Απόψε αυτοσχεδιάζουμε: Από το ταβερνίσιο τραπέζι της αθάνατης ελληνικής οικογένειας σε ένα λάιβ με τους Caprus του Στυλιανού Τζιρίτα


T

Απόψε αυτοσχεδιάζουμε… Πιραντέλο η πρώτη αναφορά στο κείμενο, σε ένα έργο μάλιστα ου Ιταλού μάστορα από τα πρώτα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «μεταμοντέρνα», καθώς πρόκειται ουσιαστικά για ένα «θεατρικό μέσα σε θεατρικό». Στο οποίο έργο με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο ανατομής μας αποκαλύπτει τα …σωθικά κατ’ ουσία, τις δομές δηλαδή και τους τρόπους ανάπτυξης μιας θεατρικής διαδικασίας.Ήθελα από καιρό να γράψω μερικές γενικότερες παρατηρήσεις για τον αυτοσχεδιασμό στη μουσική. Για μια έννοια η οποία (υπερ)χρησιμοποιείται σε βαθμό παρεξηγήσεως και καταχρήσεως, πέφτει σαν πιπέρι στα λάχανα πάνω σε οτιδήποτε ακούγεται αρχικά (ή σε κάποιο βαθμό) δυσνόητο (ή «ιδιοφυές» όπως γράφεται συχνά και άκυρα), δύσκολο, μη-συμβατικό, μη-ποπ βασικά. Ο αυτοσχεδιασμός μάλιστα συναντά πολλές φορές στην ίδια πρόταση τον πειραματισμό, τόσο συχνά που πλέον οι δυο τους δεν ανταλλάσσουν λέξη μεταξύ τους, και ίσως όχι άδικα γιατί στην πραγματικότητα είναι δύο διαφορετικά πράγματα, τα οποία ενίοτε μπορεί να έχουν και μια συνάφεια, όχι όμως πάντοτε και εξ ορισμού.

Αφορμή κινητήριος τελικά για τούτο το κείμενο, υπήρξε η συμμετοχή μου τον τελευταίο χρόνο σε διάφορα σχήματα και παραστάσεις (performances) του Στυλιανού Τζιρίτα, ενός από τους πλέον ιδιαίτερους και κατά έναν δικό του τρόπο συνεπείς υπηρέτες του είδους στη χώρα μας εδώ και ουκ ολίγα χρόνια.

Μην περιμένετε βέβαια από την πλευρά μου ένα ριβιού για ένα σχήμα στο οποίο συμμετέχω («μίλα μου για μένα, είναι το αγαπημένο μου θέμα»), ούτε φυσικά πικάντικες inside information. Από την άλλη όμως οφείλω βέβαια να πω ότι αυτή μου η δραστηριότητα μου έδωσε την ευκαιρία όχι μόνο να βάλω σε τάξη κάποιες γενικότερες σκέψεις και απόψεις, αλλά και να τις δω σε εφαρμογή in situ που λέμε και στη χημεία. Απόψεις οι οποίες πιστεύω έχουν κάποια αξία, ειδικά σε καιρούς όπου η πρόσβαση σε μέσα παραγωγής και καταγραφής μουσικής είναι πιο ελεύθερη από ποτέ, οι τεχνικές δυνατότητες φαντάζουν απεριόριστες, η συνακόλουθη παραγωγικότητα ακόμη μεγαλύτερη και είναι δε ακόμη πιο δύσκολο να διαμορφωθεί ένα αισθητικό κριτήριο το οποίο να διαχωρίζει τη την ήρα από το στάρι (πόσο μάλλον σε ένα τόσο φαινομενικά «άναρχο» είδος).


HarpistΠάντως ομολογώ ότι έχει και την ίντριγκα της η όλη ιστορία, του να περνάς στην άλλη πλευρά της σκηνής. Είναι φορές που αισθάνομαι σαν «μουσικοκριτικός δούρειος ίππος» τοποθετημένος σε ένα συγκρότημα, ο οποίος εκπαιδευμένος μετά από τόσα χρόνια ενασχόλησης εξακολουθεί («έξις δευτέρα φύσις») να στήνει κριτικό αυτί στον ήχο, να προσπαθεί να τον βάλει σε ένα ερμηνευτικό σχήμα, ένα ιστορικό πλαίσιο, ένα κάδρο κατά κάποιον τρόπο. Κάδρο; Για κρατείστε τούτη τη λέξη σαν κρατούμενο για παρακάτω…

Αλλαγή σκηνικού: Παραλιακό τραπέζι, πάνω στην άμμο, πάνω στο κύμα καλύτερα, σε επαρχιακό γνωστό καλοκαιρινό θέρετρο, πιατέλες με μαλάκια αμφιβόλου φρεσκάδας και καταγωγής πηγαινοέρχονται, είναι ακόμη Μεγάλο Σάββατο βλέπετε και η νηστεία τηρείται αυστηρά… Σε παρακείμενο (ουχί όμως και διπλανό) τραπέζι, θρονιασμένη όλη η συσκευασία της αγίας ελληνικής οικογένειας, πατέρας, μητέρα, υιός και πεθερά (με τον πεθερό να υποθέτει κανείς που μπορεί να βρίσκεται). Ο μικρός, ο οποίος όπως δεν θα αργήσει να μάθει όλη η ομήγυρης σε ακτίνα κάμποσων παρασαγγών, ακούει στο όνομα Γιαννάκης, «ακούει» με την διασταλμένη ερμηνεία του όρου βέβαια, καθότι βρίσκεται ήδη σε κατάσταση υπερ-διέγερσης, γκρινιάζει, τσιρίζει, πετάει τις πατάτες, μετά ανακαλύπτει τις χαρές της αμμοβολής, στόχος είναι μία από τις τροφαντές τεμπέλικες γάτες του ταβερνείου. Η μάνα επεμβαίνει κατά στιγμές με αποφασιστικότητα κυανόκρανου του ΟΗΕ, «Μηηη Γιαννάκη», ένα «Μηηη» που σάμπως μοιάζει πιότερο με κρυφή περήφανη αποδοχή των καμωμάτων του υιού, «τι να κάνουμε, το παιδί είναι ατίθασο και δυναμικό». Σε άλλο παρακείμενο (και ακόμη εγγύτερο) τραπέζι, βρίσκεται μία άλλη οικογένεια, σταλμένη λες από τη μοίρα σαν υπογράμμιση των πιο ακραίων αντιθέσεων. Παρόμοια σύνθεση (πλην πεθεράς), μόνο που το παιδάκι εδώ αφού έφαγε ήσυχα και τακτικά τώρα ξεφυλλίζει ένα πλουμιστό βιβλιαράκι, οι γονείς κουβεντιάζουν ατενίζοντας το απριλιάτικο μπλε της θάλασσας, μετά από αρκετή ώρα ο άνεμος μας φέρνει στα αυτιά κάποιες σκόρπιες λέξεις τονισμένες στην λήγουσα, Γάλλοι είναι ρε συ, έπρεπε να το είχαμε καταλάβει. Και μην βιαστείτε τώρα να καταλήξετε στο επιμύθιο ότι έχουμε να κάνουμε από την μία με ένα εκκολαπτόμενο ανυπότακτο πνεύμα, από αυτά που δεν θα σηκώνουν στο μέλλον ζυγό στον τράχηλο και από την άλλη με έναν εκκολαπτόμενο ξενέρωτο ευρωπαίο γραφειοκράτη…


FrenchΠριν κάμποσο καιρό είχε βρεθεί συγκυριακά στα χέρια μου ένα βιβλίο, από εκείνα τα βιβλία με τις συμβουλές περί ζωής και «του ντου», από εκείνα που τα αποφεύγω από την εποχή όπου για πλησιάσεις την ψιλο-όμορφη και ψιλο-ψαγμένη του έτους έπρεπε να είχες διαβάσεις (ή έστω να είχες σκέτο) το «Να ζεις, να αγαπάς και να μαθαίνεις». Είχε όμως τον σκαμπρόζικο τίτλο «Τα Γαλλόπουλα δεν πετάνε το φαΐ τους» («French Children Don’t Throw Food»), χμμμ, ήταν γραμμένο από μια Αμερικανίδα light δημοσιογράφο, την Pamela Druckerman, η οποία είχε βρεθεί παντρεμένη με παιδί (μια Αμερικάνα) στο Παρίσι, όπου και ήρθε αντιμέτωπη με τούτο το ζήτημα, το οποίο φαίνεται να υπερβαίνει τις στενές «μόνο-στην-Ελλάδα-γίνονται-αυτά» συγκρίσεις. Και δίνει ενδιαφέρουσες απαντήσεις-ερμηνείες, οι οποίοι συνοψίζονται στο περίφημο «cadre». Ναι, το κάδρο. Η γενική ιδέα λέει ότι στην ανατροφή ενός παιδιού πρέπει να επιβάλλεται ένα γενικό πλαίσιο ορίων και κανόνων συμπεριφοράς και τρόπου ζωής, σαφώς καθορισμένων και μη-διαπραγματεύσιμων, ένα πλαίσιο το οποίο είναι ευρύτερα κοινωνικά (αλλά και κρατικά!) αποδεκτό. Και κατά βάση απαραβίαστο. Εντός όμως αυτού του πλαισίου, το παιδί είναι απολύτως ελεύθερο. Η παιδαγωγική τεκμηρίωση πίσω από αυτή την τακτική είναι η άποψη ότι ένα παιδί το οποίο αισθάνεται ότι δεν έχει όρια, άγεται και φέρεται από ανεξέλεγκτες επιθυμίες και καταλήγει σε υστερικές συμπεριφορές από το δυνητικά άπειρο πλήθος δυνατοτήτων που θεωρητικά ανοίγονται μπροστά του. Πως λέμε ότι απόλυτη ελευθερία συγγενεύει τελικά με την απόλυτη σκλαβιά; Και για να συμπληρώσω την εικόνα, το ανεξέλεγκτο αχαλίνωτο παιδί όταν με το καλό μεγαλώσει, θα γίνει ένας ακόμη από αυτούς τους κάφρους που θεωρούν ότι ο κόσμος τους ανήκει (και τους χρωστάει κι από πάνω). Οι οποίοι και διαμορφώνουν εν τέλει καθοριστικά και τη δική μας καθημερινή αφόρητη ενίοτε πραγματικότητα (για να επιστρέψουμε και εντός των δικών μας συνόρων).

Στο σημείο αυτό ευελπιστώ ότι ο προσεκτικός αναγνώστης έχει ήδη αρχίσει να διακρίνει την σύνδεση με τον αυτοσχεδιασμό, κάπου πρέπει να την διακρίνει εκεί στο βάθος. Διότι κατ’ αναλογία, ο αυτοσχεδιασμός (ο καλός, ο ουσιαστικός) δεν είναι απλά βαράει κάποια κλαπατσίμπανα και ότι ήθελε προκύψει. Απαιτεί κι αυτός το δικό του κάδρο, το δικό του πλαίσιο κανόνων και …απαγορεύσεων. Κάτι που ισχύει ακόμη κι αν αντιμετωπίσουμε τον αυτοσχεδιασμό ως παιχνίδι. Που είναι (ας μην πιάσουμε τώρα και την ανάλυση για τον homo ludens). Αναλογιστείτε όμως ότι δεν υπάρχει κανένα παιχνίδι χωρίς κανόνες, ακόμη και οι …ζαβολιές προϋποθέτουν την ύπαρξη κανόνων για να συμβούν. Εν τέλει, για να το συνοψίσουμε συνθηματικά, η υπέρβαση των ορίων κρύβεται στον αυστηρό ορισμό τους. Και τη γνώση τους ασφαλώς…

Στις συναυλίες του Τζιρίτα έχεις ακριβώς αυτή την αίσθηση, ότι δρας μέσα σε ένα κάδρο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο όμως, υπάρχει η ελευθερία για do-it yourself παρεκτροπές, για πειραματισμούς, ακόμη και για «happy accidents» (που λέει και ο Nils Frahm), ένα …γλώσσεμα της μπέρδας, μια άσχετη νότα, έναν τυχαίο ήχο, όλα τα στοιχεία που μπορεί να οδηγήσουν σε μια εντελώς νέα και διαφορετική εξέλιξη. Κατά έναν τρόπο η μουσική ως διαδικασία δημιουργίας έχει μεγαλύτερο ειδικό βάρος από την μουσική ως πιστής και ακριβούς αναπαραγωγής μιας παγιωμένης (ηχογραφημένης δηλαδή) μορφής. Τα κομμάτια μοιάζουν σαν να είναι ένα work in progress (που λένε και οι εικαστικοί), μπορεί κάθε φορά να είναι εντελώς διαφορετικά αλλά συνάμα να διατηρούν τα διακριτά στοιχεία της αναγνωρισιμότητάς τους.

Θα μου πείτε πετυχαίνει έτσι πάντα η συνταγή; Θα σας απαντήσω όχι, αλλά θα σημειώσω ότι πρόκειται για μια προϋπόθεση sine qua non, απαραίτητη και αναπόφευκτη. Θα σας απαντήσω επίσης όχι, γιατί η ίδια η μουσική δεν έχει νόημα να φτιάχνεται με συνταγές. Πόσο μάλλον όταν …απόψε αυτοσχεδιάζουμε!

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: