Χρήστος Οικονόμου- Κάτι θα γίνει, θα δεις

ΚάτιΚλείνοντας το βιβλίο, μια αίσθηση πίκρας είχε κάτσει σα φουντούκι στο λαιμό μου. Μια αίσθηση όμως πολύ γνωστή, σχεδόν οικεία. Για μέρες έσπαγα το κεφάλι μου. Μέχρι που το μάτι μου έπεσε σε ένα από τα πιο αγαπημένα μου μέσα στους χρόνους βιβλία, και θυμήθηκα. Έμοιαζε με εκείνη την πίκρα που μου άφηναν -εκεί δα στην άκρη του χαμόγελου- τα διηγήματα του Νίκου Τσιφόρου, στη συλλογή «Άνθρωποι και ανθρωπάκια». Εκεί όπου ο μπάρμπα-Νίκος, έστω και από τη θέση του αριστοκρατικού του συντηρητισμού, αποτύπωνε με ευαισθησία και τρυφερότητα έναν κόσμο (και κοσμάκη) ο οποίος ζούσε ερήμην στην αφιλόξενη πίσω πλευρά του φεγγαριού. Έναν κόσμο που σήμερα νοσταλγούμε με τον (ψευδο)ρομαντισμό του γκαζοντενεκέ και της ρετσίνας και την πολυτέλεια της απόστασης. Μήπως επειδή η φτώχεια τότε δεν ήταν κρυμμένη και ξορκισμένη πίσω από τα φύκια του lifestyle, ήταν καθολική και εξαπλωμένη σε μια ιδιότυπη ισοπεδωμένη ισότητα, με πρόσφατα τα δεινά του πόλεμου; Δεν ξέρω…

Είχα πολλές προσωπικές αντενδείξεις για τη συλλογή διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου με τίτλο «Κάτι θα γίνει, θα δεις». Λίγο η δημοσιογραφική ιδιότητα του συγγραφέα («άλλος ένας δημοσιογράφος με το ψώνιο του συγγραφέα»;), λίγο το θέμα της φτώχειας (άλλος ένας που προσπαθεί να σπεκουλάρει πάνω στην «κρίση»;) λίγο η υψηλή του θέση στα ευπώλητα (αχ, αυτό το αιώνιο σύμπλεγμα). Η σφραγίδα των καλύτερων ελληνικών εκδόσεων ΠΟΛΙΣ δεν μου έφτανε. Επιπλέον, είχα καιρό πολύ να διαβάσω ελληνικό διήγημα που να στέκεται, το μικρό δεν σημαίνει απαραίτητα απλό και εύκολο, και λίγοι αντεπεξέρχονται με επιτυχία. Το διήγημα απαιτεί πάνω απ’ όλα καλή σχέση του συγγραφέα με τον …κάλαθο των αχρήστων, γι’ αυτό και οι πολλοί (και η κουτσή Μαρία με …διπλό επώνυμο κατά προτίμηση) προτιμούν τη φόρμα του φλύαρου μυθιστορήματος και της συνταγής «μην πετάς τίποτε».

Τελικά όμως, για άλλη μία φορά, η ζωή και η πραγματικότητα περιγέλασαν χωρίς έλεος προκαταλήψεις και ιδεοληψίες. Τόσο ώστε να ομολογώ ότι πρόκειται για ένα από τα καλύτερα βιβλία εγχώριας παραγωγής των τελευταίων χρόνων.

Ένα βιβλίο στο οποίο θα βρείτε ιστορίες, αληθινές ή μη αδιάφορο (ποτέ αλήθεια τέθηκε τέτοιο ζήτημα στη μεγάλη λογοτεχνία;), ιστορίες για ανθρώπους κρυμμένους πίσω από αριθμούς μακροοικονομικούς και μικροοικονομικές στατιστικές, για «ανθρώπους που ζουν για να δουλεύουν», «που μυρίζουν τσίπουρο και δουλειά», για υπάρξεις-φυλλαράκια σε μακρινούς ακατανόητους ανέμους. Βλέπω όμως ότι αρχίζω πέφτω στην παγίδα την οποία απέφυγε επιμελώς ο Οικονόμου, και σταματώ.

Γιατί τα διηγήματά του δεν μυρίζουν από «ταξική πάλη» και «κοινωνικούς αγώνες», αποφεύγουν το φτηνό «λαϊκότροπο» μελόδραμα, δεν ξεπέφτουν (σε ενοχλητικό τουλάχιστον βαθμό) σε λογοτεχνίζουσες ευκολίες, δεν εξωραΐζουν, δεν εξιδανικεύουν τη φτώχεια, δεν …ξανθοπουλίζουν δηλαδή και δεν εμφορούνται από τον καταγγελτικό της μόδας οίστρο.

Τα διηγήματα επίσης δεν έχουν «χάπι έντ», το τέλος δεν έρχεται για να φέρει τη λύτρωση ή την κάθαρση, όλα μένουν ανοιχτά και μετέωρα, η ζωή (ευτυχώς ή δυστυχώς) πάντοτε συνεχίζεται και η τραγωδία από την κωμωδία πολλές φορές διακρίνονται μόνο από το που θα βάλεις την τελεία.

Οι δε ήρωες δεν είναι μαριονέτες των απόψεων του συγγραφέα, σέρνουν τα βήματα της δικής τους ζωής με αξιοπρέπεια στους δρόμους της Β’ Πειραιώς, στη Δραπετσώνα, το Κερατσίνι, την Κοκκινιά (εδώ το χω το αγαπημένο του Λοΐζου). Και όταν θέλουν να φωνάξουν, να βρίσουν, να ξεσπάσουν, η φωνή τους βγαίνει μονόχορδη, κοινότυπη, «τηλεοπτική». Τα αισθήματα περισσότερο υπονοούνται, κυλάνε υποδόρια, και αναδεικνύονται από μια γραφή σπιρτόζα και έξυπνη, με καίρια τοποθετημένες παρομοιώσεις, τολμηρές αλλά όχι αναιδείς ή εξυπνακίστικες, κοφτή, με ελάχιστα σημεία στίξης, ενίοτε σκληρή, πικρή, χειρουργικά διεισδυτική αλλά συνάμα ευαίσθητη, ακόμη κι όταν αγγίζει θέματα δύσκολα.

Πρωταγωνιστής μόνιμος και στις 16 μικρές ιστορίες του βιβλίου είναι και ο καιρός. Ο (όποιος) θεός είναι πανταχού …απών, κρυμμένος πίσω από το γαλάζιο του ουρανού και τη γκριζάδα των σύννεφων. Το νιώθεις στο πετσί σου το κρύο που αδιαφορεί για τη γηραιά αξημέρωτη ουρά του ΙΚΑ, τη σκονισμένη ζέστη που σαν να περιγελάει τους ήρωες με το ζεστό τραύμα της ανεργίας, το φως της μέρας είναι μουντό, υπάρχουν σελίδες μουλιασμένες από βροχή, λες και τα στοιχειά της φύσης συμμετέχουν δίνοντας φωνή στον ανείπωτο πόνο. Να είναι τυχαίο ότι το μοτίβο «κλαίει και ο ουρανός μαζί μου» επαναλαμβάνεται μονόχορδα σε ένα σωρό λαϊκά τραγούδια; Κοινότοπο; Είπαμε… Στην κοινοτοπία κρύβεται πολλές φορές η αυθεντική λαϊκή αλήθεια.

16 μικρές ιστορίες… Μαγικός ρεαλισμός και κουραφέξαλα, όταν η πραγματικότητα είναι τόσο πλούσια σε ιστορίες ανθρώπων χειροπιαστών! Διαβάζοντας δε τέτοια βιβλία, «βγαλμένα απ’ τη ζωή», σκέφτομαι ότι ο μεγάλος συγγραφέας δεν είναι εκείνος που τρέχει ασθμαίνοντας πίσω από την επικαιρότητα, αλλά εκείνος που τη μετασχηματίζει σε κάτι που μπορεί να αγγίξει τον οποιονδήποτε. Ακόμη και κάποιον που πληκτρολογεί αυτή τη στιγμή από την ασφάλεια του μικροαστικού του σπιτιού…

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: