Kazuki Tomokawa – Vengeance Bourbon (Modest Launch)

kazuki
1. Junzaburo in awe
2. Sketch of the Wind
3. My Big Brother΄s Record
4. Vengeance Bourbon
5. «Pierrot Le Fou» Is Over
6. My Dog Bitten Into Violet Bits
7. Wakaba
8. Dadaisitic Day
9. A Lucky Betting Slip To Deaf Ears
10. Night Play
11. Runaway Lad

Νομίζω ότι δεν υπάρχει ταξίδι μακρινότερο από αυτό προς την Ιαπωνία. Δεν το εννοώ μόνο με την κυριολεκτική έννοια του όρου, όπου χρειάζεσαι το λιγότερο ένα χιλιάρικο ευρώ και καμιά εικοσαριά ώρες για να φτάσεις στο αεροδρόμιο Ναρίτα (αφού εννοείται κάνεις πρώτα έναν γύρο της Ευρώπης ή της Μέσης Ανατολής, δεν υπάρχει απευθείας σύνδεση). Γιατί είναι ακόμη μεγαλύτερη η πολιτισμική απόσταση που μας χωρίζει, το ταξίδι απαιτεί ριζική αλλαγή συστήματος αναφοράς, συντεταγμένων, άλλους κώδικες, άλλη γλώσσα, δεν υπάρχει κανένας οικείος ήχος για να πιαστείς, η χώρα του ανατέλλοντος ηλίου ανέκαθεν υπήρξε ένα άλυτο μυστήριο για εμάς τους «Δυτικούς» (εδώ μου έρχεται αυθόρμητα στη μνήμη η σειρά «Σογκούν» που έβλεπα μικρός στην TV). Θυμάστε τον Bill Murray να τριγυρίζει «χαμένος στη μετάφραση» στο νυχτερινό Τόκυο;

Στο νέο δίσκο του Kazuki Tomokawa, υπάρχει και ένθετο με τους στίχους σε απόδοση στα αγγλικά, βοηθάει ομολογουμένως να έρθεις σε μια επαφή με τον όλο συμβολισμούς κόσμο του, όμως η κάθε γλώσσα δεν είναι μόνο λέξεις, ούτε μόνο συντακτικό, είναι και μνήμη είναι και συνειρμοί είναι και ιστορία, είναι πάνω απ’ όλα βιώματα, και όλα αυτά κρύβονται ανάμεσα στις λέξεις και πίσω από τις λέξεις. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για μια γλώσσα η οποία από τα ελάχιστα που γνωρίζω είναι εντελώς ασύμβατη με τα δικά μας μέτρα. Μοιραία λοιπόν ένα μεγάλο ποσοστό παραμένει ερμητικό, με τη γοητεία μεν του εξωτισμού, απλησίαστο όμως και ακατανόητο στην ουσία του. Και μοιραία σπεύδουμε συνήθως να συμπληρώσουμε αυτό το κενό με μια τουριστική επιφανειακή αντίληψη, με στερεότυπα, γενικεύσεις, ισοπεδώσεις. Ίσως δεν γίνεται κι αλλιώς…

Ποιος είναι όμως αυτός ο κύριος Kazuki Tomokawa; Τον γνώρισα(με) σχετικά πρόσφατα, ο δικός μας Μπάμπης Αργυρίου είχε βάλει τον δίσκο του «Blue water, red water» στα καλύτερα του 2008, ήταν κι ένα ντοκυμαντέρ του πολυπράγμονος Vincent Moon (θυμάστε που είχε ασχοληθεί κάποτε και με την …μαρτυρική ελληνική σκηνή;) με τίτλο «La Faute des Fleurs». Ο ιάπωνας Serge Gainsbourg, όπως τον χαρακτήρισε ο Moon (έχει τσιγάρο στα χείλη, έχει καλή σχέση με την αιθυλική αλκοόλη, είναι και τροβαδούρος, έτοιμη η αναλογία) έχει πίσω του μια μακρά διαδρομή κοντά 40 ετών, υπήρξε και είναι ποιητής, ηθοποιός αλλά και σκηνοθέτης, ζωγράφος, μια πραγματική αναγεννησιακή μορφή, εσχάτως έχει φάει μια πετριά με την ποδηλασία (αλά Kraftwerk;), έγινε μάλιστα και σχολιαστής αγώνων.

Ένα γνήσιο παιδί της γενιάς της αμφισβήτησης, της ψυχεδέλειας, ξεπήδησε μέσα από το ταραγμένο καζάνι των καιρών εκείνων. Τα καινά δαιμόνια έφτασαν από τα ανατολικά (εκεί δεν είναι οι ΗΠΑ γεωγραφικά σε σχέση με την Νιπόν;) στην Κίτρινη Θάλασσα, οι σπόροι που μετέφεραν βρήκαν και εκεί πρόσφορο έδαφος, η νεολαία ήταν σε αναβρασμό, σε μια χώρα ηττημένη μεν στον Παγκόσμιο Πόλεμο, θύτης και θύμα τελικά χωρίς κάθαρση, διχασμένη ανάμεσα σε μια παράδοση με καταθλιπτικό βάρος και μια απίστευτης έκτασης ξενομανία. Η αντίδραση ήθελε και τις συνοδευτικές της μουσικές, οι οποίες ήταν «τοπικής «κατασκευής, folk κυρίως (oι Ιάπωνες προφέρουν ‘fork’), rock στην πορεία αλλά και jazz, σαφέστατης δυτικής, δηλαδή αμερικανικής προέλευσης, μεταφέροντας εν ολίγοις στα δικά τους μέτρα την αποδεδειγμένη ισχύ των τραγουδιών του Dylan ή της Odetta, ερμηνεύοντας φυσικά στη δική τους γλώσσα», τα λέει ωραία και αναλυτικότερα ο Φώντας Τρούσας σε παλαιότερη εξαιρετική ανάρτηση στο Δισκορυχείο. Μεταξύ μας, έχετε ακούσει Ιάπωνες να μιλάνε αγγλικά;

Οι αναφορές και οι επιρροές του Tomokawa είναι λοιπόν σε σημαντικό βαθμό δυτικότροπες, το καταλαβαίνεις και σήμερα, οι παραπομπές στο νταντά, τον Ζενέ, τον Γκοντάρ, τους γάλλους συμβολιστές είναι έκδηλες, οι δε μουσικές του αναφορές είναι ένας Syd Barrett, ένας Tim Buckley, ένας Neil Young. Είναι στιγμές μου θυμίζει κι έναν ακόμη πιο αγριεμένο Άσιμο ή έναν Κώστα Χατζή της εποχής, μαγικές διαπολιτισμικές συγγένειες, συμπτωματικές συναντήσεις, συμβαίνει συχνά όταν είναι προσβάσιμες οι ίδιες πηγές και όταν επίσης ο ορίζοντας καθορίζεται από τις δυνατότητες του μέσου έκφρασης. Εδώ είναι η κιθάρα.

Από τον πρώτο του δίσκο, πίσω στο μακρινό 1975, και στη συνεχή και αδιάλειπτη δημιουργική του πορεία, μπορεί να εμπλούτισε τον ήχο του με πολλές συνεργασίες (για παράδειγμα στα 90s με free jazz μουσικούς), αψήφησε όμως κάθε μόδα και πρόσκαιρη τάση και ουσιαστικά δεν εκτράπηκε ποτέ από τον κύριο άξονα της μουσικής του. Την κιθάρα και την ποίηση.

Μικρή σχετική-άσχετη παρέκβαση: από την παλιά εμπειρία μου στους ακαδημαϊκούς χώρους, θυμάμαι να με έχει εντυπωσιάσει η ικανότητα των ιαπώνων επιστημόνων να παίρνουν μια πρωτότυπη ιδέα (συνήθως άλλων!), και όχι μόνο να τη «μιμούνται», να την ακολουθούν καλύτερα, με επιτυχία, αλλά και να την εξαντλούν ερευνητικά φτάνοντας την στα άκρα της. Συναντάται και στη μουσική αυτό το φαινόμενο, στην Ιαπωνία κάθε είδος μουσικής, κάθε ένα από τα μεγάλα σχήματα έχει τους εμμονικούς του ακόλουθους και μιμητές.

Δεν θέλω όμως να σταθώ τόσο στον αμφιλεγόμενο όρο «μίμηση», αλλά περισσότερο στην τελειομανία και στην εμμονή (αυτές οι δύο έτσι κι αλλιώς πάνε συχνά χέρι-χέρι). Μπορεί να σας φανεί παράξενο ότι για να γίνεις στην Ιαπωνία «σούσι-σεφ», φαινομενικά κάτι απλό (τι είναι άλλωστε το σούσι, ένα …λασπωμένο νερόβραστο ρύζι, ένα φύκι, κι ένα ωμό ψάρι από πάνω), χρειάζεσαι μερικά χρόνια για να μάθεις μόνο να φτιάχνεις το ρύζι. Κρύβει μια ολόκληρη φιλοσοφία αυτό, μπορεί να συνοψιστεί στο ότι η απλότητα προϋποθέτει και τελειότητα. Ή και αλλιώς. Η τελειότητα μπορεί να βρίσκεται στην απλότητα.

Και στο «Vengeance Bourbon» τα υλικά είναι λίγα. Και καλά. Ο Tomokawa διακορεύει με πάθος και άγνοια κινδύνου την κιθάρα του, μια ακουστική ανθεκτική κιθάρα, ένα τσέλο υπογραμμίζει τις μουσικές φράσεις, ένα ακορντεόν δίνει μια αίσθηση δρόμου. Και χειρωνακτικά κρουστά. Σποραδικά μόνο, πινελιές από ένα βιολί, ένα πιάνο. Αυτές είναι οι πρώτες ύλες.

Και πάνω απ’ όλα η φωνή. Δεν του έδωσαν τυχαία το προσωνύμιο «screaming philosopher». Οι λέξεις βγαίνουν, κάποιες φορές …φτύνονται. μέσα από τα δόντια, τραχιές, θεατρικές, συναισθηματικά φορτισμένες, με μια επιθετική εσωστρέφεια, μια εσωστρεφή βιαιότητα η οποία ξεσπά και αμέσως συμμαζεύεται, ο Tomokawa ακούγεται σαν να τραγουδά με όλο του το είναι, σύγκορμος. Όσο τον ακούω όλο και μου θυμίζει έναν ιάπωνα David Tibet (για να συνεισφέρω κι εγώ μια αναλογία) σε μια ατμόσφαιρα κατανυκτικής μπουάτ να ερμηνεύει συγκλονιστικά κομμάτια όπως το «Junzaburo in awe» και το «Runaway Lad», τα οποία περικλείουν σαν αγκύλες το δίσκο.

Για όποιον έχει παρακολουθήσει την πορεία του μουσικού, ο δίσκος δεν κρύβει εκπλήξεις, πολλές φορές δε, μοιάζει να επιστρέφει σε παλιότερα θέματα και δρόμους. Είπαμε όμως… Εδώ το ζητούμενο δεν είναι ούτε η πρωτοτυπία, ούτε η εξέλιξη, ούτε η …ανάπτυξη, επίμαχοι όροι όλοι αυτοί, ειδικά στη μουσική, εδώ μιλάμε για μια εντελώς διαφορετική αντίληψη. Να την πούμε ολιστική; Το έργο του Tomokawa μου φαίνεται πραγματικά ολάκερο σαν μια ενότητα, ένα αδιάσπαστο ενιαίο σύνολο.

Με τα δικά μας κριτήρια λοιπόν μπορεί το «Vengeance bourbon» να μην είναι (και δεν είναι) ο καλύτερος του δίσκος. Είναι όμως μια ευκαιρία για να πιάσετε την άκρη του νήματος. Και να ξεκινήσετε, από που αλλού, από την αρχή. Ποτέ δεν είναι αργά.

(Πάντοτε είναι αργά…)

11/04/2014

8

 

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: