Johann Strauss Ensemble – 08/12/2013

M


Megaron«Radetzky March». Παραραμ- παραραμ-παραράμ-παμ-παμ… Από τις πιο ευρέως γνωστές, λαϊκές αλληλουχίες νότων της λεγόμενης κλασικής μουσικής. Το εμβατήριο του Ραντέτσκυ. Ο οποίος Ραντέτσκυ ήταν ένας στρατηγός της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, από εκείνους τους παλιούς με την παχιά μουστάκα, ο Ιωάννης Στράους (ο μπαμπάς) το συνέθεσε εμπνεόμενος από τους πανηγυρισμούς των στρατιωτών όταν επέστρεφαν από μια νικηφόρα μάχη με τους Ιταλούς (τους Σαρδηνούς και τους Πιεμοντέζους για να ακριβολογούμε). Αυτά συνέβαιναν το σωτήριο έτος 1848, το έτος των επαναστάσεων, μία γενιά αργότερα οι Ιταλοί θα κατακτούσαν την ανεξαρτησία τους και δύο γενιές αργότερα το αυτοκρατορικό οικοδόμημα κατέρρευσε στα εξ ων συνετέθη, από τους Αψβούργους θα απομείνουν πίνακες, αγάλματα και κάποιοι απόγονοι να περιφέρουν (μέχρι και σήμερα) τη θλίψη τους σε κοκτέιλ πάρτυ έκπτωτων μοναρχών. Για να έρθει τότε ένας περίφημος πεζογράφος, κάπου εκεί στο ταραγμένο 1932, να αποτυπώσει το κλίμα της εποχής σε ένα άλλο «εμβατήριο του Ραντέτσκυ», ένα εμβατήριο το οποίο πλέον δεν είχε καμία σχέση με στρατιωτικά μεγαλεία και πομπώδεις παρελάσεις, ένα εμβατήριο-ρέκβιεμ στην ουσία όχι μόνο (ή τόσο) για κορώνες και σκήπτρα αλλά για μια πολυεθνική πολυσυλλεκτική κοινωνία η οποία χανόταν ανεπιστρεπτί. Στον Γιόζεφ Ροτ ο λόγος…

Το περίφημο Neujahrskonzert της Φιλαρμονικής της Βιέννης, παιδική οικιακή ανάμνηση Πρωτοχρονιάς συνοδευμένη από την οσμή του ψητού αρνιού και τη φωνή του Κωστάλα, παρά το γκλάμουρ, τη χλιδή, τα ακριβά εισιτήρια, τα ακόμη πιο ακριβά φράκα και τις ακόμη πιο ακριβές τουαλέτες, μου αποπνέει και μια κάποια δόση παρακμής. Και μια υπόκωφη ανομολόγητη νοσταλγία και αναπόληση περασμένων μεγαλείων, για μια χώρα η οποία υπήρξε κάποτε σημαίνουσα αυτοκρατορία και σήμερα είναι μία άσημη χώρα με μηδενική πολιτική επιρροή και καλλιτέχνες για τους οποίους ένας εθνικόφρων Αυστριακός δεν πρέπει να αισθάνεται και πολύ άνετα (βλ., Χάνεκε, Γέλινεκ, Χάντκε και πολλούς άλλους).


JahannΑπό εκείνα τα παλιά λαμπρά χρόνια κύλησε πολύ νεράκι στην κοίτη του Δούναβη, ο οποίος με τη διαμεσολάβηση της βιομηχανικής επανάστασης από γαλάζιος έγινε γκρι, τα κτίρια και οι σκιές τους έμειναν, η μουσική έμεινε, ακόμη και αποκομμένη από το αρχικό της πλαίσιο (το context ντε), και μαζί με το χιόνι, το άρωμα από την κανέλα του Gluehwein και την καβαλίνα από τα περίφημα Lipizzaner άλογα συνθέτουν την εικόνα της χριστουγεννιάτικης Βιέννης η οποία ακόμη συγκινεί τις ορδές των τουριστών και τις …πιστωτικές τους κάρτες. Βέβαια η κρίση έχει περιορίσει κάπως τα ταξιδάκια Αθήνα-Βιέννη, έτσι η παρουσία στα μέρη μας του «Johann Strauss Ensemble» σαν να προσπαθεί να μεταφέρει λίγα ψήγματα από τη λάμψη και τη μυθολογία της πόλης, μια ηχητική μεταφορά στους κήπους του Schoenbrunn και στα παλάτια του Hofburg και του Belvedere. Έτσι είναι, ο άνθρωπος ανέκαθεν γοητευόταν από βασιλικά φρου-φρου και πριγκιπικά αρώματα, και το κάνει ακόμη, δεν πα’ να ζούμε σε αβασίλευτα μέρη, και ο ίδιος ο Στράους ο υιός, ενώ αρχικά υποστήριξε τα φιλελεύθερα κινήματα του 1848, κατέληξε να γράφει βαλσάκια αφιερωμένα στον Κάιζερ, η τέχνη ανέκαθεν ήταν θεραπαινίδα της εξουσίας, κρατικοδίαιτη όπως θα έλεγε και ένας μοντέρνος φιλελές, ταιριαστές μου μοιάζουν οι σκέψεις αυτές στην αίθουσα του μεγάρου η οποία φέρει το όνομα του ανθρώπου ο οποίος ταυτίστηκε με την έννοια διαπλοκή στην πολιτική μας πραγματικότητα.

Από τις ουκ ολίγες ορχήστρες που παίζουν τέτοια έργα είναι το «Johann Strauss Ensemble», δεν παίζει φυσικά στην Α’ Εθνική των μεγάλων ορχηστρών, ensemble είναι άλλωστε, 20 μουσικοί και ο αρχιμουσικός τους, ο Αυστραλός Russel McGregor. Ο οποίος ακολουθεί πιστά την παράδοση του «Stehgeiger», ήτοι είναι μαέστρος και σολίστας ταυτόχρονα και παίζει όρθιος δίνοντας τον τόνο στους εξαιρετικούς και διαλεγμένους μουσικούς του, για αποδόσεις επαγγελματικές και εμπεδωμένες από χρόνια εκτέλεσης, «κατάρα πάλι τον όμορφο γαλάζιο Δούναβη θα παίξουμε απόψε» (νομίζω ότι κάπου καταλαβαίνω και εκείνους τους μουσικούς της ροκ οι οποίοι αρνούνται να παίξουν τα παλιά χιλιοπαιγμένα τους χιτ).


McGregorΗ βραδιά ήταν αφιερωμένη κατά βάση στο σόι Strauss, ένα σόι πραγματική δυναστεία, μπαμπάς υιός και Σία, τρεις γενιές μουσικοί, με καλύτερο και διασημότερο όλον τον υιό (τον οποίο, άχρηστη ιστορική λεπτομέρεια, ο μπαμπάς σε αντίθεση με το κοινώς συμβαίνον, προσπαθούσε να αποτρέψει από το να ακολουθήσει τα μουσικά του χνάρια, πολλές φορές μετά ξύλου κιόλας!). Όλα τα σουξέ της οικογένειας παρέλασαν, από την αγαπημένη μου Νυχτερίδα (το «Unter Donner und Blitz») και το αεράτο ανοιξιάτικο «Fruehlingsstimmen» μέχρι το παιχνιδιάρικο «Tritsch-Tratsch» («κουτσομπολιό» δηλαδή). Δίπλα σε αυτά και κάποια έργα ελασσόνων βαλσαδόρων όπως του Philipp Fahrbach, του Julius Fucik και του πιο γνωστού Franz Lehar (αγαπημένου του Αδόλφου συν τοις άλλοις, όχι τίποτα άλλο, για μην τρώει μόνο ο Wagner τη …ρετσινιά).

Ο μαέστρος McGregor ήταν επικοινωνιακότατος, ξεφεύγοντας κάπως από το αυστηρό πρωτόκολλο του χώρου και του είδους, έπαιζε με την sold out αίθουσα και το κοινό της, μοίρασε σοκολατάκια Μότσαρτ στα παιδιά, έκανε τα αστειάκια του, είπε ανέκδοτα, έδωσε μικρόφωνο σε μέλη του ensemble του, έπαιξε τα κάλαντα και το έλατο παροτρύνοντας το κοινό να τραγουδήσει, από μία άποψη ήταν απολύτως εναρμονισμένος με το πνεύμα της μουσικής. Γιατί, ας μην το ξεχνάμε, οι μουσικές αυτές ήταν η ποπ των καιρών εκείνων, μουσική για τις μάζες, ο Στράους τζούνιορ περιόδευε μάλιστα ανά τον κόσμο, μέχρι την Αμερική είχε φτάσει η χάρη του. Και επίσης οι μουσικές αυτές ήταν πριν απ’ όλα τα άλλα χοροί, γκαλόπ που κάλπαζαν, πόλκες και μαζούρκες, δύο τέταρτα, τρία τέταρτα και φτερά στα πόδια. Στην ευρύτερη οπτική μου ακτίνα, μια κυρία είχε παρασυρθεί από την μουσική, το χέρι της ακολουθούσε αεικίνητο τον ρυθμό, με τον καρπό ασφαλώς ακουμπισμένο σταθερά στο γόνατο, στο τσακίρ κέφι μάλιστα παραλίγο να σηκωθεί και λίγο (το χέρι, όχι η κυρία). Ρε λέτε σε μερικές γενιές να ακούγονται σε αυτούς τους χώρους κομμάτια των Sex Pistols και των Clash με το κοινό σφικτά ντυμένο σε επίσημα ρούχα να κάνει μεταξύ του «σσσσς»;

Στο ανκόρ αναπόφευκτα ήρθε και η σειρά του «Radetzky March». Παραραμ-παραραμ-παραράμ-παμ-παμ. Το κοινό ακολούθησε ενθουσιασμένο το ρυθμό με παλαμάκια, με τον μαέστρο να καθοδηγεί την ένταση. Ένας ηλικιωμένος στο τέλος άκουσα να παραπονιέται ότι το κοινό δεν ήταν και πολύ εξοικειωμένο, δεν ήξερε πότε ακριβώς να ξεκινήσει και πότε να τελειώσει. Γιατί και αυτή η έκρηξη «ενθουσιασμού» είναι μέσα στην παράδοση, τώρα «πρέπει» να συμμετάσχετε, μια αυστηρά προγραμματισμένη παρέκκλιση από το αυστηρό πρωτόκολλο, μια ελεγχόμενη εκτόνωση εντός σαφώς προκαθορισμένων ορίων.

Διασκεδαστική η βραδιά πάντως, ο ταξιτζής που άκουγε ένα βαρύ σκυλάδικο με echo και πάτησε τρελά το γκάζι να προλάβει να επιστρέψει για μία ακόμη διαδρομή, ήταν μια απότομη ίσως και ευπρόσδεκτη επαναφορά στην πραγματικότητα. Αν και νομίζω διασκεδαστικότερη ήταν εκείνη η κουβέντα πίσω μας για τη σπουδαιότητα των Pink Martini…

10/12/2013

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: