Algiers – Algiers (Matador)

algiers

1. Remains
2. Claudette
3. And When You Fall
4. Blood
5. Old Girl
6. Irony. Utility. Pretext.
7. But She Was Not Flying
8. Black Eunich
9. Games
10. In Parallax
11. Untitled

Ποιο άραγε μυστικό νήμα ξεκινάει από εδώ, από τούτες τις θερμές μεσογειακές ακτές, τα λημέρια κάποτε των μελαψών ανυπότακτων Βερβερίνων πειρατών, και φτάνει εκεί στον Νότο (που λέει και ο Μαχαιρίτσας), τον σκληρό ρατσιστικό Νότο (ακόμη και σήμερα ναι), στην πολιτεία της Γεωργίας, από την οποία μας έρχονται οι πρωτοεμφανιζόμενοι Algiers; Οι οποίοι μας συστήνονται με έναν δίσκο για το Αλγέρι, όχι πάντως το λάγνο Αλγέρι του καμηλιέρη όπως το ήθελε το παλιό άσμα του Απόστολου Καλδάρα. Ούτε πάντως το Algiers του δίσκου των Calexico, εκείνος αναφερόταν στην ομώνυμη πόλη της Νέας Ορλεάνης. Ο Franklin James Fisher, ο μαύρος τραγουδιστής αλλά και η εμφανώς καθοριστική προσωπικότητα σου συγκροτήματος δεν κρύβει λόγια και μας αποκαλύπτει τη …διαδρομή του νήματος η οποία μας οδηγεί στην ιστορία του Αλγερίου. Μια ιστορία αγώνα ενάντια στην καταπίεση και την αποικιοκρατία, η οποία μας πάει πίσω στο Αλγέρι το παλιό, της δεκαετίας του ’50 και του ’60, τότε που ο ανταρτοπόλεμος του FLN (του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου Αλγερίας) για ανεξαρτησία συγκίνησε, ενέπνευσε και κινητοποίησε σε παγκόσμιο εύρος (και δικοί μας θα βρεθούν εκεί ως απλοί συμπολεμιστές, μεταξύ αυτών ο Πάμπλο-Μιχάλης Ράπτης και ο Βασίλης Ραφαηλίδης). Και θα αποτελέσει κι ένα ακόμη σύμβολο αντίστασης απέναντι στα κατάλοιπα της γαλλικής τρομοκρατικής αποικιοκρατίας. Κι αν σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά, φαίνεται πως κάποια τέτοια σύμβολα μένουν ακόμη στις μνήμες…

Το σημαντικό εν προκειμένω είναι ότι το εννοιολογικό τούτο εύρημα των Algiers δεν παραμένει κενού νοήματος και περιεχομένου, δεν αποτελεί μια απλή δήλωση προθέσεων. Και πηγαίνει πέρα έναν διανοουμενίστικο ακτιβισμό με αγωνιστικούς στίχους («four hundred years of torture/four hundred years a slave») και προκλητικούς τίτλους («Ο μαύρος ευνούχος» /»Black Eunuch»). Φτάνει έως τον διαλεκτικό τρόπο με τον οποίο το σχήμα προσπαθεί να συζεύξει φαινομενικά ασύμβατες επιρροές σε ένα αποτέλεσμα το οποίο θα τις υπερβαίνει αλλά και θα τις εμπεριέχει ταυτόχρονα. Γενικότερα, ο δίσκος των Algiers αποτελεί ένα υποδειγματικό παράδειγμα διαχείρισης μιας κληρονομιάς, για το πως βιωματικές εμπειρίες, με ρίζες πίσω στους αιώνες συνδυάζονται με σύγχρονα, «ξένα», καινά …δαιμόνια. Κι ενός δίσκου ο οποίος κινείται με αξιοθαύμαστη ισορροπία σε οριακές περιοχές, στα σημεία τριβής των τεκτονικών πλακών των ειδών. Εκεί ακριβώς που συμβαίνουν οι αλλαγές, εκεί που γεννάται το νέο…

Οι Algiers είναι τρεις, ένας τραγουδιστής (ο μαύρος), ένας κιθαρίστας κι ένας μπασίστας (λευκοί οι τελευταίοι δύο), με καταγωγή από την Georgia, τώρα πλέον έχουν διασκορπιστεί μεταξύ Λονδίνου και Νέας Υόρκης, τον δίσκο τον έγραψαν με υπερατλαντικές ανταλλαγές αρχείων, όχι πάντως κάτι ασυνήθιστο για τους τεχνολογικούς καιρούς μας (παλιότερα κι ένα συγκρότημα πήρε το όνομα του από μια τέτοια διαδικασία – οι Postal Service). Και είναι και σπουδαγμένα παιδιά, έχουν εντρυφήσει σε πολιτική και λογοτεχνία και τέχνες, έχουν θα λέγαμε όλα τα τυπικά προσόντα για να επιτύχουν στο εγχείρημα τους να αισθητικοποιήσουν το μουσικό τους όραμα, τις ρίζες τους και την υπέρβαση τους.

Και τι παίζουν λοιπόν οι Algiers; Δύσκολη ερώτηση, δυσκολότερη η απάντηση. Κρατήστε λογαριασμό… Οι ίδιοι στις συναυλίες τους έπαιζαν support στους Interpol, και πράγματι έχουν κάτι από το πομπώδες τους επικό στυλ της post-punk αναβίωσης, αυτού του κατά βάση λευκοκρατούμενου είδους, που κάποτε εξέφραζε τα λευκά αγόρια της εργατικής τάξης (με ουκ ολίγες να σημειώσω εχμμμ δεξιές παρεκκλίσεις). Τους αρέσει επίσης το hardcore της πρωτεύουσας (DC hardcore) αλλά και το νεοϋορκέζικο synth-punk Suicide. Οι ίδιοι έχουν και αυτοί σύνθια, μέχρι και ένα …επάρατο drum machine, σύνθια σκοτεινά, κατευθείαν από ένα ανήλιαγο στούντιο της Μαγχεστρίας ενός Martin Hannett. Έχουν όμως και χορευτικά σύνθια, πιο «μαύρα», electro, τα οποία όμως αν ρίξουμε μια ματιά στην ιστορία, από μια ανίερη συμμαχία προέκυψαν, εκείνη η οποία είχε φέρει κοντά την …ασπρίλα του Duesseldorf, της μεσαίας τάξης και της ψυχρής ρυθμολογίας των Kraftwerk με τα σκληρά και φτωχά μαύρα γκέτο του Detroit και του Bronx. Και δεν ξεχνούν και την μαχητική κληρονομιά της Motown του ’70, εμφανέστατη ιδίως στα φωνητικά του Fisher. Ούτε και τις δικές τους ρίζες όμως, του χθόνιου βιβλικού Νότου, του gospel, της κυριακάτικης μάζωξης στην εκκλησία (κι αν τεθεί η απορία για το πως ένας συντηρητικός και κατά βάση καταπιεστικός οργανισμός όπως η εκκλησία μπορεί να γίνει φορέας αντίστασης και αλλαγής του κατεστημένου, ας σημειωθεί ότι για τους Αφρομερικανούς η εκκλησία υπήρξε για πολλά χρόνια ένας τόπος συνάθροισης, ένας τόπος όπου μπορούσε να βιωθεί μια (ψευδ)αίσθηση ελευθερίας και να σφυρηλατηθεί ένα κοινοτικό αίσθημα αλληλεγγύης και ταυτότητας).

Δεν ξέρω αν βγάλατε κάποια άκρη απ’ όλα αυτά, οι ίδιοι λένε στο σπουδαίο «Irony. Utility. Pretext»: «έχουμε πίστη στην afro pop, σε ένα απο-αποικιοκρατούμενο πλαίσιο». Ξέρω πάντως ότι ανάμεσα σας υπάρχουν και οι εύλογα καχύποπτοι, τους οποίους όλο αυτό το μπέρδεμα θα ξενίσει λίγο, ίσως και να το αποδώσουν συγκαταβατικά σε ένα ακόμη υβριδικό ανακάτεμα προς αναζήτηση της ποθητής ιδιαιτερότητας, όπως είναι πλέον κοινή πρακτική στην εντροπιακή εποχή μας. Επιφυλάξεις οι οποίες πάντως αφοπλίζονται από το αισθητικό αποτέλεσμα, εκεί όπου όλες οι προθέσεις, δηλώσεις, επιδράσεις υλοποιούνται/μελοποιούνται σε μια σειρά από σπουδαία τραγούδια, παιγμένα και ερμηνευμένα με ένταση και φορτισμένο συναίσθημα.

Νομίζω πάντως ότι θα μου άρεσε να ονομάσω αυτό που παίζουν οι Algiers «American Gothic». Όσοι βρίσκεστε στο Σικάγο πηγαίνετε στο μουσείο όπου εκτίθεται το έργο, όσοι βρίσκεστε αλλού ανοίξτε ένα βιβλίο ή μια ιστοσελίδα, και δείτε το πίνακα «American Gothic» του Grant Wood. Μην τον δείτε απλώς, εξετάστε τον, παρατηρήστε τον, αφήστε ελεύθερη τη φαντασία. Κι ας είναι άλλη η εποχή (μισώ την έκφραση «επίκαιρο έργο», η τέχνη είναι πάντοτε με τον τρόπο της επίκαιρη), θυμηθείτε ότι βρισκόμαστε στη χώρα της «ελευθερίας» (ο τι κακοπαθημένη και κακοποιημένη λέξη) αλλά και του ρατσισμού. Και του μαύρου (όχι τόσο μαύρου τελικά) προέδρου Ομπάμα. Ο αγρότης, η αγρότισσα, μια τσουγκράνα, ένα σπίτι σε νότιο ρυθμό. Σφιχτά ανέκφραστα χαρακτηριστικά, αγέλαστα, αυστηρό ντύσιμο, ούτε εκατοστό σώματος εκτεθειμένου πλην του προσώπου. Σαν σωματική έκφραση του φόβου της αμαρτίας. Αλλά και της αυστηρότητας της τιμωρίας. Κυριακή πάντοτε εκκλησία. Τις άλλες μέρες, δουλειά, δουλειά σκληρή, τα χέρια είναι ροζιασμένα από τίμια προτεσταντική εργασία. Και αυτά τα βλέμματα… Πίσω από την επιφανειακή και επίπλαστη αγροτική αγνότητα, υπάρχει κάτι το φοβιστικό. Μια υποβόσκουσα βία. Σαν να μυρίζεσαι ότι «θα υπάρξει αίμα». Είναι ίσως που ξέρεις ότι ο καλός αυτός χριστιανός αγρότης δεν θα διστάσει να σε «ξαπλώσει» με την καραμπίνα έτσι και πατήσεις πόδι στην ιερή ατομική του ιδιοκτησία. Ειδικά αν είσαι μαύρος… Εδώ είναι Νότος, δεν είναι παίξε-γέλασε…

8

 

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: