Νατάσσα Μποφίλιου – Άνω τελεία (Feelgood)

natasa
1. Άνω Τελεία
2. Stellar Romance
3. O μάγος βιολιστής
4. Πάμε ξανά
5. Wrong way
6. Unfinished song

Ας κάνουμε μια υπόθεση εργασίας. Απλουστευμένη. Και υπεραπλουστευτική (πως λέει το γνωστό στους επιστημονικούς κύκλους ανέκδοτο «έστω τετράγωνη αγελάδα»;) Και ας εξετάσουμε τη μουσική από την πολωτική σκοπιά του διπόλου mainstream και underground (ή περιθωρίου ή όπως αλλιώς θέλετε να το βαφτίσουμε). Μία σχέση στην πραγματικότητα διαλεκτική, ουσιαστικά ετεροκαθοριζόμενη σε μεγάλο βαθμό. Στην οποία κανένα από τα δύο μέρη δεν είναι παγιωμένο, αμφότερα εξελίσσονται διαρκώς με το χρόνο και το χώρο, παράλληλα μεν, αλληλο-εκτρεφόμενα δε. Βέβαια, ο συσχετισμός ισχύος μεταξύ τους καθορίζει και τη δυναμική της ανταλλαγής, έτσι το mainstream διαρκώς απομυζά και σταδιακά εντάσσει και χωνεύει στο σώμα του παλαιότερα «περιθωριακά» στοιχεία τα οποία είτε έχουν πλέον αρκούντως αποδαιμονοποιηθεί ή έχουν απολέσει τις όποιες ενοχλητικές άκρες, γωνίες ή απόψεις τους. Η ιστορία έχει επαναληφθεί τόσες και τόσες φορές, δε χρειάζεται καν να διαβούμε τα σύνορα, αναλογιστείτε μόνο πόσες φορές έχετε συναντήσει ροκ ενορχηστρώσεις, χιπ-χοπ κώδικες και ηλεκτρονικά τεχνουργήματα σε προϊόντα της εγχώριας μουσικής παραγωγής, ακόμη και της πιο λαϊκίστικής ευτελούς πλευράς της.

Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να εντάξουμε (και να προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε) τον καινούργιο δίσκο (ΕΡ μάλιστα) της Νατάσσας Μποφίλιου, ο οποίος κυκλοφόρησε από την Feelgood, την αναδυθείσα από τα συντρίμμια της Sony νέας δισκογραφικής εταιρείας. Η σημειολογική ερμηνεία του τίτλου είναι νομίζω προφανής, μια μικρή παύση, μια άνω τελεία (ωχ, το φάντασμα του …Χατζηνικολάου) στην πιστή συνεργασία της με τον Θέμη Καραμουταρίδη, εδώ ο φυσικός αυτουργός των κομματιών είναι ο Στάμος Σέμσης, στην πένα παραμένει πάντως ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος.

6 τραγούδια λοιπόν, το καθένα με διαφορετικό ύφος, ποικιλία (ή τουρλού, πολλές φορές το όριο χάνεται), στα οποία δοκιμάζει να ανοιχτεί σε νέα για την ίδια ηχητικά πεδία, υπάρχουν οι αναμενόμενες jazz (πολυτελούς ξενοδοχείου) πινελιές, η χαρακτηριστική κινηματογραφική σφραγίδα του Σέμση (στο συμπαθητικό «Unfinished song») αλλά προστίθενται και κάποιες πιο ροκ και electro παρεκτροπές.

Όχι κάτι καινούργιο για την ελληνική σκηνή. Τα είπαμε και στην εισαγωγή. Και χωρίς να επιδιώκω τη δίκη προθέσεων, θέλω στο σημείο αυτό να αναφέρω σαν (αντι)παράδειγμα τη συνεργασία της Τσανακλίδου με τον Μιχάλη Δέλτα στο «Χρώμα της ημέρας». Πέρα από το εξαιρετικό αποτέλεσμα (κι ας μην είχε ανάλογη συνέχεια), ο δίσκος εκείνος αν μη τι άλλο κατέδειξε το μοναδικό αξιόπιστο τρόπο πειραματισμού με ένα άλλο ύφος (από τη στιγμή που δεν γράφεις εσύ τα τραγούδια, αλλά επιλέγεις). Δεν αρκείσαι σε μια λογική «όλα τα σφάζω όλα τα μαχαιρώνω», αναζητείς ανθρώπους που γνωρίζουν, που έχουν εντρυφήσει και τριφτεί με το είδος και μπορούν να σου ανοίξουν ουσιαστικές νέες δυνατότητες και ορίζοντες.

Υπογράφω λοιπόν και με τα δύο μου χέρια και με γνώση όλων των …συνεπειών του νόμου την παρατήρηση του Χάρη Συμβουλίδη στο avopolis: «αφού θίξαμε τα ηλεκτρονικά: φέτος βγήκαν φοβεροί ηλεκτρονικοί δίσκοι (Daft Punk, Boards Of Canada, Haxan Cloak, Jon Hopkins), μα οι συντελεστές της Άνω Τελείας δεν φαίνεται να ενθουσιάστηκαν με κανέναν τους». (Μέτριοι) Depeche Mode και ξερό ψωμί. Θα μου πείτε στην Ελλάδα εξακολουθούμε να προσλαμβάνουμε ακόμη ως underground ή «πειραματικά», ακούσματα τα οποία έξω είναι προ πολλού ενταγμένα οργανικά στη λαϊκή δημοφιλή μουσική. Και θα σας δώσω δίκιο…

Από κει και πέρα, οι αγγλικοί στίχοι φρονώ δεν έχουν κάποιο νόημα ύπαρξης, για εσωτερική κατανάλωση προορίζεται ο δίσκος, ούτε όμως θα ψαρώσουν και οι εγχώριοι φανατικοί ακροατές της αγγλόφωνης σκηνής. Οι ελληνικοί από τη μεριά τους δεν είναι σπουδαίοι, ο Ευαγγελάτος είναι γενικά ένας πληθωρικός στιχουργός, ανοικονόμητος, άνισος, ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο. Πολλές φορές υποκύπτει στον τυπική εικονοποιία τύπου «μαγικού ρεαλισμού» (καταραμένε Μαρκές!) η οποία πλήττει αλύπητα (και με τις δύο έννοιες του ρήματος) τη σκηνή του έντεχνου εδώ και πολλά χρόνια (δείγμα αυτού ο «Μάγος Βιολιστής»). Και η καψούρα ασφαλώς παρούσα, κοσμοπολίτικη μεν, αλλά καψούρα, κι ας φοράει ένδυμα γαλλικού chanson, κι ας παίρνει (και πάλι!) τον αέρα της στο Παρίσι (όχι φυσικά στα banlieu, αλλά στο ρομαντικό Παρίσι που αναπαράγει ο μύθος, τα ταξιδιωτικά γραφεία και ο Woody Allen). Πρέπει νομίζω κάποια στιγμή να γίνει μια σοβαρή …επιδημιολογική μελέτη για την εξάπλωση της καψούρας στην ελληνική κοινωνία γενικότερα και την ανάδειξη της ερωτικής (εγωιστικής) απογοήτευσης σε αυταξία. Για να μην θυμηθώ ότι τις εποχές των παχιών αγελάδων τα μπουκάλια ουίσκι με τα παρελκόμενά τους δεν τα βρίσκαμε μόνο στα σκυλάδικα τραπέζια…

Η Μποφίλιου είναι αναμφισβήτητα μια εγνωσμένης αξίας φωνή, ένα πραγματικά πληθωρικό ταλέντο, το αποδεικνύει και σε αυτό τον δίσκο, ειδικά όταν παραμένει γειωμένη (όταν δηλαδή δεν προσβάλλεται από τη γνωστή νόσο «Αρβανιτάκη»). Και εδώ λέει καλά τραγούδια, το ομότιτλο με την καίρια παρέμβαση του συνθέτη σε βραχνά δεύτερα φωνητικά και το «Πάμε ξανά» κουβαλάνε ένα συγκινησιακό φορτίο, πολλά βλέμματα θα ανταμώσουν στις συναυλίες υπό τους ήχους τους. Και ασφαλώς έχει τις προϋποθέσεις για ακόμη τολμηρότερους πειραματισμούς, έχει άλλωστε οπαδούς που την ακολουθούν τυφλά (κατάρα και ευλογία συνάμα!). Άνω τελεία, σημείο στίξης, καμπής και αλλαγής πλεύσης ή απλώς μια προσωρινή ανορθογραφία, δεν έχουμε παρά να περιμένουμε…

15/11/2013

6.5

 

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: