Ουμπέρτο Έκο – Το κοιμητήριο της Πράγας

ΠράγαΣκηνή διακοπική. Χωρόχρονος: αργολική παραλία, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 90. Καλλίπυγος νεαρά με ξανθιά ρίζα και ένα σεμνό μπικίνι. Κομψή τσάντα θαλάσσης. Δάχτυλα που απλώνουν ηδυπαθώς το αντηλιακό. Η αδιάκριτη ματιά μου από την παρακείμενη πετσέτα πέφτει στα …, χμμμ, στο βιβλίο το οποίο κρατά με νάζι αλλά όχι ιδιαίτερη προσήλωση. Δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσω τις 900+ σελίδες του Εκκρεμούς του Φουκώ…

Υποθέτω ότι με τα πρώτα φθινοπωρινά σύννεφα το βιβλίο θα πήρε άκαρδα τη θέση του σε ένα ράφι επίδειξης στο σαλόνι. Ίσως κάποιος λεκές από το αντηλιακό, κάποιοι κόκκοι άμμου ανάμεσα στις σελίδες, να έμειναν αναμνήσεις ενός περασμένου καλοκαιριού. Μετά άλλωστε ήρθε ο …Κοέλιο. Και τα χρόνια πέρασαν…

Αυτό που πρέπει γενναιόδωρα να αναγνωρίσουμε στον Έκο όλα αυτά τα χρόνια, είναι ότι παρά τη μεγάλη επιτυχία η οποία έστεψε το Όνομα του Ρόδου (με τη συμβολή και της κινηματογραφικής μεταφοράς του ασφαλώς), δεν προσέθεσε σταγόνα νερό στο κρασί του, καταφέρνοντας μάλιστα να εξισορροπήσει το σπάνιο μείγμα εμπορικότητας και «ιντελιγκέντσιας» δύο-σε-ένα. Και συνέχισε το δρόμο του πάνω στην τροχιά κάποιων διαχρονικών σταθερών. Έτσι είναι οι μεγάλοι δημιουργοί όμως. Έχουν εμμονές και μονομανίες. Και με το «Κοιμητήριο της Πράγας» (μια άτυπη συνέχεια του Εκκρεμούς;) επανέρχεται σε μία από τις πιο καθοριστικές για το συγγραφικό του σύμπαν. Τις θεωρίες συνωμοσίες και την ακαταμάχητη γοητεία που ασκούν στις πλατιές μάζες. Ας μην πάμε μακριά. Δείτε τούτες τις ημέρες πόσες τέτοιες θεωρίες ξεπήδησαν για ένα ευτελές ιστορικό επεισόδιο (στο «σκάνδαλο» Στρος-Καν αναφέρομαι).

Στο εξώφυλλο του βιβλίου αναγράφεται ο χαρακτηρισμός «μυθιστόρημα». Δικαίως; Ναι, αν και όπως λέει κι ο ίδιος, το μόνο φανταστικό πρόσωπο είναι ο κεντρικός ήρωας Σιμονίνι. Κι αν (επικαλούμενος τη συνδρομή του …θωρηκτού Oscar Wilde), η Ιστορία δεν είναι παρά μια ακριβής περιγραφή γεγονότων που ποτέ δεν συνέβησαν, ίσως δεν θα ήταν αδόκιμο κάθε ιστορική αφήγηση χαρακτηρίζεται εν μέρει (μυθ)ιστορία. Η ιστορία άλλωστε είναι ένα τεράστιο ενυδρείο, από το οποίο μπορείς να «αλιεύσεις» όποιο ψάρι γουστάρεις για να φτιάξεις την «ψαρόσουπα» η οποία ικανοποιεί τα σημερινά σου γούστα (ας μου χρεωθεί η πατρότητα αυτής της παιδιάστικης αναλογίας!).

Διασχίζοντας λοιπόν τούτο το ασαφές όριο Ιστορίας-Λογοτεχνίας, ο Έκο κινείται με ευρυμαθή (ενίοτε και επιδεικτική) άνεση και χωρίς καμία δόση εξωραϊσμού, στον 19ο αιώνα (με επίκεντρο την Γαλλία και την νεογέννητη Ιταλία) και σκαλίζει τα βρώσιμα ντεσού της ευρωπαϊκής ιστορίας. Μια ανάστατη εποχή όπου οι μονάρχες έτρεμαν μπροστά στη δύσκολη γέννα του κοινοβουλευτισμού και της νέας ιδέας (προοδευτικής τότε!) του εθνικισμού, όπου ένας λαβύρινθος από θρησκοβλαβείς (και όχι μόνο) σέκτες προσπαθούσαν με κάθε μέσο να σώσουν, να αλλάξουν και κατ’ ουσία να εξουσιάσουν τον κόσμο. Σε τούτο το δαιδαλώδες βρωμερό (οι πόλεις την εποχή εκείνη έζεχναν κυριολεκτικά εξαιτίας της υποτυπώδους αποχέτευσης) περιβάλλον (στην απόδοση του οποίου συμβάλλει και η εξαιρετική εικονογράφηση με γκραβούρες) αγωνίζεται να ελιχθεί και να επιβιώσει σαν σαπρόφυτο ο ήρωας του βιβλίου, ένας επαγγελματίας απατεώνας (όχι δεν είναι πολιτικός!) και πλαστογράφος, πρόθυμος να θέσει τις ικανότητες του στην υπηρεσία του κάθε καλοπληρωτή.
UbertoΟ Έκο είναι δεινός χειριστής της δύναμης των λέξεων, πληθωρικός (αλλά και ανοικονόμητος) και εύστοχος. Νομίζω πάντως ότι πολύ θα ήθελε να διαθέτει το δηλητηριώδες χιούμορ ενός David Lodge. Δεν το έχει… Κατέχει όμως τη λεπτή τέχνη της ειρωνείας, ενός επικίνδυνου όπλου που μπορεί να εκθέσει ανεπανόρθωτα τον απρόσεκτο αδαή «οπλοφορούντα».

Η μετάφραση της Έφης Καλλιφατίδη (της κλασικής μεταφράστριας του Έκο στα ελληνικά) είναι επαρκής, αν και με κάποιες αστοχίες (ας ληφθεί υπόψη και η προφανής χρονική πίεση της έκδοσης). Μια πολύ πιο εμπεριστατωμένη και τεκμηριωμένη άποψη επί του θέματος θα βρείτε στο εξαιρετικό ιστολόγιο για γλωσσικά ζητήματα του Νίκου Σαραντάκου.

Κλείνοντας το βιβλίο, αναλογίζεσαι ότι δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα παρά το χρόνο που κύλησε και παρόλη την τεχνολογική πρόοδο. Πρόοδο; Ένας στους δύο έλληνες πιστεύει στην ανάσταση. Ένας στους τρεις αμερικανούς παίρνει κατά γράμμα τη Βίβλο. Τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών κοσμούν ακόμη και «σοβαρές» βιβλιοθήκες. Ο ρατσιστικός σπόρος ανθεί, και όχι μόνο σε εύφορα εδάφη (μοιάζει αστείο, αλλά αποσπάσματα του βιβλίου διακινούνται για να υποστηρίξουν ρατσιστικά κηρύγματα – φευ, κανένας όταν γράφει δεν μπορεί να ελέγξει το IQ των αναγνωστών του). Και το μίσος εξακολουθεί να αποτελεί τον πιο καλό συνεκτικό ιστό για μια οποιαδήποτε ομάδα ανθρώπων (είτε την ονομάσουμε έθνος είτε κόμμα είτε θρησκεία).

Οι δε σημερινοί Σιμονίνι έχουν βρει πεδίον δόξης λαμπρό στο διαδίκτυο, όπου η ανώνυμη κακοήθεια και ανοησία κυκλοφορεί ελεύθερη και …αφορολόγητη, με τη διασπορά και τη δυνατότητα αναπαραγωγής να αφήνουν την αλήθεια έρμαιο της ποσότητας (και μπορεί ο λαός να λέει ότι το ψέμα έχει κοντά ποδάρια αλλά τέτοια έχουν και οι …κατσαρίδες και βρίσκονται παντού). Ειδικά όταν απευθύνεται σε αυτιά πρόθυμα και έτοιμα να ακούσουν. Εδώ βασίζεται και η επιτυχία των θεωριών συνωμοσίας. Στην κολακεία της ημιμάθειας, στην εύκολη εξήγηση ενός χαοτικού κόσμου και μιας ανυπόφορης πραγματικότητας, και κυρίως στην αθωωτική μετάθεση των ευθυνών της προσωπικής ή της εθνικής αποτυχίας σε «Κάποιους».

Άλλες φορές διασκεδάζω: αυτές οι σκοτεινές αδελφότητες ή μυστικές υπηρεσίες ή Νεφελίμ ή …. ή …. θα πρέπει να είναι παντελώς ανίκανες στο σατανικό τους έργο, αφού και ο τελευταίος συμπαθής …ταξιτζής μπορεί να αποκαλύψει τους κρυφούς μηχανισμούς της δράσης τους.

Άλλες φορές τρομάζω: Γιατί διαβάζοντας το βιβλίο «τσιμεντώνω» τη διαπίστωση ότι το Άουσβιτς και ο Χίτλερ δεν υπήρξαν μια ιστορική ανωμαλία, αλλά ένας φυσικός καρπός μακροχρόνιων διεργασιών. Το νερό δεν βράζει με τη μία. Στην αρχή φυσαλίδες σχηματίζονται αργά, σταδιακά πυκνώνουν, και ξάφνου, σε ένα σημείο ασυνέχειας ξεσπά ο κοχλασμός…

Η επιτυχία του «Κοιμητηρίου της Πράγας» νομίζω είναι εξασφαλισμένη. Ήδη στρογγυλοκάθισε στην κορυφή των ευπώλητων (και όχι μόνο χάρις στο επιθετικό marketing των εκδόσεων Ψυχογιός, οι οποίες ενέταξαν τον Έκο στο δυναμικό τους σαν ένα ιδανικό ποιοτικό άλλοθι). Είναι και η αισθητική της έκδοσης η οποία παραπέμπει στην κατηγορία των λαοφιλών τούβλων τύπου «Κώδικας Ντα Βίντσι» (αν και το περιεχόμενο του θα πέσει κάπως βαρύ για τα ευαίσθητα στομάχια των αναγνωστών του Dan Brown).

Προχθές είδα μια συμπαθητική ξανθιά κυρία να αγοράζει το βιβλίο (μαζί με την …αναπόφευκτη Μαντά). Δεν θα έπαιρνα όρκο ότι ήταν εκείνη των εφηβικών διακοπών. Θα μπορούσε όμως…

(Εκδόσεις Ψυχογιός)

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχόλια

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: