Χίλντα Παπαδημητρίου – Για μια χούφτα βινύλια

Για μια χούφτα

Murder by vinyl

Η λογοτεχνία είναι η τέχνη που σε κάνει να συγκινείσαι με τους πόνους, τις νοσταλγίες, τα συναισθήματα, τις αδυναμίες, τα δράματα και τις χαρές των άλλων. Εκ του ασφαλούς; Εκ του ασφαλούς… Σε βάζει όμως σε μια τροχιά ενσυναίσθησης, σε «αναγκάζει» να μπεις στα παπούτσια του άλλου που λένε και οι αγγλοσάξονες, ίσως, ίσως λέμε, σε κάνει και καλύτερο άνθρωπο (κάτι για το οποίο πολύ αμφιβάλλω ότι καταφέρνουν πολλές άλλες τέχνες, και σίγουρα όχι η μουσική!).

Και είναι αυτή η μουσική η οποία πρωταγωνιστεί στο «Για μια χούφτα βινύλια». Είτε ως αναφορά-κλείσιμο του ματιού στον γνώστη, είτε ως ηχητική επένδυση, είτε ως αντικείμενο. Το επίκεντρο άλλωστε είναι ένα μικρό δισκοπωλείο (ή μήπως καλύτερα δισκάδικο;), από εκείνα που παλεύουν απεγνωσμένα να κρατηθούν στη «φυτοζωή», από εκείνα που οι κρύοι καπνοί των τσιγάρων ανακατεύονται με τη σκόνη, από εκείνα που ποτέ δεν είσαι σίγουρος ότι θα τα βρεις ανοιχτά στην ώρα τους. Γύρω από το δισκάδικο αυτό διαβιεί μια πολύ ιδιαίτερη πανίδα, ένας παράξενος μικρόκοσμος, ένας κόσμος όπου η αγνή αγάπη για τη μουσική συνδυάζεται με τη φετιχιστική εμμονή, όπου η κατοχή του πλαστικού αντικειμένου αποκτά πολλές φορές προσθετική αξία η οποία υπερβαίνει την αμιγώς καλλιτεχνική (και σίγουρα τη συναισθηματική!).

Σκέφτομαι με τούτη την αφορμή ότι δεν είναι τυχαίο ότι οι κύκλοι των συλλεκτών και των φετιχιστών είναι κατ’ ουσία ανδροκρατούμενοι. Από μικρά τα αγοράκια μπαίνουν στη διαδικασία του «συλλέγειν», σαν μια αυτοεπιβεβαίωση της παρουσίας στον κόσμο, μια μικρή εξουσία της κατοχής του αντικειμένου, μια επίδειξη δύναμης. Είτε μιλάμε για χαρτάκια με ποδοσφαιρόφατσες, για γραμματόσημα, για δίσκους, για …γυναίκες (ναι, υπάρχουν ακόμη και αυτοί), για κάθε λογής (σκοτεινά) αντικείμενα του πόθου. Η παρουσία της πρωταγωνίστριας, εργαζόμενης στο δισκοπωλείο «Rip it up», Τατιάνας μοιάζει με παραφωνία σε αυτή την σέκτα που με δυσκολία κρύβει τον μισογυνισμό της.

Η συγγραφέας τον έχει ζήσει αυτό τον κόσμο από μέσα, από την καλή κι από την ανάποδη (…κάποτε στη Νέα Σμύρνη), και φυλάγει ένα βλέμμα περίσσιας τρυφερότητας για αυτά τα μεγάλα παιδιά, τους αμετανόητα έφηβους, των οποίων η ζωή κυλά δίχως να κοιτά τη μελαγχολία τους. Ακόμη και ο εκπρόσωπος του νόμου, δεν είναι παρά ένας …άχαρος Χάρης, ένας λούζερ αντι-μπάτσος που μένει ακόμη με τη μαμά του και η βελόνα του έχει κολλήσει στους Beatles. Με «κανονικά» παιδιά δεν στήνεις μυθιστόρημα, πόσο μάλλον αστυνομικό…

Είναι κοινός τόπος ότι το αστυνομικό μυθιστόρημα έχει πλέον γίνει το μυθιστόρημα της εποχής, όντας ένα θερμόμετρο της ευρύτερης κοινωνίας. Πέρασαν ανεπιστρεπτί οι εποχές εκείνες όπου το είδος κατατασσόταν περιφρονητικά στην παραλογοτεχνία. Αυτό που δεν άλλαξε όμως είναι ότι ακόμη αποκαλύπτει μια σαφή ηθική στάση (η οποία δεν θα πρωτοτυπήσω αν πω ότι συνεπάγεται και μια αισθητική). Και προσπαθεί να αποκαταστήσει την τάξη σε έναν κόσμο, φευ, χαοτικό, τον οποίο κυβερνούν οι νόμοι της τυχαιοκρατίας, της σχετικότητας και αβεβαιότητας της ανθρώπινης ψυχής. Όπου και οι ένοχοι είναι αθώοι, και οι αθώοι ένοχοι…

Η αγάπη της συγγραφέως για το είδος δεν κρύβεται, στο «Μια χούφτα βινύλια» χωνεύει μια πλειάδα επιρροές, οι οποίες ξεκινούν από τον γεωγραφικό βορρά (δεν είναι τυχαία η εμφάνιση μιας Σίβον, άμεση παραπομπή στον Ράνκιν) έως τον δικό μας νότο (έναν Μάρκαρη ας πούμε, χωρίς το καταγγελτικό του δάκτυλο).

Γενικά μέσα στο βιβλίο συναντάμε πολύ Χίλντα (για να αφήσω επιτέλους το απρόσωπο «η συγγραφέας»), η οποία μετά από πολλά χρόνια στην υπηρεσία της λογοτεχνίας από την …αντι-ηρωική καρέκλα της μετάφρασης, αποφάσισε να αντιπαλέψει με τη λευκή σελίδα και να παραδώσει το πρώτο της πόνημα (και φυσικά εδώ στο MiC δεν μπορούμε να κρύψουμε το κούνημα της ουράς μας γι’ αυτό). Συναντάμε μια ζεστή παλιομοδίτικη ανεπιτήδευτη γραφή, οι οποίοι μας περιδιαβάζει σε χώρους οικείους, σε μέρη που έχουμε επενδύσει με δικά μας βιώματα. Το κέντρο της Αθήνας, το «γκέτο» των Εξαρχείων, η no man’s land εκεί στα χαμηλά της Σκουφά, πριν πάρουν την σκυτάλη οι ναοί της ξανθοβαμμένης διασκέδασης, αλλά και η μητρόπολη της μουσικής, το αναπόφευκτο Λονδίνο, ορίζουν τις συντεταγμένες της ιστορίας.

«Μα είναι δυνατόν να σκοτώσει κανείς για μια χούφτα βινύλια;» Δεν κόλλησα ποτέ τον ιό της βινυλομανίας, μάλιστα όλο και πιο συχνά θυμάμαι μια παλιά φίλη την εποχή που ξεφόρτωνε τη βιβλιοθήκη της από βιβλία που δεν επρόκειτο ποτέ να ξανανοίξει: «όσο μεγαλώνω θέλω να δένομαι λιγότερο με υλικά αντικείμενα». Τι θα απογίνουν όλα αυτά τα CD; Κι όμως σε κάποια συρτάρια ακόμη κρατώ παλιές ξεχασμένες κασσέτες. Φουυυυ… Σκόνη. Άραγε να παίζουν ακόμη;

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: