Songs «Κathode Mama*» taught us

Songs «Κathode Mama*» taught us


Taught1

(προσοχή το κείμενο περιέχει τοποθέτηση προϊόντων)Θα ήθελα πολύ να γράψω κάποια στιγμή μια ωδή για την τηλεόραση. Έχοντας ασφαλώς επίγνωση ότι είμαι κάπως εκτός του πολίτικαλυ κορέκτ των ημερών, ως γνωστόν άλλωστε σε τούτη τη χώρα κανείς δεν βλέπει τηλεόραση (όπως και κανείς δεν ψήφισε ποτέ ΠΑΣΟΚ-ΝΔ και κανείς δεν αγόραζε τα περιοδικά του Κωστόπουλου). Μια ωδή για τον μαγικό αυτό καθοδικό σωλήνα με την κακή φήμη, που είναι όπλο προπαγάνδας, δημιουργός εικονικής πραγματικότητας, μέσο μαζικής χειραγώγησης, ναός της αναξιοπιστίας, φορέας χαμηλού πολιτιστικού επιπέδου κλπ κλπ, βέβαια όλα αυτά τα παρουσιάζει στον ύψιστο βαθμό και το διαδίκτυο, δεν έχω ακούσει όμως ακόμη κανέναν να δηλώνει ότι δεν έχει υπολογιστή και ιντερνέτ (εξ επιλογής τουλάχιστον).

Κομμάτια που μας έμαθε η τηλεόραση λοιπόν το αφιέρωμα, μουσικές από σήματα εκπομπών, διαφημίσεις, σειρές, το θέμα άγγιξε μια χορδή κρυμμένη, θυμήθηκα κομμάτια τα οποία με ταξίδεψαν πολύ πίσω, σε ηλικίες πιο τρυφερές και πιο εύπλαστες, κομμάτια χαραγμένα βαθιά μέσα μου, κάπου στο DNA, στα μιτοχόνδρια, στο ενδοπλασματικό δίκτυο ή όπου άλλου διάβολε τα ανακαλύψει κάποτε η βιολογία. Κομμάτια τα οποία ακούγοντας τα, ανασύρονται αρμαθιά οι αναμνήσεις και οι συνειρμοί, εικόνες, τόποι, άνθρωποι, η μουσική είναι πάνω απ’ όλα μνήμη.

Και έπιασα τον εαυτό μου να αναπολεί εποχές όπου προσπαθούσα να ανακαλύψω την ταυτότητα μιας μελωδίας, από την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο συνήθως, δεν υπήρχαν πολλά εξωτερικά ερεθίσματα και πολλές άλλες πηγές τότε. Προσπαθούσα, τρόπος του λέγειν. Πριν έρθει το Shazam και απλοποιήσει τα πράγματα σε βαθμό γελοιότητας (και καταστρέψει επίσης τις πιθανότητες των DJ για επιτυχίες στο αντίθετο φύλο, κανείς δεν χρειάζεται να ρωτήσει «ποιο κομμάτι είναι αυτό ρε φίλε;») και φυσικά οι μηχανές αναζήτησης με την πληροφορία να απέχει μόλις ένα κλικ, άντε δύο, μπορεί να περνούσαν και χρόνια πριν καταφέρεις να ανακαλύψεις την ταυτότητα μιας μουσικής. Μερικές νομίζω δεν τις έχω βρει ακόμη και σήμερα…

Θα ήθελα επίσης να γράψω και μια ωδή για την τηλεόραση, ακόμη και σαν συσκευή. Για τις τηλεοράσεις στα χωριά με τα σεμεδάκια και το βάζο επάνω, για παράθυρα σε έναν μακρινό άπιαστο κόσμο, για τις τηλεοράσεις σε φοιτητικά σπίτια, για τις οθόνες που φωτίζουν μοναξιές, για τις τηλεοράσεις συντροφιές μοναχικών και άρρωστων.


FootballΜπορώ να θυμηθώ ακόμη την ημέρα, ήταν ένα Σάββατο μεσημέρι, όταν ήρθε στο σπίτι η έγχρωμη …γρίπη, εεεε TV ήθελα να πω, ήταν η ημέρα που συνειδητοποίησα ότι το χορτάρι στα γήπεδα ήταν πράσινο, οι εμφανίσεις των ομάδων δεν ήταν σε αποχρώσεις του γκρίζου, μόνο το κοστούμι του Παύλου Γερακάρη (βλ. παρακάτω) παρέμεινε γκρίζο. Πριν είχαμε μια παλιά ασπρόμαυρη Grundig, ηλικίας πολύ μεγαλύτερης από μένα, χωρίς τηλεκοντρόλ ασφαλώς, εκείνες τις παλιές ρομαντικές ημέρες τα τηλεκοντρόλ ήταν …ζωντανά, το ρόλο τον έπαιζε συνήθως ο μικρότερος της οικογένειας, «έλα Γιωργάκη, σήκω άλλαξε το κανάλι», ευτυχώς δεν ήταν πολλά τότε, δύο όλα κι όλα, η κρατική ΕΡΤ και η στρατιωτική ΥΕΝΕΔ, αργότερα ΕΡΤ-2 (by the way, τι γίνεται ρε παιδιά εκεί με το σχέδιο της κυβέρνησης; βάλαμε τους δικούς μας και μούγκα στη στρούγκα;).

Αργότερα την πήρα μαζί μου στη φοιτητική υπόγεια γκαρσονιέρα, στα γεράματά της χρειαζόταν πια να την ανοίξεις μισή ώρα νωρίτερα για να …ζεσταθεί και να έρθει η εικόνα, είχε και μια (εννοείται) εσωτερική κεραία την οποία μετακινούσες εδώ κι εκεί μπας και πιάσεις καλύτερα το κανάλι, με θυμάμαι πολλές φορές να στήνω διάφορες αυτοσχέδιες κατασκευές στερέωσης ώστε να μην αναγκαστώ να κάνω όρθιος τον πελαργό για να μπορέσω να δω τον μεγάλο τελικό. Στην πρώτη μετακόμιση, μια συννεφιασμένη μέρα που επίσης τη θυμάμαι ακόμη, την απίθωσα στη βάση ενός δέντρου και έφυγα από τη γειτονιά για πάντα, αφήνοντας πίσω πολύ περισσότερα πράγματα (κι εδώ μπαίνουν τώρα τα βιολιά).

Πάμε πάλι πίσω… Στην επαρχιακή πόλη της πρώιμης δεκαετίας του ’80, όπου ο μοναδικός «σινεμάς» έφερνε μόνο το εμπορικό κατακάθι των 80s (της χειρότερης ίσως δεκαετίας για τον εμπορικό κινηματογράφο και εντός και εκτός των συνόρων), η τηλεόραση υπήρξε το μέσο το οποίο με έφερε σε πρώτη επαφή με τη σοβαρή κινηματογραφική παραγωγή (πριν έρθει το βίντεο, το οποίο killed the radio star -και όχι μόνο- και οι γειτονιές γέμισαν βιντεοκλάμπ όπως σήμερα γεμίζουν γιαουρτάδικα, φούρνους και γουάιν μπαρ).

Δε θα επεκταθώ στα soundtrack ταινιών σε αυτό το αφιέρωμα, θα χάσουμε η μπάλα εκεί (είναι και εκτός θέματος), αλλά δεν μπορώ να μην αναφερθώ σε κάποιες ταινίες τις οποίες πρωτογνώρισα σαν σειρές. Όπως το «M*A*S*H*», μια σειρά βασισμένη στην περίφημη ταινία του Robert Altman, ένα ιατρικό-στρατιωτικό δράμα-κομεντί που διαδραματιζόταν στον πόλεμο της Κορέας (η πρώτη ελληνική του απόδοση ήταν …ταιριαστά ομολογουμένως «Κ.Ι.Μ.Α.Σ.», «Κινητή Ιατρική Μονάδα Αμερικανικού Στρατού» δηλαδή!) με ένα σπουδαίο τραγούδι στους τίτλους, το υπέροχο «Suicide is painless» γραμμένο από τον όχι -πολύ σπουδαίο- συνθέτη Johnny Mandel.

Επίσης μέσα από τη μικρή οθόνη γνώρισα το «Das Boot», την επική πολεμική ταινία του Wolfgang Petersen, σε τηλεοπτική προσαρμογή έξι επεισοδίων, με την υποχθόνια καταδιωκτική μουσική του Klaus Doldinger, θυμάμαι πόσο με είχε επηρεάσει, κοιμόμουν και έβλεπα όνειρα ότι είμαι κλεισμένος σε ένα υποβρύχιο και από πάνω σχίζουν τη θάλασσα τα αντιτορπιλικά και αντηχεί ο διαβολεμένος ήχος του σόναρ.

Από τις «καθαρόαιμες» σειρές (δεν είναι και λίγες αυτές), θα κρατήσω δύο: Το «Miami Vice», τους σκληρούς του Μαϊάμι κατά τη ντόπια εκδοχή, τη μουσική εδώ υπέγραφε ο Jan Hammer, Τσέχος στην καταγωγή, στα 70s έπαιζε πλήκτρα δίπλα στον John McLaughlin στους τζαζ φιούζιον Mahavishnu Orchestra, στην ιστορία όμως φαίνεται να περνά σαν ο δημιουργός του «Miami Vice Theme», εμένα μου άρεσε το πιο ατμοσφαιρικό «Crockett’s Theme», Crockett λεγόταν ο πρωταγωνιστής στη σειρά (θυμάται κανείς μια τραγική απόπειρα του Don Johnson να γίνει τραγουδιστής;).

Η άλλη σειρά είναι φυσικά ο «Doctor Who», η επιστημονικής φαντασίας σειρά του BBC, το θέμα της οποίας είναι ιστορικό για την ηλεκτρονική μουσική, δημιούργημα της Delia Derbyshire με την καθοριστική υποστήριξη βέβαια του πραγματικά πρωτοποριακού BBC Radiophonic Workshop. Μ’ αρέσει ακόμη και η διασκευή του σαν «Doctorin’ the Tardis», στην one-disc stand μεταμφίεση των τρελο-KLF ως Timelords Αλλά και η εκτέλεση των Orbital κάμποσα χρόνια αργότερα.

Για την περιβόητη «Δέκατη εντολή» θα γράψουν και άλλοι, είμαι σίγουρος, οι επιλογές του Μάριου Στρόφαλη έβαλαν πολύ κόσμο να ψάξει και τελικά να μάθει και να αγαπήσει σχήματα όπως οι 16 Horsepower ή οι Black Heart Procession, το κομμάτι πάντως που αργήσαμε πιο πολύ να ταυτοποιήσουμε ήταν το «White lines» των Δανών παρακαλώ Tenderloud (τους συνεντευξίασε αργότερα ο Μπάμπης Αργυρίου εδώ).

Αφήνοντας σιγά-σιγά το χώρο των σειρών, θα ήθελα να αποτίνω τιμή και δόξα στον άγνωστο μουσικό επιμελητή ο οποίος σε μια ελληνική απογευματινή σαπουνόπερα (στο ζάπινγκ και τυχαία το πέτυχα ε!) είχε χρησιμοποιήσει σε μια δραματική σκηνή το «Hellraiser» των Coil. Αλλά αυτό το ήξερα από πριν, οπότε δε μετράει για εδώ και δεν κάνω …ζαβολιές.

Πάμε στο κεφάλαιο «Σήματα εκπομπών». Δεν μπορώ να μη θυμηθώ πόσο με εντυπωσίαζαν με την απλότητα τους (σήμερα μπορεί να τα λέγαμε και minimal wave), πρωτόγονα ακατέργαστα ηλεκτρονικά, στοιχειώδη, σχεδόν παιδικά (αλά Perrey-Kingsley), ίσως κάπως έτσι κόλλησα την αγάπη με τους συνθετικούς ήχους, συμφωνείς γιατρέ μου ή να ξαπλώσω; Τα περισσότερα τα ανακάλυψα πολύ αργότερα και πολλές φορές τυχαία. Θα σταθώ στην πιο απροσδόκητη συνάντηση. Ήταν λοιπόν μια μελωδία, ομιχλώδης, μυστηριακή, σχεδόν σκοτεινή. Συνήθως την άκουγα στο «Ζωντανό Σταυρόλεξο» με την Ξένια Καλογεροπούλου, ένα τηλεπαιχνίδι αδιανόητο για τα δεδομένα των σημερινών ρυθμών, πρέπει να ήταν όμως και σήμα κάποιας άλλης εκπομπής αλλά η μνήμη μου εδώ με απατά ξεδιάντροπα, όπως και να έχει πάντως ακόμη όταν την ακούω διακτινίζομαι στο παιδικό δωμάτιο, αμυδρά, κάπου πρέπει να κάθεται δίπλα μου και η γιαγιά να πλέκει. Κάμποσα χρόνια αργότερα, όταν σκάλιζα πλέον τα 70s, ένιωσα μια ιδιαίτερη συγκίνηση στον δίσκο του Mike Oldfield όταν άκουσα την εισαγωγή του «Ommadawn», πέρα βέβαια από την έκπληξη για το παρελθόν ενός μουσικού τον οποίο θεωρούσα έως τότε μάστορα μεν, ποπίστα δε, ειδικά με τα δημοφιλή άσματα της εποχής και τις ζαχαρωτές ερμηνείες της Maggie Reilly.


SpectacularΠολλά άλλα συνθετουργήματα τα βρήκα στα τέλη της δεκαετίας σε κασέτες ενός Ολλανδού παραγωγού συνθεσάιζερ ονόματι Star Inc., είχαν κάνει ένα μέτριο ευρωπαϊκό σουξέ και έτσι είχαν φτάσει και στο τοπικό δισκάδικο, περιείχαν επανεκτελέσεις γνωστών κομματιών, τα εξώφυλλα των οποίων τα σκάναρα αφού φύσηξα μερικά στρώματα σκόνης τόσο παχιά που θα μπορούσαν να ραδιοχρονολογηθούν με άνθρακα 14 (παρατηρήστε στο κάτω μέρος τη σημείωση «+60 λεπτά μουσικής», σαν τα …γαριδάκια που λένε 10% παραπάνω προϊόν). Εκεί λοιπόν βρήκα μεταξύ άλλων το εκπληκτικό «Lucifer» των Alan Parson Project, ήταν σήμα στο «Σάββατο μιάμιση», μια εκπομπή την οποία παρουσίαζε ο μακαρίτης δημοσιογράφος Χρήστος Οικονόμου. Θα ήθελα πολύ να γράψω πιο πολλά για τους Alan Parsons Project, ο Alan πάει να μείνει στην ιστορία μόνο ως ο μηχανικός ήχου στο «Dark side of the moon», αλλά πολύ τους εκτιμώ και ειδικά για τις οργανικές τους συνθέσεις, πολλές από αυτές ήταν ευφυέστατες. Έχει κυκλοφορήσει μάλιστα μια συλλογή η οποία μαζεύει αρκετές από δαύτες με τίτλο «The Instrumental Works». Εκεί μέσα ξανακούστε και θυμηθείτε θέματα όπως το «Mammagamma», το «Hawkeye», το «Hyper-Gamma Spaces», το «The gold bug», τους ξετινάξανε τους ανθρώπους κυριολεκτικά.

Μιλώντας για δημοσιογραφικές εκπομπές, πολλά χρόνια πριν ο Σταύρος Θεοδωράκης …υπογράψει συμβόλαιο με τους Calexico, συναντήσαμε σε αυτές ονόματα όπως οι Kraftwerk με το «Antenna» (στην εκπομπή η «ΕΡΤ στη Βόρεια Ελλάδα» -γιατί Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα λέγαμε μπας και το πιστέψουμε) ή πιο «σοφιστικέ» επιλογές όπως το ουράνιο «Concerto pour une voix» του Γάλλου νεοκλασικού Saint Preux (από την «Σύγχρονη Εύα» με την Έλλη Ευαγγελίδου). Ο επίσης σπουδαίος Γάλλος Jean-Luc-Ponty γνώριζε εκείνα τα χρόνια αξιοσημείωτη επιτυχία με τα τζαζ ανακατέματά του, το «Mirage» ήταν (και είναι ακόμη) κλασική υπόκρουση για ερευνητικά ρεπορτάζ τα οποία επιζητούν και μια επιπλέον επίστρωση σοβαρότητας, το δε «Polyfolk Dance» ήταν το σήμα από τους «Ρεπόρτερς», με Δημαρά, Χαρδαβέλλα και Λιάνη (που έχουν καταλήξει-καταντήσει όλοι αυτοί σήμερα;!).

Πραγματικό χρυσωρυχείο για τέτοια σήματα αποδείχθηκε και ο Βαγγέλης Παπαθανασίου, ειδικά από τη στιγμή που πήρε και το Όσκαρ και τον έμαθαν οι πάντες. Έχουμε και λέμε λοιπόν: στο «Παρασκήνιο», το «Apocalypse des animeaux». Το «Dervish D» και το «Pulstar» σε …κατάχρηση (αν και για το δεύτερο χρησιμοποιούνταν πολύ και μια διασκευή από ένα italodisco σχήμα ονόματι Hypnosis, πρόδρομoυς των χμμμ λίαν ύποπτων πολιτικά Kirlian Camera). Στην «Εκπαιδευτική Τηλεόραση», πρωινή και απογευματινή ζώνη με ταινιάκια για κάθε επιστήμη (μερικά ήταν καταπληκτικά, ακόμη θυμάμαι εκείνα για την κβαντική θεωρία). Και εδώ Vangelis. Το «Spiral». Το «Alpha». Και θα προτρέξω λίγο θεματικά, θυμάμαι και μια διαφήμιση για μακαρόνια, έναν αιγαιοπελαγίτικο μύλο, μια χαρούμενη παρέα να χορεύει τον καταιγιστικό χορό της φωτιάς, «La danse du feu», μια εντυπωσιακή απόπειρα του Παπαθανασίου να συνδέσει την ελληνική παράδοση με την ηλεκτρονική καινοτομία (από τον δίσκο «Ωδές» του 1979).

Από τις ανασκαφές μας δε θα μπορούσα να μείνουν έξω και οι μουσικές εκπομπές, οι οποίες τότε ήταν σαφώς περισσότερες από τις σημερινές ημέρες όπου έχουμε …πολυφωνία και πλουραλισμό (άλλο ένα παράδειγμα του πως η «ελεύθερη» αγορά οδηγεί πρακτικά σε μονοκαλλιέργειες και ολιγοπώλια). Το αξιοσημείωτο είναι ότι ενώ παρακολουθούσα φανατικά το «Μουσικόραμα» με τον Γιώργο Γκούτη, μάλλον δεν με είχε εντυπωσιάσει ιδιαίτερα το σήμα του για να παρατηρήσω ότι στους τίτλους αρχής έγραφε το όνομα του Σταύρου Λογαρίδη (το κομμάτι λεγόταν «Σνιφ Σνιφ»). Λιγότερο συχνά έβλεπα το «Μουσικό καλειδοσκόπιο» του Κώστα Σγόντζου-πρώην-Δούκα, το θέμα του ήταν όμως χαρακτηριστικότατο, η σύνθεση «Zoolook» του Jean-Michel Jarre.

Ένα μεγάλο ξεχωριστό κεφάλαιο είναι φυσικά οι αθλητικές εκπομπές, οι οποίες δεν ήταν και λίγες, δημοσιοϋπαλληλικές οι πιο πολλές, άχρωμες και άκεφες, αλλά πραγματικά αθλητικές και ουχί αποκλειστικά ποδοσφαιρόπληκτες όπως έχουν καταντήσει σήμερα. Θα ξεκινήσω όμως με μια παρασπονδία. Πάμε εικόνα: Κυριακή μεσημέρι, μετά το ψητό, γήπεδο, Γ’ Εθνική, τσιμέντο (εκτός κι αν έχεις προνοήσει με αφρολέξ από το σπίτι για να μην «πιάνεται» ο ποπός), γλυκό τρούφα, διαφημίσεις τοπικών βουλκανιζατέρ από τα μεγάφωνα, και τρανζιστοράκια στο αυτί συντονισμένο για να μαθαίνεις τα αποτελέσματα στα άλλα γήπεδα, οι αγώνες τότε γίνονταν όλοι την ίδια ώρα. Και το σήμα με το οποίο συνδεόταν η ελληνική ραδιοφωνία μου έχει μείνει αξέχαστο: το «Goldene Jahre» του (προ)-Σαμουράι Michel Cretu.

Και μετά τη λήξη του ματς, γρήγορα σπίτι, το βράδυ είχε «Αθλητική Κυριακή», το σήμα το οποίο έγραψε ο Χρήστος Λεοντής ακόμη μου υποβάλλει σχεδόν παβλοφικά ότι αύριο είναι Δευτέρα και έχω σχολείο, τώρα αύριο είναι Δευτέρα και έχω δουλειά, δεν άλλαξαν πολύ τα πράγματα τελικά (θέλω να πιστεύω). Από τις υπόλοιπες εκπομπές δεν έμειναν πολλές στην ιστορία σαν τίτλοι, τις παρουσίαζαν …αστέρες όπως ο Παύλος Γερακάρης, ο Στράτος Σεφτελής ή το μουστάκι του Αργυρίου (όχι του Μπάμπη αλλά του Γιάννη), τον Βαγγέλη Φουντουκίδη ίσα που τον πρόλαβα. Θέματα όπως το «Fanfare for the common man» των «αγαπούσαμε να τους μισούμε» Emerson, Lake & Palmer, το «Courtship» του Bob James ή το «Midflight» του new age Chris Spheeris (δηλαδή του Χρήστου Σφυρή, ομογενής ήταν ο άνθρωπος), ανήκουν στην κατηγορία «ρε συ, από που το ξέρω αυτό;».

Υπάρχουν αρκετά ακόμη αταυτοποίητα στη μνήμη μου μουσικά αντικείμενα, αναφέρω μερικά έτσι σαν τίτλους μπας και κάποιος άλλος θυμηθεί καμία σύνδεση. Το «Moon Dance» του Andreas Vollenweider, το «Magic Fly» των Space, το «Astral Voyager» (και πολλά άλλα) των Tangerine Dream (τους οποίους έχω πετύχει πολλές φορές ως χαλί σε ελληνικά εκπαιδευτικά περί του …σεξ ντοκιμαντέρ, και αν απορείτε που παίζονταν αυτά στην τηλεόραση, θα σας δώσω τον κωδικό ανάκτησης μνήμης «Λεωνίδας Ψησταριές»).

Η μουσική στη διαφήμιση υπήρξε ένα ζήτημα το οποίο έχει ξεσηκώσει κατά καιρούς θύελλες στη μικρή λιμνούλα της ελληνικής μουσικής πραγματικότητας. Γιατί ως γνωστόν σε αυτή τη χώρα είμαστε large σοσιαλιστές όσον αφορά την τσέπη του άλλου αλλά φιλελεύθεροι καπιταλιστές με τη δική μας. Και οι διαφημίσεις είναι το μακρύτερο χέρι του σατανά του κέρδους και του καταναλωτισμού, έτσι μας μάθαιναν να γράφουμε από τότε στις εκθέσεις για να περάσουμε τις πανελλήνιες. Θυμάστε τον κακό χαμό που είχε γίνει με το «Fake» των Raining Pleasure και το «ξεπούλημα» στην κακή κινητή τηλεφωνία; Τι απέμεινε από όλη αυτή τη …μπουρμπουλιθρίαση. Τίποτε. Το τραγούδι. Τα τραγούδια είναι αυτά που μένουν στο τέλος.

Παρολ’ αυτά, εμένα μου άρεσαν οι διαφημίσεις, μικρός ειδικά είχα πραγματική μανία. Να σημειώσω όμως ότι τότε δε μεταδίδονταν με τη σημερινή ακατάσχετη συχνότητα, έχω για παράδειγμα γραμμένο σε βιντεοκασέτα τον τελικό του Ευρωμπάσκετ του 1987, 3 ώρες μετάδοση, κανονικός αγώνας και παράταση και απονομή, διαφημίσεις είχε μόνο στο ημίχρονο.

Έτσι επιγραμματικά και αυθόρμητα ας θυμηθώ μερικές: το «Riders on the storm» των Doors στη διαφήμιση με εκείνους τους κατασκευαστές πλυντηρίων οι οποίοι έμειναν για πάντα 29 (σαν τους …58 ένα πράμα). Το θέμα του «Rocky» (το «Gonna fly now» δηλαδή) του Bill Conti, προσαρμοσμένο από τον Πατίστα στα γυναικεία καλτσόν του. Το «Oxygene No. 4» του Jean-Michel Jarre (νάτος πάλι) στα ψυγεία του Πίτσου. Στο κονιάκ του Μεταξά, πιο κλασικές αξίες, «Don’t let the stars get in your eyes» με τον Γκλεντοριανό Perry Como. Το «Papa-Oom-Mow-Mow», όχι στην εκτέλεση των Trashmen, αυτή παραήταν βρώμικη, αλλά στην πρωτότυπη των Rivingtones, να δίνει το ρυθμό σε ζελεδάκια να κινούνται σαν γυναικεία …στήθη. Το «Word up» των Cameo σε καραμέλες. Κάπου υπήρχε και ένας Χαριτοδιπλωμένος με το «Talk about love», πάλι κενό μνήμης, θυμάμαι όμως ότι το φιλμάκι διαδραματιζόταν σε στίβο. Το «Da Da Da» των Trio, εισαγωγή στη Neue Deutsche Welle, ελαφρώς παραλλαγμένο σε Ba-de-das, αχά-αχά-αχά. Το «Promenade» από το «Bilitis» του Francis Lai το οποίο σε μετέφερε νοερά σε ένα από τα εργοστάσια επίπλων στον εξωτικό Άλιμο. Τα «Κύματα» του Σταμάτη Σπανουδάκη σε υπόκρουση για γιαούρτι.

Έτσι είναι, η εμπορευματοποίηση τα έχει αυτά, μπορεί να προκαλέσει τέτοιες παράξενες ταυτίσεις και συνειρμικές εικόνες, είναι η τιμή που πληρώνει ο κάθε δημιουργός για τον «συμβιβασμό» του. Κάτι ήξερε κι ο Μάνος που τα είχε ξεκόψει όλα αυτά. Είχε και την πολυτέλεια να μπορεί να το κάνει, θα πει ο αντίλογος. Και αμφότεροι θα έχουν ένα κάποιο δίκιο.


NomiΘέλω όμως να ξεχωρίσω ένα κομμάτι από το σωρό. Για πολλούς λόγους. Για τον εξής έναν. Γιατί ανήκει σε έναν σπουδαίο καλλιτέχνη τον οποίο δεν εκτιμήσαμε ποτέ όσο έπρεπε, ήταν και που το «Total eclipse» ταυτίστηκε σχεδόν απόλυτα στη χώρα μας με το προϊόν, για πολλά χρόνια ήταν το τραγούδι του Campari, ήταν και ιδιαίτερη περσόνα ο Klaus Nomi, εξωτικό πτηνό, ένα αξιοπερίεργο, εκκεντρικό freak, δεν του δώσαμε σημασία πέρα από την επιφάνεια. Πέθανε και από εκείνη τη μυστήρια αρρώστια των ομοφυλόφιλων, το AIDS, λίγο μετά πέθαναν και ο Μπίλυ Μπο και ο Ιόλας και έτσι σιγουρεύτηκε η ελληνική κοινωνία ότι τους …τοιούτους τους κυνηγάει μια θεϊκή κατάρα. Ερμηνευτής με σπάνιο φωνητικό χάρισμα, αξίζει να προσπεράσετε λίγο τα σουξέ και να ακούσετε για παράδειγμα τη συγκλονιστική του απόδοση στο «Cold song» του συνθέτη της μπαρόκ Henry Purcell. Δεν θα μείνει τρίχα στη θέση της…

Και κάπου εδώ και κάπως έτσι το μουσικό μας διάλειμμα για το MiC φτάνει στο τέλος του. Off στην οθόνη. Όταν κλείνει η TV αρχίζει η ζωή, έτσι δεν έλεγε το παλιό σύνθημα; Μακάρι να ήταν τόσο απλά τα πράγματα. Ειδικά τώρα που η ζωή μας κυλάει ανάμεσα σε όλο και περισσότερες οθόνες…

Το MiC του 2030 άραγε τι αφιέρωμα θα κάνει;

* Τίτλος κομματιού των Ιταλών συνθετικών Krisma από το 1980.

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: