Κρίστη Στασινοπούλου – Greekadelia (Riverboat)

kristi
1. Μάτια σαν και τα δικά σου
2. Ανάμεσα Νισύρου
3. Με γέλασαν τα πουλιά
4. Θάλασσά μου
5. Μες στου Αιγαίου τα νερά
6. Νεραντζούλα φουντωμένη
7. Πες μου ποια μάνα
8. Κάτω στα δασιά πλατάνια
9. Το πονεμένο στήθος μου
10. Μαραίνομαι
11. Έρχομαι κι εσύ κοιμάσαι
12. Ρόδο της Πρωτανάστασης
13. Ρόδισε η Ανατολή

Τώρα που κατά το ευστόχως ρηθέν «μας βγήκε ο ψυχεδελικός σανός από τη μύτη» (κατά Τζιρίτα), τώρα που εμφανίστηκαν στα καλύτερα της χρονιάς (2012 παρακαλώ) δίσκοι οι οποίοι θα έβαζαν τραγούδια μόνο σε καμία πολύ ομπσκιούρ συλλογή ψυχεδέλειας του πρώτου διμήνου του 1968 κάποιας γειτονιάς του Σαν Φρανσίσκο, τώρα που το πρόθεμα «psych» σε διάφορους γλωσσικούς συνδυασμούς έγινε η καλύτερη εμπορική προσθετική αξία στις δημοπρασίες δίσκων, τώρα μας προέκυψε και «Greekadelia». Γιατί όχι; Οι αγορές του κόσμου πάντως τσίμπησαν, ο δίσκος εμφανίστηκε σε κορυφές world καταλόγων επιτυχίας και πωλήσεων, ελληνικές εφημερίδες έγραψαν για τους έλληνες που κατακτούν «την κορυφή του κόσμου» (αχ αυτή η συμπλεγματική ανάγκη μας για την έξωθεν αναγνώριση!) και ξένες εφημερίδες (βλ. Guardian) έγραψαν ..ευφάνταστα κείμενα σε στυλ «να και κάτι καλό από Ελλάδα».

Ας παραμερίσουμε όμως αυτά τα δημοσιογραφικά φύκια, τις περικοκλάδες και τον κάπως κακόγουστο τίτλο (έχω μια υποψία ότι δεν ήταν επιλογή των δημιουργών) και ας μείνουμε στην ουσία. Τώρα μάλιστα που ξεπεράσαμε και τις διάφορες ανοησίες (ή προφάσεις εν αμαρτίαις) περί «χουντικής» μουσικής και η παράδοση επαναδιεκδικεί της θέση της στο σύγχρονο γίγνεσθαι. Ένα λαμπρό τέτοιο παράδειγμα είναι και ο δίσκος αυτός…

Greekadelia λοιπόν… Και καταλήγουμε πάλι στο «γιατί όχι»; Ελληνική ψυχεδέλεια. Η οποία ψυχεδέλεια ναι μεν είναι δύσκολο να οριστεί αλλά όταν την ακούς καταλαβαίνεις (κάτι σαν την …πορνογραφία ένα πράγμα!). Μήπως άλλωστε και μεγάλο μέρος της ψυχεδέλειας, ειδικά της χρυσής εποχής ’68-72, δεν ήταν παρά πειραματισμοί (ενίοτε και αδέξιοι), προσπάθειες ενσωμάτωσης ανατολικών δρόμων και ήχων σε δυτικές κλίμακες από μπουχτισμένους από την ευμάρεια των οικονομικών θαυμάτων νέους, νέους που αναζητούσαν μια ουσία, ένα νόημα, μια καταπράυνση των αντιφάσεων (και έναν εξωτισμό, ας μην ωραιοποιούμε την κατάσταση) στην μυστήρια Ανατολή;

Η κολόνια της συνεργασίας μεταξύ Στασινοπούλου και Καλυβιώτη κρατάει πολλά χρόνια και από αυτή την άποψη εγγυάται την καλή «χημεία» μεταξύ των δημιουργών. Η δε πολύχρονη και πολύτροπη ενασχόληση τους με την παράδοση αποκλείει προφανώς το φαινόμενο του διάττοντος αστέρα που ακολουθεί ένα ρεύμα της μοδός (εσχάτως είχαμε διάφορα τέτοια παραδείγματα). Τα δύο αυτά στοιχεία είναι κατ΄ αρχήν πολύτιμοι αρωγοί στον στόχο του δίσκου αυτού. Την αναμέτρηση δηλαδή με 13 κλασικά κομμάτια της δημοτικής παράδοσης τα οποία έχουν περάσει ανεξίτηλα στο συλλογικό συνειδητό, 13 δικαιωμένα από το χρόνο συλλογικά έργα και την προσθήκη της δικής σου ατομικής πινελιάς.

Εν προκειμένω οι πινελιές αυτές δεν είναι και λίγες. Ξεκινώντας από την εύστοχα πετυχημένη χρήση ηχογραφήσεων πεδίου, από το «kindly requested» της αρχής έως τον παφλασμό του κύματος και το κρώξιμο των γλάρων στα θαλασσινά άσματα, με τους ήχους της φύσης να υπογραμμίζουν και αυτή τη διάσταση του δημοτικού (στα τραγούδια αυτά η φύση δεν ήταν μόνο σκηνικό αλλά πρωταγωνιστής και μάρτυρας). Υπάρχει επίσης μια (λελογισμένη) χρήση ηλεκτρονικών παρεμβάσεων και δειγματοληψιών, ενώ το ινδικό αρμόνιο της Κρίστης προσδίδει στα κομμάτια ένα διόλου ανοίκειο ινδοπρεπές ηχόχρωμα (και αυτό παραπέμπει κατ’ ευθείαν στο ψυχεδελικό οπλοστάσιο). Η «Νεραντζούλα φουντωμένη» είναι έξοχο δείγμα και η κορυφαία στιγμή του δίσκου, η επαναληπτικότητα του τέλους σε στέλνει σε ταξίδι με τον τρόπο που τα καταφέρνει η τεχνική του ινδικού μάντρα. Το φαντάζομαι να επαναλαμβάνεται αέναα και να πηγαίνει και να πηγαίνει… Τα τρεισήμισι λεπτά μου φαντάζουν εδώ λίγα.

Η επιλογή των κομματιών είναι ιδιαίτερα πολυσυλλεκτική και καλύπτει όλο τον ιστορικό χώρο του ελληνισμού, αποδεικνύοντας συνάμα πόσο μάταιο είναι να οριστεί η «ελληνική» μουσική από τη στιγμή που η ετερογένεια και η ποικιλομορφία της δύσκολα (ή μόνο προκρούστεια) μπορεί να χωρέσει σε περιοριστικά εθνικά πρότυπα. Γιατί «ελληνικό» φως δεν είναι μόνο το ελύτειο λαμπρό του Αιγαίου αλλά και το μουντό ομιχλώδες της Πίνδου και των κάμπων της Βόρειας Ελλάδας.

Το μόνο ζήτημα (και το οποίο αφορά αποκλειστικά το εντόπιο κοινό) ανακύπτει κατ’ αναλογία με το γνωστό δίλημμα που ταλαιπωρεί τους μεταφραστές: πιστή και άσχημη ή άπιστη και όμορφη; Στον δίσκο μου λείπει η αύρα του απρόβλεπτου, ή καλύτερα μια μεγαλύτερη τολμηρότητα στη χρήση των μέσων που αναφέραμε παραπάνω (ίσως και η άποψη ενός παραγωγού). Η τελική ενορχήστρωση πατάει πιστά πάνω στην ασφάλεια του οικείου και μιας κάπως συμβιβαστικής αρχής «ούτε ρήξη ούτε επιστροφή». Δεν ξέρω ποιον θα ελκύσει τελικά το αποτέλεσμα, το σκληροπυρηνικό κοινό που ακούει δημοτικά, το κοινό που τα αγνοεί και/ή τα περιφρονεί ή το ήδη κατακτημένο κοινό του διδύμου;

Υπό αυτό το πρίσμα δεν είναι δυσεξήγητη η επιτυχία του δίσκου στα εξωτερικά. Σε ένα κοινό ιδιαίτερα δεκτικό πλέον σε ακούσματα εκτός της κυρίαρχης κουλτούρας, απαλλαγμένο από πρότερη γνώση και βιώματα (αλλά και προκαταλήψεις!). Παλιά υπήρχε η έκφραση «bon pour l’ Orient», η οποία σήμαινε (με μια γερή δόση υποτίμησης) «καλό για την Ανατολή» (εμφανίστηκε εις Παρισίους την εποχή της οθωμανικής αυτοκρατορίας και αρχικά αφορούσε …πτυχία αλλά αργότερα συμπεριέλαβε και προϊόντα). Κατ’ αντιστροφή, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο δίσκος αυτός είναι «bon pour l’ Ouest». Σαν εξωτικό περίεργο φρούτο; Και πάλι, γιατί όχι; Όπως ακριβώς απολαμβάνουμε κι εμείς μουσικές από την Γκάνα, την Κούβα, την Καμπότζη και κάθε άλλη γωνιά του κόσμου. Στη μουσική δεν τίθεται ζήτημα αυθεντικότητας ούτε βιωματικότητας, τίποτε από τα δύο δεν προσδίδει ούτε και αποτελεί αυταξία και ποιοτική εγγύηση.

Όπως και να έχει πάντως, είναι σίγουρο ότι περιμένουμε το επόμενο βήμα. Η παράδοση άλλωστε είναι δρόμος και όχι σταθμός. Ένας δρόμος τον οποίο ακολουθείς με συνέπεια, στον οποίο προχωράς δοκιμάζοντας και απορρίπτοντας, με κάθε βήμα μια νέα αφετηρία σε αυτή την αιώνια προσπάθεια του δημιουργού να πάει το πράγμα (έστω και) λίγο παραπέρα.

7.5

 1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: