Max Richter – From sleep (Deutsche Grammophon)

max
1. Dream 3 (In the midst of my life)
2. Path 5 (Delta)
3. Space 11 (Invisible Pages Over)
4. Dream 13 (Minus Even)
5. Space 21 (Petrichor)
6. Path 19 (Yet Frailest)
7. Dream 8 (Late And Soon)

Είναι μια παλιά συζήτηση το κατά πόσο μετράει το μέγεθος… Όχι (αν και μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεστε, που λέει και το ανέκδοτο), μην πάει ο νους σας στo πονηρόν, στην τέχνη αναφέρομαι. Είθισται να λέγεται ότι τα αριστουργήματα είναι μικρά. Μια βόλτα στο Λούβρο π.χ. μπορεί να ενισχύσει το επιχείρημα, συγκρίνοντας ολάκερες τοιχογραφίες «δεύτερων» ζωγράφων με τα μικρά καδράκια της Μόνα Λίζα ή των πινάκων του Ρέμπραντ και του Ρούμπενς. Δεν πρόκειται όμως για έναν κανόνα απόλυτο και καθολικό. Να πάμε στην τέχνη του λόγου; Η Οδύσσεια και ο Οδυσσέας; Ο …χαμένος χρόνος του Προυστ; Το Κεφάλαιο του Μαρξ; Ομολογώ δεν έχω τελειώσει κανένα από αυτά (το Κεφάλαιο σε κόμικς πιάνεται;), και σίγουρα χάνω πολλά, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, αλλά θα επικαλεστώ …ενίσχυση από τον μεγάλο Μπόρχες ο οποίος ερωτηθείς για το αν διάβασε την επίμαχη τότε «Λολίτα απάντησε «δεν το έχω διαβάσει, οι διαστάσεις του μυθιστορηματικού είδους δεν ταιριάζουν ούτε με τη σκοτεινιά των ματιών μου ούτε με τη συντομία της ζωής».

Και για να έρθουμε και στα μουσικά, θεωρώ ότι για να ξεπερνάει τα πέντε λεπτά ένα κομμάτι πρέπει να υπάρχει λόγος σοβαρός (κι ευτυχώς υπάρχουν συχνά λόγοι σοβαροί). Πάντως η συζήτηση περί του μεγέθους στη μουσική, ας το έχω (έχουμε) κατά νουν, είναι ουσιαστικά μια παράπλευρη συνέπεια της ανακάλυψης της ηχογραφημένης μουσικής, ήταν κατά βάση οι τεχνικές δυνατότητες της δισκογραφίας οι οποίες επέβαλαν τους «καθιερωμένους» περιορισμούς και οδήγησαν (ανάγκασαν;) το αισθητήριο μας να εστιάζεται μόνο σε μικρότερες χρονικές διάρκειες (μια απώλεια την οποία θρηνεί πολύ παραστατικά ο Αντόρνο).

Παλιότερα γαρ τα κομμάτια επικής μουσικής και οι αφηγήσεις των τροβαδούρων μπορούσαν κάλλιστα να διαρκούν ώρες, κάτι αδιανόητο για τις βιαστικές μας ημέρες. Μολοταύτα, ανάμεσα στα δύο χρονικά άκρα που γνωρίζουμε, από το κομμάτι του John Cage το οποίο παίζεται και θα παίζεται για άλλα …639 ακόμη χρόνια σε έναν ναό της πόλης Halberstadt της Γερμανίας μέχρι εκείνα της μιας ανάσας των Napalm Death (1 δευτερόλεπτο και κάτι διαρκεί το «Suffer»), ανοίγονται πραγματικά άπειρες μουσικές δυνατότητες. Και για να επιστρέψουμε και στο ακανθώδες ζήτημα του μεγέθους, εν τέλει ακόμη και στην πονηρή του διάσταση, όλοι γνωρίζουμε ότι τελικά είναι η αισθητική και ο τρόπος που μετράνε καθοριστικά στο τελικό αποτέλεσμα.

Στην προκειμένη περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με μία μουσική σύνθεση η οποία διαρκεί ένα οκτάωρο συν κάτι ψιλά για τις υπερωρίες. Με τον απλό και ξεκάθαρο τίτλο «Sleep», ύπνος (εκείνο το ταινιάκι του Warhol με τον ίδιο τίτλο, που τον έδειχνε να κοιμάται πόσο είπαμε διαρκεί;). Ή μήπως να τον αντιμετωπίσουμε σαν έγκλιση προστακτική, «κοιμήσου!» δηλαδή; Γιατί αυτή είναι βασικά και η πρόθεση του σπουδαίου τούτου Βρετανού συνθέτη της σύγχρονης κλασικής (χεχε, το πιάνετε το οξύμωρο ε;). Να φτιάξει έναν δίσκο για να …κοιμάσαι. Για τον σκοπό αυτό συνεργάστηκε στη δημιουργία του έργου με τον διάσημο νευροεπιστήμονα David Eagleman. Δεν μοιάζει κατ’ αρχάς και πολύ πρωτότυπη η ιδέα του Richter, τραγούδια/μουσικές νανουρίσματα υπάρχουν σίγουρα από την αυγή της ιστορίας, η δε κλασική μουσική είναι γεμάτη από δαύτα (με ίσως πιο διάσημο το «Wiegenlied» του Μπραμς, ο οποίος μάλιστα έπασχε και ο ίδιος από άπνοια ύπνου). Η ειδοποιός διαφορά του Richter είναι ότι το εν λόγω έργο δεν φιλοδοξεί να είναι απλά ένα νανούρισμα αλλά να αποτελέσει μία μουσική σύνθεση η οποία θα ακούγεται και κατά τη διάρκεια του ίδιου του ύπνου, θα απευθύνεται δηλαδή και θα αλληλεπιδρά όχι μόνο με το συνειδητό αλλά και με όλα τα άλλα ψυχικά στρώματα αποκάτω, το υποσυνείδητο και το ασυνείδητο μαζί.

Δύσκολο το έργο για τον μουσικοκριτικό. Όχι τόσο για τη διάρκεια (άλλωστε για τους βιαστικούς, το έργο έχει κυκλοφορήσει και σε συμπυκνωμένη υλική μορφή της μίας ώρας). Ένας καλός φίλος ισχυρίζεται ότι οι δίσκοι κρίνονται από αν ο καλλιτέχνης επιτυγχάνει το σκοπό τον οποίο έχει θέσει, έχει μια βάση η άποψη, παρόλο που ενίοτε προϋποθέτει και …μαντικές ικανότητες, οι σκοποί δεν είναι πάντοτε ξεκάθαροι και διάφανοι. Οπότε στην παρούσα περίπτωση, η επιτυχία θα κριθεί από το αποτέλεσμα, τον …ύπνο δηλαδή; Γιατί όχι, θα μου πείτε, ο Μπερνάρ ο Σω είχε πει ότι ο ύπνος είναι και αυτός μια μορφή κριτικής. Και όχι μόνο, θα μπορούσε να το δει κανείς ακόμη και από την θεραπευτική άποψη, αν αναλογιστούμε τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες των συνδρόμων ελλειμματικής προσοχής, των νευρώσεων, όπου ο λίγος ύπνος από τη μία γίνεται δήλωση αυξημένης παραγωγικότητας και από την άλλη διαταραχή, για την οποία ξοδεύονται άπειρα λεφτά σε μαντζούνια, χάπια και ανατομο-αναπαυτικά πανάκριβα στρώματα.

Και αν δεν σε πάρει ο Μορφέας στις αγκάλες του; Απέτυχε ο συνθέτης; Αν το δούμε στεγνά επιστημονικά το ζήτημα ούτε αυτό είναι κριτήριο. Ο ύπνος είναι έτσι κι αλλιώς ένα πολυπαραγοντικό ζήτημα. Υπάρχουν πολλοί λόγοι που μπορεί να σε κάνουν να μετράς βασανιστικά τους λεπτοδείκτες που φωσφορίζουν στο σκοτάδι. Το άγχος. Το αφεντικό που θα συναντήσεις πάλι αύριο με ξινισμένα μούτρα. Οι ήχοι της πολυκατοικίας. Τα τακούνια της αποπάνω. Αυτή η βρύση που στάζει και με την οποία συντονίζεσαι, «γαμώτο πότε θα φιλοτιμηθώ να φωνάξω τον υδραυλικό»; Ή φταίει εκείνο το πιτόγυρο που τσάκισες κι ας έχεις υποσχεθεί ότι από τη Δευτέρα δεν θα τρως μετά τις 10 το βράδυ. Όλα αυτά. Τι να σου κάνει μία μουσικούλα μόνο;

Την οποία, ας την ακούσουμε επιτέλους, εδώ παίζει εδώ και ώρες, έχουμε να κάνουμε άλλωστε με δίσκο ο οποίος δεν είναι φτιαγμένος για να ακούγεται συμβατικά, αλλά για να αποτελέσει περιβάλλον με τον τρόπο ακριβώς που όρισε την ambient μουσική ο Eno. Τα υλικά με τα οποία θα φτιαχτούν τα όνειρα είναι λεπτεπίλεπτα πιάνα και απαλά έγχορδα, φωνές άναρθρες και υψίφωνες από την Grace Davidson, κάποια διακριτικά ηλεκτρονικά. Σίγουρα δεν κρύβει το ποιος είναι, ένας σύγχρονος ρομαντικός συνθέτης ο οποίος όμως έχει χωνέψει και τον μινιμαλιστικό τρόπο του 20ου αιώνα, τον Arvo Part (από τη μελέτη του οποίου είχε ξεκινήσει κιόλας στα πρώτα του βήματα) και τη «χρηστική» λιτή μουσική του Satie. Κι επίσης σίγουρα δεν ορρωδεί μπροστά στις προκλήσεις, και το έχει αποδείξει πολλάκις στο παρελθόν, βάζοντας τον εαυτό του στο στόχαστρο του εχμμ κάπως σφιχτόκωλου κλασικού κόσμου για τις ποπ παρεκβάσεις του, τώρα είμαι σίγουρος θα βρεθεί στο απέναντι στόχαστρο του ποπ κόσμου ο οποίος θα του καταλογίσει εκζήτηση, ίσως και μεγαλομανία (;)

Ο δίσκος κυλάει και κυλάει ήσυχα και αργόσυρτα, με μια χαμηλότονη ένταση, μια ανάλαφρη μελαγχολία, οι μεταβάσεις δεν γίνονται αντιληπτές, το ένα κομμάτι λιώνει μέσα στο άλλο, το κλίμα είναι μελαγχολικό και σκοτεινό, ουχί όμως σκιαχτικό (πως να κοιμηθείς άλλωστε σκιαγμένος;) και σε τυλίγει σαν σύννεφο (υπάρχει και κομμάτι με τον τίτλο «Σωρειτομελανίας»!) σε μια επαναληπτική μονοτονία. Μια μονοτονία μπορεί και πληκτική, η οποία όμως είναι εκείνη που σου δίνει μια ασφάλεια και θαλπωρή αμνιακή. Πως αλλιώς θα εγκαταλειφθείς στα χέρια του Ύπνου (του Αδερφού του Θανάτου ε;) και θα κατεβάσεις ρολά, θα «αφαιρεθείς από τον κόσμο» (που έγραφε και ο Μπόρχες σε ένα διάσημο διήγημά του) αποχαιρετώντας τον προσωρινά να δρα ερήμην σου με τη βεβαιότητα ότι αύριο θα τον ξανασυναντήσεις; Και όλα κινούνται αργά, η μουσική, οι μελωδίες, σαν κύματα που μεταλλάσσονται αδιόρατα, σε στάδια dt του μήκους κύματος, κι έτσι συνεχίζονται, συνεχίζονται, υπάρχει κι ένα υπέροχο μαγικό leitmotiv το οποίο ολοένα και επανέρχεται, τι όμορφο που είναι, …., …., ξανά και ξανά, κι εκείνη η βρύση γαμώτο, ξανά και ξανά, κάτι ήθελα να κάνω αλλά, ξανά και ξανά……..

Ζζζζζζζζζζζζζζζ…..

Αμάν με πήρε ο ύπνος! Τι ώρα είναι; Δεν έβαλα και ξυπνητήρι! Συναγερμός! Έξω η βοή της πόλης επέστρεψε στα ημερήσια ντεσιμπέλ, το φως μπαίνει άφθονο από τις περσίδες. Και η μελωδία ακόμη παίζει, είναι λίγο πριν από το τέλος, ήσυχη ακόμη. Dream 17. Σκέφτομαι ότι ίσως να ήθελα για το τέλος, όλο αυτό το ανεπαίσθητα μετατοπιζόμενο κύμα, έτσι όπως θα πλησίαζε στα ρηχά νερά της πρωινής ακτής, να ορθωνόταν σαν ένα τσουνάμι, σαν ένας ηχητικός συμβολισμός της λυτρωτικής αφύπνισης. Ας μην τα θέλουμε κι όλα δικά μας όμως.

Και τώρα, ας αφήσουμε πίσω το βασίλειο των σκιών και των ονείρων και … Πάμε για δουλειά, πάμε για δουλειά.. Α! Ας βαθμολογήσουμε κιόλας, αφού πρέπει…

13/10/2015

7.5

 

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: