19ο Φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας»

18-29 Σεπτεμβρίου 2013

Ένας ακόμη Σεπτέμβρης/Ελάχιστες βροχές/Καλός χειμώνας/Χαμένο φθινόπωρο/Μαυρισμένοι επαναστάτες σε απόγνωση καλούν σε εξέγερση/Αττικόν/Απόλλων/να ζήσουμε να τα θυμόμαστε/Η Σταδίου νεκρή/η Πανεπιστημίου ψυχομαχά/Νυχτερινή ερημιά/Ιντεάλ/Μυρωδιά 70s/ Αστική ευγένεια και παλιομοδίτικο τεφτέρι/Μνήμη και νοσταλγία/Όχι απαραίτητα μαζί/Ο πολιτισμός σαν αντίσταση/Κρίση/Κοινοτοπίες/Δακρυγόνα/Η χρυσαυγή πάει για χρυσοβασίλεμα/Το πολιτικό και το προσωπικό/Ας μιλήσουμε και για κάτι άλλο/Ωραία η ταινία!/ Greek weird cinema/Από μακριά και αγαπημένοι/Τι σημαίνει work in progress;/Τόση ανάγκη για γέλιο/Και φαΐ/Μικρές αυθόρμητες σημειώσεις δίκην ημερολογίου/Και του χρόνου…


Nos heros sont morts ce soir

– Nos heros sont morts ce soir (Οι ήρωες μας ξεψυχούν απόψε) – David Perrault
Βλέποντας τη γαλλική αυτή ταινία του νεαρού και πρωτοεμφανιζόμενου David Perrault μου ήρθαν σκηνές στο νου από ελληνικό παλιό σινεμά, τον Βέγγο ντυμένο …μασκοφόρο τίγρη να αντιμετωπίζει άθελα του τον ακατάβλητο κι αήττητο Σπαζοκέφαλο (πρέπει να ήταν στην «Επιχείρηση Γης Μαδιάμ»). Λαϊκό θέαμα το κατς και στη χώρα μας τότε (αλλά και αργότερα, θυμάστε Σουγκλάκο;), ανέκαθεν η στυλιζαρισμένη βία ήταν τροφή εκτόνωσης για το λαό. Από το ίδιο αυτό υπόκοσμο περιβάλλον των ύποπτων στοιχηματικών καταγωγίων και των φουσκωμένων παλαιστών παίρνει έμπνευση η ταινία αυτή κι εδώ τελειώνουν οι ομοιότητες με τον αρχικό μου συνειρμό. Εδώ στη ρίζα θα ανακαλύψουμε την nouvelle vague και το πρώιμο νουάρ (δεν είναι η τυχαία η ασπρόμαυρη «καλλιτεχνική» φωτογραφία). Η ιστορία αφορά δύο φίλους παλαιστές, στην υπηρεσία ενός (λίγο γραφικού αλά James Bond) κακού, οι οποίοι αποφασίζουν αυτοβούλως να αλλάξουν ρόλους και μάσκες στην αγωνιστική σκηνή, ο ένας έχει βαρεθεί να παίζει συνεχώς τον κακό, κουβαλάει και τραύματα από τον πόλεμο στην Αλγερία, κάτι πρέπει να αλλάξει… Και από εκείνη τη στιγμή ξεκινάνε όλα τα στραβά… 1-2 σκηνές ανθολογίας (όπως εκείνη όπου λιώνει το κέρινο ομοίωμα), καίριες επιλογές μουσικών της εποχής (από τον περίφημο Serge στα πρώτα του βήματα έως τους ξεχασμένους Tarantulas) και κάμποσα έξυπνα ωραία κόλπα στο μοντάζ συνθέτουν μια πολύ ατμοσφαιρική ταινία η οποία όμως μοιάζει να δίνει περισσότερο βάρος στο ύφος και στην ατμόσφαιρα παρά στην ίδια της την ιστορία.– La fille de 14 Juillet (Το κορίτσι της επανάστασης) – Antonin Peretjatko
Οι καλοκαιρινές διακοπές είναι για τους Γάλλους κάτι σαν ιδεολογία, τοτέμ, ιερή αγελάδα (πως είναι τα δικά μας «μπάνια του λαού»;). Ειδικά για τους Παριζιάνους, οι οποίοι μόλις σκάσει καλοκαίρι εγκαταλείπουν την αφόρητη από την υγρασία πόλη τους, προκαλώντας εξοντωτικά …αμφοραρίσματα (που έγραφε και ο Γκοσινύ στον Αστερίξ) στο δρόμο της εξόδου προς τη θάλαττα. Φαντάζεστε τι θα γινόταν αν βρισκόταν κάποιος πολιτικός ο οποίος θα τολμούσε να περικόψει τη διάρκεια τους; Από μια τέτοια, όχι τόσο εξωπραγματική αφόρμηση (κάτι πήγε να υπαινιχτεί ο Σαρκοζύ και τον έφαγε το μαύρο φίδι) χτίζει την ταινία του ο πρωτοεμφανιζόμενος στον κόσμο του μεγάλου μήκους Peretjatko. Η ξαφνική απόφαση της κυβέρνησης για μείωση των διακοπών κατά έναν μήνα βρίσκει μια παρέα καθ’ οδόν. Nouvelle vague και τρελές σφαίρες ή άκρως τρελό και απόρρητο. Και λίγο Πάρτυ. Και Monty Python. Πολλές διακινηματογραφικές αναφορές, χιούμορ κάθε είδους, άλλοτε διασχίζει τα σύνορα και άλλοτε μένει γνήσια γαλλικό, οι πρωταγωνιστές πέρασαν καλά και αυτό …βγαίνει και στην οθόνη, χάος (ή αναρχία αν προτιμάτε) με αμφότερες την καλή και την κακή έννοια τους. Απουσιάζει όμως μια συνολική ευρύτερη στόχευση η οποία θα έδινε στο χιούμορ αυτό υπόσταση και τελικά σκοπό ύπαρξης. Ο γαλλικός κύριος τίτλος «The rendez-vous of deja vu» (δε χρειάζεται μετάφραση νομίζω!) είναι νομίζω καταλληλότερος. Άλλωστε το κορίτσι αποδείχθηκε ότι δεν είναι της επανάστασης, αλλά απλά μιας εθνικής επετείου…


Twenty feet from stardom

– Twenty feet from stardom (Λίγα μέτρα από τη διασημότητα) – Morgan Neville
Θυμάμαι άρα υπάρχω, memini ergo sum, μια παράφραση της διάσημης φράσης του Καρτέσιου, την οποία ανακαλύπτουμε διακριτικά τοποθετημένη στην αφίσα του φεστιβάλ, υποδηλώνει έναν από τους κεντρικούς του άξονες: τη μνήμη. Τη μνήμη ως νοσταλγία, ως παραχάραξη, ως διαρκή παρουσία, ενίοτε …βρυκολακιάζουσα στο παρόν, ως λήθη ή αμνησία. Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να ενταχτεί και αυτό το πολύ ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ το οποίο ασχολείται με τις ιστορίες των δεύτερων φωνών, των ανθρώπων πίσω από τα αφανή δεύτερα μικρόφωνα, εκείνων που πράγματι έφτασαν κάποτε μόλις 20 πόδια (έξι μέτρα περίπου!) από τη διασημότητα. Κι αν πολλοί τους αντιμετώπισαν σαν (σέξυ) γλάστρες, η συνεισφορά τους ήταν λίαν σημαντική, ενίοτε και καθοριστική. Φαντάζεστε π.χ. το περίφημο «Gimme shelter» των Stones χωρίς τα φωνητικά της Merry Clayton; Η άτιμη η φήμη όμως τους προσπέρασε άκαρδα… Για τόσο λίγο, τόσο δα. Όχι ότι δεν το προσπάθησαν. Κάποιοι δικαιώθηκαν τελικά, η Darlene Love π.χ., για χρόνια «εργαλείο» στα χέρια του Phil Spector και πραγματική φωνή πίσω από πολλά συγκροτήματα-βιτρίνες, κατάφερε να αναγνωριστεί από το Rock and Roll Hall of Fame. Ονόματα όπως ο Luther Vandross ή η Sheryl Crow ακολούθησαν μια δική τους αυτόφωτη πορεία. Οι περισσότεροι όμως έμειναν στις βασανιστικές υποθετικές προτάσεις: «θα μπορούσε», «τι θα γινόταν αν»… Γιατί; Πολλοί οι λόγοι, κάθε περίπτωση είναι ιδιαίτερη, ακόμη και ο παράγοντας τύχη παίζει καθοριστικό ρόλο (όπως ορθά σημειώνει ο Sting). Oren Waters, Judith Hill, Tata Vega, Charlotte Crossley, Lisa Fischer, Jo Lawry, Thunder Thighs, είναι μερικά ονόματα που παρελαύνουν στην ταινία. Τα ψιλά γράμματα της ιστορίας κρύβουν πάντοτε μια γερή δόση πίκρας… Και αδικίας. Περιμένω έναν αντίστοιχο φόρο τιμής και για τους σεσιονάδες μουσικούς, κάθε είδους και οργάνου. Σε αυτούς όμως η απόσταση ίσως είναι μεγαλύτερη από είκοσι πόδια…– Gloria – Sebastian Lelio
Τζι ελ ο αρ αι εϊ, Gloria. Όχι το περίφημο τραγούδι του Van δεν παίζει ρόλο στη χιλιανή αυτή ταινία, αντίθετα η κάθαρση επέρχεται στο τέλος με ένα άλλο Gloria, τον disco χορευτικό ύμνο του Umberto Tozzi. Έχει πλάκα η σημειολογία των ονομάτων στην ταινία αυτή: Gloria, βαρύ όνομα, δοξασμένο αν θυμηθούμε τη λατινική του ετυμολογία και Rodolfo, ο εραστής με τον κορσέ μιας γαστρικής επέμβασης αφαίρεσης λίπους. Η 58αρα Gloria είναι μια νέα της εποχής, χωρισμένη, έχει καλή δουλειά, δύο παιδιά και ένα κενό στο πλάι της. Παρολ’ αυτά διεκδικεί με πάθος το δικό της μερίδιο στη ζωή, μπλέκει με έναν συνομήλικο της επίσης χωρισμένο, επίσης με δύο παιδιά αλλά και πολλές συναισθηματικές άγκυρες στο παρελθόν. Προφανώς με τέτοια υπόθεση εύκολα μπορείς να πάρεις το στραβό το δρόμο, μπορείς να φτιάξεις από ένα αριστούργημα μέχρι και ένα «Ρετιρέ». Ο σκηνοθέτης όμως αποφεύγει τις κακοτοπιές, προσεγγίζει την ιστορία με πολλή ενσυναίσθηση και ωριμότητα, αφοπλιστική ειλικρίνεια ενίοτε και με χιούμορ. Την ταινία από υποκριτικής πλευράς την κουβαλάει όλη στις πλάτες της η Paulina Garcia (μπορώ να καταλάβω γιατί πήρε το βραβείο της καλύτερης ηθοποιού στην Berlinale), η σκηνοθεσία ακολουθεί την οπτική της, βλέπει τον κόσμο μέσα από τα μάτια και τα χοντρά γυαλιά της, η Gloria πάσχει από πρώιμο γλαύκωμα, η όραση της μειώνεται, ο φακός εστιάζει πάνω της αφήνοντας το περιβάλλον ελαφρώς θολό, σε ένα πανέξυπνο σκηνοθετικό τρικ. Όμορφη και τελικά αισιόδοξη ταινία. Μπορεί να αποδειχτεί μία από τις επιτυχίες του δύσκολου χειμώνα…


Zwei

– Zwei Muetter (Δύο μητέρες) – Anne Zohra Berrached
Δύο μητέρες. Εσχάτως ολοένα και περισσότερες ταινίες, θεατρικά έργα, μυθιστορήματα ασχολούνται με αυτό το θέμα: τη μητρότητα (ή πατρότητα) σε ένα ομοφυλόφιλο ζεύγος. Αυτό ασφαλώς και δεν σημαίνει ότι το θέμα έχει ξεφύγει από την επικράτεια του ταμπού, για κάτι τέτοιο θα χρειαστεί να περάσουν κάμποσα χρόνια (μπορεί και γενιές), εδώ ακόμη είναι ζητούμενο η ίδια η αναγνώριση του ομοφυλόφιλου ζεύγους, πόσο μάλλον η τεκνοποίηση, όπου ο βιολογικός φραγμός μοιάζει ακόμη πιο ισχυρός. Μέχρι τότε η τέχνη πάντως μπορεί να προηγείται της ζωής… Η ταινία της εκ μετανάστευσης γερμανίδας Berrached προσπαθεί να αποτυπώσει την καθημερινότητα ενός γυναικείου ζεύγους το οποίο προσπαθεί να αποκτήσει ένα παιδί. Η αποτύπωση αυτή είναι υψηλής πιστότητας, σχεδόν αντι-ρομαντική, καθώς παρακολουθεί την περιπλάνηση των ηρωίδων ανάμεσα σε γραφειοκρατικές διατυπώσεις, δωρητές σπέρματος και κλινικές γονιμότητας. Στρατευμένη ταινία, με προθέσεις ντοκιμαντερίστικης τεκμηρίωσης και σχετικά άχρωμη σκηνοθεσία. Το τέλος πέφτει ψαλίδι εκεί ακριβώς που ξεπροβάλλουν ακόμη πιο σοβαρές δυσκολίες…– Inch’ Allah (Ανάμεσα…) – Anais Barbeau-Lavalette
Τι αλήθεια κάνεις όταν βρίσκεσαι ανάμεσα σε δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα, ανάμεσα σε δυο αμείλικτα εχθρικές παρατάξεις, όταν αναπόφευκτα πρέπει να διαλέξεις με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις; Όταν χαράσσονται σαφή σύνορα και τείχη ανάμεσα στο «εμείς» και «οι άλλοι», όταν κάθε λεπτή απόχρωση, κάθε δεύτερη σκέψη ισοπεδώνεται; Εδώ σε θέλω κάβουρα να περπατάς στα κάρβουνα… Σε τέτοια θέση βρίσκεται η Κλοέ της ταινίας, καναδέζα γιατρός η οποία την ημέρα δουλεύει με τους Παλαιστίνους πρόσφυγες στη Ραμάλα και το βράδυ γυρίζει στο ασφαλές σπίτι της στην Ιερουσαλήμ. Μία ακόμη ταινία λοιπόν πάνω στο αέναο δράμα της Μέσης Ανατολής, εξ ορισμού δυνατό το θέμα και με ανεξάντλητες δραματουργικές δυνατότητες. Η σκηνοθέτιδα (την προτιμώ από «την σκηνοθέτη») όμως μάλλον πέρασε κάτω από τον πήχη που η ίδια έθεσε (κρατάμε πάντως την εξαιρετική φωτογραφία και τις εικόνες από μια ρημαγμένη καθημερινότητα στη Δυτική Όχθη). Ασφαλώς όχι επειδή παίρνει εμμέσως θέση υπέρ της «τρομοκρατίας» (όπως κατηγορήθηκε από κάποια αμερικανικά μέσα). Αλλά επειδή δεν σε πείθει ότι η Κλοέ με τα γουρλωμένα μάτια της τουριστικής έκπληξης εμπλέκεται πραγματικά στην όλη κατάσταση, «αυτός ο πόλεμος δεν είναι δικός σου» τις λέει κάποια στιγμή η Ισραηλινή φιλενάδα της. «Αν θέλει ο Θεός» σημαίνει στα αραβικά ο τίτλος της ταινίας (θυμάστε το τραγούδι του Adamo;), έχει κάτι το ανατολίτικα μοιρολατρικό και υποταγμένο σε ένα άνωθεν γραμμένο πεπρωμένο. Όχι άδικα…


Sound City

– Sound City – Dave Grohl
Αυτοί οι Αμερικανοί… Μπορούν να στήσουν μια ιστορία που να τα έχει όλα, πλοκή, άνοδο και πτώση, δόξα και δράμα, σχεδόν από το τίποτε. Στην προκειμένη περίπτωση, πρώτη σκηνοθετική απόπειρα του Dave Grohl, πρώτη ύλη είναι η ιστορία ενός στούντιο ηχογραφήσεων και μιας …κονσόλας. Βέβαια δεν πρόκειται για κάποιο τυχαίο στούντιο, στο Sound City ηχογραφήθηκαν σπουδαίοι δίσκοι («που άλλαξαν την ιστορία» κατά το αμερικανικώς ρηθέν) όπως το «Rumours» και το «Nevermind» και πέρασαν σπουδαίοι μουσικοί όπως ο Neil Young, o Johnny Cash και ο …Rick Springfield (ο ποιος;;). H ταινία παρακολουθεί την πορεία του στούντιο από τις ένδοξες ημέρες των 70s, την κρίση στα 80s, το φιλί ζωής των Nirvana που του έδωσε δύο ακόμη δεκαετίες ζωής, έως ότου υποκύψει στον ψηφιακό εχθρό το 2011, αρνούμενο να εγκαταλείψει τους αναλογικούς προμαχώνες. Μέχρι εδώ παρακολουθείς με ενδιαφέρον, έχει και αξιόλογο αρχειακό υλικό, στη συνέχεια όμως η ταινία μετατρέπεται σε ένα είδος προβολής του δίσκου που κυκλοφόρησε φέτος ο Grohl (ο οποίος εν τω μεταξύ …αγόρασε την εν λόγω θρυλική κονσόλα). Μια μάζωξη παλιών ονομάτων που πέρασαν από το εν λόγω στούντιο (συν τον Paul McCartney!), ένας ελεγειακός φόρος τιμής στο ανθρώπινο στοιχείο ως βασικός παράγοντας στη δημιουργία και ηχογράφηση της μουσικής, το οποίο μπλα μπλα χάνεται, μπλα, μπλα στο εύκολο σήμερα μπλα μπλα. Βέβαια είναι κάπως σουρεαλιστικό έως και οξύμωρο να …κηρύσσεις τον δακρύβρεκτο πόλεμο στην κακιά ψηφιακή τεχνολογία (κομπιούτερ, ProTools, και όλα αυτά τα όργανα του σατανά) χρησιμοποιώντας μια κονσόλα-θηρίο των 70000 δολαρίων, την τελευταία δηλαδή λέξη της τεχνολογίας μιας παλιότερης εποχής. Εν τέλει, είτε ηχογραφείς αναλογικά είτε ψηφιακά, είτε γράφεις σε PC, σε γραφομηχανή ή με μολύβι, τίποτε δεν σου εξασφαλίζει αυτόματα ένα σπουδαίο αποτέλεσμα, πάντοτε ο παράγοντας άνθρωπος θα είναι καθοριστικός πίσω από το μηχάνημα.– Le chant des ondes (Ηλεκτρικά κύματα) – Caroline Martel
«Δαμάζοντας τα κύματα» θα μπορούσε να είναι ένας εναλλακτικός τίτλος για το εξαιρετικό αυτό ντοκιμαντέρ (καλύτερος πάντως από την -και- επιστημονικά ανακριβή ελληνική εκδοχή). Γιατί ο ήχος και πιο συγκεκριμένα η μουσική κύματα είναι, από τα απλά ημιτονοειδή έως τα χαοτικά του λευκού θορύβου. Αρχές του 20ου αιώνα, η τεχνολογία καλπάζει, οι άνθρωποι σκοτώνονται μεταξύ τους σε εκατόμβες, ο πόλεμος πατήρ πάντων, η τέχνη αναζητά νέες ριζοσπαστικές διαδρομές, «τρελοί» εφευρέτες δημιουργούν νέα εξωτικά όργανα, είναι η αυγή της ηλεκτρονικής εποχής. Ένας τηλεγραφιστής/μουσικός ο Maurice Martenot σκαρώνει το 1928 ένα όργανο που έμεινε στην ιστορία να φέρει το όνομά του στην ποιητική μορφή των Ondes Martenot (κύματα Martenot), ένα όργανο το οποίο ο ίδιος το φαντασιωνόταν σαν μια προέκταση του ανθρώπινου νευρικού συστήματος. Ο ήχος του είναι αιθέριος, εξωπραγματικός για τα τότε αυτιά, πιο πλούσιος και με πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες από το θέρεμιν, ένας ήχος που θα δώσει φτερά στην επιστημονική φαντασία, θα ταυτιστεί με το απόκοσμο, το στοιχειωμένο, θα αναδειχθεί σε μερικά συγκλονιστικά έργα του Olivier Messiaen. Λιγότερα από 300 κομμάτια κατασκευάστηκαν, η πολυπλοκότητα του απέτρεπε τη μαζική παραγωγή, σήμερα έχουν απομείνει μόνο τα 70, οι λυχνίες κενού έχουν προ πολλού αντικατασταθεί από τρανζίστορ, σκαπανείς του ήχου όμως όπως ο πολυδιάστατος Johnny Greenwood των Radiohead το κρατάνε σε ουσιαστική χρήση και όχι σαν αξιοπερίεργο έκθεμα από το παρελθόν. Αυτή την ιστορία αφηγείται η Caroline Martels σε τούτη την ταινία την οποία έψαχνε πέντε ολάκερα χρόνια, κι αν κάπου προς το τέλος πάσχει λίγο από την γνωστή «νόσο των ντοκιμαντέρ» («μην κόψεις, άστο κι αυτό, καλό είναι») και πλατειάζει κάπως, αυτό σε τίποτε δεν μειώνει την αξία και το ενδιαφέρον της. Βγαίνοντας από τον κινηματογράφο σκέφτομαι συνειρμικά ότι η μουσική του μέλλοντος είναι «αφάνταστη» με την κυριολεκτική έννοια… Και μ’ αρέσει αυτό…


Le passe

– Le passe (Το παρελθόν) – Asghar Farhadi
Η δύσκολη επόμενη ταινία, μετά από ένα Όσκαρ. Ο πρώτος Ιρανός που πήρε το αγαλματίδιο σπίτι του (χάρις ενός «Χωρισμού»). Και πάλι ακολουθεί τον «ασφαλή» δρόμο του δράματος. Ένας Ιρανός γυρίζει από την Τεχεράνη στο Παρίσι για να υπογράψει το διαζύγιο από τη γυναίκα του. Μοιάζει να είναι μια τυπική διαδικασία αλλά η πραγματικότητα κρύβει εκπλήξεις, από ένα νήμα που κρέμεται καταλήγει να ξηλωθεί ολάκερο πουλόβερ. Η ταινία έχει όλα τα καλά και τα κακά για τα οποία αγαπήσαμε και αντιπαθήσαμε τόσο το γαλλικό όσο και το ιρανικό σινεμά. Διάλογος εξαντλητικός, ρυθμοί αργοί, και ένα σχετικά προβλέψιμο τέλος, παρά τις ενδιάμεσες ανατροπές. Τελικό συμπέρασμα: όποιος σκαλίζει βρίσκει. Και πολλές φορές αυτά που βρίσκει δεν ανταποκρίνονται στις αρχικές του προσδοκίες/επιδιώξεις. Άλλωστε το δράμα του ανθρώπου είναι ότι το δίκιο δεν το έχει ποτέ (ή σχεδόν ποτέ) αποκλειστικά μία πλευρά.– Die Lebenden (Οι νεκροί και οι ζωντανοί) – Barbara Albert
Κάποτε ήτανε τα παιδιά που ρωτάγανε «τι έκανες στον πόλεμο πατέρα;», ήταν δεκαετία του ’60, οι απαντήσεις δεν ήταν συνήθως ικανοποιητικές, πολλοί σκελετοί έμειναν στην ντουλάπα, τα παιδιά βγήκαν αγριεμένα στους δρόμους, πολλά έφτασαν στις βόμβες και τα όπλα. Τώρα που η γενιά του πολέμου, των θυτών και των θυμάτων, πλησιάζει ταχύτατα προς το βιολογικό της τέλος, έχουν αρχίσει να ρωτάνε τα εγγόνια, εν προκειμένω και η γενιά των …χίψτερ. Η πρωταγωνίστρια σπουδάζει στο Βερολίνο, έχει όνομα που παραπέμπει σε ινδική θεότητα (Σίτα), η καταγωγή της είναι ρουμανο-αυστριακή, στο πρόσωπο της μοιάζει να συμπυκνώνεται όλη η χαοτική ιστορία του ευρωπαϊκού 20ου αιώνα με τις διαρκείς μετακινήσεις συνόρων και ανθρώπων. Και έχει έναν 95χρονο παππού για τον οποίο έχει βάσιμες υποψίες ότι υπηρέτησε στα SS. Επίσης έχει δεσμό με έναν τύπο ο οποίος δουλεύει σε ριάλιτυ, όταν αυτός της δίνει τα παπούτσια στο χέρι γνωρίζει σε ένα μπαρ έναν Ισραηλινό φοιτητή ο οποίος αργότερα θα την απατήσει με μια πολωνέζα που θα γνωρίσει στη Βαρσοβία (να δούμε εδώ κάποιον κρυμμένο συμβολισμό;). Η ταινία έχει πολύ ταξίδι, ανέβα-κατέβα σε τραίνα και αεροπλάνα, Βερολίνο (εννοείται!), Βιέννη, Βαρσοβία, Άουσβιτς, Τρανσυλβανία (η Σίτα κατάγεται από πρόσφυγες της γερμανικής μειονότητας στην Ρουμανία). Επιπλέον έχει και μουσική ιδιαίτερη και επιλεγμένη με φροντίδα (από την αυστριακή σταρ πλέον Soap& Skin μέχρι Darkstar, EMA, Caribou και μια εξαίσια απόδοση του «Cold song» του Henry Purcell). Και γενικά θέλει να πει πολλά η σκηνοθέτης… Πολλές κολοκύθες κάτω από την ίδια μασχάλη (σ’ αυτά τα γεωγραφικά πλάτη δεν ευδοκιμούν τα καρπούζια!) τις οποίες δεν διαχειρίζεται όλες σωστά, ή έστω με το αρμόζον βάθος. Συν μια κάποια σεναριακή αναληθοφάνεια. Παρολ’ αυτά η ταινία βλέπεται με ενδιαφέρον και έχει μερικές πολύ ωραίες σκηνές. Και προσθέτει έναν ακόμη κρίκο σε μια συνεχιζόμενη και ακόμη επώδυνη αντιμετώπιση/συμφιλίωση/συμβιβασμό με έναν μακρινό μεν αλλά πάντοτε απειλητικό φαιό παρελθόν (Vergangenheitsbewaeltigung που λένε και οι ίδιοι). Γιατί όταν δεν λύνεις τους λογαριασμούς σου με το παρελθόν κάποια στιγμή καταλήγεις να το ξαναζείς…


Pussy

– Pussy Riot: A punk prayer (Pussy Riot: Μια πανκ προσευχή) – Mike Lerner/Maxim Pozdorovkin
Σαν δικαστικό δράμα μπορείς να αντιμετωπίσεις την ταινία αυτή, δικηγόροι, δικαστές, μπάτσοι, όλος ο θίασος επί σκηνής. Ή μήπως σαν παρωδία; Σαν φαρσοκωμωδία; Σαν θέατρο παραλόγου; Την ημέρα της αλλαξοκωλιάς Πούτιν-Μεντβέντεφ στην εξουσία, δημιουργήθηκαν οι Pussy Riot. Λεπτές αλλά αγριεμένες, άτεχνα πανκ κοριτσίστικες φωνές, πολύ αδύναμες για να ακουστούν σε μια χώρα η οποία κάποτε ήταν εκείνη που λύγισε τις στρατιές του Αδόλφου, σήμερα είναι εκείνη που θα τον έκανε περήφανο για το ιδεολογικό του κληροδότημα. Μια χώρα της σεξιστικής αντρίλας («βότκα και ξύλο» για να παραφράσω Οικονομίδη), των κάθε είδους διακρίσεων, μια χώρα όπου εκκλησία και κράτος και οικονομία συνθέτουν ένα αξεδιάλυτο, νοσηρά διεφθαρμένο σύμπλεγμα. Παρολ’ αυτά το «πανίσχυρο» τούτο κράτος είτε αισθάνθηκε απειλούμενο, είτε θέλησε να δώσει λίγο κρέας στον θρησκοβλαβή όχλο, στράφηκε δικαστικά ενάντια της Κάτιας, της Νάντιας και της Μάσα, μετά από μια 30 δευτερολέπτων performance τους σε έναν ορθόδοξο ναό στη Μόσχα. Η συνέχεια μας είναι αποσπασματικά γνωστή από τα εσωστρεφή μας ειδησεογραφικά μέσα, η καταδίκη σε δύο χρόνια φυλάκιση, η απόρριψη της έφεσης, η καταναγκαστική εργασία. Το ντοκιμαντέρ αυτό ανιχνεύει όλη την πορεία τους, έχει αποκλειστικό υλικό από τη δράση του συγκροτήματος και φυσικά εκτενή αποσπάσματα από τη δίκη. Κι αν βλέποντας όλη αυτή τη θρησκευτική παράκρουση που παρουσιάζεται στο φιλμ μπούμε στον πειρασμό να κάνουμε παραλληλισμούς με την εδώ ορθόδοξη πραγματικότητα, ας μην ξεχνάμε από την άλλη ότι η Ρωσία είναι μια χώρα η οποία στην πραγματικότητα ποτέ δεν πλησίασε σε ότι αποκαλούμε στα μέρη μας δημοκρατία, πάντοτε ο λαός είχε ανάγκη να έχει στο σβέρκο του έναν Τσάρο, είτε τον λένε Νικόλαο, είτε Στάλιν, είτε Πούτιν…
Επί του πιεστηρίου: στις 23 Σεπτεμβρίου μία από τις κρατούμενες ξεκίνησε απεργία πείνας καταγγέλλοντας τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης. Λίγες ημέρες μετά πραγματοποιήθηκε στην αρχαία Ολυμπία η λαμπρή τελετή της αφής της ολυμπιακής φλόγας των χειμερινών ολυμπιακών αγώνων στο Σότσι της Ρωσίας… Χάριν του ολυμπιακού πνεύματος. Το 1936 δεν ήταν η πρώτη φορά;– I am Divine (Εγώ, η Ντιβάιν) – Jeffrey Schwarz
Underground; Αντι-κουλτούρα; Εύκολα αποδίδουμε αυτούς τους χαρακτηρισμούς σε οτιδήποτε με την πρώτη ματιά μοιάζει ακραίο, ανένταχτο, ασυνήθιστο. Κάπως έτσι προσλαμβάνεται κατά κανόνα και ο σκηνοθέτης της προμελετημένης κακογουστιάς και σαδιστικός βασανιστής κάθε αισθητικής John Waters και η μούσα του η Divine (κατά κόσμο Harris Glenn Milstead). Σε στενότερη εξέταση βέβαια τέτοιες φαντασιώσεις δεν αντέχουν, στην πραγματικότητα αμφότεροι έπαιζαν με τους κώδικες του συστήματος, ωθώντας τους στα άκρα και στην υπερβολή τους σε έναν τραβηγμένο κομφορμισμό, λειτουργώντας ουσιαστικά σαν ένας παραμορφωτικός καθρέφτης. Στον οποίο όμως αναγνωρίζεις το αρχικό είδωλο. Γι’ αυτό άλλωστε κι έγιναν αμφότεροι τόσο δημοφιλείς σε μία χώρα η οποία …αγαπά να σοκάρεται. Ακόμη και η περίφημη σκηνή της κατανάλωσης σκυλίσιων περιττωμάτων στο «Pretty flamingo» δεν φαντάζει τόσο ξένη αν αναλογιστούμε πόση συμβατή είναι με την εμμονή του αμερικάνικου χιούμορ με τις εκκρίσεις του ανθρώπινου σώματος (θυμηθείτε αναρίθμητες mainstream ταινίες με σκατολογικά αστεία). Το ντοκιμαντέρ αυτό πάντως δεν απομακρύνεται από μια συμβατική αντίληψη, είναι μεν επαρκέστατο από άποψη υλικού και συνεντεύξεων, αλλά κατ’ ουσία δεν παίρνει θέση και του λείπει και μια σκηνοθετική άποψη. Θα μπορούσε να είναι κι ένα εκτενές αφιέρωμα γυρισμένο με τηλεοπτικούς ανώδυνους όρους. Και σε αφήνει μόνο να αναρωτιέσαι τι σταυρό κουβαλούσε αυτό το πλάσμα, συγχυσμένο ανάμεσα στα δυο φύλα (ακόμη και στην ταινία άλλοι λένε his και άλλοι her), ανάμεσα στη δημόσια και την προσωπική ζωή, στα ναρκωτικά και το πολύ φαΐ, εκφράσεις προφανώς μιας βαθύτατης ανασφάλειας. Κι έχεις τελικά την αίσθηση ότι αν παραμερίσεις το κραυγαλέο γκλάμουρ, τις ακραίες ενδυμασίες, τα έντονα χρώματα, τα πάρτυ μέχρι τελικής πτώσεως και τις προκλήσεις, μένει ένα μικρό αγόρι που ψάχνει τη μαμά του. Και τη βρίσκει τελικά, έστω και με καθυστέρηση πολλών χρόνων…


Oh Boy

– Oh boy – Jan Ole Gerster
Μια μέρα είναι η διάρκεια της ταινίας, a day in the life (ο σκηνοθέτης ομολογεί ότι ο τίτλος είναι απόσπασμα από στίχους του ομώνυμου κομματιού των Beatles), συμπυκνωμένη σε 83 σφικτά κινηματογραφικά λεπτά, η οδύσσεια του πρωταγωνιστή Νίκο Φίσερ. Κάπου λίγο πριν τον κάβο των 30, δεν τον λες και επιτυχημένο, δουλειά δεν έχει, σύντροφο δεν έχει, τις σπουδές του τις εγκατέλειψε, η ημέρα αυτή ξεκινάει με το …δεξί, του παίρνουν και το δίπλωμα λόγω αλκοολισμού, και γαμώτο, ούτε έναν καφέ δεν μπορεί να πιει. Απλό σινεμά της καθημερινότητας, χωρίς «υψηλά» (ή βαθιά αν προτιμάτε) νοήματα, μείγμα δράματος και χιούμορ σε επιτυχώς κυμαινόμενες αναλογίες, εξαιρετική τζαζ επένδυση, Woody Allen στο υπόβαθρο, ένας πειστικός Tom Schilling στον κύριο ρόλο, και ένα μελαγχολικό ασπρόμαυρο βλέμμα στη γερμανική μητρόπολη. Στη Γερμανία θεωρούν τον σκηνοθέτη το next big thing… Κατανοητές υπερβολές…– Gore Vidal: The United States of Amnesia (Γκορ Βιντάλ: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμνησίας) – Nicholas Wrathall
Είναι λίαν αξιοσημείωτο το γεγονός ότι πολλοί διανοούμενοι, δριμείς και ανελέητοι επικριτές του συστήματος είναι σαρξ εκ της σαρκός του, άνθρωποι προβεβλημένοι κι ενταγμένοι σε αυτό (στη χώρα μας όπου όλοι είναι …αντι-συστημικοί τους λέμε «οργανικούς»). Συμβαίνει συχνά στις ΗΠΑ, αυτή την εντελώς μοναδική χώρα όπου ο πιο οπισθοδρομικός συντηρητισμός και ο πιο ακραίος προοδευτισμός μπορεί να συνυπάρχουν δίπλα-δίπλα, ίσως όχι αρμονικά, αλλά πολλές αλληλοτρεφόμενοι. Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα είναι (ήταν γιατί πέθανε το 2012) ο Γκορ Βιντάλ, γιος υψηλόβαθμου κυβερνητικού αξιωματούχου, από οικογένεια με μακριά πορεία στα δημόσια πράγματα των ΗΠΑ. Το ντοκιμαντέρ ξεκινάει με τον Βιντάλ να μιλάει πάνω από τον τάφο του, όχι, δεν έχει συμβεί κάτι μεταφυσικό, απλά ο άνθρωπος είχε προνοήσει για την αιώνια διαμονή του. Δείγμα και αυτό ενός ανένταχτου πνεύματος κι ενός δηκτικού χιούμορ το οποίο σε όλη του τη ζωή δεν δίσταζε να χρησιμοποιεί κατά πάντων, με προνομιακό στόχο την αμερικανική πολιτική, από την εποχή του Βιετνάμ και της Κούβας μέχρι τους Δίδυμους Πύργους και το Ιράκ. Μεγάλο μέρος της ζωής του το έζησε στην Ιταλία, σε μια αετοφωλιά πάνω από το Τυρρηνικό πέλαγος, ο Ατλαντικός που τον χώριζε από την πατρίδα του χάριζε το πλεονέκτημα της έξωθεν ματιάς, με αποτέλεσμα να διαμορφώσει με τα χρόνια μια πολύ ιδιαίτερη οπτική πάνω στην αμερικάνικη ιστορία και πολιτική. Η ταινία παρακολουθεί όλη την πορεία του, μιλάει ο ίδιος σε διάφορες ηλικίες όπως και πολλοί καλοί και άσπονδοι φίλοι του, το πρώην πνευματικό του παιδί Christopher Hitchens (τον αποκήρυξε όταν υποστήριξε την επίθεση στο Ιράκ) ή ο Τim Robbins. Βέβαια η ταινία ασχολείται κυρίως με το πολιτικό ον Vidal, η λογοτεχνική του παραγωγή εξετάζεται μόνο όσον αφορά την επίδραση της στην πολιτική δημόσια σφαίρα. Ίσως λίγο άδικη ή μονόπλευρη αυτή η οπτική, μπορεί να μειώνει κάπως την σφαιρικότητα της προσέγγισης, δεν της στερεί όμως ουσία.
Κάμποσα μεταφραστικά ολισθήματα δεν πέρασαν απαρατήρητα, με κορυφαίο (όλου του φεστιβάλ κιόλας) την απόδοση του Three Mile Island (του νησιού όπου συνέβη το πολύ γνωστό πυρηνικό ατύχημα το 1979) ως «μικρό νησάκι».


My Sweet

– My sweet Pepper land (Γλυκιά μου πατρίδα) – Hiner Saleem
«Το καλύτερο γουέστερν των τελευταίων ετών» έγραφε το πρόγραμμα, κι αν σε τέτοιες δηλώσεις χρειάζεσαι συνήθως μικρό καλάθι, το συγκεκριμένο έχει πράγματι κάτι που θα δικαιολογούσε αυτή την υπερβολή. Ο Κούρδος Hiner Saleem, γνωστός στα μέρη μας (θυμάστε το «Βότκα Λεμόνι»;) ακολουθεί πιστά τους κώδικες του πιο ορθόδοξου αλά-Φορντ ή Λεόνε γουέστερν: ο αδιάφθορος παλιός πολεμιστής που γίνεται σερίφης τον καιρό της ειρήνης, η δύσκολη αποστολή να επιβάλει το νόμο σε ένα χωριό κάπου στην άκρη του πουθενά, οι προκάτοχοι οι οποίοι δεν είχαν καλό τέλος, το τοπικό σαλούν (εδώ λέγεται Pepperland), η σύγκρουση με τους ντόπιους κακούς οι οποίοι το λυμαίνονται ατιμώρητα, ο έρωτας του με μια ντόπια μορφονιά (εδώ η δασκάλα με τα μαύρα μαλλιά) που ερεθίζει ακόμη περισσότερο τα πράγματα, οικείες καταστάσεις στους φαν των γουέστερν (και του …Λούκυ Λουκ). Επίσης αποτυπώνει εξαιρετικά το μισογύνικο περιβάλλον του χωριού, όπου μπορεί κάποιος να είναι απατεώνας, διεφθαρμένος, λαθρέμπορος, δολοφόνος, ληστής, αλλά το «αληθινό» μέτρο της τιμής του είναι το …γενετήσιο απαραβίαστο της αδερφής του. Σπουδαίος ο Korkmaz Arslan στο ρόλο του Baran (ο οποίος ακούει Elvis, Bach και Mozart!), εντυπωσιακά τοπία που κόβουν την ανάσα, έρημες εκτάσεις στο ορεινό Κουρδιστάν κάπου κοντά στα σύνορα με την Τουρκία, και έξυπνες πινελιές χιούμορ. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για …κεμπάπ-γουέστερν στην άγρια Ανατολή; Γιατί όχι; Το σπαγγέτι-γουέστερν δηλαδή ήταν πιο εύηχο και περιγραφικό;

02/10/2013

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: