Heretology – Vol. 16

Heretology

– Στο περίφημο «Through the looking glass» o αινιγματικός Humpty Dumpty κουβεντιάζει με τη μικρή Αλίκη προβλήματα …γλωσσολογίας και σημειωτικής. Παιδί-θαύμα η Αλίκη ή παραμυθένια αδεία δεν έχει σημασία, ο διάλογος πάντως εκτυλίσσεται ως εξής: «Οι λέξεις σημαίνουν ότι θέλει ο καθένας» για να απαντήσει η μικρή «το ζήτημα είναι αν μπορείς να κάνεις τις λέξεις να σημαίνουν τόσα πολλά διαφορετικά πράγματα». Ο Humpty θέλει να έχει όμως τον τελευταίο λόγο: «Το ζήτημα είναι ποιος είναι το αφεντικό, αυτό είναι όλο». Η Αλίκη σιωπά…- Είναι γνωστό από τα πολύ παλιά ότι η κάθε εξουσία δημιουργεί το δικό της λεξιλόγιο και συντακτικό. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην κατεστημένη πολιτική εξουσία, το φαινόμενο επεκτείνεται σε κάθε είδους μικρόκοσμο ο οποίος χρησιμοποιεί τη γλώσσα όχι μόνο ως μέσο επικοινωνίας αλλά και ως τρόπο χάραξης διαχωριστικών (ενίοτε και αποκλειστικών) ορίων του «εμείς» από τους «άλλους» (ας μην πάμε μακριά, δείτε την κάστα τη δική μας, αυτή των μουσικοκριτικών).

– Στο πολιτικοκοινωνικό βέβαια επίπεδο εκείνοι που διέπρεψαν και εξακολουθούν να διαπρέπουν σε αυτό το γήπεδο είναι οι εκάστοτε ολοκληρωτισμοί. Εκείνοι που έφτασαν αυτή την τέχνη στο απόγειο της ήταν οι γερμανοί εθνικοσοσιαλιστές (για να μην ξεχνάμε και τι σημαίνει «ναζί»), τα διδάγματα των οποίων έχουν υιοθετηθεί ενθουσιωδώς στη σύγχρονη πολιτική προπαγάνδα απ’ άκρου εις άκρον του φάσματος. Έτσι, για παράδειγμα, τα κομματικά έγγραφα του NSDAP ήταν σχεδόν ερμητικά ακατανόητα σε κάποιον μη-μυημένο, αποτέλεσμα όχι μόνο μιας ευφάνταστης νεο-λεξιπλασίας αλλά και μέσω της διεστραμμένης χρήσης υπαρχουσών λέξεων (αναλογιστείτε τώρα γιατί η νομοθεσία του κράτους είναι πάντοτε γραμμένη σε στραμπουλιγμένη ακατανόητη γλώσσα η οποία απέχει έτη φωτός από την καθομιλουμένη). Πολύ πριν η πολεμική εισβολή βαφτιστεί «ειρηνευτική επέμβαση», οι ναζί ήδη μιλούσαν για «τελική λύση».

– Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν, οι λέξεις καταντούν «πουκάμισα αδειανά», κενά κελύφη που νοηματοδοτούνται σχεδόν κατά βούληση. Για να το συμπυκνώσω: γίνονται σύμβολα. Από μικρός παρακολουθώ και στα δικά μας λέξεις να έρχονται και να επανέρχονται στη μόδα, να ευδοκιμούν, να προκαλούν έριδες και ομηρικές συγκρούσεις, να καθορίζουν στρατόπεδα και ύστερα να χάνονται στη λήθη. Το «τέλος της ιστορίας», η «αλλαγή», η «κάθαρση», ο «εκσυγχρονισμός». Και ούτω καθεξής…

– Σήμερα ζούμε στον αστερισμό του Μνημονίου. Δεν έχει τόση σημασία τι είναι τούτο το μνημόνιο (λέξη εξωτική, λόγια και εκτός λαϊκής χρήσης πριν από λίγα χρόνια). Ούτε καν τι λέει. Κάποιοι ομολόγησαν ότι δεν το διάβασαν πριν το ψηφίσουν, για να δεχθούν μετά τη σφοδρή σκωπτική επίθεση των πολεμίων (οι οποίοι επίσης πολλοί αμφιβάλλω αν και αυτοί μπήκαν στον κόπο). Είπαμε όμως: δεν έχει καμία σημασία. Σημασία έχει με ποιους είσαι: υπέρ ή κατά, με Εμάς ή με Αυτούς.

– Έτσι είναι όμως. Με διλήμματα έχουμε εκπαιδευτεί να σκεφτόμαστε εξ απαλών ονύχων: …στήθος ή μπούτι, κιθαρίστας ή ντράμερ, αρετή ή κακία κοκ (είναι φορές που νομίζω ότι το δυαδικό σύστημα θα ήταν το ιδανικότερο για τον άνθρωπο και όχι το δεκαδικό -κι ας έχουμε δέκα δάκτυλα). Τα διλήμματα όμως πετσοκόβουν ανελέητα την πραγματικότητα, αποκλείουν εναλλακτικές, στενεύουν τον ορίζοντα και ενίοτε προκαλούν παράλυση μπροστά στην επιτακτική τους τοποθέτηση. Δηλαδή κάτι σαν αυτό που έπαθε ο καημένος ο γαϊδαράκος του Μπουριντάν μπροστά στο δίλημμα «σανός ή νερό»… Ψόφησε…

– Λένε (και ποιος είμαι εγώ που θα διαφωνήσω) ότι ο τρόπος να είσαι ανεπίκαιρος είναι να ακολουθείς την επικαιρότητα. Πόσο μάλλον σε προεκλογικές περιόδους, όπου μια σιωπηρή συμφωνία του τύπου «ας πούμε και μια-δυο μαλακίες παραπάνω» τίθεται σε ισχύ. Οπότε το κείμενο αυτό δεν έχει καμία τέτοια στόχευση, καμία διάθεση πειθούς και κατήχησης, παρά μόνο μαζεύει κάποιες σκόρπιες σκέψεις και απόπειρες κατανόησης (ή και πιο φιλόδοξα, υπέρβασης) της όποιας επικαιρότητας.

– Εκλογές παρακολουθώ από την εποχή όπου τα αυτοκίνητα κυκλοφορούσαν στους δρόμους με κομματικές σημαίες. Βυθίζομαι σε παιδικές καλοκαιριάτικες αναμνήσεις: θυμάμαι αχνιστή άσφαλτο στον δρόμο Τρίπολη-Τολό (μέσω του διαβόητου Κωλοσούρτη), θορυβώδη τζιτζίκια, μυρωδιά διακοπών κι εμένα να μετράω από το πίσω κάθισμα σημαίες ανεμίζουσες στα αυτοκίνητα, σαν ένα είδος άτυπου προεκλογικού γκάλοπ. Πόσα άλλαξαν ε; Σήμερα η μόνη κομματική σημαία που βλέπεις τριγύρω είναι η …ελληνική.

– Έχω επίσης το βίτσιο να παρακολουθώ και την τηλεοπτική τους διάσταση. Μάλιστα ομολογώ, ναι, γενικά μου αρέσει η τηλεόραση. Ξέρω, είναι και λίγο της μόδας να δηλώνεις ότι δεν έχεις καν αυτή τη συσκευή του διαβόλου, έχω και φίλους που το τηρούν εδώ και χρόνια, φρονώ όμως ότι παρά τις πανθομολογούμενες αδυναμίες της (ως μέσο που είναι άλλωστε) μας φέρνει σε επαφή με μια πραγματικότητα η οποία είναι υπαρκτή όσο κι αν θέλουμε να την αγνοούμε. Μέσο προπαγάνδας; Πράγματι, γιατί όχι; Για να κάνουμε όμως μια στάση εδώ: μήπως η «πληροφόρηση» δεν είναι μερικές φορές η προπαγάνδα την οποία προτιμούμε; Το δε διαδίκτυο από την άλλη, παρά την περιλάλητη πολυφωνία του, μήπως τείνουμε να το χρησιμοποιούμε κατά έναν ασφαλή «προστατευμένο» τρόπο, ο οποίος δεν σε εκθέτει στην μη-επιλεγμένη πληροφορία, στην ιδέα με τη οποία διαφωνείς;

– Ανέκαθεν αντιμετώπιζα τις εκλογές ως ένα είδος show, ή θεατρικής παράστασης αν θέλετε. Πόσο μάλλον τώρα όπου λόγω των συνθηκών επικρατεί ένας ευπρόσδεκτος σουρεαλισμός, ο οποίος κάπως αλαφραίνει το βαρύ κλίμα. Γιατί όσο κι αν δηλώνω ότι έχω πάρει το ποπ-κορν μου και περιμένω να δω τι θα απογίνει, είναι αδύνατο να μείνω ανεπηρέαστος από το εμπόριο φόβου και ελπίδας που διακινείται πανταχόθεν. Δεν είναι τυχαίο: φόβος και ελπίδα υπήρξαν εδώ και αιώνες τα πιο μοσχοπουλημένα εμπορεύματα. 2 σε ένα συνήθως, σαν σαμπουάν και conditioner μαζί σε μία συσκευασία. Δεν μπορείς να το αποφύγεις, ίσως μόνο να το διασκεδάσεις…

– Θέατρο λοιπόν… Θέατρο χαρακτήρων μάλιστα, πιο κοντά στην ιταλική commedia dell arte, όπου οι περισσότεροι ρόλοι είναι προκαθορισμένοι και ο θεατής ξέρει εκ των προτέρων τι να περιμένει από τον καθένα. Εν προκειμένω, ξέρεις ας πούμε ότι όταν ο πολιτευτής ξεκινάει με την διαβεβαίωση «θα σας απαντήσω», η απάντηση είναι κάτι σαν τον Γκοντό στο γνωστό θεατρικό: δεν έρχεται ποτέ. Το «εγώ δεν σας διέκοψα» σπεκουλάρει στη μνήμη χρυσόψαρου των θεατών, το «αφήστε με να ολοκληρώσω» ιδωμένο ως σεξουαλικό υπονοούμενο αποκτά μια άλλη λίαν ιδιαίτερη διάσταση.

– Κάποτε ευρισκόμενος στην μάλλον δυσάρεστη θέση εκείνου που του ανακοινώνεται άσπλαχνα «χωρίζουμε», αντέδρασα μεταξύ άλλων με την «δολοφονική» ατάκα: «υπάρχει άλλος;». Νομίζω (ή θέλω να νομίζω) ότι συναισθάνθηκα γρήγορα το γελοίον της κατάστασης, της ενστικτώδους αναπαραγωγής στερεότυπων συμπεριφορών κι εκφράσεων κοπιαρισμένων από κακό σινεμά και τηλεόραση (η βαρυτική δύναμη της κοινοτοπίας έχει ισχύ …μαύρης τρύπας). Αναρωτιέμαι όμως αν οι όχι και τόσο πονηροί πολιτευτάδες συναισθάνονται τη γελοιότητα απαντήσεων του τύπου «δεν απαντώ σε υποθετικές ερωτήσεις», λες και η πολιτική δεν είναι (και) η διαχείριση σεναρίων, υποθέσεων και θεωριών. Ή όταν μεγαλόστομα (εικάζω μαζί με μικρές μπιλίτσιες σάλιου) δηλώνουν το ηρωικό «όλοι φταίμε» (που σε δεύτερο επίπεδο μεταφράζεται ως «κανείς δεν φταίει»).

– Μια αλλαγή στο σκηνικό όμως μπορώ να την καταγράψω. Παρατηρώ ότι μου παίρνει σημαντικά περισσότερο χρόνο να ταυτοποιήσω κομματικά κάποιον ομιλητή (εάν φυσικά δεν τον γνωρίζω). Μια ένδειξη νομίζω ενός γενικότερου ιδεολογικού τουρλού, σε μια εποχή όπου τα κομματικά μαντριά δεν είναι πια τόσο καλά περιφραγμένα όπως παλιότερα. Οι δε 400.000 που αποτελούν τη …μεραρχία της Χρυσής Αυγής δεν φύτρωσαν με παρθενογένεση στο κενό, οι ιδέες τους σταβλίζονταν και επωάζονταν στα κατεστημένα κόμματα για χρόνια (οι περίφημοι «»εγώ δεν είμαι ρατσιστής αλλά…»), είναι παιδιά της γελοίας ελληνικής αστικής τάξης η οποία βρέθηκε κατευθείαν από τη στάνη στο σαλόνι, χωρίς να αφήσει πίσω την κτηνώδη αμορφωσιά και τον παραδοσιακό μισογυνισμό της. Η απογοήτευση των μοσχαναθρεμμένων τέκνων της, τα οδήγησε να ανοίξουν τρύπες στην περίφραξη και να αναζητήσουν το «real thing», σε όλη την απροκάλυπτα κάφρικη μορφή της. Ένα ιδιότυπο …outing θα μπορούσαμε να πούμε.

– Από την άλλη έχουμε διασπάσεις επί διασπάσεων, ασκήσεις …πυρηνικής φυσικής ακόμη και σε υπεράνω υποψίας χώρους, κόμματα που ιδρύονται υπέρ των …συνεργασιών μετά από διάσπαση με τους πρώην συντρόφους και μέλλοντες συνεργάτες, και φυσικά άφθονο φανατισμό από τους ανανήψαντες. Ο νεοφώτιστος είναι πάντοτε πιο ένθερμος σε σχέση με τον παλιό και έχει πολύ περισσότερα να αποδείξει. Οι χειρότεροι βασανιστές της χούντας υπήρξαν «μετανοημένοι» εξόριστοι.

– Ο νόμος ο οποίος περιορίζει τις εμφανίσεις των πρωτοκλασάτων στελεχών έχει φέρει στην επιφάνεια όλη την τραγωδία (ή κωμωδία) της δεύτερης και τρίτης κομματικής σειράς, εκείνης που περιμένει με το σπαθί στο χέρι να εφορμήσει και να καταλάβει θέσεις του κράτους λιγότερο προβεβλημένες (και εκτεθειμένες) αλλά πολύ πιο προσοδοφόρες από τις υπουργικές. Σαν παιδάκια του νηπιαγωγείου που έχουν αποστηθίσει αβέβαια το ποίημα τους, κορδώνονται αυτάρεσκα στην κάμερα και ψελλίζουν το κομματικό ποίημα με γλώσσα πιο ξύλινη από το …ξύλο. Όσο για το χιούμορ, δεν έχω αποφασίσει ακόμη τι είναι χειρότερο: η παντελής έλλειψη του ή η εκβιασμένη απόπειρά του από κάποιον που εμφανώς δεν «το έχει»;

-Η αισθητική είναι πολιτική, ενίοτε και το αντίθετο.

– Η θέση του θύματος είναι ενίοτε ζηλευτή. Μπορείς να γίνεις ακόμη και ο πιο αδίσταχτος θύτης για να την κατακτήσεις.

– Αυτό που είναι πιο τρομακτικό είναι ότι τριγύρω πληθαίνουν οι απαντήσεις με τελείες, αυτές που δεν αφήνουν ανοιχτή την πόρτα σε κανένα ερωτηματικό αμφιβολίας να παρεισφρήσει.

– Το έχω θέσει και παλιότερα σαν ζήτημα, αλλά απάντηση πειστική δεν έχω πάρει (στην πραγματικότητα δεν έχω πάρει καμία απάντηση). Πως γίνεται τη στιγμή που η στυγνή τεχνοκρατική, ορθολογιστική (συνεχίστε κατά βούληση τα στερεότυπα επίθετα) Επιστήμη έχει αφήσει εδώ και δεκαετίες πίσω της τη μηχανιστική αντίληψη ενός κόσμου ο οποίος λειτουργεί κατανοητά και προβλέψιμα σαν ένα ελβετικό ρολόι και έχει εισαγάγει στο λεξιλόγιο της έννοιες-ταμπού όπως η αβεβαιότητα, η πιθανοκρατία, η σχετικότητα, το χάος, τη στιγμή που η ίδια αυτή Επιστήμη διδάσκει την ταπεινότητα, την αμφιβολία, τη δυνατότητα απόρριψης εκατομμυρίων επιβεβαιωτικών πειραμάτων από ένα και μόνο αρνητικό, η βεβαιότητα, ο ντετερμινισμός, το Απόλυτο να έχουν μπει στο προσκήνιο από την πίσω πόρτα των πολιτικών, οικονομικών ακόμη και κοινωνικών «επιστημών»;

– Έτσι με βεβαιότητα βιβλικού προφήτη και ψευδοεπιστημονική επικάλυψη («δεν είναι σοκολάτα») προαναγγέλλονται συμφορές, λιμοί και καταποντισμοί με ακρίβεια σεληνιακών εκλείψεων. Όσο δε η τάση αυτή παραμένει στα καφενεία και τις ταβέρνες όπου άνθρωποι που μέχρι πριν από 2 χρόνια δεν γνωρίζαμε τη διαφορά του τόκου από το επιτόκιο χαράζουμε παγκόσμιες στρατηγικές, έχει καλώς. Ζήτημα ανακύπτει όταν αυτή η νοοτροπία γίνεται πολιτική εφαρμογή. Γιατί ο «μαύρος» κύκνος είναι πάντοτε εδώ, κι ας κάνουμε ότι τον αγνοούμε…

– Αν απορείτε για το ποιος είναι αυτός ο εξωτικός μαύρος κύκνος: το γεγονός ότι οι άνθρωποι σπάνια λειτουργούν με ορθολογισμό. Ίσως εκ των υστέρων μόνο να προσπαθούν να δικαιολογήσουν (το βαφτίζουν αιτιολογήσουν) τις πράξεις τους. Και προσοχή, δεν πρόκειται για θέμα βούλησης ούτε ικανότητας ούτε ψευδεπίγραφου διλημματικού διαχωρισμού μεταξύ λογικής και συναισθήματος. Ακόμη κι αν μπορούσαμε να τροφοδοτήσουμε με όλα τα δεδομένα τον μεγαλύτερο, πιο γρήγορο, πιο σουπερ-ντούπερ-χάι-κλας άι-υπολογιστή, θα ήταν αδύνατη μια «ορθολογική» πρόβλεψη. Πέρα από το προφανές ότι ο ορθολογισμός του ενός ανθρώπου είναι ο παραλογισμός του άλλου, πέρα από το γεγονός ότι οι παράμετροι του προβλήματος είναι άπειρες και ανεξέλεγκτες, υπάρχει και ο νόμος των ακούσιων συνεπειών: η κάθε πράξη μπορεί να έχει επιδράσεις οι οποίες είναι όχι μόνο απρόβλεπτες αλλά ακόμη και ανεπιθύμητες από το δρων υποκείμενο. Η ιστορία είναι γεμάτη από ανάλογα παραδείγματα. Και η ζωή του καθενός θα συμπλήρωνα…

– Στα πλαίσια αυτά ποτέ δεν κατάλαβα γιατί η ιδεολογική συνέπεια είναι μια εξ ορισμού αρετή, η οποία πρέπει μάλιστα να επιδεικνύεται με υπερηφάνεια. Ειδικά σε εποχές όπου όλα τριγύρω αλλάζουν, τα τείχη γκρεμίζονται και τα δεδομένα δεν είναι πια τόσο …δεδομένα. Γι’ αυτό έχω πολλές φορές έχω την εντύπωση ότι η πολιτική καταντά μια προσπάθεια προσαρμογής ιδεολογικών κοστουμιών στην πραγματικότητα και όχι το ιδεατό αντίθετο.

– Έτσι κι αλλιώς, η πραγματικότητα είναι όσο χαοτική και τόσο πολυποίκιλη, σαν ένα ενυδρείο όπου ο καθένας μπορεί να ψαρέψει το ψάρι που τον βολεύει, να βρει ένα επιχείρημα να στηρίξει την άποψη του, όποια κι αν είναι αυτή, όσο και εξεζητημένη. Όποιος ψάχνει βρίσκει λέει ο (όχι πάντα) σοφός λαός.

– Ίσως τελικά το μεγάλο πρόβλημα του ανθρώπου είναι η προσδοκία ότι υπάρχουν λύσεις στα προβλήματά του. Γι’ αυτό άλλωστε είναι και ευάλωτος σε υποσχέσεις ουτοπιών και παραδείσων και σε όνειρα επαναστάσεων που με λίγες δραστικές κινήσεις θα αλλάξουν τον κόσμο. Ένας άλλος κόσμος είναι πράγματι εφικτός, μέσα όμως από μια καθημερινή μάχη, με συνεχή βασανιστικές δοκιμές και απορρίψεις («trial & error»), όχι με τη βίαιη επιβολή ιδεολογικών (θρησκευτικών;) κουστουμιών, χωρίς την παρέμβαση των περίφημων Μεγάλων Ηγετών, των Σωτήρων, των Μεσσιών… Αλίμονο σε όσους τους χρειάζονται, είχε πει πάλι ένας σοφός και ποιος είμαι εγώ για να διαφωνήσω;

15/06/2012

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: