Μουσική και φασισμός. Ανίερες συγγένειες;

(We don’t need this) fascist groove thang*
joy division«Ωχ, ένα ελάφι»! Τoν «έκπληκτo» λαθροθήρα του γνωστού ανεκδότου όταν εσυλλήφθη με την απαγορευμένη λεία στους ώμους θυμίζει η αντίδραση της ελληνικής κοινωνίας μπροστά στην εκλογική ανάδυση του φασιστικού …καιάδα. Και κάπως έτσι, βίαια, με ένα «εγέρθητου» τελείωσαν οι μέρες της αθωότητάς της. Για χρόνια πολλά φασιστικές, ρατσιστικές και εθνικιστικές ιδέες διακινούνταν και απενοχοποιούνταν, διατέμνοντας μάλιστα οριζόντια το πολιτικό σύστημα, το οποίο είχε εφησυχάσει πίσω από εθνικά στερεότυπα περί δήθεν ανοσίας του Έλληνα στις διαστροφές των ψυχρών ορθολογιστών «Δυτικών». Αυτά δήθεν δεν συμβαίνουν εδώ, στον ηλιόλουστο φιλόξενο Νότο…

Τώρα λοιπόν που άρκεσε μια σχετικά ήπια για τα ιστορικά μεγέθη οικονομική κρίση για να πάρει το τέρας μορφή, φρονώ πως ήρθε ο καιρός να αφήσουμε στην άκρη κατεστημένες πάγιες απόψεις και να αντικρίσουμε κατάματα τη νέα πραγματικότητα, όσο αποκρουστική κι αν μοιάζει.

Πριν από μερικά τεύχη του περιοδικού ΣΟΝΙΚ διάβαζα ένα κείμενο του Μάκη Μηλάτου το οποίο επίχαιρε για την επιστροφή στο προσκήνιο του πολιτικού τραγουδιού (με απωθεί ο όρος αλλά χάριν οικονομίας ας τον υιοθετήσουμε). Σκεφτόμουν πόσο δυσδιάκριτα είναι κάποιες φορές τα όρια μεταξύ καλλιτεχνικής έκφρασης και πολιτικής προπαγάνδας. Και παρόλο που αυτονόητα η μουσική είναι φορέας πάσης φύσεων ιδεών, τείνουμε να λησμονούμε την ύπαρξη της σκοτεινής πλευράς του φεγγαριού. Η «φωνή λαού» η οποία θα μετατραπεί σε τέχνη δεν είναι απαραίτητα εξ ορισμού σοφή… Και η κιθάρα ως όπλο (κατά Woody Guthrie) μπορεί να έχει πολλές χρήσεις…

Έχοντας επίγνωση ότι το θέμα είναι …χταπόδι και ακόμη κι ένα βιβλίο-τούβλο θα δυσκολευόταν να το καλύψει πλήρως, θα προσπαθήσουμε εδώ σε πολύ αδρές γραμμές να σκιαγραφήσουμε τη σχέση μεταξύ του φασισμού και της μουσικής και να εξετάσουμε τους τρόπους με τους οποίους ο φασισμός εκδηλώθηκε αισθητικά κι εκφράστηκε συμβολικά στον κόσμο των ήχων.
AlienΓια να θέσουμε τα πράγματα εξ αρχής κρυστάλλινα: Οι διαχωρισμοί στη μουσική είναι μορφολογικές και μεθοδολογικές κατασκευές, κατά συνέπεια «φασιστικό» είδος μουσικής δεν υπάρχει, ας ξεκινήσουμε με αυτό το κρατούμενο. Διατηρούμε επίσης απόσταση ασφαλείας από επικίνδυνες διπλές συνεπαγωγές: όταν το Α συνεπάγεται το Β, δεν ισχύει πάντοτε και το αντίστροφο.

Πέραν αυτής της βάσης όμως, ας αγνοήσουμε τα δεσμά της πολιτικής ορθότητας, ας βάλουμε στο τραπέζι τα μυωπικά γυαλιά του οπαδού και ας πάψουμε να κρυβόμαστε πίσω από το αφελές και τραγικά ανιστόρητο επιχείρημα «δεν είναι όλοι έτσι». Γιατί χωρίς (προφανώς) να φτάνουμε σε γενικεύσεις και υπεραπλουστεύσεις, δεν είναι δυνατόν να αγνοήσουμε τη σκληρή πραγματικότητα, ότι κάποια είδη μουσικής αποτελούν ένα λίαν φιλικό περιβάλλον επώασης για μια ποικιλία εύοσμων «ανθών». Δεν είναι τυχαίο ότι είδη όπως το black (ιδίως στην …βλακ εκδοχή του) μέταλ ή το industrial ή το πανκ ή το gothic ή ακόμη και η φαινομενικά αθώα neofolk (όχι αυτή του Rufus, μην ανησυχείτε), έλκονται από το φασισμό όπως οι …μύγες από την κοπριά. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι δεν συναντάς φασίστες στην …twee pop ή στην (εκφυλισμένη κατά τους ναζί) τζαζ. Υπάρχουν συγκεκριμένοι ιστορικοί και κοινωνικοί λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν αυτές τις κατανομές, πέραν φυσικά από την κάπως επιφανειακή παρατήρηση περί συνάφειας και έλξης μεταξύ ακραίων ακουσμάτων και ακραίων αντιλήψεων. Ο Burzum και ο Breivik δεν φύτρωσαν με παρθενογένεση…

Ως σύμπτωμα του νεωτερικού κόσμου και enfant terrible του 20ου αιώνα χαρακτηρίζει εύστοχα τον φασισμό ο Payne. Έτσι, στις αρχές αυτού του «αιώνα των άκρων» θα αναζητήσουμε κάποια νήματα που θα μας βοηθήσουν στην διερεύνησή μας.

Δύο ρεύματα της τέχνης συνέβαλαν, τροφοδότησαν και τροφοδοτήθηκαν γενναία από το φασισμό. Ο ρομαντισμός και ο μοντερνισμός. Αφορίζοντας ελαφρά θα τολμούσα να ισχυριστώ ότι ο φασισμός συνιστά τις απόλυτα ακραίες, διεστραμμένες τους εκδοχές. Κι ας μοιάζουν με μια επιπόλαια ματιά ασύμβατες και αντιφατικές (άλλωστε κι ο φασισμός έχει τις πολλές του συνιστώσες). Η ουσιώδης τους διαφορά είναι απλά στη χρονοθέτηση της ουτοπίας, του Παραδείσου: στο μέλλον ή στο παρελθόν.
WagnerΟ ρομαντισμός ειδικότερα, αφορά κάτι παραπάνω από φεγγάρια, κεράκια και καντάδες με τριαντάφυλλα για την αγαπημένη. Στον πυρήνα του πρόκειται για μια συναισθηματική αν-ορθολογική προσέγγιση, μια λατρευτική εξιδανικευμένη νοσταλγία μιας κάποιας φαντασιακής Χρυσής Εποχής (σε σαφή πάντα αντιδιαστολή με ένα παρακμάζον παρόν), μια «επιστροφή στις ρίζες» με μυθοποίηση του έθνους και της φυλής και μια λαχτάρα της επανένωσης τού ανθρώπου με τη φύση και τη χαμένη αρμονία (βλέπε π.χ. τις εικαστικά πρωτοποριακές ταινίες της Leni Riefenstahl, τις βουκολικές φαντασιώσεις τύπου «Blut und Boden», σπέρμα της σύγχρονης ιδιάζουσας τερατογένεσης που λέγεται «οικοφασισμός»). Ο οποίος μύθος βέβαια, εκ της φύσεως του, είναι ανοιχτός σε κάθε είδους ερμηνείες, ακόμη και ακροβασίες. Διαβάζω με ενδιαφέρον στο εξαιρετικό βιβλίο του Johann Chapoutot «Εθνικοσοσιαλισμός και αρχαιότητα» για το πως οι ναζί βάφτισαν Γερμανούς και τους αρχαίους …Σπαρτιάτες, απόγονους δήθεν των βόρειων «ξανθών και γαλανομάτηδων» Δωριέων!

Ο αρχέτυπος εκφραστής αυτού του πνεύματος στη μουσική υπήρξε ο μέγας Richard Wagner. Ποτέ άλλοτε δεν εκφράστηκε με μεγαλύτερη αισθητική δύναμη ο τραγικός ηρωισμός, η μυθική μεγαλομανία αλλά και η αποθέωση των ερειπίων (ή της …»ερειπιολαγνείας») και της πτώσης απ’ ότι στις όπερές του. Είναι νομίζω πασίγνωστη η ιστορία της εκμετάλλευσης της μουσικής του από το χιτλερικό καθεστώς. Ο ίδιος ο Wagner ασφαλώς και δεν υπήρξε φασίστας (ήταν βέβαια ένας φλογερός αντισημίτης). Η συμβολή του όμως στην ιστορική εξέλιξη, έστω και ως ακούσιου προδρόμου, δεν μπορεί να αγνοηθεί. Μπορεί να μη βρείτε το φασισμό στην τριλογία των Νιμπελούνγκεν, όπως δεν θα βρείτε και την ατομική βόμβα στις εργασίες του Einstein πάνω στη σχετικότητα. Η ιστορία όμως χωρίς αυτούς θα είχε γραφτεί εντελώς διαφορετικά… Καλύτερα ή χειρότερα κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει…
heydrich SSΠοιος ξέρει, ίσως το παραπάνω ερμηνευτικό πλαίσιο να δίνει και μια απάντηση στο παράδοξο του ασυμβίβαστου μεταξύ της πολιτισμικής καλλιέργειας και της βάρβαρης κτηνωδίας. Μάρτυρες περιγράφουν ότι το παγερό μισάνθρωπο βλέμμα του Reinhard Heydrich, του διαβόητου αρχηγού της Γκεστάπο, …γλύκαινε όταν έπαιζε βιολί! Ο δρόμος προς τα κρεματόρια στο Theresienstadt ήταν στρωμένος με κλασικές μελωδίες. Ο ρομαντισμός απαιτεί θυσίες για να εκπληρώσει το όραμά του. Όσο δε πιο «μεγαλειώδες», πιο υπερφίαλο το όραμα τόσο και βαρύτερο το κόστος. Σκοτεινή Ήπειρος, όπως έγραψε και ο Mazower…

Για να έρθουμε και σε πιο οικεία, σύγχρονα ακούσματα, το μοτίβο του ακραίου ρομαντισμού και της παράδοσης η οποία προβάλει (αλλά και επιβάλλεται) ως φορέας αιώνιας αλήθειας θα το συναντήσουμε σε διάφορα είδη. Μυστικισμός, παγανισμός, τέρατα, δικέρατοι, τρισκέρατοι, πολεμιστές με σπαθιά, απάτητα δάση, γαλακτερές παρθένες, μαζί με τη χρήση των εκάστοτε τοπικών μυθολογιών και νεκρών γλωσσικών ιδιωμάτων χαρακτηρίζουν για παράδειγμα διάφορες εκφάνσεις της μεταλλικής μουσικής.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον όμως παρουσιάζει η χρήση του Μύθου στα πλαίσια της λεγόμενης αποκαλυπτικής folk (με τα martial παρακλάδια της), όπου στη συνταγή προστίθεται ενίοτε μια διεστραμμένη ευρωπαϊκή ιδεολογία και μια σχεδόν μυστικιστική λατρεία του θανάτου. Μια ιδεολογία η οποία πόρρω απέχει από εκείνη την ιδεαλιστική της συμφιλίωσης των λαών ή ακόμη και από αυτή τη γραφειοκρατική τραπεζιτική των Βρυξελλών, αλλά αντιμετωπίζει την Ευρώπη ως πολεμικό προμαχώνα απέναντι στην πολιτισμική εισβολή από την Ανατολή (στην οποία κατατάσσεται και η Ρωσία ώστε να δικαιολογηθούν τα εκεί «κατορθώματα» των SS) αλλά και από τη …Δύση (κατά των ΗΠΑ, της πολυ-πολιτισμικότητας και του καπιταλισμού). Η επωδός «Europe is dead» και παρεμφερείς μελοδραματικές κορώνες είναι κοινός τόπος για πολλά neo-folk σχήματα (γιατί το «Finis Graeciae» του Γιανναρά δεν μου μοιάζει και τόσο ιδεολογικά μακρινό;) Συγχυσμένοι καιροί…
DIJΔεν είναι ασφαλώς πάντοτε εύκολο να διαχωρίσεις την εγγενή στον άνθρωπο έλξη από το μυθικό παρελθόν, την αχαλίνωτη πηγαία έμπνευση από τη στοχευμένη πολιτική προπαγάνδα (δεν είναι όλοι τόσο απροκάλυπτοι όπως ας πούμε σχήματα τύπου Von Thronstahl). Δεν έχει και νόημα άλλωστε, δεν δικαιούμαστε νομίζω να κάνουμε δίκες προθέσεων. Πάντως μπορείς εύκολα να ξεχωρίσεις τη μεταφυσική συγχυσμένη μεν αλλά βαθιά ανθρώπινη κοσμοθεωρία των Current 93 από το ελαφρώς γραφικό (όπως αποδείχθηκε και στην πρόσφατη συναυλία) στρατόκαυλο ιδεολόγημα των Death in June και τη στάση των απόλυτα συνειδητοποιημένων Sol Invictus, έτσι για να αναφερθούμε σε κάποια (συγγενή) παραδείγματα ταλαντούχων μουσικών οι οποίοι ουσιαστικά αυτο-περιθωριοποιήθηκαν ακολουθώντας ύποπτους δρόμους.

Επιστρέφοντας στους δρόμους της δικής μας ερμηνείας, θα ακολουθήσουμε τώρα το άλλο νήμα που προαναγγείλαμε. Αξίζει αρχικά να σημειώσουμε με έμφαση, ότι οι αρχές του προηγούμενου αιώνα υπήρξαν το θέατρο των πιο ραγδαίων και ζαλιστικών αλλαγών που γνώρισε ποτέ η ανθρώπινη ιστορία, με επαναστατικές εφευρέσεις όπως τα μέσα μεταφοράς ή ο τηλέγραφος να μεταβάλλουν δραματικά την ανθρώπινη καθημερινότητα και να υλοποιούν την πρώτη πραγματική παγκοσμιοποίηση.

Αυτή η επιτάχυνση του ιστορικού ρολογιού επέτεινε την αίσθηση η οποία αποκλήθηκε «fin de siecle», της παρακμής δηλαδή ενός Παλιού Κόσμου ο οποίος δεν αξίζει να επιβιώσει, του κόσμου της διαφθοράς, των γερασμένων αυτοκρατοριών, του «παλαιού» ανθρώπου. Το σφαγείο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου που ακολούθησε, όχι μόνο εξοικείωσε τον κόσμο με τη χρήση της μαζικής βίας, αλλά την φετιχοποίησε ως κινητήρια δύναμη αλλαγής της ιστορίας. Η ριζοσπαστικοποίηση τόσο της πολιτικής όσο και της τέχνης (βλ. την ανάδυση δυναμικών κινημάτων αμφισβήτησης όπως ο ντανταϊσμός και ο φουτουρισμός) γεννήθηκε ουσιαστικά στα χαρακώματα του Βερντέν.
Filippo MarinettiΜέσα σε αυτό το ταραγμένο κλίμα ο φασισμός εμφανίστηκε ως ευαγγελιστής μιας νέας κοινωνίας κι ενός νέου ανθρώπου, υμνώντας συγχρόνως τη σφριγηλή ενεργητική δράση και αναγορεύοντας τη νεότητα σε λατρευτικό αυτοσκοπό. Μια γοητευτική προοπτική η οποία κατόρθωσε τότε να παγιδεύσει ανθρώπους φωτισμένους όπως ο μεγάλος ποιητής Ezra Pound κι ο φιλόσοφος Martin Heidegger, αλλά και να αποκτήσει οπαδούς ακόμη και σε χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Μ. Βρετανία. Ειδικά οι Ιταλοί φουτουριστές, με αιχμή τον περίφημο Filippo Marinetti, γοητεύτηκαν σφόδρα από αυτό τον τεχνολογικό ακτιβισμό του φασισμού. «Μια μηχανή αυτοκινήτου που βρυχάται είναι ομορφότερη από την Νίκη της Σαμοθράκης» έγραφε το 1909 στο μανιφέστο του. Ο συνθέτης Luigi Russolo με το εγχειρίδιο «The Art of Noises» (σας θυμίζει κάτι;) ουσιαστικά υπέγραψε την ληξιαρχική πράξη γέννησης της μουσικής industrial. Ο Αδόλφος, 20 χρόνια μετά, θα είναι ο πρώτος που θα υιοθετήσει την πολιτική «φτηνό αυτοκίνητο στο λαό» με το πασίγνωστο κατσαριδάκι Volkswagen. Λίγο αργότερα θα έπαιρνε το λόγο η μηχανική βία των μετώπων…

Ο άμεσος συνδετικός ιστός με μεταγενέστερα είδη όπως το industrial και το black metal, μουσικές κατά βάση έντονα σωματικές, γεμάτες τεστοστερόνη και ανδροπρεπείς (η γυναικεία παρουσία είναι ιδιαίτερη ισχνή και διακοσμητική όταν υπάρχει), μηχανικές, πολεμοχαρείς, θορυβώδεις, εμβατηριακές, και πάνω απ’ όλα ηχητικά ολοκληρωτικές είναι νομίζω κάτι παραπάνω από εμφανής.

Ένα άλλο είδος όμως, κάποιες ρίζες του οποίου ανιχνεύουμε σε αυτή την εποχή είναι και το πανκ, ένα εξίσου πολυσύνθετο (και αντιφατικό) φαινόμενο το οποίο θα απαιτούσε το δικό του κεφάλαιο. Σε αντίθεση με τα προαναφερθέντα είδη, το πανκ υπήρξε επιπλέον ένα κίνημα με ιδιαίτερα λαϊκή (ακόμη και λούμπεν) απήχηση (κι ας ανδρώθηκε στα ακαδημαϊκά έδρανα). Γεγονός που θα οδηγήσει ένα σημαντικό του μέρος να φλερτάρει πολύ έντονα με τα ριζοσπαστικά άκρα, και μοιραία με το φασισμό. Οι κοινωνικές συνθήκες της εποχής, η καλπάζουσα ανεργία, η γκρίζα και υποβαθμισμένη ζωή στις εργατικές συνοικίες ήταν το καλύτερο λίπασμα για την εκδήλωση μιας σαρωτικής νεανικής οργής, ενίοτε με μηδενιστικές ισοπεδωτικές διαστάσεις. Κι από τον «αγανακτισμένο» μηδενισμό έως το φασισμό είναι «μισό τσιγάρο» δρόμος.
SiouxsieΤαυτόχρονα υπήρξε κι ένα βαθιά συντηρητικό κίνημα, καθώς μουσικά διατύπωνε ένα αίτημα επιστροφής στο αγνό, ανόθευτο από την «κουλτούρα» της progressive ιντελιγκέντσιας rock’n’roll των 50s. Η συντηρητικότητά του αυτή εκδηλώθηκε σαφέστερα από τη στιγμή που ανήσυχοι πανκ μουσικοί άρχισαν να την ψάχνουν και να ανοίγονται σε άλλους ήχους (αυτό που συλλογικά έχουμε βαφτίσει post-punk), προκαλώντας έτσι τη νόθευση του «γνήσιου» πανκ. Και έτσι, εξ αντιδράσεως, γεννηθήτω Oi! (το βιβλίο του Χάρη Συμβουλίδη «Oi! Η μουσική των skinheads» από τις εκδόσεις Ισνάφι είναι ένας εξαιρετικός οδηγός για όποιον ενδιαφέρεται βαθύτερα για το θέμα αυτό).

Το οi! αποδείχθηκε ένα ιδανικό …ενυδρείο για την αλιεία οπαδών διαφόρων ακραίες τάσεων, με το Εθνικό Μέτωπο (National Front) να κάνει όλο και πιο έντονη την παρουσία του στις συναυλίες οι οποίες όλο και συχνότερα τελείωναν μέσα σε κρεσέντο βίας (βλ. Screwdriver). Η κατάσταση μάλιστα θα εκτραχυνθεί τόσο ώστε οι Dead Kennedys να αναγκαστούν να τα πουν στην πιο ωμή και απλή γλώσσα, τόσο απλή ώστε να γίνει κατανοητή και από τον κατώτερης βαθμίδας εγκέφαλο: «Nazi punks fuck off». Μάταιη προσπάθεια… Μέχρι και σήμερα το πανκ και το hardcore αποτελούν αγαπημένους μουσικούς τρόπους έκφρασης των νεοναζιστικών συγκροτημάτων…

Να επιστήσω και πάλι την προσοχή στον τρόπο προσέγγισης των θεμάτων αυτών, γιατί ελλοχεύουν πολλές παγίδες για γενικεύσεις και παρεξηγήσεις. Φανταστείτε ότι ακόμη κι ένα υπεράνω υποψίας τραγούδι όπως το «White riot» των Clash, από κάποιους θεωρήθηκε τότε ύμνος στη …»λευκή δύναμη». Για να μην αναφερθούμε σε γνωστές αμφιλεγόμενες περιπτώσεις όπως στους Joy Division και το φλερτ τους με τη ναζιστική αισθητική (με τους διαδόχους New Order να διατηρούν ανοιχτά τα ερωτηματικά). Ή στην «πρόκληση για την πρόκληση», μια εγγενή ψυχολογική τάση του πανκ, η οποία ώθησε τους Strummer και Jones να βαφτίσουν την πρώτη τους μπάντα London SS και τους νεαρούς Sid Vicious και Siouxsie και να περιφέρονται με τη σβάστικα στο μπράτσο (η Sioux λίγα χρόνια μετά δοκίμασε και το …άστρο του Δαβίδ). Είπαμε, οι διαχωριστικές γραμμές δεν είναι ούτε απόλυτες ούτε μονοσήμαντα ορισμένες. Λίγα χρόνια αργότερα οι Σλοβένοι Laibach με το αμφίσημο ιδεολογικό τους παιχνίδι χρειάστηκαν την υποστήριξη του σταρ-φιλοσόφου Zizek για να αποτινάξουν τη ρετσινιά. Μετά από αυτά, μην περιμένετε να αναφερθούμε τώρα στη συλλογή του Lemmy ε;**
Zarah LeanderΣτην ιστορία υπήρξαν βέβαια και πολλοί μουσικοί για τους οποίους ταιριάζει ιδανικά η παροιμία «όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι (ναζί) κότες». Κάποιοι, αν πιστέψουμε τα λεγόμενα τους, έπεσαν θύματα ευπιστίας και αφέλειας. Αγαπημένο μου παράδειγμα είναι η σχετικά άγνωστη στα μέρη μας Σουηδέζα Zarah Leander, η αποκαλούμενη και Ναζί Γκάρμπο, από τα μεγαλύτερα λαρύγγια του Μεσοπολέμου. Αν και δεν τραγούδησε ποτέ ευθέως προπαγανδιστικά τραγούδια, ο χιτλερικός μηχανισμός την εκμεταλλεύθηκε ανενδοίαστα κι αποτελεσματικά. Η μεγαλύτερη της όμως επιτυχία «Ich weiss, es wird einmal ein Wunder geschehen» («Το ξέρω, κάποια στιγμή θα συμβεί ένα θαύμα») τραγουδήθηκε ταυτόχρονα από θύτες και θύματα, στο μέτωπο και στα στρατόπεδα θανάτου, από τον καθένα με τις δικές του ελπίδες. Το θαύμα της τέχνης… Πέθανε ξεχασμένη το 1978…

Για να αλαφρύνουμε λίγο, αξίζει να σημειώσουμε και μια σατανική ειρωνεία της Ιστορίας, με τις (αξιοσημείωτης ομολογουμένως αισθητικής) στολές των Ναζί αξιωματούχων να επηρεάζουν άμεσα την ενδυματολογική σημειολογία της …gay κοινότητας. Χιούμορ της Ιστορίας ή ένα είδος «εκδίκησης» για τα πιο ξεχασμένα θύματα των ναζί, τις ψυχές με το ροζ αστέρι;

Είθισται για τέλος να υπάρχουν και κάποιες απαντήσεις. Ποια είναι όμως τα ερωτήματα; Πως αντιμετωπίζεις το φασισμό; Ως ακροατής; Ως πολίτης; Πόσο ψύχραιμα (και δημοκρατικά) μπορείς να αντιπαρατεθείς με την «κοινοτοπία του κακού» η οποία δεν περιορίζεται πια σε περιθωριακές συμμορίες πιτ-μπουλ αλλά έχει αγγίξει και τον περιπτερά της γωνίας; Τα αφήνω ανοιχτά για την προσωπική αποτίμηση του καθενός μας. Μήπως όμως για αρχή να αναγνωρίσουμε ότι ο φασισμός στη μουσική αλλά και κατ’ επέκταση στην κοινωνία είναι το σύμπτωμα μιας υποβόσκουσας ασθένειας; Είμαστε έτοιμοι για μια τέτοια διάγνωση;
_____

* Τραγούδι των Heaven 17, από τον δίσκο «Penthouse and Pavement» του 1982, του οποίου μάλιστα η μετάδοση είχε απαγορευτεί από τα κρατικά ραδιόφωνα της θατσερικής κυβέρνησης.

** Ο Lemmy είναι γνωστός μανιώδης συλλέκτης κάθε είδους memorabilia της ναζιστικής εποχής, από στολές και παράσημα μέχρι όπλα και λάβαρα.

(Ελαφρώς εμπλουτισμένη αναδημοσίευση του κειμένου που πρωτοδημοσιεύτηκε στο τεύχος #78 του περιοδικού ΣΟΝΙΚ)

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: