2014 και σταθερότητα..

Ήμουν νιος και γέρασα, δεν το λέω μόνο για τα χρόνια που περνάνε και όλα τριγύρω αλλάζουν… Όλα; Υπάρχουν (ευτυχώς;) και κάποιες σταθερές αναφοράς μέσα στο χρόνο, κάποιες αναλλοίωτες αξίες για να πιαστείς. Όπως; Πέρα από το αενάως επανερχόμενο ερώτημα «υπάρχει ελληνική σκηνή;» (είπαμε! όχι), από τα παλιά διαβάζω και ακούω (να τα γράψω το έχω αποφύγει επιμελώς) για την άνθιση της ελληνικής σκηνής, για απογειώσεις και για φτερά που ανοίγουν, για ελπίδες, για μουσικές οι οποίες δεν έχουν τίποτε να ζηλέψουν, για μουσικούς οι οποίοι δρουν σε πείσμα των αντιξοοτήτων κλπ, κλπ. Τώρα που το σκέφτομαι κι ο καθένας μας στη δουλειά του (λέμε τώρα) «σε πείσμα των αντιξοοτήτων» πηγαίνει κάθε μέρα, κανείς όμως δεν του το πιστώνει (πόσο μάλλον το αφεντικό).

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου η ελληνική μουσική πνίγεται μέσα στην υπερβολή της ντόπιας αποθέωσης (πόσα «αριστουργήματα» να αντέξει κανείς;) και από ένα σύμπλεγμα «τι θα πουν οι ξένοι», γιατί δεν μας αναγνωρίζουν οι ξένοι κλπ κλπ. Εν τέλει, δεν είναι όλες οι μουσικές προς εξαγωγή. Εκ φύσεως. Η μουσική όσο κι λέμε ότι ζούμε σε παγκοσμιοποιημένους καιρούς, διατηρεί έντονα τοπικά χαρακτηριστικά. Γλωσσικά κατ’ αρχήν, αλλά το κυριότερο βιωματικά. Τι μπορεί να πει ο Σιγανίδης σε ένα βερολινόπουλο; Ο Θανάσης με τη μπουζουκομάνα του και την γήινη ανασαιμιά της ελληνικής επαρχίας σε έναν μπρούκλη; Αφήστε που τούτη η διαρκής σύγκριση με το τι θα πουν οι ξένοι (έχω μια υποψία ότι είναι ποδοσφαιρικής αφετηρίας, αλλά ας το αφήσουμε αυτό προς το παρόν) μπορεί να οδηγήσει σε απροσδόκητες καταλήξεις. Γιατί στο κάτω-κάτω της γραφής, οι ξένοι έχουν αποφανθεί στην πράξη, με αγορές δίσκων και δημοφιλία και αναγνωρισιμότητα (και όχι με μια κριτική/παρουσίαση σε ένα blog ή σε ένα αντίστοιχο …MiC.gr μιας άλλης χώρας) ότι η «σπουδαιότερη» μουσικός μας εκπρόσωπος είναι αντικειμενικά η Νάνα Μούσχουρη. Γιατί όχι εδώ που τα λέμε;

Όπως έγραφα και στο γενικό κείμενο για το 2014, δεν ξέρω αν η χρονιά ήταν καλή ή κακή. Ξέρω όμως ότι μουσική υπάρχει εκεί έξω άφθονη (ίσως και περισσότερη απ’ όση μπορεί να καταναλωθεί), εύκολα διαθέσιμη για όποιον την έχει πραγματικά ανάγκη. Και ότι πάντοτε θα υπάρχουν μουσικοί οι οποίοι θα το παλεύουν, σε πείσμα… οππ να τηνε η παγίδα, όχι, σε πείσμα… Σε πείσμα όλων ημών…


Vault1. Vault of Blossomed Ropes – S/T
Ψάχνω χώρο στη δισκοθήκη μου για να τοποθετήσω τούτο τον δίσκο, νομίζω θα τον βάλω εκεί κοντά που έχω εκείνους των Popol Vuh, κι ας μην αρμόζει η αλφαβητική σειρά, η μουσική του αποπνέει κάτι το εξίσου μυσταγωγικά άχρονο. Μπορεί όμως και να τον βάλω στο ράφι με τους δίσκους της Ant Zen, έχει κάτι από την παγανιστική αισθητική της. Χμμμ, θυμήθηκα όμως και τους Anastasia, τους Isihia, τους γείτονες οι οποίοι βουτούσαν κι αυτοί με σύγχρονο εξοπλισμό σε μια παράδοση η οποία κοιτάει πολύ πίσω στον χρόνο. Χμμ… Μήπως τελικά να τον αφήσω στη δική του άκρη προς το παρόν;

2. Socos & Μαρίνος Τζιάρος – Το πρώτο απ’ το δεύτερο και το δεύτερο απ’ το τρίτο…
H λιτότητα στην τέχνη δεν είναι κάτι εύκολο (σε αντίθεση εδώ με την πολιτική!), είναι πιθανότερο γαρ να εκθέσει αδυναμίες παρά να αναδείξει ικανότητες. Στον δίσκο αυτό, ο Socos, ένας υπερ-πληθωρικός κατά καιρούς μουσικός, εδώ περνάει στο άλλο άκρο, κιθάρα και η εκφραστική φωνή του Μαρίνου Τζιάρου μόνο, και αποπειράται την έκθεση σε τραγούδια τα οποία αναμετρώνται με τα ποιήματα του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Και τα βγάζουν πέρα. Τα τραγούδια. Τραγούδια το τονίζω, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με απαγγελίες πάνω σε ατμόσφαιρες (sic) όπως είναι η μανιέρα στις μελοποιήσεις.

3. My Drunken Haze – S/T
Χμμ, εδώ μέσα ακούω ωραίες συναντήσεις, οι μαμάδες και οι μπαμπάδες της δυτικής ακτής, εκεί πίσω στα 60s συναντιούνται με τα shoegaze παιδιά της δεκαετίας του ’90 και τα σημερινά τα οποία ακούνε την παλιά ψυχεδέλεια (μαζί και τους κατιμάδες που της πλασάρονται σαν psych) και προσπαθούν να της μοιάσουν. Και καλά όλα αυτά, έκανες την ποιοτική ανάλυση (που λέμε και στη χημεία) του δίσκου, βρήκες τις επιρροές αλλά εν προκειμένω χάνεται η ουσία. Η οποία είναι, ότι με τέτοια συστατικά κυκλοφορούν εσχάτως χιλιάδες δίσκοι παγκοσμίως, ελάχιστοι έχουν όμως να επιδείξουν τραγούδια τόσο όμορφα όσο μερικά από αυτά που περιέχονται σε τούτο το ντεμπούτο. Βάζω τώρα να ξανακούσω το «Endless fairytale»…


Sigmatropic4. Sigmatropic – Dead/computer/blues
Κι αν τα computer και τα blues δεν είναι λέξεις που θα τις απαντήσεις εύκολα στην ίδια πρόταση, είναι που θεωρούνται (μπορεί και να είναι) ασύμβατες, σε τούτον τον δίσκο ο Άκης Μπογιατζής και το σχήμα του καταφέρνουν να συγκεράσουν και να εκμεταλλευτούν τις διαφορές και τις αντιθέσεις των δύο …αφεντάδων υπηρετώντας μια τραγουδοποιία στην οποία τελικά επικρατεί μια ζεστή (αναλογική!) φυσικότητα.

5. Baby Guru – Marginalia
Διαχρονικό ζητούμενο είναι η συνέχεια και η συνέπεια για την ελληνική σκηνή, μια συνέχεια και συνέπεια όχι με την έννοια της εμμονής (και μοιραία ενίοτε της επανάληψης) αλλά περισσότερο με την έννοια μιας δημιουργικής διαδικασίας του τύπου «ψάχνω, δοκιμάζω, διαλέγω, πετάω, προχωρώ παρακάτω». Οι Baby Guru είναι από τα σχήματα που ακολουθούν αυτό τον δρόμο, ο οποίος εδώ τους φέρνει σε μια ποπ η οποία ξαναδιαβάζει τα 60s και τα 70s με έναν σημερινό βλέμμα. Συνιστά απώλεια για την ελληνική μουσική το γεγονός ότι οι αγγλικοί στίχοι περιορίζουν την ντόπια εμβέλεια τέτοιων μουσικών…

6. Bogoljub – Hauntology
Πως λειτουργεί η μνήμη όταν ο χρόνος ανάμεσα σε αυτήν και το γεγονός μεγαλώνει; Αρχίζει να θολώνει, να μπερδεύεται, να ξεχνά και να θυμάται αποσπασματικά, θρυμματισμένα, σαν μια παλιά κασέτα ταλαιπωρημένη και πολυπαιγμένη. Κάπως έτσι και αυτός ο δίσκος, σε κασέτα μας έρχεται από την κολεκτίβα της ΦΥΤΙΝΗΣ, χωρίς εξώφυλλο και χωρίς τίτλους, σαν τη μνήμη ένα πράμα, εδώ τα φαντάσματα τραγουδάνε για τη μνήμη των ηλεκτρονικών 80s, σε ένα έργο το οποίο απολαμβάνεται και ως άκουσμα αλλά και ως δοκίμιο.


Θανάσης7. Θανάσης Παπακωνσταντίνου – Πρόσκληση σε δείπνο κυανίου
Όσο και να έψαξα στα μήκη και τα πλάτη του σύγχρονου ελληνικού ροκ, δεν βρήκα πουθενά στίχους οι οποίοι να αποτυπώνουν το μισάνθρωπο σήμερα και μιλούν για την «Ελλάδα χώρα της ντροπής και γι’ άλλους κρύο σπίτι» όσο εκείνοι του » Ο Χομαγιούν και ο Βακάρ». Σκέφτομαι ότι αν ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου δεν είχε κάνει κανέναν δίσκο μετά τον «Βραχνό προφήτη», η θέση του και η επίδραση του στο σύγχρονο (καλό;) ελληνικό τραγούδι δεν θα ήταν πολύ μικρότερη. Σκέφτομαι όμως ότι αν δεν είχε κάνει κανέναν δίσκο μετά τον «Βραχνό προφήτη» θα μας έλειπαν πολλά…

8. Μιχάλης Σιγανίδης – 97%
Sui generis περίπτωση ο Σιγανίδης. Περίπτωση σκέτη. Δεν ξέρω πραγματικά τι θέλει να συμβολίσει το ποσοστό του τίτλου. Δυσνόητος δίσκος. Ειδικά αν προσπαθήσεις να τον προσεγγίσεις με τα συμβατικά μέτρα (ακόμη και για ότι λέγεται free ή αυτοσχεδιαστική jazz). Αν όμως αφεθείς απροκατάληπτος σε αυτό το χαοτικό σύμπαν φαινομενικά ατάκτως ερριμμένων ήχων, μελωδιών, θορύβων, λόγων, σπαραγμάτων της καθημερινότητας, κάπου θα πιαστείς για νια φτιάξεις μια δική σου ιστορία. Από τους δίσκους που σε κάνουν να αισθάνεσαι κι εσύ λίγο δημιουργός…

9. Sophia Loizou – Chrysalis
Μια χρυσαλίδα ετοιμάζεται να ανοίξει τα φτερά της, φέρει το όνομα Σοφία Λοΐζου αλλά μένει στο Μπρίστολ, ναι εκείνο το βροχερό μέρος που κάποτε ταυτίστηκε με ένα ολόκληρο μουσικό είδος. Και φτιάχνει έναν πολύ ιδιόμορφο δίσκο, ιδιόμορφο όσον αφορά τον τρόπο κατασκευής όσο και το τελικό αποτέλεσμα, έτσι όπως χρησιμοποιεί υλικά ηχογραφήσεων με φλάουτο, τσέλο και φωνές και τα μεταμορφώνει (να η χρυσαλίδα!) σε κάτι αγνώριστο, σε έναν κόσμο άλλο, σκοτεινό και παράξενο, μέσα στον οποίο εύκολα μπορεί να χαθείς. Ο δίσκος κυκλοφορεί μόνο σε κασέτα και ψηφιακή μορφή, είναι και αυτό ένα σημείο των καιρών μας…


Μπάμπης10. Μπάμπης Παπαδόπουλος – Μέσα στον πόνο είν’ η χαρά…
Ο λαός τραγούδι θέλει, α ρε μεγάλε Στράτο, έτσι είναι τα πράγματα, καλά τα είπες, ο έλληνας δεν τηνε πολυγουστάρει τη μουσική την καθαρή, θέλει τον στίχο να μερακλώσει, να του μιλήσει για την ζωή του, την καθημερινότητα του, για την καψούρα του πάνω απ’ όλα (άντε το πολύ να χορέψει ένα Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας). Σε ένα τέτοιο περιβάλλον ίσως να μην είναι εύκολο να καρποφορήσουν προσπάθειες όπως αυτή του Μπάμπη Παπαδόπουλου. Ενός κιθαρίστα (του σπουδαιότερου έλληνα κιθαρίστα για να μην κρύβω λόγια) ο οποίος έχει διανύσει μία διαδρομή αξιοθαύμαστη σε αναζητήσεις και αλλαγές, από τα ξερά riff των Gang of Four εεεε των Τρύπες ήθελα να πω, μέχρι την «λαϊκεδέλεια» του Παπακωνσταντίνου. Σίγουρα όμως είναι χρήσιμες, έως και πολύτιμες για τη θεμελίωση και την εμπέδωση μιας νέας, λαϊκής (από πολλές απόψεις) ελληνικότητας η οποία θα υπερβαίνει τα γραφικά στερεότυπα και την εθνικιστική εσωστρέφεια.

11. Chinese Basement – Διαδικασία ημέρευσης
Αυτοί εδώ έχουν κάτι. Να είναι τα βραδυφλεγή (ατελής η καύση γαρ) τραγούδια τους, να είναι το ευδιάκριτο do it yourself πνεύμα το οποίο όμως δεν γίνεται άλλοθι προχειρότητας και αταλαντοσύνης; Να είναι που «κοιμούνται προς την ανατολή και ζουν τη δύση»;. Πάντως έχουν κάτι να δώσουν. Ειδικά στον μαρτυρικό χώρο του ελληνόφωνου ροκ, ο οποίος ακόμη παλεύει να συνέλθει από την καταστροφή που τον βρήκε εκεί πίσω στα 90s.

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: