Schloss Mirabell – Ghosthour diary (Monotype)

schloss
1. Memuture
2. Promenade 1
3. Internal Hoods
4. Promenade 2
5. Dolphiniade
6. Promenade 3
7. Intime Machine
8. Promenade 4
9. Weltkugel
10. Little Cygnet
11. Fink
12. Lost & Found
13. Let Them Sleep In Their Hair
14. Promenade 5
15. Die Seele mit der Perlenmassage
16. Feines Sanft

Ντιν… Ντιν… Ντιν… Ντιν… Ντιν… Ντιν… Ντιν… Ντιν… Ντιν… Ντιν… Ντιν… Σήμανε το ρολόι, είναι δώδεκα η ώρα, είναι η ώρα των τρελών, όπου ανθίζει το σκοτάδι, ησύχασε ο κόσμος έξω και οι δρόμοι είναι ελεύθεροι για κυνηγητό, δώδεκα κι ούτε ένα τηλεφώνημα, ησυχία, είναι η ώρα που λίγοι σε θυμούνται και ακόμη πιο λίγοι σε σκέφτονται… Η ώρα των φαντασμάτων, των πλασμάτων της φαντασίας και του νου, η ώρα που νομίζεις ότι το σπίτι σαν να αποκτά τη δική του ζωή, η ώρα που οι αισθήσεις αλλάζουν ρύθμιση και βλέπεις τα πράγματα, τους ανθρώπους, τον κόσμο ολόκληρο με άλλο μάτι. Είναι δώδεκα η ώρα κι ένα κορίτσι έχει αϋπνίες… Και φτιάχνει τους δικούς του ήχους…

Το κορίτσι το λένε Florina Speth, είναι από την Αυστρία και τον πρώτο της αυτό δίσκο (σε πολωνική μάλιστα εταιρεία) τον έφτιαξε πράγματι σε ώρες μεσάνυχτα και κάτι (νομίζω ότι θα της ταίριαζε ένα label όπως η Ghost Box εδώ που τα λέμε). Στην Αυστρία βρίσκεται και το Schloss, το Κάστρο δηλαδή, Mirabell, από το οποίο πήρε το καλλιτεχνικό της ψευδώνυμο, Mirabell, θαυμάσιο (όπως και ο δίσκος), και όχι δεν πρόκειται για κανένα δυσοίωνο και σκοτεινό μεσαιωνικό κάστρο, το αντίθετο, ένα κάστρο είναι με ανθισμένους κήπους, μία (από τις πολλές) τουριστική ατραξιόν στην πόλη του Salzburg. Ένα κάστρο στο οποίο έχουν γυριστεί πολλές σκηνές από την Μελωδία της Ευτυχίας, ένα κάστρο στο οποίο γεννήθηκε και ο βασιλιάς Όθωνας (όχι ο Ρεχάγκελ, ο άλλος, ο παλιός), ένα κάστρο στο οποίο λέγεται ότι χμμ… κυκλοφορεί και το φάντασμα του Παράκελσου, εκείνου του διάσημου αλχημιστή και αποκρυφιστή του 16ου αιώνα. Από κάπου έπρεπε να πιάσουμε το νήμα και μου φαίνεται το βρήκαμε, γιατί φαντάσματα πολλά κυκλοφορούν και στον δίσκο αυτό…

Το βιογραφικό της δημιουργού λέει ότι ξεκίνησε από τα 7 κιόλας, πιάνο και τσέλο, έχει υπάρξει και μέλος σε ensemble και σε κλασικές ορχήστρες, όλα τούτα δεν τα παραθέτω σαν πιστοποιητικά ποιότητας, η τεχνική επάρκεια ποτέ δεν …επαρκούσε για τέτοιες εγγυήσεις. Έχει όμως τη σημασία του το γεγονός ότι έφτασε στον ηχητικό πειραματισμό και στον γόνιμο διάλογο της παλιάς και της σύγχρονης τεχνολογίας (πρέπει να ξανα-τονίσουμε εδώ τον ανυπόστατο διαχωρισμό …φυσικών και μη οργάνων;;) βασιζόμενη σε μια γερή τεχνική προπαίδεια. Και ουχί το αντίθετο (διότι ακόμη κι ο Πικάσο έφτιαχνε πίνακες για τους οποίους προβληματίζεσαι εάν αναπαριστούν ένα κεφάλι γυναίκας ή ένα …ανοιχτήρι κονσέρβας, ήξερε όμως να ζωγραφίσει τέλεια και αναπαραστατικά ένα απλό βάζο). Ο πειραματισμός γαρ είναι μέσο και ουχί σκοπός…

Το «Ghosthour diary» είναι ότι ακριβώς υπόσχεται ο τίτλος του: ένα προσωπικό ημερολόγιο σκέψεων, αισθήσεων και παραισθήσεων, κάπου εκεί μεταξύ ύπνου και ξύπνου. Θραύσματα ήχων, ρευστά περιγράμματα (φαντάσματα;) μελωδιών, αντηχήσεις, υπόκωφοι βόμβοι, βουητά, ακατάληπτες φωνές, ανάσες, ψίθυροι, τριξίματα, κρότοι από δίπλα ή από το υπερπέραν, απροσδιόριστης αιτιολογίας και κατεύθυνσης οι οποίοι αφήνουν την φαντασία ελεύθερη να καλπάσει. Μια καθ’ όλα προσεκτικά σχεδιασμένη τυχαιότητα συνθέτει μια ατμόσφαιρα αραχνοΰφαντη και υποβλητική διόλου όμως σκιαχτική. Αντιθέτως μάλιστα αφήνει μια αίσθηση ιδιότυπου ρομαντισμού και λεπτεπίλεπτου αισθησιασμού (ο οποίος ξεκινά και από την λουλουδάτη συσκευασία).

Είναι νομίζω πολύ βασική για την προσέγγιση τέτοιων δίσκων να τιθασεύεται η εκπαιδευμένη (ή μήπως ενστικτώδης) τάση του ανθρώπινου μυαλού να αναζητά δομές ακόμη και στο πλέον άτακτο τυχαιοκρατικό χάος. Τέτοια έργα απαιτούν μια προσέγγιση λιγότερο «ορθολογική», πιο «μεταφυσική» (προσοχή σε όλα τα εισαγωγικά), πιο ολιστική κατά έναν τρόπο. Τώρα αν θέλετε οπωσδήποτε να αναζητήσετε σημεία αναφοράς και συντεταγμένες, σίγουρα θα ακούσετε να περνά στο «Ghosthour Diary» όλη η ηλεκτροακουστική παράδοση, όπως αυτή ωρίμασε χέρι-χέρι με την τεχνολογία από τη δεκαετία του ’40 μέχρι και σήμερα.

Αν επίσης επιμένετε να εστιάσετε σε μεμονωμένες στιγμές θα δυσκολευτείτε. Μπορεί να σταθείτε στο «Memuture» το οποίο ξεκινά παραπλανητικά τον δίσκο, με το έως και …βατό ψευδο-techno beat του. Στο διαρκώς και σε παραλλαγές επανερχόμενο στοιχειωτικό μοτίβο του «Promenade». Ή στο αιθέριο «Weltkugel». Όπως και να ‘χει αξίζει να ολοκληρώσετε την αισθητική εμπειρία φτάνοντας μέχρι και το τέλος, το «Feines Sanft» το οποίο κλείνει το έργο, όπως έγραψε και ο Βασίλης Παυλίδης, είναι μαγικό και αιώνιο.

Όλα δε τούτα τα συναρπαστικά και μαγευτικά συμβαίνουν πριν ξημερώσει, όταν το σκληρό φως της νέας ημέρας βάλει ξανά τα πράγματα στην θέση τους. Ίσως λοιπόν οι ιδανικές ώρες ακρόασης αυτού του δίσκου να είναι εκείνες στις οποίες φτιάχτηκε.

Ποιος αλήθεια ήταν εκείνος που είπε ότι της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η ημέρα και γελά;

27/02/2015

8.5

 

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: