David Bowie – The next day (Iso)

Image
1. The Next Day
2. Dirty Boys
3. The Stars (Are Out Tonight)
4. Love Is Lost
5. Where Are We Now?
6. Valentine΄s Day
7. If You Can See Me
8. I΄d Rather Be High
9. Boss of Me
10. Dancing Out in Space
11. How Does the Grass Grow?
12. (You Will) Set the World On Fire
13. You Feel So Lonely You Could Die
14. Heat

Είχε ουσιαστικά εγκαταλείψει τη μουσική για κοντά δέκα χρόνια. Δεν έπαψε όμως ποτέ να είναι δημιουργικός. Φλεγόμενη ψυχή. Αφιέρωσε την ενέργειά του σε σποραδικές εμφανίσεις στο θέατρο, στον κινηματογράφο. Ταξίδεψε πολύ. Ο κόσμος δεν τον ξέχασε. Οι παλαιότεροι του δίσκοι πούλαγαν εκατομμύρια. Η υγεία του κλονίζεται, έρχονται τα πρώτα προειδοποιητικά τηλεγραφήματα από τον άλλο κόσμο. Είναι τότε που θα αναζητήσει τους παλιούς του συνεργάτες για έναν τελευταίο δίσκο. Θα ζητήσει από την εταιρεία του να μην κάνει καμία διαφημιστική καμπάνια. Η ανακοίνωση της κυκλοφορίας ήταν κεραυνός εν αιθρία. Επιστρέφει… Φρενίτιδα κατέλαβε τη χώρα. Ένα γεγονός που θα καταγραφεί στην ιστορία της μουσικής.

Είχε ενδιαφέρον όλη αυτή η ξαφνική επικοινωνιακή μπόρα για την επιστροφή του David Bowie στην δισκογραφία («τυχαία» ανήμερα των γενεθλίων του). Το κοινό χαρακτηριστικό των περισσότερων άρθρων που δημοσιεύτηκαν στα μεγάλα διεθνή μέσα (από τους Times έως το Spiegel αλλά και στα εγχώρια κυριακάτικά τους αντίγραφα) ήταν ότι τα … 9/10 της έκτασης τους αναλώθηκαν σε αναπόφευκτες ιστορικές αναδρομές, ύμνους για το ευφυές εμπορικό δαιμόνιο του καλλιτέχνη, για τον «ρηξικέλευθο» και εναλλακτικό τρόπο προώθησης μέσω της ανύπαρκτης διαφήμισης τον καιρό της υπερπληροφόρησης (μπλα, μπλα…), για το μυστικό που κρατήθηκε δύο ολάκερα χρόνια χωρίς διαρροές. Και μόνο κάπου στο τέλος, εκεί σε μια μικρή γωνιά, κάποια μάλλον αμήχανα διεκπεραιωτικά σχόλια για το μουσικό περιεχόμενο. Γνωρίζουν κατά βάθος ότι δεν έχει τόση σημασία. Αρκεί που ο Bowie είναι πάλι εδώ. Αριστίνδην…

Ορθώς παρατηρεί στην κριτική του ο Μάρκος Φράγκος μια διάχυτη ανάγκη του κόσμου να ακούσει καλά τραγούδια από τον Bowie. Είναι που ο κόσμος πάντοτε (ακόμη και στον χώρο ελευθερίας που λέγεται τέχνη!) θα αναμένει Μεσσίες, θα χρειάζεται ήρωες, θα έχει την ανάγκη να γοητευτεί από «bigger than life» προσωπικότητες. Ας μην το ξεχνάμε, οι εικονομάχοι τελικά έχασαν τον πόλεμο. Πόσο μάλλον στους σύγχρονους χρόνους με όλη αυτή την υπερ-πληθώρα «μικρών ηρώων της καθημερινότητας» με τη διάρκεια ζωής των λίγων εβδομάδων και την πρόσκαιρη λάμψη του μετεωρίτη.

Ένα διαρκώς τιθέμενο ζητούμενο σε αυτούς τους δίσκους-επιστροφές είναι εσχάτως η αξιοπρέπεια. Το έχω γράψει κι εγώ αρκετές φορές, τόσες όσες να το πιστέψω κιόλας. Είναι όμως αυτό το αίτημα της τέχνης; Συνιστά μια ουσιαστική βάση αξιολόγησης; Και τι ακριβώς σημαίνει τελικά «αξιοπρέπεια»;

Στην πραγματικότητα, ο Bowie δεν κινδυνεύει από καμία απομυθοποίηση. Ότι ισοπεδωτικό και μηδενιστικό κι αν γραφτεί για τον δίσκο του. Γιατί κατ’ ουσία παίζει εκ του ασφαλούς (όπως και όλοι της κατηγορίας του). Ο ίδιος στο παρελθόν άλλωστε δεν κατατρυχόταν από μια σχεδόν εμμονική ανάγκη να καταρρίψει τον μύθο που τον περιέβαλε; Τι άλλο ήταν οι συνεχείς περιβόητες οβιδιακές του μεταμορφώσεις, οι (ας είμαστε επιεικείς) αμφιλεγόμενοι του πειραματισμοί; Παρολ’ αυτά, δεν τα …κατάφερε. Η θέση του στα κιτάπια της υστεροφημίας είναι ρεζερβέ. Έτσι είναι η Ιστορία. Μεροληπτική και λίαν σπλαγχνική με τα μεγάλα της τέκνα.

Με το «The next day» ο Bowie δείχνει να συμβιβάζεται (με την καλή έννοια!) και να αφήνει πίσω του μετά από πολύ καιρό την ψυχαναγκαστική τάση για καινοτομίες. Εγκαταλείπει πειραματισμούς οι οποίοι δεν κατέληξαν πουθενά και επιστρέφει εκεί που ξέρει ότι έζησε τα καλύτερα και πιο δημιουργικά του χρόνια, αυτά που θα είναι πάντοτε το απόλυτο σημείο αναφοράς του. Ώρα και ηλικία απολογισμού; Θεμιτό έως και επιθυμητό.

Δεν είναι λοιπόν διόλου τυχαίο το (μάλλον ανέμπνευστο, δύο λεπτά στο photoshop) εξώφυλλο που παραπέμπει άμεσα στο «Heroes». Ο αναπόφευκτος Tony Visconti (είναι σχεδόν συγκινητική αυτή η πίστη στον συνεργάτη) είναι ένας ακόμη συνδετικός κρίκος με τα χρόνια εκείνα. Εκεί όπου μπορούμε εύκολα να ανιχνεύσουμε ρίζες κυριολεκτικά σε κάθε κομμάτι του δίσκου. Και όχι μόνο στα δικά του έργα (το «Valentine’s Day» θα μπορούσε π.χ. να το είχε πει και ένας Lennon). Δεν έχει όμως νόημα να παρασυρθούμε στο track-by-track παιχνίδι (ας κρατήσουμε πάντως το λουσάτο «The Stars (are out tonight)» σαν συμπλήρωμα για κάποια μελλοντική -διπλή τουλάχιστον- συλλογή).

Το θέμα δεν είναι ότι ο δίσκος ακούγεται παρωχημένος. Τίποτε στην εποχή μας δεν δικαιούται αυτό τον χαρακτηρισμό. Η φωνή; Αυτή στέκει ακόμη, κυνική και ανησυχητική, καλά προστατευμένη βέβαια από την παραγωγή (γεμίζοντας δε τα κομμάτια σε σημείο υπερκορεσμού, με τη μουσική να παλεύει να αναπνεύσει).

Είναι που τα τραγούδια στον συνθετικό τους πυρήνα ηχούν μελωδικά άσφαιρα και συναισθηματικά άψυχα. «Here I am, not quite dying» υπογραμμίζει στιχουργικά, αλλά δεν πείθει ότι στέκει απέναντι στο παρελθόν του με τη σοφία της ηλικίας, με τη διάθεση να το ξεδιαλέξει και τελικά να το υπερβεί. Έχουμε να κάνουμε με έναν επαγγελματικά στημένο δίσκο, με τεχνοκρατική τελειότητα χωρίς καμία ρυτίδα. Δεν έχουν εξ ορισμού αρνητική φόρτιση οι χαρακτηρισμοί αυτοί. Αποτελούν μια βάση αφόρμησης. Εδώ όμως λείπει ο σπινθήρας, η φλόγα, το πάθος. Αποτέλεσμα: ένα μάταια (σχεδόν γκροτέσκα) νεανίζον «senior oriented rock».

Στο ερώτημα «ποιος είναι τελικά ο David Bowie» για άλλη μια φορά δεν θα υπάρξει απάντηση. Ίσως η σημαντικότερη καινοτομία που κόμισε στον κόσμο της μουσικής να είναι αυτός ο διαχωρισμός του ανθρώπου από την καλλιτεχνική προσωπικότητα, η διάσταση της εικόνας και του ρόλου από το πραγματικό είναι. Όμως αυτή τη φορά το χάσμα δεν είναι πλέον τόσο ευδιάκριτο. Για τους φίλους του ήταν και παραμένει ο David Jones. 66 ετών, πολυεκατομμυριούχος, με χρήματα αρκετά ώστε να θρέψει μερικές γενιές ανεπρόκοπων κληρονόμων, βολεμένος με άφθονα κεκτημένα, μια καλή οικογένεια κι ένα πολυτελές σπίτι. Και αυτό ακούγεται και στον David Bowie πια…

Η ανακοίνωση της κυκλοφορίας ήταν κεραυνός εν αιθρία. Επιστρέφει… Φρενίτιδα κατέλαβε τη χώρα. Ένα γεγονός που θα καταγραφεί στην ιστορία της μουσικής. Στο εξώφυλλο απλά το όνομά του. Στα αυλάκια του θα αποτυπωθεί ένα καιρικό φαινόμενο πάθους και ψυχικής γενναιότητας. Εσωτερική ένταση, σπαραγμός για την απώλεια, γυμνό ηλεκτροφόρο σύρμα, μια ψυχή που καίγεται. Την παρτίδα σκάκι με τον θάνατο θα την χάσει έναν χρόνο μετά, κάπου σε ένα άχαρο παριζιάνικο νοσοκομείο. Θα τον θάψουν στις αγαπημένες του Μαρκησίες νήσους.
Τον έλεγαν Jacques Brel…

Παράλληλες ιστορίες… Μιλώντας για κύκνεια άσματα, για «καινοτόμες τεχνικές του marketing» και για «αινείτε αυτόν» αμετροέπεια. Ντουμάνιασε το λιβάνι. The best comeback album ever… (sic)

6

 1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: