Προτιμώ τα παλιά τους (Με αφορμή το βιβλίο του Μπάμπη Αργυρίου)


Dorian

Ανέκαθεν τη μισούσε την καθημερινή πρωινή τελετουργία. Εδώ και χρόνια… Το άτεγκτο ξυπνητήρι, ο ήχος της καφετιέρας, το βαρύ κεφάλι, τα ολοένα και βαρύτερα κόκαλα, η προοπτική μιας ακόμη χαμένης ημέρας στη δουλειά, ποιος να ήταν εκείνος ο ρομαντικός βλάκας που έγραψε εκείνο το κεφάτο «πάμε για δουλειάαα»;. Ήταν όμως και ο καθρέφτης. Και αυτόν επίσης ποτέ δεν τον γούσταρε, αλλά δεν είχε ακόμη καταφέρει να εφαρμόσει ένα αναίμακτο …τυφλό σύστημα ξυρίσματος. Και έτσι μπορούσε να αποφύγει το βλέμμα του… Που σαν να τον περιγελούσε. Και αυτόν και τους φόβους του. Αυτή η άσπρη τρίχα άραγε υπήρχε και χτες; Και αυτή η ρυτίδα; Σάμπως τούτη υπήρχε. Ανακούφιση… Μήπως όμως σήμερα είναι βαθύτερη; Αναρωτήθηκε γιατί φοβούνται τόσο τους καθρέφτες οι βρικόλακες. Ο φόβος θα έπρεπε να είναι για τους θνητούς, όχι για τους καταδικασμένους στην αιώνια ζωή. Γέλασε στη σκέψη, του φάνηκε ιδιαίτερα έξυπνη για πρωί. Νερό στο πρόσωπο, πετσέτα, διακόπτης. Ο καθρέφτης και το είδωλο του εξαφανίστηκαν στο σκοτάδι…Χτες διάβασε στο MiC.gr ότι ένα από τα πιο αγαπημένα του συγκροτήματα, από εκείνα που ανέκαθεν ήθελε να πιστεύει ότι του άλλαξαν τη ζωή, επανασυνδέθηκε, βγάζει νέο δίσκο, βγαίνει σε περιοδεία, φήμες λένε ότι μπορεί να έρθουν και εδώ στην πόλη για συναυλία. Έψαξε τον παλιό αγαπημένο δίσκο, δεν ήταν και δύσκολο, είχε σταματήσει εδώ και χρόνια να αγοράζει καινούργιους, και αυτός είχε την πιο φθαρμένη ράχη. Έβαλε το πικάπ να γυρίζει, το χρατς-χρατς της βελόνας γέμισε τον χώρο, μετά ο οικείος ήχος. Σάμπως και οι δίσκοι να γερνάν μαζί μας σκέφτηκε, κάποτε φαντασιωνόταν ότι θα γινόταν συγγραφέας και θα έγραφε μια παραλλαγή του πορτραίτου του Ντόριαν Γκρέυ, όπου ο πίνακας θα ήταν δίσκος, αυτός ήταν που θα γέρναγε αντ’ αυτού, θα γέμιζε χαρακιές, θα ξέβαφε, θα στράβωνε, ακόμη και η φωνή του τραγουδιστή θα ακουγόταν όλο και πιο βραχνή και φάλτσα και κουρασμένη.

Τελικά βέβαια ούτε συγγραφέας έγινε, ούτε και μουσικός, ποτέ δεν έμαθε να ξεχωρίζει τη δίεση από την ύφεση στο πεντάγραμμο, τα όνειρα του κατέληξαν να λιμνάζουν σε ένα 9-5 σκονισμένο γραφείο να παίρνουν ολημερίς πίπες στο αφεντικό του. Σκατά, ωραίες σκέψεις για πρωί ρε. Ακόμη και η αγαπημένη του μελωδία που έπαιζε εκείνη τη στιγμή, του φάνηκε ότι είχε πάρει το ρόλο του κατήγορου, πού σαι, νιότη, πού δειχνες, πως θα γινόσουν άλλος, καμία ζωή δεν σου άλλαξα όπως θέλεις να λες, ήμουν πάντα το άλλοθι σου για όσα δεν τόλμησες να κάνεις και τολμάς τώρα κι από πάνω να κατηγορείς τους δημιουργούς μου για ξεπούλημα; Τον καθρέφτη σου τον κοίταξες πριν μιλήσεις; «Τον κοίταξα, που να πάρει, τον κοίταξα, που να μην τον κοίταγα», η φωνή του αντήχησε στο άδειο σπίτι. «Α, δεν πάμε καλά» μονολόγησε, πάτησε φουρκισμένος το στοπ, η ησυχία απλώθηκε πάλι. Ο επόμενος ήχος που ακούστηκε ήταν το κλειδί να γυρίζει στην πόρτα… Η ημέρα έπρεπε να ξεκινήσει, η ζωή να προχωρήσει, είχε αργήσει κιόλας και θα έπεφτε ακριβώς πάνω στο πικ της κίνησης. Εν τω μεταξύ είχε αποφασίσει ότι δεν θα αγόραζε το νέο τους δίσκο. Ήταν έτσι κι αλλιώς σίγουρο ότι θα προτιμούσε τα παλιά τους…

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: