Monthly Archives: Μαΐου 2012

The Flashbulb – Opus at the end of everything (Alphabasic)

1. The Trees In Juarez
2. Blurry Figures, Far Away
3. Arrival To An Empty Room
4. Beebs
5. A World I Never Noticed
6. It Pours
7. Terra Firma
8. Good Luck Out There
9. Dim Distant Porch Lights
10. Insomnia In Roscoe Village
11. Precisely Wrong
12. Between The Waves
13. Selected Garden
14. Distant Shots
15. Island On An Endless Plane
16. It Never Ends
17. The History Of Rain
18. In The Grass
19. Something That Had Died
20. Fast Forward To Here
21. Longing In A Stairway
22. For The Asking
23. Hospital Ride
24. What I Imagine You To Be Like
25. Autumn Leaves And A Bath Tub

Θυμάμαι ακόμη την πρώτη φορά που βρέθηκα σε πραγματική πεδιάδα, με την κυριολεκτική σημασία της πατριδογνωσίας. Με τον ορίζοντα ανοιχτό να απλώνεται χωρίς η ματιά να κόβεται από καμία γεωλογική ανωμαλία… Έρμαιο ανοιχτών ανέμων που έρχονται από κάπου πολύ μακριά. «Απέραντα χωράφια» φαντάστηκε κάποτε ο Τουρνάς, μια ατελείωτη Ευρώπη οι Kraftwerk. Μια ζαλιστική αίσθηση για το αμάθητό μου βουνίσιο βλέμμα. Και η ανθρώπινη παρουσία ισχνή, πιο πολύ υπονοούμενη, ηλεκτρικές γραμμές υψηλής τάσης, γεωμετρικά χωρισμένη γη, αραιοδιάσπαρτα κτίσματα. Ανοιχτός ορίζοντας – ανοιχτή φαντασία, άλλος πολιτισμός εδώ στην άκρη των πάντων (ή του τίποτα, μικρή η διαφορά).

Γενικά αποφεύγω την ποιητικίζουσα «φυσιολατρική» προσέγγιση στη μουσική, τη θεωρώ τετριμμένη, «εύκολη» και κυρίως αυθαίρετη (σάμπως όμως η ακρόαση δεν είναι εξ ορισμού μια πράξη αυθαιρεσίας;). Πάντως η παραπάνω εισαγωγή θα μπορούσε να είναι μια καλή μετα-φυσική περιγραφή του νέου δίσκου του The Flashbulb. Πόσο μάλλον όταν ο μουσικός σε καθοδηγεί προς τα εκεί παρέχοντας σου ο ίδιος μια οπτική ενσάρκωση των ήχων του (βλέπε τις εντυπωσιακές φωτογραφίες που εμπερικλείονται στον δίσκο).

Τα στοιχεία της ταυτότητας και του μουσικού του μητρώου τα εξετάζει εκτενώς και εναργώς ο Λάμπρος Σκουζ σε παλαιότερη κριτική, αφού πρώτα βέβαια βρήκε το μαύρο μπελά του με την πολυσχιδή προσωπικότητα του εκ Σικάγο ορμώμενου Benn Lee Jordan, ο οποίος συν τοις άλλοις χρησιμοποιεί και καμιά δεκαριά άλλα ψευδώνυμα (όπως -προσοχή στους συνειρμούς- οι καλλιτέχνες, οι εγκληματίες και οι …πουτάνες).

Το ίδιο σκούρα θα τα βρει κι εκείνος που θα αποπειραθεί να ταιριάξει σε προκρούστεια καλούπια την ανοικονόμητη πληθωρικότητα του Γλόμπου. Και τι πληθωρικότητα: 25 κομμάτια προσφέρει μέσα σε πάνω από 70 λεπτά, υποθέτω πολύ εύκολα θα μπορούσε να τα συσπειρώσει σε εικοσάλεπτα έπη ή να τα πουλήσει σε 3 δίσκους και αναρίθμητα EΡs. Θα ομολογήσω τη γενικότερη καχυποψία μου απέναντι σε τέτοιες γενναιόδωρες προσφορές, αλλά η πραγματικότητα υφίσταται ακριβώς για να μας διαψεύδει. Ενίοτε…

Αν επιμένετε λοιπόν (και δεν σας αδικώ) να καθορίσουμε συντεταγμένες, μπορούμε σχηματικά να εντοπίσουμε το στίγμα του Flashbulb κάπου ανάμεσα στην IDM (έξυπνη (;) ηλεκτρονική μουσική) και την ambient. IDM-εγκεφαλικότητα, ambient-ανία, ας αφήσουμε στην άκρη προκάτ αντιλήψεις και ας απολαύσουμε μια απελευθερωμένη γνήσια προσωπική γραφή, η οποία μας επιφυλάσσει σε κάθε γωνιά του δίσκου μια έκπληξη. Έκπληξη όχι όμως δήθεν «ανατρεπτική» και τραβηγμένη από τα μαλλιά (όπως κάνουν ας πούμε οι μέτριοι συγγραφείς), αλλά ενταγμένη σε μια αρμονικά ρέουσα πλοκή.

Μια πλοκή η οποία ωθείται από σατινένια πιάνα και απατηλά απλοϊκές κιθάρες ενώ συνάμα διαταράσσεται από λελογισμένα πειραγμένες κυματομορφές, λειασμένες ηλεκτρονικές γωνίες, πινελιές τσέλου ή ακόμη και σοφά τοποθετημένες μεταλλίζουσες κορυφώσεις (ξέρω, εδώ το έχετε το post-rock). Μια μόνο σπίθα έμπνευσης αρκεί για να χτιστεί το κομμάτι. Η επανάληψη αναλαμβάνει τα υπόλοιπα, αυτό είναι το μυστικό στη μουσική, το λένε πια και οι επιστήμονες. Και όσο την ανθρώπινη παρουσία, τι λέγαμε στην εισαγωγή; Ισχνή, σποραδική, συνήθως συνεσταλμένα αλλοιωμένη από το vocoder. Οι γλάροι διεκδικούν κι αυτοί το μερίδιό τους…

Μόλις συνειδητοποιώ ότι δεν έχω ασχοληθεί με μεμονωμένα κομμάτια. Ίσως γιατί ασυνείδητα προσπαθώ να σας ωθήσω να ακούσετε αυτό τον δίσκο (τον πουλάει ο ίδιος από την ιστοσελίδα του). Ίσως δε κι εκείνη η τυπικότητα που μετά βίας υποκρύπτει ανία, για «δίσκο ο οποίος ακούγεται ολόκληρος, τίποτε δεν ξεχωρίζει από ένα ενιαίο σύνολο μπλα, μπλα», ενίοτε να είναι αναπόφευκτη και αληθινή.

Ζούμε σε εποχή όπου τίποτε δεν ακούγεται παρωχημένο (πέρα από τις εμμονές του καθενός). Ή πρωτοπόρο, αν κοιτάξουμε την άλλη πλευρά του νομίσματος. Κι αν μας μοιάζει ότι η μουσική ιστορία έχει πιαστεί σε έναν ατέρμονο κύκλο, σε μια κυκλική λούπα, καλό είναι να θυμόμαστε ότι η Ιστορία δεν είναι ένα αυστηρό 2πR σχήμα (κι ας επιμένετε κ.κ. Hegel και Αριστοτέλη). Μάλλον μια σπείρα θυμίζει πιο πολύ, η οποία μετατοπίζεται, έστω και απειροελάχιστα, ανεπαίσθητα, κατά ελάχιστα ποσοστημόρια. Το πρόβλημα είναι ότι οι συγκαιρινοί ποτέ δεν έχουμε την πλήρη εικόνα… Δικαιούμαστε λοιπόν να αυθαιρετούμε χωρίς ενοχές…

9

 1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Soley – We sink (Morr Music)

1. I΄ll drown
2. Smashed birds
3. Pretty face
4. Bad dream
5. Dance
6. And leave
7. Blue leaves
8. Kill The clown
9. Fight them soft
10. About your funeral
11. The sun is going down I
12. The sun is going down II
13. Theater island

Έχουν περάσει αρκετά χρόνια, πρέπει να ήταν τότε που είχε πρωτοσκάσει και στις ακτές μας το κύμα της γαστρο-πορνογραφίας… Είχε πέσει λοιπόν στα χέρια μου το βιβλίο ενός εξέχοντος σύγχρονου γάλλου σεφ, του Michel Roux, το οποίο είχε έναν διόλου εντυπωσιοθηρικό για τα επικρατούντα δεδομένα τίτλο: «Τα αυγά». Βασικά, το πνεύμα που ήθελε να μεταδώσει ο Roux ήταν ότι πέρα από τη θεμελιώδη σημασία του ταπεινού ωού για πλήθος παρασκευών, η διαχείρισή του δεν είναι τόσο εύκολη όσο πιθανόν πιστεύεται. Και ότι η απλότητα δεν συνεπάγεται μαθηματικά ευκολία στο β’ μέρος της εξίσωσης. Ίσως λοιπόν και η γνώριμη επωδός «δεν ξέρω να βράσω ούτε ένα αυγό» των ανεπίδεκτων καλομαθημένων (από μάνα και στη συνέχεια γυναίκα), από μία άποψη να μην είναι τόσο ντροπιαστική. Τώρα πάντως που οι ημέρες της αφθονίας αποδείχθηκαν μετρημένες, η επανεκτίμηση του απλού κατέληξε το νέο ζητούμενο (πιθανώς και νέα πόζα) της εποχής…

Περί απλότητας ο λόγος λοιπόν. Και για να ξεκαθαρίσω την (ίσως παράδοξη) μεταφορά, όπως οι αγχωμένοι νέοι μάγειρες, επαγγελματίες αλλά και ερασιτέχνες επίδοξοι …στομαχο-κατακτητές προσπαθούν να εντυπωσιάσουν τον εκάστοτε «πελάτη» με εξεζητημένους συνδυασμούς μπαχαρικών ή με επίδειξη ακριβών και δυσεύρετων υλικών, έτσι και οι νέοι (και όχι μόνο, για να είμαστε δίκαιοι) μουσικοί, μέσα στην αγωνία τους να βρουν μια θέση στην όλο και πιο πυκνοκατοικημένη παγκόσμια σκηνή, έχουν την τάση να παραγεμίζουν τον ήχο τους με έναν πληθωρισμό οργάνων, με ακροβατικούς «αμελέτητους» συνδυασμούς, ξεχνώντας πολλές φορές την ουσία… Η οποία ουσία είναι …απλή. Νότες στη σειρά. Αρμονία.

Η Soley Stefansdottir, φωνή παράλληλα και των (ομόσταυλων) Seabear, παρότι φρέσκο μπουμπούκι διαθέτει εμφανώς την ωριμότητα/ικανότητα/θάρρος να αποφύγει την παγίδα αυτή. Γράφω δε για θάρρος γιατί η αφοσίωση στην απλότητα μπορεί κάλλιστα να σε εκθέσει αν τα «υλικά» είναι δεύτερης διαλογής. Για να προσθέσω αξία στα εύσημα, ας σημειωθεί ότι αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι η ίδια παίζει μια αξιοσημείωτη ποικιλία οργάνων (κιθάρα, πιάνο, σύνθι, μαρίμπα, κρουστά). Η χρήση τους όμως υπηρετεί το αποτέλεσμα, δεν το επικαθορίζει και δεν το καταδυναστεύει. Το ίδιο μετρημένη είναι και η παρουσία των ηλεκτρονικών …Morr-ιών η οποία αποφεύγει να αγγίξει τον μελωδικό πυρήνα των τραγουδιών.

Κύριος φορέας της μελωδίας είναι και παραμένει το πιάνο, κομμάτια όπως τα «Kill the clown», «Theater island» και «And leave» διαθέτουν ένα γερό συγκινησιακό φορτίο αλλά και στέρεες βάσεις οι οποίες επιτρέπουν παιχνίδια με τη σιωπή. Οι φωτισμοί είναι αμυδροί και οι τόνοι χαμηλοί συμβάλλοντας έτσι στην δημιουργία ενός έντονα λυρικού κόσμου. Από δω και πέρα μπορείτε να προσθέσετε κατά βούληση λογοτεχνίζουσες ελεγείες για σκοτάδια, φαντάσματα, ξωτικά, κατάρες κλπ, εγώ θα το αποφύγω…

Κοινός παρονομαστής μπορεί να βρεθεί άνετα με πλείστα ακούσματα, δεν έχει πιστεύω νόημα η παράθεση, την αποφεύγω κι αυτή σκόπιμα. Όπως θα παραβλέψω και το αμφίβολης αισθητικής εξώφυλλο που παραπέμπει σε δρακουλιάρικες ρομαντικές ονειρώξεις. Γενικά τον όλο δίσκο διαπνέει μια πένθιμη ήσυχη ομορφιά, ανάλαφρη όμως κατά βάθος, όσο κι αν η στιχουργική δουλειά κινείται σε κάπως δραματικά υπερβολικούς τόνους (ίδιον της νεότητας κι αυτό;). Σαν μια αθώα παιδούλα η οποία ταλαιπωρείται από τον κακό και σκληρό κόσμο. Η δε φωνή ασφαλώς και είναι αυτή ακριβώς που θα περιμένατε μετά από την παραπάνω παρατήρηση. Τι να πω… Λες κι από τότε που πρωτο-νιαούρισε η Bjork να καθορίστηκαν τα «ποιοτικά» δεδομένα της γυναικείας φωνής και κάθε μεταγενέστερη ισλανδέζα οφείλει να ακολουθεί τα χνάρια της (μου θυμίζει την όλη κατάσταση που δημιούργησε στο δικό μας χωριό η Αρβανιτάκη). Τέλος πάντων, περί ορέξεως…

Το «We sink» (εδώ την έχω να γράψω μία ακόμη βλακώδη αναλογία με τα καθ’ ημάς χρεοκοπι-ζόμενα) είναι κατ’ ουσία ο πρώτος δίσκος της Soley, έχει ένα ακόμη ΕΡ στα …τσικό της Morr (στην Sound of a Handshake αναφέρομαι) από το οποίο έχει συμπεριλάβει εδώ και τα δύο καλύτερα τραγούδια του, στη θεμιτή της προφανώς προσπάθεια να μας παρουσιάσει την καλύτερη δυνατή συλλογή τραγουδιών της. Κάτι κατάφερε νομίζω…

8

 1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Soap & Skin – Narrow (PIAS)

1. Vater
2. Voyage Voyage
3. Deathmental
4. Cradlesong
5. Wonder
6. Lost
7. Boat turns toward the port
8. Big hand nails down

Η Anja Plaschg, η νεαρή κοπέλα η οποία έχει επιλέξει το μάλλον άστοχο …καλλυντικό ψευδώνυμο Soap & Skin για την καλλιτεχνική της έκφραση, κατάγεται από το Poppendorf, ένα μικρό χωριό της αυστριακής επαρχίας της Στυρίας. Η ενηλικίωση θα την φέρει για σπουδές στη πρωτεύουσα, πρώτα της επαρχίας (το Graz – μπορούσα να μην αναφέρω την γενέτειρα μου;) και μετά της χώρας (τη Βιέννη), τις οποίες θα εγκαταλείψει για να κυνηγήσει το μουσικό της όνειρο.

Πριν εγκαταλείψετε τούτη την σελίδα μετά από αυτή την τυπική εισαγωγή κοινότοπης μουσικοκριτικής με την τετριμμένη παράθεση ανιαρών βιογραφικών, δώστε της μία ευκαιρία, και ακούστε πρώτα μία φορά τον δίσκο. Και μετά τα (ξανα)λέμε…
………………………………………………………………………………………………..

Στην προκειμένη λοιπόν περίπτωση φρονώ πως θα ήταν ελλιπής οποιαδήποτε προσέγγιση του δίσκου τούτου η οποία θα αγνοούσε κάποια στοιχεία τα οποία σχετίζονται, άμεσα ή έμμεσα, με την καταγωγή. Μια προσέγγιση (προσοχή!) πραγματοποιούμενη μέσα από επικίνδυνα νερά, η οποία δεν είναι γενικής εφαρμογής και φυσικά ούτε κατά διάνοια καθολικής γενίκευσης. Ξεκάθαρο;

Στοιχείο 1ο: Πίσω από τα κουκλίστικα τακτοποιημένα σπιτάκια με τις τρίγωνες σκεπές, τα δαντελένια κουρτινάκια στα παράθυρα και τους άψογα, σχεδόν ψυχαναγκαστικά φροντισμένους κήπους, η αυστριακή συλλογική ψυχοσύνθεση κρύβει μια αρρώστια ύπουλη, μια ιδέα ανομολόγητης διαστροφής (δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι εδώ γεννήθηκε η έννοια της ψυχανάλυσης). Και μια κοινωνία η οποία ακροβατεί στο μεταίχμιο ενός μόλις προσφάτως εξομολογημένου ναζιστικού παρελθόντος κι ενός αγιάτρευτου συμπλέγματος χαμένου αυτοκρατορικού μεγαλείου τύπου «διηγώντας τα να κλαις». Αντέχετε να διαβάσετε τα βιβλία της Γέλινεκ; Να δείτε τις εικόνες και τις ιστορίες του Χάνεκε; Απορείτε με την απαξίωση (που φτάνει σχεδόν στο μίσος) της πατρίδας από έναν Χάντκε ή έναν Μπέρνχαρντ;

Στοιχείο 2ο: Η πολύ ιδιαίτερη και ιδιάζουσα πρόσληψη του Θανάτου που απαντάται ευρύτερα στην κεντροευρωπαϊκή κουλτούρα και η οποία κυμαίνεται από το μακάβριο και το γκροτέσκο έως τον ρομαντισμό (στο ίδιο μείγμα μάλιστα). Για θυμηθείτε ποιητές όπως ο Νοβάλις και ο Χέλντερλιν (οι οποίοι μάλιστα αμφότεροι ενέπνευσαν δύο τεράστια ομώνυμα συγκροτήματα του kraut).

Στοιχείο 3ο: Ένα παρόν το οποίο λυγίζει υπό το βάρος των πολιτιστικών ογκόλιθων του παρελθόντος. Αλλά και μια κλασική παιδεία η οποία δεν υπήρξε ποτέ προνόμιο μιας άρχουσας τάξης ή συστατικό κοινωνικού σνομπισμού και εκζήτησης (το περίφημο στα καθ’ ημάς «γαλλικά και πιάνο»), αλλά έχει διαχυθεί κι έχει γίνει πλέον κτήμα της πλατιάς κοινωνίας. O εξίσου «σκοτεινός» (θανατερός αν επιμένετε) πρώτος της δίσκος «Lovetune for Vacuum» έκανε μια σημαντική πορεία στα τσαρτς της πατρίδας της, στην οποία και θεωρείται μια ελπιδοφόρος νέα …ποπ σταρ. Στη χώρα η οποία γέννησε τον Σένμπεργκ και την ατονική μουσική, ο ορισμός της ποπ υπερβαίνει τους απλά (χαζο)χαρούμενους «ηλιόλουστους» ρυθμούς και τις «αφελείς» ενορχηστρώσεις.

Τώρα μπορούμε να συνθέσουμε σιγά-σιγά την ολοκληρωμένη εικόνα της Soap & Skin. Για να εισάγουμε και την προσωπική διάσταση, η απώλεια του πατέρα της το 2009 τη σημάδεψε και σκιάζει και τον δίσκο, το «Vater» που μας υποδέχεται στην αρχή είναι ένας θρήνος γραμμένος γι’ αυτόν στην μητρική (γιατί δεν λέμε και πατρική;) της γλώσσα (μόνο έτσι θα γινόταν, όσοι θρηνούν σε γλώσσα ξένη μου είναι αδιάφοροι, είμαι απόλυτος και το ξέρω).

Κι επειδή μουσική δεν γράφει αυτόματα η ευαισθησία ή το βιωματικό συναίσθημα (ειδάλλως όλοι μας θα ήμασταν «εν δυνάμει» μεγάλοι καλλιτέχνες), το κομμάτι είναι πραγματικά συγκλονιστικό έτσι όπως κλιμακώνεται δραματικά, τα ασπρόμαυρα πλήκτρα δοκιμάζονται ανάμεσα στην επάρκεια και την δεξιοτεχνία και καθυποτάσσονται από έναν συναισθηματισμό ο οποίος είναι συγχρόνως υπερβολικά μετεφηβικός αλλά και υπερβολικά ενήλικος. Και επιπλέον ξεκάθαρα γυναικείος (ναι υπάρχει και τέτοιος, κι ας μην είναι politically correct να το λες -όπως ειρήσθω εν παρόδω σαφώς υπάρχει και γυναικεία λογοτεχνία). Μπορεί και λίγο αυτάρεσκος, δεν είναι κακό, ενίοτε δε και αναπόφευκτο (δείτε το εξώφυλλο, τόσο κοντά αλλά και τόσο μακριά από εσχάτως πολυδιαφημισμένες σιλ(εικόνες)). Άτοπες συγκρίσεις…

Το ίδιο αυτό πνεύμα διαποτίζει και τα υπόλοιπα «μόνο» 7 τραγούδια του δίσκου (ακόμη και την διασκευή στο «Voyage voyage» της Desireless, όπου η europop αλαφράδα του πρωτότυπου διαστρέφεται ανελέητα). Ίσως από την άλλη να είναι κομμάτια όπως το «Deathmental» και το «Big hand nails down» εκείνα τα οποία καταδεικνύουν μια μελλοντική διαφορετική κατεύθυνση. Ίσως βέβαια να προηγείται η τελειοποίηση μιας προσωπικής γλώσσας. Και ίσως αυτό το «μόνο» που ανέφερα παραπάνω να μετριάζει και τον αντίκτυπο των πιο μέτριων συνθέσεων στην τελική αποτίμηση.

Η οποία είναι; Εγώ πάντως δεν έχω να προσθέσω τίποτε άλλο. Ίσως μόνο έναν άχαρο βαθμό…

8

 1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Prince Rama – Trust now (Paw Tracks)

1. Rest in peace
2. Summer of love
3. Trust
4. Portaling
5. Incarnation
6. Golden silence

Κάθε συγκρότημα, κάθε ομάδα ανθρώπων με έναν κοινό σκοπό για το δούμε και λίγο ευρύτερα, αναζητά, εφευρίσκει ή προβάλει έναν ιδρυτικό μύθο, μια ταυτότητα αναγνώρισης με την οποία θα αναζητήσει μια θέση στις πολυκατοικημένες αγορές του κόσμου. Θεμιτή η πρόθεση τόσο ηθικώς όσο και εμπορικώς, αν αυτή δε η ταυτότητα ενέχει και ουσία είναι μια άλλη ιστορία, όχι πάντα εύκολο να αποκαλυφθεί…

Στην προκειμένη περίπτωση των Prince Rama, ο βιογραφικός «μύθος» λέει ότι οι δύο αδερφές Taraka και Nimai του γένους Larson μεγάλωσαν σε μια κοινότητα Χάρε Κρίσνα κάπου στη Φλόριδα, γεγονός το οποίο προβάλλον ως καθοριστικό για τον χαρακτήρα τους και κατ’ επέκταση τη μουσική τους άποψη. Ακόμη και το όνομα που επέλεξαν είναι μία άμεση αναφορά σε κάποια μυστήρια θεότητα της πολυδαίδαλης ινδικής μυθολογίας. Βέβαια όλα αυτά συνέβησαν πολλές χιλιάδες μίλια μακριά από την Mother India, άλλωστε νομίζω ότι και το κίνημα των Χάρε Κρίσνα σε αμερικάνικο έδαφος δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε, ως μια προσαρμογή για έναν ανασφαλή κόσμο ο οποίος αναζητά μια πνευματικότητα αρχαίας (ή αρχαιοφανούς) προέλευσης. Ή μήπως προϊόν μιας αποικιοκρατικής (και σαφώς ισοπεδωτικής) πρόσληψης μιας τοπικής κουλτούρας (σαν το …κάρυ ένα πράγμα); Απαντήσεις ανοιχτές…

Μία από τις θαυματουργές λοιπόν ιδιότητες της τέχνης και δη της μουσικής είναι ότι σε φέρνει σε επαφή και ενίοτε μπορεί και να σε συγκινήσει με οράματα, συναισθήματα, ιδέες, κοσμοθεωρίες τις οποίες μπορεί να μην συμμερίζεσαι, πόσο μάλλον να ενστερνίζεσαι ούτε κατ’ ελάχιστον. Κι όταν ακόμη δεν το καταφέρνει, σε κάνει τουλάχιστον να συνειδητοποιείς το πόσες διαφορετικές οπτικές γωνίες προσφέρει αυτός ο κόσμος, έτσι για να έχεις μία αίσθηση ότι η δική σου δεν είναι το απόλυτο σημείο αναφοράς 0.

Τέταρτο στη σειρά δισκίο είναι το «Trust now» για το συγκρότημα, χρειάστηκε να υπογράψει με την εταιρεία των Animal Collective για να το φωτίσει λίγο παραπάνω η δημοσιότητα. Το στοιχείο αυτό βοηθά να εντάξουμε τον δίσκο σε ένα πλαίσιο, κάτι στο οποίο δεν συνεισφέρει ας πούμε το γεγονός της παρουσίας του δίσκου στους …new age καταλόγους επιτυχιών (υπάρχουν ακόμη;) του Billboard. Δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο (τουλάχιστον από την εικόνα που έχουμε για το ποιόν του new age). Βέβαια υπάρχει εξήγηση: πέρα από τις ινδοπρεπέις αναφορές, οι Prince Rama τραγουδούν και κάποια μέρη στα σανσκριτικά, ενώ για να ολοκληρωθεί το θρησκευτικό «τουρλού» ηχογραφούν και σε μια παλιά χριστιανική εκκλησία.

Όλα αυτά μπορούν κάλλιστα να στριμωχτούν κάτω από την ομπρέλα της ψυχεδέλειας (η οποία έτσι κι αλλιώς χρωστά εκ γενετής πολλά στην Ινδία). Μια ψυχεδέλεια τελετουργική με την απαραίτητη υπνωτική επαναληψιμότητα (βλ. μάντρα), με μια δόση ελεγχόμενης παράνοιας αλά Malaria (ή Cocorosie σε …ταντούρι διατροφή) η οποία ενώ πλαγιοκοπεί το industrial στην πιο πρωτόγονη του μορφή (βιοτεχνική θα μπορούσα να πω αστειευόμενος) δεν απαρνείται την ποπ γραφή (π.χ. το σύνθι στο «Trust» οφείλει πολλά σε πολλούς).

Όσοι έχουν παρακολουθήσει την μέχρι τώρα πορεία τους θα διαπιστώσουν την απουσία κιθάρας, αι δύο αδελφές είναι μόνες πλέον χωρίς τον κιθαρίστα Michael Collins, με το αποτέλεσμα να είναι κατά τι πιο απογυμνωμένο αλλά συνάμα και πιο διαυγές και βατό, ακόμη κι όταν υποστηρίζεται από ισχνή μελωδικότητα. Στα θετικά πιστώνεται και το γεγονός ότι μέσα σε περίπου 34 λεπτά και 6 τραγούδια ολοκληρώνουν τη μουσική τους πρόταση. Κι αν σας φαίνεται λίγο για LP, να παρατηρήσω ότι οι δίσκοι δεν είναι …γαριδάκια ώστε το «10% παραπάνω προϊόν» να είναι εξ ορισμού πλεονέκτημα (ειδάλλως οι δίσκοι έπρεπε να πωλούνται με το …λεπτό).

Αν ήταν πρώτος δίσκος, θα αφήναμε πολλά περιθώρια για μελλοντικές προσδοκίες. Τώρα μετά τον 4ο δίσκο; Δεν θυμάμαι πολλούς να έχουν μεγαλουργήσει σε τόσο προχωρημένο στάδιο. Ποτέ δεν ξέρεις βέβαια…

7.5

 1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Eleanoora Rosenholm – Hyvaile minua pimea tahti (Fonal)

1. Kolo
2. Hakemus
3. Valo Kaasumeren Hamarassa
4. Pimea Tahti
5. Puoli Paivaa Firenzesta Itaan
6. Sata Ave Mariaa
7. Muistojen Huvilalta
8. Koysitehdas

Φινλανδοί. Συνειρμοί: χίλιες λίμνες (στην πραγματικότητα είναι κοντά στις 190.000!), προνομιακή εκπαίδευση, θαλερή οικονομία, ψυχρή δουλεύω-πίνω-ξερνάω καθημερινότητα, εσχάτως ανθέλληνες εχθροί των περήφανων ντόπιων οπλαρχηγών των δανεικών. Είμαστε ομολογουμένως «καλά» εκπαιδευμένοι στην στερεότυπη ταξινόμηση φυλών και ανθρώπων…

Στα μουσικά τώρα: οι Φινλανδοί διαφέρουν αρκετά από τους λοιπούς γείτονές τους σκανδιναβούς, ειδικότερα από τους παλιούς τους δυνάστες Σουηδούς, στους οποίους ψάχνεις με το ντουφέκι κάποιον που να μην τραγουδά αγγλικά (ιδιαίτερα στον τομέα της brit-pop έχουν γίνει βασιλικότεροι της …βασίλισσας Ελισάβετ). Όχι ότι δεν συναντάμε κι εδώ πολλούς αγγλόπληκτους, αλλά υπήρξαν και υπάρχουν πολλά σχήματα τα οποία βγαίνουν στο μεγάλο γήπεδο του κόσμου με τις δικές τους αποσκευές.

Η Eleanoora Rosenholm για παράδειγμα. Έναν πόντο τον κερδίζει εξ αρχής χάρις στην επιλογή να τραγουδά στα φινλανδικά. Εξήγηση προς μη-παρεξήγηση: μακριά από μένα κάθε ίχνος ρητορικής αντι-παγκοσμιοποίησης και νεόκοπου εθνικισμού -ο σπόρος του οποίου έχει φτάσει πλέον να φύεται και στους πιο απροσδόκητους κήπους. Από την άλλη όμως, πολύ θα ήθελα να εκληφθούν τα παραπάνω κι ως ένας μέσω Ελσίνκι (Πόρι για να ακριβολογούμε) δηκτικός υπαινιγμός για την πλειονότητα των δικών μας «ανεξάρτητων» μουσικών. Γιατί τα δύστροπα, αντι-μουσικά (εξαιτίας των σχοινοτενών τους λέξεων), σχεδόν ανάδελφα (ουγγρο-τουρκικής προέλευσης) φινλανδικά, δεν νομίζω να είναι γλώσσα μεγαλύτερου βεληνεκούς και απήχησης από την ελληνική. Και φυσικά δεν εγγυώνται έναν πιο άνετο δρόμο προς την πολυπόθητη (;) διεθνή καταξίωση…

Ποια είναι λοιπόν αυτή η Eleanoora Rosenholm η οποία και πυροδότησε αυτή την ακολουθία σκέψεων; Κατ’ αρχήν δεν είναι «η», αλλά «οι». Και αν η τραγουδίστρια τους λέγεται Noora, ας μην υπάρξει σύγχυση, το όνομα το πήραν (λένε) από μια γυναίκα η οποία αυτοκτόνησε το 1959 (διόλου σπάνιο στα βαρετά αυτά μέρη επιμένει η γραμμή σκέψης της εισαγωγής).

Η ιδιαιτερότητα του συγκροτήματος ευτυχώς δεν περιορίζεται μόνο στη γλώσσα, η μουσική τους επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις και ανατροπές. Αν λοιπόν διαβάζατε σε κάποιο δελτίο τύπου ή παρουσίαση ότι ο δίσκος περιέχει «μυστήρια τραγούδια με δολοφονικούς στίχους», η αυθόρμητη σκέψη «Ωχ, άλλο ένα κακέκτυπο Cave» ή «κατά φαντασίαν μελαγχολικοί καουμπόηδες τύπου 16 Horsepower» θα σας παρέσερνε πολύ μακριά από την πραγματικότητα. «Κρύο» που λέγαμε και στο γνωστό παιχνίδι…

Το «Kolo» που μας εισάγει στον δίσκο, στην αρχή με τη γραφομηχανή, το νερό που σταλάζει και διάφορους άλλους περίεργους ήχους, προϊδεάζει για μία ambient συνέχεια, υπόθεση η οποία κρίνεται εύλογη λαμβάνοντας υπόψη το μουσικό μητρώο της Fonal, ειδικευμένης σε εκλεκτικούς μεν αφηρημένους δε πειραματισμούς και ηχοπεριβάλλοντα. Το κομμάτι όμως σιγά-σιγά μεταλλάσσεται, μπαίνει η φωνή και στο τέλος καταλήγει σε κάτι που ίσως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «έξυπνη» ντίσκο. Ντίσκο η οποία δεν χορεύεται (με μια σωματική αρμονία τουλάχιστον), αν αναρωτιέστε τι εννοώ με τον όρο. Μια πραγματικά σπουδαία οκτάλεπτη σύνθεση…

Και δεν είναι η μόνη. Το «Valo Kaasumeren Hamarassa» είναι ένα πανέμορφο υπερβόρειο μελόδραμα, το «Pimea Tahti» με τα (ψευδο)επικά αντρικά φωνητικά αποδεικνύεται ανέλπιστα εθιστικό. Η τραγουδίστρια από την πλευρά της, δεν διαθέτει την μεγάλη τεχνικά φωνή, προτιμά τις χαμηλές κλίμακες, κοντά στην απαγγελία πολλές φορές, οι οποίες όμως εμφανώς της πάνε. Η εξαιρετική ενορχήστρωση (δεν θα απαριθμήσω εδώ την πλειάδα των οργάνων τα οποία βάζουν την πινελιά τους), δίνει μια διαύγεια κρύου αέρα σε ένα τελικό αποτέλεσμα φρέσκιας χαλαρής ποπ, στην οποία ας καταλογιστεί ως επιπρόσθετο προσόν το γεγονός ότι δεν παίζει με τη νοσταλγία (των ήχων τουλάχιστον), δεν αναπαλαιώνει και δεν ανασκάπτει το παρελθόν, όπως είναι ο άτυπος κανόνας της εποχής μας.

Η αδυναμία κατανόησης των στίχων από την άλλη σίγουρα στερεί ένα σημαντικό ποσοστό της απόλαυσης (ειδικά από τη στιγμή που διηγούνται ιστορίες), αλλά το τελικό ζύγι γέρνει προς τη θετική κατεύθυνση. Η φωνή άλλωστε είναι και αυτή ένα όργανο, (από τα ελάχιστα πραγματικά φυσικά!) με τη δική της αυτόφωτη γοητεία. Και το «Hyvaile Minua Pimea Tahti» διαθέτει μια συναισθηματική αλλά και εγκεφαλική συνάμα δυναμική και αμεσότητα η οποία υπερβαίνει γλωσσικά σύνορα. Και στερεότυπα!

8

 1η δημοσίευση: http://www.mic.gr