Monthly Archives: Νοέμβριος 2011

Tori Amos – The night of the hunter (Deutsche Grammophon)

ToriΗ Tori Amos είναι ερωτευμένη. Η Tori Amos είναι ερωτευμένη με την …Tori Amos. Δεν διεκδικεί βέβαια καμία πρωτοτυπία η παρατήρηση αυτή, άλλωστε η ωραιοπάθειά της βγάζει μάτι, όλοι της οι δίσκοι (και δεν είναι και λίγοι) έχουν μια φωτογραφία της στο εξώφυλλο σε κάθε δυνατή πόζα (ξεπερνώντας έτσι επιδόσεις τραγουδιστών όπως ο Morrissey ή ο Λευτέρης Πανταζής).
Λιγότερο εμφανής (για προφανείς λόγους!) είναι μια «πάθηση» την οποία θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε …»καλιφωνοπάθεια». Ποτέ δεν φημιζόταν για «σεμνότητα και ταπεινότητα» η Tori Amos, πόσο μάλλον τώρα που ο νέος της δίσκος της βγαίνει κάτω από την βαριά εγγύηση της (υπερ)σοβαρής Deutsche Grammophon. Εδώ λοιπόν ξεχνάμε τα έργα της τελευταίας δεκαετίας, τώρα πλέον τραγουδάει «ποιότητα».
Ο δίσκος περιέχει τραγούδια τα οποία βασίζονται σε προσαρμογές/διασκευές κομματιών διαφόρων σημαντικών συνθετών του πιάνου, από τον Bach και τον Schumann μέχρι τον Debussy και τον Chopin. Και πριν αρχίσετε τις βιαστικές κατηγορίες για συνθετική ένδεια και εύκολη προσφυγή σε διασκευές, και τις αναλογίες με τους έλληνες τραγουδιστές οι οποίοι θεωρούν ως απαραίτητο πέρασμα σε άλλη …πίστα ωρίμανσης την ερμηνεία ενός οποιουδήποτε Χατζιδάκι), σας ενημερώνω ότι ο δίσκος έχει και άλλο επίπεδο …ανάγνωσης. Μία κεντρική ιδέα (πάρτε ανάσα): μια γυναίκα το βράδυ πριν από το χωρισμό της, ακολουθεί ένα παιδί-φάντασμα (εδώ επιστρατεύεται και η μικρή της κόρη), το οποίο την μεταφέρει τρεις χιλιάδες χρόνια πίσω στην αρχαία Ιρλανδία, όπου και συναντά μια προηγούμενη ενσάρκωση της, και …. ουφ, ήδη κουράστηκα, θα μας πάρει περισσότερο η διήγηση παρά η ακρόαση του δίσκου, όποιος ενδιαφέρεται, οι πληροφορίες είναι δύο κλικ μακριά.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η ακρόαση του δίσκου είναι ευκολότερο έργο. Η διάρκεια του είναι πληθωρική και ανοικονόμητη σαν μερίδα σε αμερικάνικο εστιατόριο, 14 τραγούδια απλώνονται σε 70+ λεπτά (θα μπορούσε να συνοδεύεται με αυτοκόλλητο «20% παραπάνω προϊόν»), σε μια επίπεδη ενορχήστρωση μουσικής δωματίου, το τέμπο δεν αλλάζει ούτε κατ’ ελάχιστον, μόνο το «Battle of trees» με απέσπασε από τον λήθαργο (υποθέτω χάρις στην πολύ δυνατή μελωδία του Satie). Δίσκος για σοβαρούς μελετημένους ακροατές, οι οποίοι και θα χειροκροτήσουν και θα ανακράξουν «μπράβο» λίγο πριν τελειώσει το κομμάτι. Δίσκος ώριμης ανίας (ας της αναγνωρίσουμε ως ελαφρυντικό ότι χρειάστηκε έντεκα δίσκους για να φτάσει ότι κατάφερε η Joanna Newsom μόλις με τον δεύτερο δίσκο). Δεξιοτεχνία υπάρχει εδώ μέσα άφθονη, ψυχή ελάχιστη…

6

 1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Maria Minerva – Cabaret Sixous (Not Not Fun)

MinervaΤην αρκετά διαδεδομένη άποψη «με ποιο δικαίωμα κρίνεις; αν νομίζεις ότι μπορείς να το κάνεις καλύτερα, ανέβα στη σκηνή» τη θεωρώ τόσο προφανή ένδειξη προϊούσας ηλιθιότητας όσο και τα σπυράκια στο πρόσωπο για την ανεμοβλογιά. Υπάρχουν πάντως λίγοι οι οποίοι διέσχισαν τον Ρουβίκωνα και πέρασαν από την μία όχθη στην άλλη. Μπορώ να σκεφτώ κάποια (λίγα) δυνατά παραδείγματα, στα οποία όμως δεν ανήκει η Maria Miverna…
Η οποία είναι Εσθονή (όχι ότι αυτό είναι ένα στοιχείο που επηρεάζει τον ήχο), είναι πιτσιρίκα δροσερή και έγραφε στο Wire. Ότι κι αν λέει αυτό (και μάλλον λέει πολλά). Προσωπικά απέχω εδώ και κάποια χρόνια από την ανάγνωση του, το γούστο του μοιάζει πλέον να πάσχει από επηρμένο ιδρυματισμό και σε μερικές περιπτώσεις είναι το λιγότερο αστείο.
Ο δίσκος έχει γραφτεί για να μην εγείρει πολλά ερωτήματα για την κατάταξή του, γενικά συνοψίζει όλα τα στερεότυπα του είδους που έχει αποκληθεί «hypnagogic pop», όρο τον οποίο σύστησε έτσι κι αλλιώς εχμμ το …Wire για να στεγάσει ολόκληρη αυτή τη συνωμοσία του κακού γούστου η οποία τρέφεται από τον εαυτό της και αναπαράγεται ενδογαμικά ερήμην του όποιου κοινού. Θολή παραγωγή με την ταμπέλα «δήθεν» να βγάζει μάτια (όπως και το εκτρωματικό εξώφυλλο), easy listening προσέγγιση, φωνητικά χαμένα μέσα στις παραμορφώσεις (η χαρά του φάλτσου). Προσθέστε και μια υποβόσκουσα σεξουαλικότητα (μπορεί ο κόσμος να είναι ακόμη «a man’s man’s world», αν είσαι όμως μουσικός ή DJ το να είσαι γυναίκα είναι μάλλον συγκριτικό πλεονέκτημα) και έχετε βρεθεί μέσα στο καμπαρέ Coxious (ο φεμινισμός μας μάρανε). Για να μην κάψουμε πάντως τα χλωρά μαζί με τα ξερά (κατά το αμείλικτο πνεύμα της εποχής), υπάρχουν κάποια ψήγματα ιδεών και κάποιοι ενδιαφέροντες ήχοι όπως στο «I luv ctrl», γρήγορα όμως περνάει ο οδοστρωτήρας της ακαλαισθησίας και δεν αφήνει τίποτε όρθιο.
Υπναγωγός ποπ λοιπόν. Δεν είναι δα κακό να στέλνεις τον κόσμο για ύπνο, η αϋπνία είναι μια κατάρα στις μέρες μας. Αλλά σαν είδος έχω την αίσθηση ότι αν δεν βρει τον εμβληματικό του δίσκο θα καταλήξει γρήγορα στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

4

 1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Tetes Raides – L’ an demain (Tot ou Tard)

TetesΕδώ στις παρυφές της αγγλοσαξονικής επικράτειας, όπου γενιές μουσικοκριτικών και γραφόντων για μουσική (αυτά τα δύο δεν ταυτίζονται απαραιτήτως!) γαλουχήθηκαν μετα/παραφράζοντας το NME και πιθηκίζοντας το πίτσφορκ, δεν είναι περίεργο ότι σχήματα όπως οι Tetes Raides είναι σαν να προέρχονται από την terra incognita. Κι ας είναι ενεργοί από την εποχή του Μιτεράν και του Ανδρέα κι ας έχουν φτάσει πλέον τους 11 δίσκους.
Ανοιχτή ουσιαστικά κολεκτίβα μουσικών, χτισμένη γύρω από τον κύριο συνθέτη και τραγουδιστή Christian Olivier, τοποθετείται ακριβώς πάνω στον νοητό μεσημβρινό o οποίος διατρέχει το γαλλικό τραγούδι όπως το ξέρουμε τα τελευταία 40 χρόνια. Ήτοι: από το πρώτο κομμάτι («L’ an demain») ανακαλούν τον συγκινησιακά και έγχορδα φορτισμένο Brel του στερνού του δίσκου για να μετατρέψουν τη φλόγα του σε ηλεκτρισμό στο εξαιρετικό «Fulgurance», το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να είναι έργο ενός από τους …πολλούς εαυτούς του Tiersen. Δεν αποφεύγουν κάποιες κοινοτοπίες και τις γαλλικές …έντεχνες ενορχηστρώσεις (με τα πολλά όργανα και με το αναπόφευκτο ακορντεόν!), αλλά ο δίσκος είναι αρκούντως πολύχρωμος και πολυποίκιλος ώστε να απαλλάσσεται της κατηγορίας της προβλεψιμότητας. Ακόμη (φανταστείτε!) και η συνήθως εκνευριστική φωνή του Martyn Jacques, υπηρετεί (σε δεύτερο ρόλο) λειτουργικά το (κατ’ εξαίρεση) αγγλόφωνο «So free». Και η συγκινητική βραχνή συμμετοχή της υπερ-ογδοηκονταετούς Jean Morreau στην «Emma» που χορεύει ένα ήσυχο tango, μοιάζει σαν να συνοψίζει (ή ακόμη και να κορυφώνει) τη «γαλλικότητα» του δίσκου αυτού…

7

 1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Petra Schelm – Split cassette with Warm Hands (Clan Destine Recs)

Petra SchelmΆλλη μία ομορφονιά η οποία προσπαθεί να ισορροπήσει αβέβαια φορώντας τις μπότες της Siouxsie; Απάντηση καταφατική, αν και τούτη εδώ δεν το κάνει με τον …μητσικώστειο μιμητισμό της Zola. Γνήσια ακατέργαστη δουλειά, φωνή μέσα από ερεβώδες πηγάδι, το δε μπάσο σέρνεται στη ζώνη του λυκόφωτος (όπως και η παραγωγή άλλωστε) μέσα από άδεια δωμάτια και πνιγηρά υπόγεια (ας απανθίσω ενδεικτικά το «Buried deep»). Το όλο κλίμα μου θυμίζει έντονα εκείνες τις κασέτες που παραγγέλναμε κάποτε από …ύποπτα mail-order τις οποίες και λαμβάναμε -και αν- μετά από κανά δίμηνο. Δεν είναι τυχαία αυτή η σύνδεση, μιας που και τούτη η κυκλοφορία μας έρχεται σε κασέτα (σε 50 εξαντλημένα πλέον αντίγραφα), με τις πλευρές μοιρασμένες μεταξύ της εν λόγω Petra Schelm και του Warm Hands (ο οποίος το τραβάει σε πιο ατμοσφαιρικά μονοπάτια – σαν πιο βλοσυροί Durutti Column αν επιμένετε σε παραλληλισμούς).
Ποια είναι όμως αυτή η μυστήρια Petra Schelm; Βασικά …ήταν: μια εικοσάχρονη κομμώτρια, μέλος της τρομοκρατικής οργάνωσης RAF, η οποία έπεσε νεκρή από πυρά αστυνομικών σε μια γειτονιά του Αμβούργου. Λίγο η δροσιά της ηλικίας, λίγο η ομορφιά και λίγο η εικόνα κοριτσιού της διπλανής πόρτας, ο θάνατος αυτός επέφερε ένα κάποιο κύμα συμπάθειας στην Γερμανία για αυτά τα ένοπλα αγριεμένα νιάτα. Τότε όμως είχαμε 1971, τώρα 2011. Δεν ξέρω ποιες είναι οι συνδηλώσεις της επιλογής του ψευδώνυμου από την αμερικανίδα Mollie Wells (η οποία εμφανίζεται επίσης στις μπάντες Funerals και Cinema Eye). Λίγη ιδεολογία, κάμποση αλητεία και πνεύμα περιπέτειας, μπόλικη βαρεμάρα, άφθονη πρόκληση; Κοιτώντας τη φράση αυτή αναρωτιέμαι: στο πανκ ήθελα να αναφερθώ ή στην …τρομοκρατία;

6

 1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

VNV Nation – Automatic (Anachron Sounds)

1. On-Air
2. Space & Time
3. Resolution
4. Control
5. Goodbye 20th Century
6. Streamline
7. Gratitude
8. Nova (shine a light on me)
9. Photon
10. Radio

Ο Ronan Harris έχει ζητήματα με το παρελθόν. Ποιος δεν έχει θα μου πείτε, ο καθένας το παλεύει με τον τρόπο του, με …θάψιμο ή με υπερ-έκθεση κι η ζωή να προχωράει. Εδώ βέβαια έχουμε να κάνουμε με τον άνθρωπο ο οποίος κάποτε εισήγαγε τον όρο future pop (πρώην μουσικός δημοσιογράφος γαρ, δεν είχε αποβάλει το χούι να εφευρίσκει ταμπέλες!). Τι σόι όμως «ποπ του μέλλοντος» είναι δαύτη όταν εν έτει 2011 δεν έχει ξεπεράσει ακόμη τον (μεγάλο κατά τ’ άλλα) Moroder (άκου π.χ. το «Streamline»);

Είναι λίαν ενδιαφέρουσα από πολλές γωνίες (κοινωνιολογική, φιλοσοφική, πολιτική και φυσικά μουσική) η παρατήρηση ότι οι περισσότεροι φανατικοί ευαγγελιστές του μέλλοντος καταλήγουν μέσα από μια εκπληκτική λογική αντιστροφή στην «επιστροφή στις ρίζες» και στη λατρευτική νοσταλγία μιας κάποιας παρελθοντικής Χρυσής Εποχής (σε σαφή πάντα αντιδιαστολή με ένα παρακμάζον παρόν). Σχιζοφρενικός διχασμός, ο οποίος και έπληξε τραυματικά τον 20ο αιώνα, ο ακραίος φουτουρισμός (σταθερή αναφορά και των ιδίων των VNV) εναγκαλίστηκε με τον φασισμό, ο οποίος αφού φαντασιώθηκε χιλιόχρονα Ράιχ και τεχνολογικούς υπεράνθρωπους, έφτασε να αναπολεί Γότθους, Ρούνους, παρθένα δάση, ιππότες με ξίφη και γαλακτερές παρθένες με στήθη (αυτό το μπέρδεμα μας ταλαιπωρεί ακόμη, με τα ποικίλα νεοφασιστικά σχήματα -μουσικά τε και πολιτικά- να διχάζονται ανάμεσα στον μεσαιωνικό φετιχισμό και την ειδωλολατρία της hi-tech …δερματίνης).

Η «χρυσή εποχή» την οποία νοσταλγεί πάντως ο Harris είναι προφανέστατα εκείνη του «Futureperfect», το οποίο και αποτελεί μακράν ότι πιο ουσιαστικό έχει «κομίσει εις την τέχνη». Εκεί επιστρέφει και σήμερα για να εμπνευστεί, μετά από μια πρόσφατη σειρά σχεδόν απαράδεκτων δίσκων, επιμένοντας στο αυτοσχέδιο του υβρίδιο συνθετικής ποπ. Κάποιος θα μπορούσε καλοπροαίρετα να μιλήσει για τελειομανή εμμονή και συνέπεια, αν είχε καταφέρει κάπως να του δώσει μια νέα διάσταση, να το εμπλουτίσει, ή ακόμη και να το επαναπροσδιορίσει.

Όποιος ξέρει λοιπόν από VNV, δεν πρόκειται να απαντήσει καμία έκπληξη στο «Automatic». Προβλέψιμες δομές, τα γνωστά ψευδο-συμφωνικά μέρη, κάποια trance περάσματα, η τυπική καλπάζουσα μπότα, στερεότυπες μπασογραμμές. Η αισθητικοποίηση του μέλλοντος για άλλη μια φορά μας οδήγησε στο παρελθόν…

Εντάξει, το εμπεδώσαμε ότι «future» δεν θα βρούμε στον δίσκο, υπάρχει τουλάχιστον μια pop φλέβα; Κάποια τραγουδάκια να σιγοντάρουμε έστω, μια μελωδία να ακολουθήσουμε; Η απάντηση είναι καταφατική, πραγματικά κάποια καντηλάκια έμπνευσης σιγοκαίνε εδώ μέσα. Το εναρκτήριο «On-Air» δείχνει και μια διάθεση περιπετειώδους δημιουργικότητας, με μια μικρο-μελωδία να παλεύει να ακουστεί μέσα στα παράσιτα των βραχέων, το δε «Nova» είναι μια απλή και φωτεινή μπαλάντα (κάτι που εκτιμώ στους VNV είναι αυτή ακριβώς η «φωτεινότητα» την οποία εκπέμπουν σε αντίθεση με τη συνήθη, ολίγον γραφική και ολίγον άρρωστη βόρεια σκοτεινιά αντίστοιχων σχημάτων).

Ακόμη και το «Gratitude», όσο κι αν μοιάζει με sequel του «Beloved» (θέλω να σε ξεπεράσω μα δεν γίνεται…), όσο κι αν οι στίχοι του είναι επιπέδου …λευκώματος δημοτικού, καταφέρνει μολοταύτα να εκμαιεύσει μια συγκαταβατική συγκίνηση με τον επιτηδευμένο μελοδραματισμό του.

Κι έτσι αναλογίζομαι για πολλοστή φορά ότι η ποπ, η «γνήσια» ποπ, δεν είναι μουσική για μεγάλους δίσκους και ολοκληρωμένα έργα, ότι ίσως αδικούνται αυτοί οι δίσκοι όταν αντιμετωπίζονται με κριτήρια ολότητας. Εν προκειμένω όμως δεν μπορείς και να αγνοήσεις την ψηφιακή έρημο από ρηχά και φτηνά beat κατάλληλα μόνο για μαυροντυμένες φυλές (κάθε φύλου) που έχασαν το δρόμο για το σκυλάδικο (τον οποίο πάντως δεν θα αργήσουν να βρουν).

Όσο για το μέλλον… Παρολ’ αυτά, αλλά και για όλα αυτά, οι VNV Nation παραμένουν σίγουρα ένα από τα ακρογωνιαία σχήματα του είδους. Ενός είδους το οποίο μοιάζει να βαίνει ολοένα από το καλό στο ακόμη καλύτερο. Εάν κοιτάς προς τα …πίσω βέβαια!

6

 1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

M83 – Hurry up, we΄re dreaming (Mute)

1. Intro
2. Midnight City
3. Reunion
4. Where the Boats Go
5. Wait
6. Raconte-Moi Une Histoire
7. Train to Pluton
8. Claudia Lewis
9. This Bright Flash
10. When Will You Come Home?
11. Soon, My Friend
1. My Tears Are Becoming a Sea
2. New Map
3. OK Pal
4. Another Wave From You
5. Splendor
6. Year One, One UFO
7. Fountains
8. Steve McQueen
9. Echoes of Mine
10. Klaus I Love You
11. Outro

«Λαμβάνοντας δε υπόψη και το φόβο της τυποποίησης που διακατέχει τον Gonzalez, είμαι (όσο και αν ακούγεται «κλισεδούρα» οκνηρού μουσικογραφιά) πραγματικά περίεργος για τη συνέχεια. Μέχρι τότε, έχει κανείς αμφιβολία ότι οι Μ83 εκφράζουν απόλυτα την εποχή τους; Ότι είναι 100% …2008;». Πιάνω το νήμα της αφήγησης από τον επίλογο της κριτικής μου για το «Saturdays=Youth», επιμένοντας στο καταληκτικό συμπέρασμα: «100% 2008». Ήτοι; Ας αφήσουμε το υπονοούμενο να αιωρείται προς το παρόν…

Πέρασαν 3 χρόνια από τότε, πολλά άλλαξαν και για τον κόσμο αλλά και για τον ίδιο τον Αντώνιο Γκονζάλεθ, τον πραγματικό κινητήριο μοχλό των M83. Μεταξύ άλλων, ο χρόνος έφερε και μια μετακόμιση από το Παρίσι και το φορτικό βάρος της ιστορίας αιώνων στο …ανάλαφρο ιστορικά αλλά εξίσου καταπιεστικά γιγάντιο L.A. Αλλαγή κλίμακας, αλλαγή σελίδας; Ίσως ναι, αλλά οι σελίδες δεν γυρίζουν μόνο με φορά προς το μέλλον. Υπονοούμενο-κρατούμενο Νο. 2.

Η αμερικάνικη εμπειρία λοιπόν και οι ονειροπόλες βόλτες στο πάρκο του Joshua Tree αποτέλεσαν την πηγή μουσικής έμπνευσης (όπως και για κάποιο άλλο παλιό συγκρότημα, του οποίου αυτή τη στιγμή μου διαφεύγει το όνομα) για το «Hurry up, we’re dreaming», το οποίο (ας δώσουμε το λόγο στο δημιουργό) θα ήθελε πολύ να μοιάσει στο «Mellon collie» (της …γενιάς των hipster θα συμπλήρωνα εγώ). Θεμιτή όσο κι αν ακούγεται …αυθάδης η φιλοδοξία, και ο πήχης τίθεται εξαρχής τολμηρά ψηλά. Το αποτέλεσμα (για να αφήσω και τα υπονοούμενα); Μου θυμίζει τους άλτες του επί κοντώ, οι οποίοι αφού πρώτα έχουν εξασφαλίσει την πρώτη θέση, μετά βάζουν τον πήχη στο παγκόσμιο ρεκόρ και 9/10 φορές τον ρίχνουν παταγωδώς.

3 χρόνια δουλειάς ενσωματώνει τούτος ο δίσκος, όμως φευ, στην τέχνη το «Αριστούργημα», ο μεγάλος δίσκος, δεν γεννάται κατά κανόνα ακολουθώντας (μόνο) την προτεσταντική προτροπή «δουλειά-δουλειά-δουλειά». Όσα πάντως αγαπήσαμε και όσα βαρεθήκαμε στους Μ83 βρίσκονται εδώ μέσα σε ισχυρότερη δόση και μεγαλύτερη διάρκεια. Οι ιμπρεσιονιστικού τύπου δομές των κομματιών, οι βαθιές ρίζες στα 80s, οι αιθεροβατούσες εσωστρεφείς συνθέσεις, οι πυκνές κιθάρες-σύνθια που ακόμη υποχρεώνουν τον μουσικό «τοπογράφο» να τους εντάσσει στις ευρύτερες δυνάμεις του shoegaze (ένας όρος ο οποίος προφανώς κι έχει διευρυνθεί σε περιεχόμενο από τότε που πρωτοχρησιμοποιήθηκε). Δεν θα πω «dream pop», θεωρώ εγγενώς γελοίους τέτοιους (περι)ορισμούς, δυνητικά οποιαδήποτε μουσική μπορεί να σε κάνει να ονειρευτείς…

Με απόηχους από κάθε LP των M83, ο δίσκος μοιάζει περισσότερο σαν μια σύνοψη ζωής και όχι σαν ένα νέο ξεκίνημα (αν θεωρείτε ότι επαρκεί για κάτι τέτοιο η διάσπαρτη ένταξη ενός σαξόφωνου ή μιας ακουστικής κιθάρας, θα σας παραπέμψω σε ένα καλό λεξικό στο λήμμα «επιτήδευση»). Είναι σαφές πάντως ότι ο Gonzalez το παιδεύει το πράγμα, περνάει άλλωστε και τον οριακό (μέχρι τον επόμενο!) κάβο των 30, αλλά προς το παρόν μοιάζει μάλλον μπερδεμένος (σε μεταβατικό στάδιο θα έλεγε ένας πολιτικός). Επιστρατεύει και την Zola Jesus για να κομίσει μερικές ψιθυριστές οιμωγές στο άγευστα τιτλοδοτημένο «Intro», μπας και ποτιστεί λιγάκι σαν γλάστρα δίπλα στο …βασιλικό hype, αλλά έχει περάσει ο καιρός όπου τέτοια «featuring» εντυπωσίαζαν τον ακροατή. Η οποία Zola, ειρήσθω εν παρόδω προσπαθεί φιλότιμα (και με τον φετινό τραγικά αστείο της δίσκο) να εξαντλήσει το όποιο καλλιτεχνικό κεφάλαιο έχει μαζέψει (την ανοχή του Καραμπεάζη πάντως την έχει ακόμη).

Το «Hurry up, we’re dreaming» ασφαλώς και δεν είναι ένας κακός δίσκος, έχει τις στιγμές του, αλλά το μέτρο του κάθε δίσκου είναι η προσέγγιση του στόχου τον οποίο θέτει. Και κατά βάση ο δίσκος αυτός αποτυγχάνει να εκτελέσει το διαλεκτικό άλμα από την ποσότητα προς την ποιότητα, πολλά κομμάτια μοιάζουν σαν δίδυμα αδελφάκια (όπως ομολογεί και ο ίδιος!), η φλυαρία και η πληθωρικότητα του κουράζει, όπως και η φωνή του ίδιου του Gonzalez, η οποία όταν βρίσκεται κάτω από στρώματα στουντιακής επεξεργασίας συμβάλει θετικά στη δημιουργία ατμόσφαιρας, όταν όμως αναλαμβάνει να κουβαλήσει ένα τραγούδι συνήθως το αδικεί (για παράδειγμα το πολύ όμορφα κλιμακούμενο «Wait»). Άλλωστε ας σημειώσουμε ότι ο Gonzalez υπήρξε πάντοτε καλύτερος ηχοτοπιο-ποιός παρά τραγουδο-ποιός. Και είναι κάτι παραπάνω από εμφανές ότι οι συνθετικές του ικανότητες δεν φτάνουν για να υποστηρίξουν το όλο τούτο εγχείρημα.

H εξέλιξη στη μουσική είναι έτσι κι αλλιώς μια έννοια νεφελώδης και δυνητικά ύποπτη. Προσωπικά δεν πιστεύω ότι η μουσική (με το μ κεφαλαίο) πηγαίνει προς κάποιο ασαφές «μπροστά», προς κάποιον ιδανικό ιδεατό στόχο. Τούτο είναι ριψοκίνδυνο να το ισχυριστείς για ολόκληρες κοινωνίες, πόσο μάλλον για την τέχνη, το χαοτικό αυτό όχημα προσωπικής έκφρασης. Προτιμώ λοιπόν την αντίληψη της εξέλιξης ως μια διάθεση για αλλαγή και αναζήτηση, ως τον φόβο της πέτρας μπροστά στο …χορτάριασμα, του νερού μπροστά στη στασιμότητα. Οι M83 δείχνουν να έχουν αυτή τη διάθεση, παρόλο που (ακόμη) το αποτέλεσμα δεν τους δικαιώνει…

6.5

 1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Dengue Fever – Cannibal courtship (Fantasy)

1. Cannibal Courtship
2. Cement Slippers
3. Uku
4. Family Business
5. Only A Friend
6. Sister In The Radio
7. 2012 (Bury Our Heads)
8. Kiss Of The Bufo Alvarius
9. Thank You Goodbye
10. Mr. Bubbles
11. Durian Dowry
Ο εξωτισμός ενέχει πολλούς κινδύνους για τους αμέριμνους ανυποψίαστους τουρίστες. Τα παλιά τα χρόνια υπήρχαν οι …κανίβαλοι. Σήμερα δε ελλοχεύουν ακόμη διάφοροι περίεργοι ιοί με δυσοίωνα ονόματα που δεν θέλεις να τα ακούσεις ποτέ από χείλη γιατρού. Σας λέει κάτι ο δάγγειος πυρετός; Δεν ακούγεται σαν «τιμωρία» για κοιλαράδες άθλιους ήρωες του Ουελμπέκ που αναζητούν κίτρινη σάρκα σε μπαρ-παράγκες με κόκκινα φώτα και οθόνες καραόκε;

Παρένθεση μικρή: ας προσπαθήσουμε να θυμηθούμε μπάντες με ονόματα νόσων. Λίγες είναι εδώ που τα λέμε (λόγοι γρουσουζιάς υποθέτω). Οι Γερμανίδες Malaria. Οι Anthrax. Μέχρις εδώ, εκτός κι αν κάποιος κακεντρεχής μεταφράσει τους Strokes ως … «εγκεφαλικά επεισόδια». Κατά συνέπεια «εμπνευσμένα» ονόματα όπως …Hepatitis ή Gingivitis είναι ελεύθερα για κάθε φιλόδοξο μουσικό σχήμα (υπάρχουν πάντως και κάποιοι άσημοι …Cancer οι οποίοι παίζουν, τι άλλο, death metal).

Από μια άλλη σκοπιά, αν ήμουν μουσικός θα το θεωρούσα λίαν υποτιμητικό να με χαρακτήριζαν «εξωτικό» (ανεξαρτήτως καταγωγής!). To είδος exotica, ορθά το ορίζει η wikipedia ως «τροπικό ερζάτς» (πάντα ήθελα να χρησιμοποιήσω αυτή την ξεχασμένη «αριστερή» λέξη). Ερζάτς δηλαδή: υποκατάστατο, ψεύτικο, μίμηση. Δεν είναι κακό πράγμα η μίμηση, το 90% (με γενναία υποεκτίμηση) της μουσικής παραγωγής σε αυτή βασίζεται, αλλά, αλήθεια, που θα πηγαίνατε για να θαυμάσετε τον Πύργο του Άιφελ; Στο Παρίσι, στο Las Vegas ή μήπως στα τιμημένα …Φιλιατρά;

Ας καταπιαστούμε τώρα και με τον παρόντα δίσκο. Ήδη παραπάνω έθεσα έμμεσα το λίαν λεπτό θέμα της αυθεντικότητας και του εξωτισμού. Στην πραγματικότητα βέβαια έστησα μια χονδροειδή παγίδα. Γιατί οι Dengue Fever δεν είναι εξωτικοί. Δεν είναι ούτε καν «αυθεντικοί». Μα…; Μήπως δε γεφυρώνουν μουσικά τη Δυτική Ακτή των ΗΠΑ με τα μέρη όπου …παραθέριζε κάποτε ο Biafra; Και η παρουσία της τραγουδίστριας Chmol Nimol, η οποία άφησε μετά χαράς τα κουνούπια του Μεκόνγκ (τους κύριους φορείς του «dengue fever») για την ηλιόλουστη Καλιφόρνια, μήπως δεν εγγυάται μια επιπρόσθετη αυθεντικότητα, μακριά από fusion αποικιοκρατικούς πειραματισμούς; Εν μέρει, ναι. Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά.

Όσο κι αν ακούγεται περίεργο, στην Καμπότζη άνθισε τη δεκαετία του ’60, τα χρόνια του απερίγραπτου βασιλιά Σιχανούκ, μια ψυχεδελική-γκαράζ σκηνή. Καταχρηστικά βέβαια τη λέμε ψυχεδελική, το στοιχείο αυτό ήταν μάλλον απόρροια της ελεεινής παραγωγής και των στοιχειωδών συνθηκών ηχογράφησης. Ο πρώτος σπόρος είχε μεταφερθεί εκεί μέσω των στρατιωτικών σταθμών των Αμερικανών οι οποίοι εκπολίτιζαν εκείνη την εποχή το παρακείμενο Βιετνάμ (μια αναλογία με τα δικά μας υπάρχει, δε νομίζετε;), ο δε καρπός ήταν μια σειρά από «ανήκουστες» διασκευές αλλά και ιδιάζουσες πρωτογενείς δημιουργίες. Μετά βέβαια ήρθε ο «θείος» Πολ Ποτ με τους Ερυθρούς του Χμερ, και όλοι οι διανοούμενοι, οι μουσικοί και άλλα τέτοια άχρηστα σκουλήκια της κοινωνίας ξαποστάλθηκαν να δουλέψουν (και να πεθάνουν) στα χωράφια. Σήμερα η σκηνή εκείνη αιωρείται στο μεταίχμιο της λήθης και του καλτ (ότι κι αν σημαίνει αυτός ο νεφελώδης όρος), για όσους δε ενδιαφέρονται κυκλοφόρησε προ ετών και μια συλλογή με τον προφανή τίτλο «Cambodian rocks».

Αυτή τη βραχύβια σκηνή αναβιώνουν(;), μεταγράφουν(;), μεταλλάσσουν(;), αξιοποιούν(;) με σύγχρονα πια τεχνολογικά μέσα και ακούσματα οι Dengue Fever. Όσοι ασχολούνται με τα γλωσσικά θα αναγνωρίσουν το συχνότατο φαινόμενο των αντιδανείων, όπου μια λέξη ταξιδεύει σε ξένες γλώσσες για να επιστρέψει κάποτε στα μητρικά εδάφη, πολλές φορές αγνώριστη ορθογραφικά και νοηματικά.

Έχοντας ξεπεράσει λοιπόν …ακανθώδεις προβληματισμούς μπορούμε πλέον (επιτέλους!) να απολαύσουμε το δίσκο. Γιατί εν τέλει, όσο γοητευτικά κι αν είναι τα συμφραζόμενα και η ιστορική διαπλοκή ενός δίσκου, όσο απαραίτητα είναι πολλές φορές για να φτάσουμε στην ουσία του, τον τελευταίο και οριστικό λόγο έχει πάντοτε το αισθητικό αποτέλεσμα. Χωρίς προϋποθέσεις και προαπαιτούμενα.

Το οποίο εν προκειμένω είναι εξαιρετικό, αν αγνοήσουμε φυσικά το μάλλον ακαλαίσθητο (σχεδόν …τουριστικό) εξώφυλλο. Κι αν τα «πα-πα-ρα-πα» της εισαγωγής μας μεταφέρουν κατευθείαν σε δίσκους των Stereolab, η συνέχεια είναι ξεκάθαρα Dengue Fever, οι οποίοι ομολογουμένως και βελτιώνονται από δίσκο σε δίσκο (αυτός είναι ο πέμπτος τους). Το «Cannibal Courtship» είναι ένας χουζούρικα φωτεινός δίσκος (από αυτούς που χαρακτηρίζονται αηδέστατα ως «καλοκαιρινοί») με χιούμορ («Kiss me goodbye, you’re just another stamp in my passport») και έμπνευση, καλές ενορχηστρώσεις μάρτυρες της προσπάθειας η οποία έχει καταβληθεί (με μπόλικη φαρφίσα φυσικά!) και δυνατά τραγούδια τα οποία μπορούν να τραβήξουν το βιαστικό αυτί (ένα τέτοιο είναι π.χ. το «Thank you goodbye»).

Η δε Chmol Nimol, η οποία τραγουδά στη γλώσσα της, τα Χμερ, ακόμη κι όταν o στίχος είναι στα …αγγλικά (σαν τους έλληνες ρόκερ ένα πράμα!), με τη χαρακτηριστική εκφορά και την αλαφροΐσκιωτη φωνή της με νύγματα απωανατολίτικης λαγνείας (ή …νιαουρίσματος γάτας) βάζει τη σφραγίδα της στο δίσκο. Χωρίς αυτήν θα μιλάγαμε ασφαλώς για άλλο έργο. Για χάρη της μάλιστα έχουν φυλάξει και τα ωραιότερα τραγούδια του δίσκου. Ή μήπως είναι η …εξωτική της χροιά και το μυστήριο του αγνώστου που προσθέτει ένα στοιχείο το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί (αναλογιστείτε πόσο θα έχαναν ας πούμε οι Sigur Ros εάν τραγουδούσαν στην αγγλική);

Δεν ξέρω… Ακούγοντας πάντως το πανέμορφο «Sister in the radio» με τη μελαγχολική αργόσυρτη μελωδία, κοιτάζοντας φωτογραφίες των δύο σταρ της εποχής, του Sinn Sisamouth (του επονομαζόμενου και «Elvis της Ινδοκίνας») και της Ros Sereysothea, αναλογιζόμενος τη μοίρα που τους οδήγησε να χαθούν στα ανώνυμα πεδία του θανάτου, νομίζω ότι αυτός ο δίσκος μπορεί να ακουστεί και σαν ένας φόρος τιμής σε μια γενιά η οποία έπεσε θύμα της ιδεολογίας (και) του μίσους.

8

 1η δημοσίευση: http://www.mic.gr