά μαζεμένες. Στην καλύτερη περίπτωση ας τη θεωρήσουμε μία ενδιαφέρουσα έκθεση φωτογραφίας, μια ονειροπόληση, μια πρωτόλεια απόπειρα σε ένα νέο μέσο, στη χειρότερη άλλο ένα προϊόν-πείραμα σύγχρονης τέχνης που αφορά το μικρόκοσμο κάποιων ειδικών…

We don’t care about music anyway – Cedric Dupire & Gaspard Kuentz
wedontcareaboutmusicΗ Ιαπωνία για εμάς που «ανήκομεν εις την Δύσιν» αποτελεί ένα εξωτικό δυσεπίλυτο αίνιγμα. Πως αλήθεια να προσεγγίσεις μια τόσο αντιφατική χώρα και να καταλάβεις ένα λαό ο οποίος μιλάει μια γλώσσα με 3 αλφάβητα και μερικές χιλιάδες χαρακτήρες και γράμματα και ο οποίος έχει μια απόλυτα σχιζοφρενική σχέση τόσο με την πιο βαθιά συντηρητική παράδοση όσο και με το πιο …φουτουριστικό μέλλον. Διόλου δύσκολο να βρεθείς χαμένος στη μετάφραση…
Το Τόκυο θα λέγαμε είναι από τους πρωταγωνιστές της ταινίας αυτής η οποία εξερευνά τη θορυβώδη πλευρά του γιαπωνέζικου underground, που επιτυχημένα έχει αποκληθεί japanoise. Τόκυο… Αδιανόητη σε πλήθος ανθρωπομάζα… Μεταλλικές κρούσεις στον σιδηρόδρομο… Βόμβοι ηλεκτρικού ρεύματος… Τα ντεσιμπέλ οργιάζουν… Χημική μόλυνση… Οπτική μόλυνση… Φώτα νέον μέσα στη νύχτα… Χωματερές… Η μουσική δεν είναι καθρέφτης του περιβάλλοντος;
Η ταινία φτιάχτηκε από δύο Γάλλους (οι οποίοι δεν είναι αλεξιπτωτιστές, έχουν γνώση και αγάπη για τη σκηνή), και μας συστήνει οκτώ μύστες της σύγχρονης πειραματικής σκηνής της χώρας του σούσι και του σούμο. Θα ξεχωρίσω δύο: τον εκπληκτικό μουσικό (για να ανατρέψεις πρέπει πρώτα να μάθεις!), Sakamoto Hiromichi ο οποίος χρησιμοποιεί το τσέλο του με κάθε αντισυμβατικό τρόπο που μπορείτε να (μην) φανταστείτε, και τον Yamakawa Fuyuki, ο οποίος παίζει μουσική κατευθείαν από τα βαθιά ανθρώπινα σπλάχνα, προσαρμόζοντας πάνω στην καρδιά του ένα μικρόφωνο.
We don’t care about music anyway… Που σημαίνει, σε ελεύθερη μετάφραση: διεκδικώ την ατομικότητά μου, επιλέγω και ακολουθώ το δρόμο μου, όσο περιθωριακός κι αν θεωρείται, με ότι αυτός συνεπάγεται, δεν ζητώ από κανέναν τίποτε και …I don’t care! Οι συγκρίσεις ανοιχτές, ελεύθερες και προφανείς…

Freakonomics – Heidi Ewing, Alex Gibney, Seth Gordon, Rachel Grady, Eugene Jarecki & Morgan Spurlock
freakonomics1Είναι γεγονός ότι τώρα που η κρίση έχει αγγίξει και το τελευταίο νοικοκυριό και ο κόσμος (ή κοσμάκης που θα ΄λεγε και ο Αυτιάς) είναι φρικαρισμένος μπροστά σε νέους δυσοίωνα ακατανόητους όρους όπως spread, hedge funds, δομημένα ομόλογα κλπ, οι οικονομολόγοι είναι οι νέες πολύφερνες νύφες των ΜΜΕ. Όχι ότι βοηθάνε ιδιαίτερα… Πιο ζαλισμένος και συγχυσμένος καταλήγεις ακούγοντας αντικρουόμενες απόψεις οι οποίες μοιάζουν εξίσου εύλογες. Διόλου περίεργο βέβαια, αν αναλογιστούμε ότι τα οικονομικά απέχουν ακόμη έτη φωτός από το να καταστούν «κανονική» (κατά Kuhn) επιστήμη (μπροστά στους οικονομολόγους, τύφλα να έχουν οι …αστρολόγοι!). Διόλου περίεργο επίσης ότι μέσα σε αυτό το κλίμα, ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο «Freakonomics» μάζεψε κόσμο και κοσμάκη στον Δαναό.
Η ταινία είναι μια οπτικοποίηση κάποιων κεφαλαίων από το best-seller των Steven Levitt και Stephen J. Dubner (2005), το οποίο αντιμετωπίζει ζητήματα της οικονομικής ζωής από μια διαφορετική σκοπιά. Μια σκοπιά η οποία στηρίζεται στη φιλοσοφία ότι η επιλογή της κατάλληλης ερώτησης είναι εκείνη η οποία ανοίγει το δρόμο προς νέα, πολλές φορές απροσδόκητα συμπεράσματα, κόντρα στον περιβόητο «κοινό νου».
Έτσι ενδεικτικά αναφέρω ότι οι δημιουργοί εξετάζουν τη σχέση του σούμο με τη γένεση της διαφθοράς (όσοι βέβαια ξέρουν από ελληνικό ποδόσφαιρο και κατέχουν άριστα το θέμα, μάλλον θα βαρέθηκαν), ασχολούνται με το ζήτημα αν το όνομα του παιδιού συμβάλει στην επιτυχία του στη ζωή (να μεταφέρετε τα συμπεράσματα στους γονείς που βαφτίζουν τα παιδιά τους Νεφέλες και Αριστοτέληδες κατά το μοντέρνο trend), αναρωτιούνται αν η νομιμοποίηση των αμβλώσεων έχει επίδραση στη μείωση της εγκληματικότητας.
Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι Αμερικανοί γενικώς είναι μάστορες στον τομέα που λέγεται popular science, η ταινία είναι ευχάριστη, με έξυπνα δισδιάστατα γραφικά, τηλεοπτική αισθητική (με την …καλή έννοια!), γρήγορη, το θέμα αλλάζει κάθε τέταρτο, αν και κάποιες φορές επιμένει μέχρι να το κάνει «νιανιά» και για τον πιο άσχετο, εις βάρος της …οικονομίας του έργου.
Θα κρατήσω ένα θεματάκι το οποίο πέρασε κάπως γρήγορα από την οθόνη. Αναφέρομαι στη γελοία με τα σημερινά δεδομένα συσχέτιση της κατανάλωσης παγωτού (!) με την εξάπλωση της πολιομυελίτιδας, με βασικό επιχείρημα ότι η νόσος εμφάνιζε αύξηση το καλοκαίρι. Εστιάζω σε αυτό, γιατί αποκαλύπτει έναν τρόπο σκέψης ο οποίος είναι ευρύτατα διαδεδομένος στις μέρες, τη λογική του εάν ένα συμβάν προηγείται κάποιου άλλου, αυτά συνδέονται με σχέση αιτίου-αιτιατού. Λογική που συνοψίζεται στην αηδή πλέον ατάκα των ημερών «Τυχαίο; Δεν νομίζω». Ποιος είπε ότι δεν υπάρχουν ηλίθιες ερωτήσεις;

La Mosquitera (Η κουνουπιέρα) – Agusti Vila
La mosquiterraΞεκινάω με παρένθεση: έχει πολύ πλάκα και ένα κάποιο ανθρωπολογικό ενδιαφέρον να παρατηρείς το πότε και το πως γελάει το ελληνικό κοινό στον κινηματογράφο. Ακόμη και αυτό το δήθεν σινεφίλ κοινό που μαζεύεται στα φεστιβάλ. Θα μπορούσα να γράψω ολόκληρο δοκίμιο για το θέμα, αλλά θα περιοριστώ στα χάχανα (δεν τα λες και γέλια) σε οποιοδήποτε ερωτικό υπονοούμενο, κατάλοιπο φρονώ εφηβικών καταπιεσμένων συνδρόμων. Ας είναι όμως…
Η ταινία του Καταλανού Agusti Vila πάντως είχε πολλά υπονοούμενα (όχι αποκλειστικά ερωτικά!). Και ομολογώ ότι με μπέρδεψε. Στην αρχή βαρέθηκα, μετά με απώθησε το όλο κλίμα οικογενειακής διαστροφής που με επιτυχία δημιουργεί ο σκηνοθέτης, μετά με κέντρισε, εκ των υστέρων νομίζω ότι θα ήθελα να τη δω δεύτερη φορά για να καταλήξω. Όταν συμβαίνει ένα τέτοιο μπέρδεμα, δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν: έχουμε να κάνουμε με αριστούργημα ή με μια μεγάλη «πατάτα». Άλλη μια ταινία πάντως με κεντρικό θέμα (το οποίο μοιάζει ανεξάντλητο) μια δυσλειτουργική όλο νευρώσεις οικογένεια, όπου όλοι ξενοπηδάνε ενώ ο γιος είναι στον κόσμο του…

Τα οπωροφόρα της Αθήνας – Νίκος Παναγιωτόπουλος
Τα οπωροφόραΤο ομώνυμο βιβλίο του Σωτήρη Δημητρίου πάνω στο οποίο βασίστηκε το σενάριο της ταινίας «Τα οπωροφόρα της Αθήνας» δεν το έχω διαβάσει. Αλλά δεν έχει και σημασία. Βρίσκω ανεδαφικές, εντελώς αστήρικτες και αμφίπλευρα άδικες τις συγκρίσεις μιας ταινίας με ένα βιβλίο στο οποίο αυτή έχει βασιστεί. Πως μας λέγανε στην αριθμητική στο σχολείο; Δεν μπορείς να συγκρίνεις καρπούζια με πορτοκάλια. Και η κάθε ταινία είναι ένα αυθύπαρκτο έργο τέχνης, και ως τέτοιο πρέπει να κρίνεται.
Το κοντέρ του Νίκου Παναγιωτόπουλου έχει ήδη γράψει 14 ταινίες, επίτευγμα που ασφαλώς κάτι δείχνει, ειδικά σε αυτόν τον αφιλόξενο βιότοπο που λέγεται ελληνικός κινηματογράφος. Οι προθέσεις καθίστανται σαφείς από το καλησπέρα, η ταινία αυτο-παρουσιάζεται ως «μια κωμωδία πάνω στο δοκίμιο ή ένα δοκίμιο πάνω στην κωμωδία».
Το έργο αποτελείται από μικρά θραύσματα επεισοδίων με συνδετικό κρίκο τα δέντρα. Ο Νίκος Κουρής είναι πολύ καλός στο ρόλο ενός ελαφρώς λοξού τύπου που περιδιαβαίνει την Αθήνα γευόμενος τα φρούτα της, μούρα, φραγκόσυκα, σύκα, νεράντζια, βερίκοκα (ναι, κάπου στην Αθήνα υπάρχουν και βερικοκιές). Η ταινία δημιουργεί μια οικειότητα, κινείται σε μέρη γνώριμα (υποθέτω ότι μετά από χρόνια θα τη βλέπουμε ως ένα ντοκουμέντο της πόλης μας), το χιούμορ της προσπαθεί να μοιάσει σε εκείνο το αφελές του «παλιού καλού» ελληνικού κινηματογράφου, αλλά συνολικά ούτε γοητεύει ούτε απο-γοητεύει. Επιπλέον, οι εμβόλιμες διαλέξεις ενός συγγραφέα (Λευτέρης Βογιατζής) για τον τρόπο σύνθεσης ενός μυθιστορήματος, διαταράσσουν την ισορροπία λόγου-εικόνας, βαραίνοντας την με περιττή φλυαρία.
Κατά τα λοιπά, έχουμε τη μουσική του αναπόφευκτου Κραουνάκη (ο νέος …Νταλάρας;) και οι τσάμπα «τι Αθήνα-τι Βερολίνο» φυλλάδες θα λυσσάξουν για την ταινία η οποία εξυμνεί τις κρυμμένες ομορφιές της Αθήνας. «Don’t believe the hype» δεν συμβούλευαν οι Public Enemy;

Four lions (Τέσσερις λέοντες) – Chris Morris
four lionsΚάπου ανάμεσα στο αναρχικό χιούμορ των Monty Python και τα ντελιαριακά κωμικά gangs του Blake Edwards και του Ροζ Πάνθηρά του, κινείται αυτή η ταινία του Chris Morris, η οποία ήδη έχει προκαλέσει ντόρο στο Νησί. Από τη μία το ΝΜΕ και άλλα μέσα παραληρούν «για την κωμωδία της χρονιάς», από την άλλη οι οικογένειες θυμάτων που χάθηκαν στις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Λονδίνο το 2005 κάνουν έκκληση στους αιθουσάρχες να μην προβάλουν την ταινία.
Κατ’ ουσία μιλάμε για το γνωστό ζήτημα «έχει όρια η σάτιρα;» (να ρωτήσουν τα δικά μας μεσημεριανάδικα τα οποία έχουν κάνει ολόκληρη διατριβή πάω στο θέμα!). Γιατί η ταινία ασχολείται με ένα θέμα με το οποίο λίγοι γελάνε στην Αγγλία: την τρομοκρατία. Τέσσερις επίδοξοι βομβιστές αυτοκτονίας, γνήσιοι losers, πέφτουν από γκάφα σε γκάφα στην προσπάθειά τους να χτυπήσουν το διεθνή μαραθώνιο του Λονδίνου.
Το φιλμ είναι πραγματικά αστείο, έχει εμπνευσμένες ατάκες, πολλές φορές με ένα χιούμορ μαύρο-κατάμαυρο (θυμήθηκα τα ανέκδοτα τύπου «σκάει ένας Παλαιστίνιος σε ένα μπαρ»). Αλλά… Κάτι ενοχλητικό με τσιγκλούσε την ώρα που την παρακολουθούσα. Ήταν, που παρά την εμφανέστατη προσπάθεια του σκηνοθέτη να μην προσβάλλει κανένα από τα δύο μέρη (δεν είναι ώρα να ξεσηκωθούν οι μουσουλμάνοι), η σάτιρα καθώς εκπορευόταν από την πλευρά του ισχυρού, είχε μια δόση βρετανικής αυτοκρατορικής υπεροψίας απέναντι στον κατώτερο, τον αφελή, τον αλλόθρησκο, τον μετανάστη. Είναι εύκολο να κοροϊδεύεις τον αδύναμο… Unfair, όπως θα έλεγε και ένας Άγγλος gentleman παλαιάς σχολής…

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχόλια

  • new-girl-on-the-blog  On Οκτώβριος 6, 2010 at 12:27 πμ

    ..χμ..μάλλον προτίμησες να ξεκινήσεις (φαντάζομαι αυτό ήταν το πρώτο μέρος) με τις ταινίες που δεν σου άρεσαν!
    ..μα (κόντεψες) να κοιμηθείς σε ταινία; (2 φορές το ΄χω πάθει, σε μεταμεσονύκτιες προβολές…χειμώνες πριν-όπως βλέπεις ακολουθώ τη δική σου μέθοδο μέτρησης!-η μια ταινία ήταν το «Woodstock», η άλλη δε θυμάμαι)
    Το «Πικρό τσιμπούσι» μπορεί να ήταν και καλό (ένας..σεφ σαν και σένα, νομίζω είναι απαραίτητο να ψάξει, να τη βρει και να πει και σε μένα πού να τη βρω)!

    Ωραίο σινέ-οδοιπορικό!
    🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: