Leon – Futrue (Archangel)

1. Awake
2. The real elevator
3. Generation X
4. Letters to my father
5. (To the) children of tomorrow
6. Timeless beauty
7. The other side (leaving home)
8. Demons
9. Someday, somewhere, maybe somebody
10. Gradually then suddenly
11. All rise

Πόσοι τρόποι υπάρχουν για να …θάψεις (sic) έναν δίσκο; Προσωπικά νομίζω κανένας, φρονώ ότι το κάθε έργο, προϊούντος του χρόνου θα βρει τη θέση που του αξίζει, ότι και να γράψουν οι κριτικοί και τα ΜΜΕ, ακόμη και ενορχηστρωμένα (για να καλύψω και τους συνωμοσιολάγνους). Εν τέλει, και ο κριτικός κρίνεται (αυτονόητο), τώρα μάλιστα με την παγκόσμια αποθήκη του Διαδικτύου είναι ανελέητα εκτεθειμένος και στον παλιό του εαυτό. Κι ενώ τείνουμε να θυμόμαστε τα αρνητικά, έχουμε ξεχάσει πόσους και πόσους εγχώριους δίσκους πνίξαμε κατά καιρούς στην υπερβολή της αποθέωσης και στο άμετρο λιβάνισμα, δίσκους τους οποίους μετά ξέχασε και ο ίδιος ο …χρόνος; Κατανοητές και προφανείς οι αιτίες του φαινομένου, όμως τι υπηρεσίες προσφέρουμε, ειδικά τη σημερινή εποχή της πλημμυρίδας πληροφοριών και ερεθισμάτων; Αφήνω το ερώτημα να εκκρεμεί…

Και μετά από αυτή την σχετική-άσχετη προς προβληματισμό εισαγωγή, ας περάσουμε στο δια ταύτα του προκείμενου δίσκου. Το «Futrue» λοιπόν είναι ένας τίμιων και ξεκάθαρων προθέσεων δίσκος. Από τους πρώτους αρπισμούς του ukulele (διάβαζε γιουκαλίλι αγγλιστί, όργανο ταυτισμένο με τη χαβανέζικη παράδοση), από τις πρώτες νότες του «Awake». Να αποδώσω το τραγούδι με εικόνες; Ξύπνημα μέσα στην καλή χαρά (και …αγκαλιά), με κέφι και έρωτα για τη ζωή, με τον σκύλο να κουνάει την ουρά και μια φρεσκοστιμμένη πορτοκαλάδα να σε περιμένει…

Σαφής είναι και η σφραγίδα των παραγωγών του δίσκου, του Josh Clark (συνεργάτη του Beirut) και του Ottomo, (συν)υπεύθυνου, χάρις στην επαγγελματική αλλά πολυ-οργανικά φορτωμένη παραγωγή του, για το φαινόμενο Μόνικα. Δεν ξέρω τι έχει συμβεί στην …κουζίνα του καλλιτέχνη, το αποτέλεσμα είναι αυτό που μετράει, και σχεδόν σε αναγκάζει να περιοριστείς στην προφανή και εύκολη συγκριτολογία (άκου: Beirut). Είναι ένα ζήτημα το να αναγνωρίζεις την επιρροή από τα πρώτα δέκα δευτερόλεπτα…

Στην Ελλάδα ως γνωστόν ιστορία γράφουν οι παρέες (όπως το τραγούδησε και ο Νιόνιος), και η κοινοτοπία «περνάμε καλά μεταξύ μας και αυτό βγαίνει στον κόσμο» στην παρούσα περίπτωση ισχύει. Η παρέα γύρω από τον Τιμολέοντα Βερέμη (προϋπήρχε και στους Mimosa’s Dream) εν χορδαίς, οργάνοις και πνευστοίς, με πολλά «αααα» και «οοοο», συνθέτει ένα κλίμα θετικής ενέργειας, σε ένα αποτέλεσμα το οποίο συγκεράζει διαφορετικά ρεύματα από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, την πολύχρωμη σκοτσέζικη ποπ αλλά και τη νεο-νεοσταλγία τύπου Fleet Foxes. Θα μπορούσε επίσης να ισχυριστεί κανείς ότι οι σπόροι που έριξαν πίσω στα 90s στην δυσανεκτική και μουντρούχα indie σχολή οι Calexico και οι Belle & Sebastian, αλλά και περιθωριακές (τότε) εγχώριες προσπάθειες όπως της This Happy Feeling, άρχισαν να δίνουν πια καρπούς.

Αυτό το πνεύμα «ερασιτεχνικής» ελαφρότητας συνιστά (ως δίκοπο μαχαίρι) και την κύρια αδυναμία του δίσκου. Να βρυχηθείς αλά …black metal ή να τραγουδήσεις χαρούμενα «λαλαλα» δεν είναι διόλου εύκολο (όπως πιθανώς να φαίνεται), οφείλεις να ακολουθείς μουσικούς κανόνες και να υπακούς στους κανόνες της αρμονίας. Όταν η συνταγή πετυχαίνει, όπως στα δύο πιο «γερά» από δομική άποψη τραγούδια του δίσκου, το «Generation X» και το «A great elevator» (ένα πλούσιο κομμάτι, με έξυπνα γυρίσματα που μου θύμισαν Dexys Midnight Runners), είναι δύσκολο να γλιτώσεις από τα συγκινησιακά σκάγια της μελωδίας. Από την άλλη όμως, η υπερδοσολόγηση των χορωδιακών μερών ενίοτε κουράζει το αυτί, περιορίζει την προοπτική, και στο τέλος μπορεί να αφήσει την αίσθηση μιας πληθωρικής και εκβιαστικά επιβαλλόμενης ευφορίας.

Σε γενικές γραμμές έχουμε πάντως να κάνουμε με έναν καλοφτιαγμένο δίσκο, εξωστρεφή, ο οποίος αντιμετωπίζει το μέλλον …νοσταλγικά και αναζητά την ομορφιά στο παρελθόν, ενώ συνάμα αποτελεί και μια εξαιρετική βάση για σκηνική απόδοση. Το ταλέντο υπάρχει, η ωριμότητα θα φέρει την αισθητική οικονομία και ισορροπία, όμως… Σκέφτομαι ταυτόχρονα πόσο πιο χρήσιμος θα ήταν ένας τέτοιος δίσκος με ελληνικό στίχο, πόσο θα εμπλούτιζε τη φτωχή ελληνική μουσική πανίδα. Η άποψη ότι τα αγγλικά είναι η προαπαιτούμενη lingua franca έχει απομυθοποιηθεί προ πολλού από πλειάδα αντι-παραδειγμάτων.. Που πας λοιπόν δισκάκι σε έναν τέτοιο κόσμο, ειδικά σε ένα είδος όπου οι αγγλόφωνες χώρες έχουν υπερπαραγωγή που γεμίζει ακόμη και τις …χωματερές; Και μπορεί οι εποχές όπου το μόνο ελληνικό στοιχείο στους «ποπ-ροκ» δίσκους ήταν η αγγλική προφορά να έχουν περάσει, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η διαφορά δεν γίνεται αντιληπτή από το αγγλόφωνο αυτί. Την ίδια στιγμή η ελληνική ποπ έχει πνίγει στις πλαστικές ενορχηστρώσεις του Χατζηγιάννη ή αναζητεί σωσίβια στον Μαραβέγια.

Ας είναι… To μέλλον έρχεται πιο γρήγορα απ’ ότι περιμένουμε (και θέλουμε!), ο δεύτερος δίσκος είναι πάντα το πιο αποφασιστικό (μέχρι το επόμενο!) σκαλοπάτι. «Future’s so bright, I gotta wear shades» που έλεγαν οι Timbuk 3 (που τους θυμήθηκα τώρα αυτούς;) ή «futuro incerto» όπως άδει ο Carotone; Το …μέλλον θα δείξει!

7.5

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: