Επίκουρος – Η νέα ελληνική κουζίνα (Ίκαρος)

Put The Book Back On The Shelf # 10: Επίκουρος – Η νέα ελληνική κουζίνα

ΚουζίναΥποθέτω ότι ήδη κάποιος θα έχει αναρωτηθεί τι γυρεύει σε τούτη τη στήλη με τα μουσικά βιβλία ένα έργο το οποίο πραγματεύεται τη νέα ελληνική κουζίνα. Για να ρίξω και λίγο …παρθένο ελαιόλαδο στη φωτιά, θα σημειώσω προκαταβολικά ότι πρόκειται για ένα εξαιρετικό βιβλίο, ένα από τα πιο αξιόλογα από αυτά που έχουν γραφτεί για τη σύγχρονη τέχνη και τη σχέση της με τις εθνικές ταυτότητες και παραδόσεις, με οξυδερκείς παρατηρήσεις και μπόλικες αφορμές για σκέψεις οι οποίες υπερβαίνουν κατά πολύ τα στενά όρια της γαστρονομίας. Και με (προφανείς;) προεκτάσεις και στη μουσική (κι ας μην αναφέρονται άμεσα στο βιβλίο).

Αντιδράσεις; Ένας-ένας παιδιά, μη σπρώχνεστε. Ήδη βλέπω έναν εκεί στη γαλαρία να διαμαρτύρεται: «μα είναι το φαγητό τέχνη;». Λοιπόν, δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος για να λύσουμε τη διαφορά αυτή, η άποψη μου όμως είναι (και η οποία ας ληφθεί ως προαπαιτούμενη έστω μόνο για το κείμενο που ακολουθεί) ότι πράγματι η γαστρονομία πληροί όλες τις προϋποθέσεις για να λάβει αυτό τον χαρακτηρισμό. Κι ας απευθύνεται στις πιο «σωματικές» αισθήσεις (κατά κύριο λόγο όσφρηση και γεύση), αυτές που λόγω θρησκευτικών καταλοίπων θεωρούνται κατώτερες, ενίοτε και βδελυρές (βλέπε για παράδειγμα τη νηστεία, η οποία και δήθεν εξυψώνει το πνεύμα). Θα μου πείτε οι θρησκείες έχουν ένα γενικότερο ζήτημα με όλες ανεξαιρέτως τις τέχνες, αλλά ας μην ξεφύγουμε εντελώς…

Στοχασμοί λοιπόν πάνω από ένα πιάτο μουσακά… Γιατί όχι; Οι διάλογοι του θείου Πλάτωνα σε Συμπόσια δεν διαδραματίζονταν; Εν προκειμένω όμως, έχουμε στοχασμούς για ένα πιάτο μουσακά. Το λέει και ο υπότιτλος του βιβλίου: περί της ελληνικότητας του μουσακά, της γαστρονομικής μας ταυτότητας και της ανανέωσής της». Αρχετυπικό πιάτο, σχεδόν αυτονόητα ελληνικό, αγαπημένο (λίγο μπελαλίδικο βέβαια), ο βασικός τουριστικός μας εκπρόσωπος, ειδικά στην κονσερβαρισμένη εκδοχή του mouzaka. Υπάρχει λοιπόν καμία ανθελληνική αμφιβολία για την καταγωγή της σκούφιας του; Εντάξει, το όνομα μπορεί να μοιάζει κάπως ανατολίτικο και να χαλάει λίγο τη …μανέστρα, αλλά ΟΚ, 400 χρόνια σκλαβιάς ήταν αυτά, αφήστε που όλο και κάποια αρχαιοελληνική ρίζα θα ανακαλυφθεί (πως κάποιοι ανήγαγαν τον κεφτέ/κιοφτέ στο φαντασιακό αρχαίο «κοπτόν»;).

Για να σκαλίσουμε όμως λίγο το πιάτο. Αυτή η πατάτα. Από το δημοτικό δεν μαθαίνουμε εκείνο το λαϊκό μύθο με τον Καποδίστρια και τις κλεψιμαίικες νεοφερμένες πατάτες; Η ντομάτα όμως; Νοείται ελληνικό φαγητό χωρίς ντομάτα; Η βάση της μεσογειακής μας (sic) διατροφής; Και όμως, η ντομάτα μας ήρθε από την Αμερική αφού την ανακάλυψε εκείνος ο «καταραμένος» ο Κολόμβος. Και η μελιτζάνα, από την Ινδία ξεκίνησε, κάπου στα χρόνια του Βυζαντίου έφτασε στα μέρη. Για να μην αναφερθούμε τέλος και στη λόγια φράγκικη μπεσαμέλ. Κοντολογίς, οι αρχαίοι έλληνες τα μόνα από τα συστατικά του μουσακά που γνώριζαν ήταν το κρέας, το κρεμμύδι και το σκόρδο (αν το βάζετε).

Ήδη με αυτό το τόσο οικείο και καθημερινό παράδειγμα, ο συγγραφέας αναδεικνύει τις δυσκολίες και τις παγίδες των αβασάνιστων, στερεότυπων χαρακτηρισμών και των ισοπεδωτικών αφορισμών. Γιατί γενικά εύκολα (έως και αυθαίρετα) κοτσάρουμε το επίθετο «ελληνικό» δίπλα σε ουσιαστικά όπως ας πούμε το φως (λες και τα φωτόνια ντύνονται τσολιαδάκια μόλις μπουν στο FIR Αθηνών) ή η φέτα (ασχέτως αν στους …ξένοι σερβίρουμε τελικά φτηνότερο δανέζικο ασβέστη) ή το DNA (εδώ πιάσαμε και τα σύνορα του φασισμού). Όμως για κάθε παράδειγμα υπάρχει ένα αντι-παράδειγμα και μια δομική αντίφαση. Τι γίνεται; Θα βγάλουμε άκρη ποτέ; Μήπως τελικά για να καταλάβουμε την ελληνικότητα του μουσακά (ή του …ροκ) θα πρέπει πρώτα να καταλάβουμε την ελληνικότητα εν γένει;

Σε δύσκολα νερά, όλο νάρκες μπαίνει ο συγγραφέας. Ανέκαθεν τα ζητήματα ταυτότητας, είτε αφορούσαν τη γλώσσα, τη θρησκεία ή ακόμη και τη μαγειρική προκαλούσαν ανασφάλεια σε τούτο το νεαρό ασταθές έθνος, δημιούργημα ξένων κανονιοφόρων και βαθιά χρεωμένο από την πρώτη στιγμή της ζωής του. Πόσο μάλλον τώρα που η οικονομική κρίση ανάδευσε πάλι τον βούρκο και έβγαλε στην επιφάνεια ιδεοληψίες, πολώσεις, διχασμούς. Για να περάσουμε έτσι μέσα σε λίγα χρόνια από την «λαϊκή» αστακομακαρονάδα και το νεόπλουτο σούσι στον πατριωτικό τραχανά και το εθνικώς ορθό ελαιόλαδο (στα μέρη μου πάντως της ορεινής Αρκαδίας βούτυρο χρησιμοποιούσαν οι γιαγιάδες).

Ο δανειζόμενος το όνομα ενός από πιο παρεξηγημένους φιλοσόφους της αρχαιότητας συγγραφέας, γνωστός διανοητής του «τρώγω και σκέφτομαι» (αξίζει να αναζητήστε και την «Κριτική του γευστικού λόγου») και από τους ελάχιστους κριτικούς (και όχι διαφημιστές) εστιατορίων που υπάρχουν στη χώρα μας, καταλήγει σε μία απάντηση η οποία ίσως να μοιάζει σε πρώτη ματιά επιχειρηματολογικά κυκλική και αυτο-αναφορική: ελληνικό είναι απλά ότι θεωρούμε σε κάθε εποχή ότι είναι ελληνικό (εδώ δεν απέχει πολύ από την άποψη του Marcel Duchamp περί τέχνης). Και η ελληνική κουζίνα δεν είναι μία, αλλά πολλές. Διαφορετικές και ενίοτε ασύμβατες μεταξύ τους.

Μια απάντηση την οποία θεμελιώνει σε γερό φιλοσοφικό υπόβαθρο και με μια προσιτή γραφή η οποία κυκλώνει σπειροειδώς και υπομονετικά το θέμα του από όλες τις πλευρές (σαν την παλιά πολεμική τακτική των Ινδιάνων). Μια απάντηση η οποία εκπροσωπεί και υποστηρίζει μια άποψη, ανοικτή, ελεύθερη, δεκτική, εξωστρεφή, γεμάτη αυτοπεποίθηση, όπου «όλα είναι ξένα άρα τίποτε δεν είναι ξένο».

Να την μεταφέρουμε και στα δικά μας; Για πάμε αλά …Πολέμης: Τι είναι η ελληνική μουσική; Μην είναι το κλαρίνο το κλέφτικο (όργανο δυτικό ειρήσθω εν παρόδω); Το βιολί το νησιώτικο (επίσης!); Τα συνθετικά πλήκτρα της Πλάτωνος; Ο τυχαιοκρατικός θόρυβος του Ξενάκη; Το ροκ των Ξύλινων Σπαθιών; Ή αυτό των Last Drive που τα λένε και στα εγγλέζικα; Η τζαζ του Κοντραφούρη; Τα ινδικά του Καζαντζίδη και του Καλδάρα; Τα ρεμπέτικα των «τουρκόσπορων»; Το σκυλάδικο του 321ου χιλιομέτρου της εθνικής με το φτηνό σύνθι και το echo στο μικρόφωνο; Το αστικό χιπ-χοπ των Active Member; Για διαλέχτε!

Ήδη τα ερωτηματικά ενέχουν μέσα τους το μάταιο της οποιασδήποτε οριοθέτησης. Γιατί όταν προσπαθείς να ορίσεις κάτι καταλήγεις να το περιορίσεις. Κατά το επικούρειο πνεύμα λοιπόν, δεν υπάρχει μία ελληνική μουσική. Όλα αυτά τα υπο-είδη όμως μαζί, συνθέτουν αυτό που αντιλαμβανόμαστε σήμερα ως ελληνική μουσική αισθητική. Κάθε απόρριψη θα ήταν ακρωτηριασμός. Γιατί είναι αυτή ακριβώς η ποικιλομορφία η οποία εγγυάται τη μελλοντική επιβίωση (πως το έλεγε ο Δαρβίνος;) και όχι μια στείρα «στρείδια» προσκόλληση σε μια κάποια ιερή απαραβίαστη παράδοση.

Θα μου πείτε: μπορεί λοιπόν να γίνει κάποια στιγμή το σούσι ή η ηλεκτρονική μουσική συστατικό της ελληνικότητας; Γιατί όχι; Άλλωστε η σημερινή καινοτομία δεν είναι η αυριανή ανάμνηση; Η παράδοση δημιουργήθηκε άραγε με κάποια εξ ουρανών απονομή ή μήπως εξελίχθηκε ενσωματώνοντας και εντάσσοντας στον κορμό της ολοένα νέα στοιχεία; Μήπως δεν έχουμε απόλυτη ανάγκη όχι μόνο τη διατήρησή της, αλλά και τον εμπλουτισμό της, την υπέρβασή της, ακόμη και την ανατροπή της (δεν είναι όλα αξιοδιατήρητα!); Μήπως είχε ένα δίκιο ο σύντροφος Μάο όταν έλεγε ότι η παράδοση είναι ένας βράχος ο οποίος μπορεί να σε καταπλακώσει, αλλά εάν ανέβεις πάνω του μπορείς να δεις μακρύτερα;

Υ. Γ. Στο Λονδίνο πάντως το τίκα μασάλα είναι το πιο δημοφιλές τοπικό φαγητό. Στο δε Βερολίνο το ντονέρ είναι καλύτερο και από αυτό της Ισταμπούλ. Πφφφ, δυτικές, παρακμιακές κοινωνίες…

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: