Jo Nesbo – Η λεοπάρδαλη


Jo

Ήσυχες μέρες του Αυγούστου. Η αθηναϊκή ζέστη έχει κάτι το άρρωστο, έχει θολώσει τον αέρα, είναι πηχτή, σχεδόν φαντάζεσαι την άσφαλτο να λιώνει και να εξαχνώνεται. Κατεβασμένα πατζούρια προσπαθούν μάταια να την κρατήσουν έξω. Φως τρυπώνει λαθραία από τις γρίλιες. Όπως και ο υποτονικός βόμβος της κοντινής λεωφόρου. Ένας νεαρός άντρας διαβάζει ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Το βιβλίο είναι ογκώδες, από εκείνα που πολλοί θα φωτογραφίσουν αυτό το καλοκαίρι, μαζί με τις πατούσες τους, σε κάποια-κάπου παραλία. Μακριά απ’ όλα αυτά, σε μια πολυκατοικία, σχεδόν εγκαταλελειμμένη από τους κατοίκους της, η οποία μοιάζει ώρες-ώρες να ξυπνά από τη νάρκη. Ένας περίεργος ύποπτος θόρυβος ακούγεται από την κουζίνα, ένας θόρυβος που ξεχωρίζει σαφώς από το αδιάκοπο βουητό του ανεμιστήρα…Το εκδοτικό φαινόμενο της σκανδιναβικής λογοτεχνίας. Όλα ξεκίνησαν από τον μακαρίτη Stieg Larsson και την περίφημη τριλογία του Millenium. Μετά ο Larsson πέθανε από καρδιακή ανακοπή πριν προλάβει να χαρεί την επιτυχία, για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να τον πάρει, έκτοτε οι συγγενείς του ερίζουν πάνω από τον τάφο για την πνευματική (χοχοχο) κληρονομιά, οι δε εκδοτικοί οίκοι βγήκαν σε άγρα διαφόρων άλλων -σον και -σεν συγγραφέων κλπ κλπ μπας και βρεθεί κάποιος για να πλασαριστεί ως ο «νέος Λάρσον». Τα ίδια και τα ίδια, έτσι κυλάει η ζωή και το …marketing, οι επιταγές του οποίου πάνε κάτι δεκαετίες που έχουν να ανανεωθούν. Δεν προλαβαίνει να κάνει μία κάποια επιτυχία το dubstep, οι αφροί στα πιάτα, τα γιαουρτόμπαρα, και σε χρόνο dt ξεφυτρώνουν οι μιμητές, οι κλώνοι, οι επίγονοι.

Όπως πάντα στη ζωή ασφαλώς υπάρχει η ήρα, υπάρχει όμως και το στάρι. Τα χλωρά αλλά και τα ξερά. Οι βούρτσες και οι … (όχι άλλες παροιμίες!). Γιατί μεταξύ όλων αυτών υπάρχουν και οι ικανοί, οι ταλαντούχοι, οι μέχρι πρότινος αφανείς και παραγνωρισμένοι, εκείνοι που εκμεταλλεύονται το κύμα της συγκυρίας, το καβαλάνε και αυτό τους φέρνει στην κορυφή. Έτσι για παράδειγμα, είναι μάλλον άδικο να χωρέσει σε αυτή την αφήγηση ο Jo Nesbo (παρόλο που η σύγκριση με τον Larsson -όσο κι αν τον εκνευρίζει -τον κυνηγάει ακόμη σαν εμμονικός …serial killer). Άλλωστε ο Νορβηγός έχει πλέον βρει τη δική του φωνή και έχει καθιερώσει το ξεχωριστό του στυλ και μάλιστα με τεράστια απήχηση. Στο αυτί του βιβλίου διαβάζεις διάφορα ιλιγγιώδη νούμερα, εκατομμύρια αντίτυπα, ένα βιβλίο κάθε 27 δευτερόλεπτα, κοκ. Η επιτυχία ποτέ δεν είναι (μόνο) τυχαία… Εκ των υστέρων τουλάχιστον!


ΛεοπάρδαληΓιατί λοιπόν το σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα έγινε ξάφνου της μόδας; Ίσως να μας αρέσει επειδή κατά κάποιο τρόπο απομυθοποιεί τις θεωρητικά τέλειες, φαντασιακά ιδανικές βόρειες κοινωνίες, αυτές με το αψεγάδιαστο κοινωνικό κράτος, την τακτοποιημένη ζωή, την καθαριότητα στους δρόμους, τα κουρτινάκια στα παράθυρα φιλήσυχων ξύλινων σπιτιών, τους πρωθυπουργούς-ταξιτζήδες, στη Νορβηγία η οποία αποτελεί και το σκηνικό των βιβλίων του Nesbo, ας προσθέσουμε την πετρελαϊκή ευμάρεια και μια μακραίωνη αποχή από πολεμικές συγκρούσεις (εξ ου και είναι η νορβηγική ακαδημία εκείνη που απονέμει το Νόμπελ Ειρήνης). Στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού όμως κάποιος θα ανακαλύψει ένα ένοχο παρελθόν, μια ιστορία με ναζιστικές παρεκκλίσεις, πιο πίσω μια πολύ βίαιη παγανιστική μυθολογία. Αντιθέσεις και αντιφάσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε ρωγμές από τις οποίες θα ξεπηδήσει βίαια ένα καταπιεσμένο μάγμα. Κάποιες φορές η κατάληξη μπορεί να είναι και το έγκλημα (και όχι μόνο το «χάρτινο» αν θυμηθούμε την ακραία περίπτωση Μπρέιβικ). Και το αίμα γράφει «ωραία» στο χιόνι…

Κράτησε την ανάσα του. Ο θόρυβος σταμάτησε για λίγο. Άλλες 300 σελίδες… Αραιοτυπωμένες βέβαια και σε εκνευριστικά φτηνό χαρτί. Είχε πιαστεί, το στόμα του είχε στεγνώσει, αποφάσισε να πάει να ρίξει μια ματιά. Και λίγο νερό. Δίπλα στον νεροχύτη ένα απλυτήρι (κατά Καλοβυρνά), σπάνια το χρησιμοποιεί, ο μοναχικός πίνει κατευθείαν από το μπουκάλι. Οι κούτες από το delivery πρόλαβαν ήδη να ξεραθούν. Η χτεσινή pizza τρώγεται πάντως. Με λίγη (μπόλικη) καλή θέληση. Αφουγκράστηκε για λίγο. Τίποτα… Μόνο η βρύση που στάζει..

«Η ομίχλη γλίστρησε πάνω στην στιλπνή, μαύρη επιφάνεια της λίμνης Λίσερεν. Κατά μήκος των ακτών της, τα δέντρα στέκονταν με τους ώμους σκυφτούς, σαν μελαγχολικοί σιωπηλοί μάρτυρες». Ένας βατήρας σε μια παροπλισμένη πισίνα που μοιάζει με αγχόνη. Εξωτικές απύθμενες λίμνες με ύπουλα φονικές φουσκάλες μεθανίου. Σκηνές «κάτω από το ηφαίστειο». Άσπλαχνα λευκές εκτάσεις, ο αέρας σφυρίζει. Διαστροφικά τελετουργικοί φόνοι. «Δεν μπορούσε ν’ ακούσει τίποτα, ένιωθε όμως μια παρουσία. Σαν την παρουσία της λεοπάρδαλης. Ένιωθε τη θέρμη του κορμιού, ήταν βέβαιη… Τι περίμενε λοιπόν;».

Ο Νέσμπο σίγουρα ξέρει να φτιάχνει κλίμα. Μια ποιητική της νοσηρότητας. Το νέο του βιβλίο, η «Λεοπάρδαλη», όπως λέει κι ο ίδιος, είναι ότι πιο βίαιο και σκοτεινό έχει γράψει μέχρι σήμερα. Έχει πλάκα να σκέφτεσαι ότι αυτός ο τύπος γράφει και παιδικά βιβλία (με ήρωα τον Δόκτωρα …Πορδαλό!). Ίσως και σαν αντιστάθμισμα. Στο παρελθόν έχει παίξει ποδόσφαιρο, υπήρξε κάποτε οικονομικός αναλυτής, ενώ έχει και τη δική του μπάντα, τους Di Derre (ροκ παίζουν πάντως και ουχί …black metal). Διόλου περίεργο ότι στα βιβλία του παρεισφρύουν και μουσικές αναφορές (από Duke Ellington και Miles μέχρι Joy Division και Sex Pistols).


NesboΠάει καιρός που το αστυνομικό μυθιστόρημα έχει αποτινάξει από πάνω του τη ρετσινιά της φτηνής (παρα)λογοτεχνίας. Όλο δε και συχνότερα επιδιώκεται η αλληλεπίδραση με τα κοινωνικο-πολιτικο-οικονομικά δρώμενα του κάθε τόπου, κάθε τέτοιο μυθιστόρημα που σέβεται τον εαυτό του οφείλει να εμπερικλείει ανάλογους προβληματισμούς, έχουμε μάλιστα φτάσει σε ένα σημείο …αντίστροφης προκατάληψης. Τέτοιες αναφορές δεν απουσιάζουν από τον Nesbo. Άλλωστε δεν γράφει μαθηματικά «απομονωμένα» αστυνομικά αλά-Αγκάθα, αντιθέτως αγγίζει ακροθιγώς πολλά θέματα, η ματιά του είναι ευρεία, παγκόσμια, κάποιες φορές αιχμηρή. Δεν είναι όμως αυτή η κύρια αρετή των βιβλίων του. Γιατί πέρα από αυτά, ο άνθρωπος απλούστατα ξέρει να γράφει (τη μετάφραση της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη, η οποία αυτή τη φορά έγινε απευθείας από τα νορβηγικά και όχι με ενδιάμεση αγγλική γέφυρα, δεν μπορώ να την κρίνω, δεν γνωρίζω νορβηγικά ούτε έχω διαβάσει το πρωτότυπο, έχει πάντως ροή και κυλά δίχως προσκόμματα).

Ο πρωταγωνιστής του, ο ντετέκτιβ Χάρι Χόλε είναι ένας αντιήρωας, ένας ακόμη στην μακρά πινακοθήκη των κατεστραμμένων «μοιραίων» κυνηγών του νόμου, ένας άνθρωπος με πολλά προβλήματα, με τις κακοτυχίες και τις αναποδιές να τον καταδιώκουν αμείλικτα (ούτε ο Ξανθόπουλος στις ταινίες της ΚΛΑΚ τόση ατυχία). Στην «Λεοπάρδαλη», πέρα από το ποτό, τον τζόγο και τις ουσίες, θα τον ταλαιπωρήσει ένας ακόμη serial killer (μέχρι και στη Ρουάντα θα χρειαστεί να ταξιδέψει για χάρη του), ένας νέος εσωτερικός εχθρός θα εμφανιστεί, όπως και μία ακόμη συνεργάτιδα η οποία είναι (τι άλλο;) γοητευτική, «τα στήθια της δύο μικρά λοφάκια, δύο κύματα σε μια θάλασσα άψογου και λευκού σαν χιόνι δέρματος». Ξανά το χιόνι…

Θα μπορούσα στο σημείο αυτό να καταφύγω στο …κλισέ που χρησιμοποιούν οι κρητικοί ως …εύσημο για κάποιον συγγραφέα, το γεγονός ότι «αποφεύγει τα κλισέ». Στην πραγματικότητα ελάχιστες φορές αυτό το κομπλιμέντο έχει ουσιαστικό αντίκρισμα. Εν τέλει, η αξία δεν κρύβεται στα εργαλεία που χρησιμοποιείς, αλλά στον τρόπο που τα αξιοποιείς.

Εν προκειμένω… Ο Nesbo δεν αποφεύγει τα κλισέ, δεν πρωτοπορεί, δεν κομίζει κάτι νέο. Χρησιμοποιεί όμως τις υπάρχουσες τεχνικές της αστυνομικής παράδοσης με έναν αξιοθαύμαστο τρόπο. Σχεδόν τις τελειοποιεί. Στις σελίδες του μυθιστορήματος παίζει σαδιστικά με τον αναγνώστη. Στήνει συνέχεια παγίδες, δείχνει σε λάθος κατευθύνσεις, αφήνει υπαινιγμούς, ανοίγει ατελείωτα μονοπάτια δυνατοτήτων, όσο υποψιασμένος κι αν είσαι τελικά υποκύπτεις. Οι δε ανατροπές είναι συνεχείς, ίσως και σε υπερβολικό βαθμό, κάποιες στιγμές νομίζεις ότι έχει ήδη στο κεφάλι του την μελλοντική Χολιγουντιανή ταινία (ήδη έχουν γυριστεί οι «Κυνηγοί κεφαλών» και έχουν πουληθεί τα δικαιώματα του «Χιονάνθρωπου»). Επιπλέον, σχεδόν όλοι οι χαρακτήρες φαντάζουν ένοχοι, κανείς τους δεν έχει ζήσει μια φυσιολογική ζωή, όλοι κουβαλούν κάτι από το παρελθόν, οι λογαριασμοί που αναζητούν εξόφληση είναι πολλοί. Ακόμη και όταν βρεθεί ο ένοχος και αποδοθεί η δικαιοσύνη, κανείς δεν είναι τελικά αθώος… Το χιόνι δεν είναι πάντοτε λευκό…

Τέλος. Επιτέλους! 800 σελίδες ήταν αυτές. Δεν σε αφήνει όμως ο άτιμος, έτσι και ξεκινήσεις να διαβάζεις τα ξεχνάς όλα. Εν τω μεταξύ τα σκουπίδια έχουν αρχίσει να αναδίδουν μια περίεργη όχι πολύ ευχάριστη οσμή. Ο θόρυβος ήταν τελικά μια ευμεγέθης κατσαρίδα η οποία έσπευσε να κρυφτεί πανικόβλητη μόλις άναψε το φως. Ένα άλλο κακό με αυτά τα βιβλία: πιάνουν πολύ χώρο στη βιβλιοθήκη. Και είναι μίας χρήσης, μετά από μερικές μέρες δεν θα θυμάται πολλά… Το επόμενο πάντως με τίτλο «Φαντομάς» δεν θα αργήσει. Και σίγουρα θα σπεύσει να το αγοράσει. Το φθινόπωρο. Τότε τουλάχιστον δεν θα έχει αυτή την άρρωστη ζέστη… Χιόνι δύσκολο…

(Μεταίχμιο)

04/11/2013

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: