Verschwende deine Jugend – Juergen Teipel


JugendVerschwende deine Jugend
Juergen Teipel (Suhrkamp)

Verschwende deine Jugend. Ξόδεψε τα νιάτα σου δηλαδή. Και υπάρχουν, αλίμονο, αναρίθμητοι τρόποι να το κάνεις, είτε ξοδεύεις με σύνεση είτε αλόγιστα, το τελικό αποτέλεσμα είναι το ίδιο και το αυτό. Το θέμα είναι η ουσία που απομένει…

Το βιβλίο του Juergen Teipel είναι ένα ιστορικό του γερμανικού πανκ. Πρωτοεμφανίστηκε το 2001, η έκδοση την οποία παρουσιάζουμε εδώ είναι η αναθεωρημένη και επαυξημένη του 2012. Το βιβλίο κυκλοφορεί μέσα από μεγάλο και παραδοσιακό γερμανικό οίκο, ο δε συγγραφέας είναι δημοσιογράφος με περγαμηνές σε πολλά mainstream έντυπα. Δεν νομίζω να χρειάζεται να σημειώσω κάτι εδώ, η αντιφατική σημειολογία είναι προφανής και λίαν εύγλωττη…

Η πλοκή της ιστορίας ξεδιπλώνεται σε πόλεις όπως το Αμβούργο, το Ντίσελντορφ ή το Βερολίνο, σε ιστορικά κλαμπ όπως το SO36, το Dschungel, το Krawall 2000, και πάνω απ’ όλα το Ratinger Hof. Και με μια πλειάδα πρωταγωνιστών, άλλους περισσότερο και άλλους λιγότερο γνωστούς, άλλους χαραγμένους στη μνήμη και άλλους ξεχασμένους: Neubauten, DAF, Malaria (στο εξώφυλλο φιγουράρει η Gudrun Gut), Toten Hosen, KFC, Palais Schaumburg, Der Plan, Die Krupps, Andreas Dorau, Abwaerts, είναι ονόματα τα οποία συνεχώς επανέρχονται στις σελίδες της αφήγησης.

Ασφαλώς και λείπουν αρκετοί και σπουδαίοι (όπως ο αγαπημένος μου Tom Dokupil) αλλά η επιλογή είναι ως γνωστόν στοιχειώδης αδεία του εκάστοτε συγγραφέα. Εν προκειμένω δε, η επιλογή συνιστά καθοριστικό παράγοντα, το βιβλίο είναι ουσιαστικά μια κοπτοραπτική συνεντεύξεων από δεκάδες (έως και εκατοντάδες) μέλη συγκροτημάτων, ιδιοκτήτες εταιριών ή …απλών πάνκηδων, ο Teipel δεν προσέθεσε ούτε μία δική του λέξη στην «έρευνα», απλά έδωσε στις συνομιλίες μια νοηματική και αφηγηματική συνέχεια. Και με αυτό τον τρόπο, αθροίζοντας ψηφίδες μικρών ιστοριών, αλληλοσυμπληρούμενων και ενίοτε αλληλοαναιρούμενων, συνέθεσε ένα μοναδικό και πολύτιμο μωσαϊκό-ντοκουμέντο για ένα μουσικό είδος (κίνημα το θέλουν πολλοί) το οποίο τελικά έφαγε τις ίδιες του τις σάρκες, τροφοδότησε όμως έτσι μια ολόκληρη αλληλουχία επιγόνων οι οποίοι μπορεί να το ξεπέρασαν, να το αναίρεσαν, να το καταδίκασαν, ακόμη και να το περιγέλασαν, σε αυτό όμως οφείλουν την ίδια τους την ύπαρξη.


ratingerΌσο ντοκουμέντο είναι όμως το βιβλίο, άλλο τόσο είναι και μυθιστόρημα. Μυθοπλασία. Γιατί δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε την εγγενή αναξιοπιστία την οποία κουβαλούν οι προσωπικές αναμνήσεις, όχι μόνο εξαιτίας της φυσιολογικής με την ηλικία απώλειας μνημονικών κυττάρων, αλλά κυρίως λόγω της αναπόφευκτης (πολλές φορές και ασυνείδητης) απόπειρας εξωραϊσμού του παρελθόντος.

Μυθιστόρημα λοιπόν, μέσα από το οποίο αναδεικνύεται μια πλούσια πινακοθήκη ηρώων, με διαφορετικούς χαρακτήρες, με ρόλους καλού και κακού, με κόντρες «κολόνιες» που μερικές κρατάνε ακόμη, πρόσωπα αντιφατικά, που συνεργάστηκαν, συγκρούστηκαν, αλληλοσυμπληρώθηκαν, που μαζί δεν έκαναν και χώρια δεν μπορούσαν. Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, κάμποσοι (αρκετοί!) από αυτούς είναι ακόμη ενεργοί και δραστήριοι, ενίοτε και σε άλλα εντελώς διαφορετικά καλλιτεχνικά πεδία. Άλλοι είναι υπάλληλοι, γιατροί, μηχανικοί, με παιδιά και οικογένειες, επαγγελματίες επιτυχημένοι, με μια τρυφερή αποστασιοποίηση από τα νεανικά τους καμώματα και μια νοσταλγία για «τότε που ζούσαμε».


raysback_smΑπό την άλλη όμως υπάρχουν και τα αδέρφια που χάθηκαν νωρίς, που κάηκαν, που οδηγήθηκαν στην τρέλα ή κατέληξαν πικραμένες πικρόχολες υπάρξεις οι οποίες αντλούν από τη δόξα (;) και τα μεγαλεία (;;) του χαμένου παρελθόντος. Δεν είναι περίεργο λοιπόν ότι ο γραμματικός τύπος που κυριαρχεί είναι ο αόριστος και η ευκτική «θα μπορούσε» και «μακάρι να…» αλλά και ο υποθετικός λόγος του «αν…». Η ιστορία, η κάθε ιστορία άλλωστε είναι μια ιστορία χαμένων δυνατοτήτων, δρόμων οι οποίοι ποτέ δεν περπατήθηκαν, ελπίδων οι οποίες πέθαναν (έστω και τελευταίες). Ι saw the best minds of my generation destroyed by madness που έγραφε με καθολική παγκόσμια διαίσθηση και ο Ginsberg.

Είναι προφανώς αναπόφευκτο η τελική εικόνα την οποία μεταδίδει το βιβλίο να είναι θρυμματισμένη και αντιφατική, έτσι δεν είναι όμως και η ζωή μέσα στη γοητευτική της πολυπλοκότητα; Έτσι η εποχή εκείνη προβάλει ταυτόχρονα σκληρή και αγνή, κάφρικη και αφελής, αλήτικη και τρυφερή, μηδενιστική και βίαιη, νεανικά απερίσκεπτη και γραφική, κυνική και υπερβολική, προκλητική και αναιδής. Πολλές περιγραφές δοκιμάζουν τα όρια της αντοχής μας, δεν ξέρω πόσοι από εμάς θα είχαμε πραγματικά τα κότσια να επιβιώσουμε σε τέτοιες καταστάσεις. Από την άλλη, έχει πάντως πολύ πλάκα να ανακαλύπτεις κοινά μοτίβα με τα εδώ πεπραγμένα, οι προβληματισμοί π.χ. για το αν η γερμανική γλώσσα ταιριάζει στο ροκ, για το βάρος της επιτυχίας, τις κατηγορίες για ξεπούλημα, για «νόθευση του αγνού πανκ», παντού τα ίδια γίνονται τελικά, και τούτο δεν το λέω ως κλασικό άλλοθι αυτο-αθώωσης. Ίσως περισσότερο σαν απομυθοποίηση. No more heroes που λέγανε οι Stranglers. Αλλά ξέχασα. Κι αυτοί «προδότες» δεν ήτανε;


kfcΑρχικά θεώρησα ότι δεν θα είχε νόημα μια αναλυτική παρουσίαση-κριτική του βιβλίου, η γερμανική γλώσσα περιορίζει αυτομάτως το εύρος του δυνητικού αναγνωστικού κοινού. Μήπως όμως θα είχε νόημα για αυτόν ακριβώς τον λόγο; Για να ξεπεράσω λοιπόν τέτοιες ενστάσεις, ανθολόγησα κι εγώ με τη σειρά μου μέσα από το βιβλίο διάφορες ατάκες και αποσπάσματα, ατάκτως ερριμένα και ελευθέρως μεταφρασμένα, εννοείται μέσα από τον δικό μου «προκατειλημμένο» φακό. Αντιπροσωπευτικό και …υποκειμενικά αντικειμενικό θέλω να πιστεύω.
Hey ho, let’s go λοιπόν…

Αρκούσε μόνο να ήμαστε διαφορετικοί. Το θέμα είναι βέβαια ότι καταλήξαμε να ήμαστε ακριβώς ίδιοι με όλους εκείνους που ήταν διαφορετικοί.

Το πανκ δεν ήταν ένα κίνημα, αλλά μια σύναξη ατόμων τα οποία έρεπαν στον ατομικισμό και δεν εμπιστεύονταν καμία απολύτως κοινωνική δομή.

Σταμάτα να σκαλίζεις στην κιθάρα. Παίξε απλά έναν ήχο. Αυτό φτάνει. Και είχε δίκιο. Από τότε προσπαθούσαμε να ξεχάσουμε την όποια μουσική μας παιδεία.

Κάναμε κουλά πράγματα. Παίζαμε κρουστά για τρεις ημέρες συνεχώς. Χωρίς διακοπή. Όποιος έμπαινε στο σπίτι κι έβρισκε ένα καπάκι κατσαρόλας, οτιδήποτε μπορούσε να κάνει σαματά, συμμετείχε.

Στην αρχή της συναυλίας μας, βρίσκονταν στο χώρο 1500 άτομα. Στο τέλος είχαν μείνει 30.

Ως κοπέλα δεν επιτρεπόταν να φοράω παντελόνια στο σχολείο.

Τις πρόβες μας τις κάναμε σε ένα εγκαταλειμμένο μπούνκερ του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου.

Άκουσα το πρώτο κομμάτι, λεγόταν Blitzkrieg Bop. Είπα ΟΚ, ένα αστείο ήταν, για να δούμε παρακάτω τι μπορούν να παίξουν τούτοι οι τύποι. Και το επόμενο κομμάτι ήταν ακριβώς έτσι. Και όλος ο δίσκος. Εκεί κάπου κατάλαβα ότι μπορώ κι εγώ να το κάνω αυτό.

Θέλαμε να την λέμε στους hippies και στους 68άρηδες καθηγητές μας. Στο σχολείο έλεγα πράγματα όπως «Ο πόλεμος στο Βιετνάμ είναι θαυμάσιος». Ή «απαιτούμε αυταρχική παιδεία».

Συχνά είχα μαζί μου σκόνη πουρέ που έκλεβα από τη μητέρα μου και την πετούσα σε μπάντες οι οποίες ήταν σκατά.

Μέσα σε λίγα λεπτά ο χώρος διαλύθηκε. Τα σπάσαμε όλα μεθοδικά. Κυριολεκτικά κομμάτι το κομμάτι.

Γέροι στο δρόμο μου λέγανε ότι αν ζούσαμε την εποχή του Χίτλερ θα με είχαν στείλει στους θαλάμους αερίων. Μου συνέβαινε συχνά αυτό.

Εκείνα τα χρόνια τα φωτοτυπικά ήταν πολύ καύλα, γιατί πολλές φορές έκαναν από μόνα τους ότι ήθελαν, το αποτέλεσμα ήταν εντελώς απρόβλεπτο.

Στην πόλη που μεγάλωσα είτε θα γινόσουν αλκοολικός είτε θα την έκανες.

Εκεί συνειδητοποίησα πόσο λίγο χρόνο ζωής είχε όλο αυτό το πράγμα.

Στην πραγματικότητα το θέμα ήταν να σοκάρεις. Είτε με τον αγκυλωτό σταυρό είτε με το πολυβόλο της RAF. Και τα δύο υπήρχαν. Και τα δύο προκαλούσαν την ίδια αντίδραση στον δρόμο.

Ήμασταν ενάντια σε εκείνους που ήταν ενάντια.

Στο Ratinger Hof έπινα μόνο κόλα και νερό. Έπρεπε να έχουμε διαύγεια πνεύματος και σώματος. Το πανκ δεν ήταν μαστουρωμένα hippie σκατά. Έπρεπε να ήσουν αγριότερος, γρηγορότερος και καλύτερος από τους άλλους. Σ’ αυτό δε βοηθά να είσαι πιωμένος ή μαστουρωμένος. Γι’ αυτό εμείς προτιμούσαμε το speed.

Κι αν δεν είναι μουσική αυτό το πράμα, είναι τουλάχιστον τέχνη.

Και βρέθηκα με κορίτσια τα οποία έβαζαν για σκουλαρίκι χρησιμοποιημένα ταμπόν.

Μαζί με τους φίλους μου φτιάξαμε μια μπάντα η οποία υπήρχε μόνο στη φαντασία μας, δεν είχαμε παίξει ακόμη ούτε μία νότα. Ήταν απλά μια στυλιστική στάση. Μια ψυχολογική απελευθέρωση. Είχαμε όμως γαμάτο όνομα και γαμάτους τίτλους κομματιών. Ανύπαρκτων ακόμη.

Όταν καθόμουν στο μετρό ή στο τραίνο, οι γύρω θέσεις παρέμεναν άδειες ακόμη κι αν ο κόσμος ήταν πατείς με πατώ.

Τους ασφαλίτες τους παίρναμε πρέφα με τη μία. Από το μουστάκι. Αλλά επιπλέον μπορούσες κυριολεκτικά να τους μυρίσεις.

Είχα πάει σε μια διαδήλωση ειρηνιστών με ένα σήμα της RAF στην πλάτη. Οι διαδηλωτές μου επιτέθηκαν με τους πυρσούς και τα πλακάτ τους. Τελικά με έσωσε η αστυνομία.

Από πλευράς στυλ οι μπάτσοι πάντοτε με εντυπωσίαζαν.

Και όπως οι σουρεαλιστές έβλεπαν ένα σώμα καλοριφέρ εξίσου γοητευτικό με ένα γυμνό γυναικείο σώμα, έτσι κι εμείς βλέπαμε όμορφο ένα ηλιοβασίλεμα πίσω από μια πανάθλια ανθρακοβιομηχανία.

Όταν μίλαγες με hippies και άλλους της γενιάς του ’68, μέσα σε πέντε λεπτά η κουβέντα έφτανε στην πυρηνική ενέργεια και μέσα σε δέκα λεπτά είχες μια εικόνα του κόσμου που καλύτερα να αυτοκτονούσες. Γι’ αυτό ήταν το πανκ τόσο απαραίτητο.


the ostrich fanzineΣτην αρχή υπάρχει πάντοτε ένας ντιπ για ντιπ τρελός. Είναι συνήθως και ο πρώτος που χάνεται.

Το πανκ στην αρχή ήταν απόλυτη ειρωνεία. No future, ένα εντελώς ειρωνικό σύνθημα. Εγώ είχα μια απόλυτα θετική διάθεση για το μέλλον

Υπήρχε μια συνέντευξη των Clash οι οποίοι έλεγαν ότι όταν βλέπω μια αγελάδα, μου έρχεται να ξεράσω. Αυτό ήταν. Λοιπόν, χέστε μας με την ηλίθια τη φύση σας. Εμείς ζούμε στις πόλεις.

Το κομμάτι μας ήταν η περιοχή του Ρουρ σε ήχο. Μπετόν, πάρκινγκ, σουπερμάρκετ, πυρηνικά εργοστάσια, πυλώνες υψηλής τάσης.

Κι ήταν κι εκείνος ο τύπος που λεγόταν ΕΜΙ. Εντελώς καμένος. Είχε διαβάσει το όνομα στον δίσκο των Sex Pistols. Δεν είχε καταλάβει ότι επρόκειτο για εταιρεία.

Και ακούστηκαν μερικοί που φωνάζουν. Να τοι, έρχονται. Τώρα θα τις φάνε. Και οι Kraftwerk κατάλαβαν ότι δε θα τη βγάλουν καθαρή και το έβαλαν στα πόδια από τις σκάλες. Μερικοί τους ακολούθησαν τρέχοντας. Μετά τριγύριζαν στο χώρο με ύψος και αισθάνονταν πολλοί σπουδαίοι. «Διώξαμε τους Γερμανούς boring old farts». Χαχαχα.

Και ξαφνικά στις σχολικές γιορτές άρχισαν να με κοιτάνε τα κορίτσια. Όχι πιθανότατα με πόθο, αλλά τουλάχιστον με κοίταζαν.

Και εμφανίστηκα στο στέκι με τις πυτζάμες. Πυτζάμες και κονκάρδες. Αισθανόμουν πολύ κουλ.

Κι ένας τύπος σαν κι αυτόν, έμενε ακόμη στο παιδικό του δωμάτιο με τη μαμά. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν επιτρεπόταν να το ξέρει κανείς στην πόλη. Πολλοί όμως το ήξεραν. Και πολλοί ήμασταν τέτοιες διπρόσωπες υπάρξεις.

«Έχεις το νέο σινγκλ των τάδε; Δεν το έχεις; Ρε συ είναι τέλειο. Το καλύτερο απ’ όλα». Τέτοιες συζητήσεις γίνονταν συνέχεια.

Στο δισκάδικο είχε νέα παραλαβή κάθε Σάββατο. Αλλά πάντοτε είχαν μόνο πέντε αντίτυπα. Εγώ έφτανα πάντοτε αργά Αισθανόμουν λίγο σαν ηλίθιος. Για τους μάγκες τύπους της φάσης ήταν όλα ρεζερβέ από πριν. Γι’ αυτό και αυτοί τα είχαν όλα και μετά επιδεικνύονταν.

Τότε ξεκόλλησα ετικέτες από άσχετα βινύλια και κόλλησα αυτοσχέδιες δικές μου. Και τους έλεγα «δείτε, το έχετε αυτό ε;»

Είχαμε έναν ντράμερ ο οποίος ήταν ένας κανονικός νεαρός. Έκανε και πρόβες. Κανονικά με σόλα. Είχε φιλοδοξίες. Του έδειξα τι θέλουμε να παίξει. Αυτό μόνο: Τρρρραααμ. Με κοίταξε θιγμένος και είπε «Μα γι’ αυτό δεν χρειάζεστε καν ντράμερ».

O Bowie ήταν εντελώς χάλια με εκείνα τα πολύχρωμα γυαλιά και το άσπρο κουστούμι του. Ήταν σαν διαφημιστής οδοντόκρεμας.

Οι πανκ ρόκερ ήταν μεσαία τάξη. Πιο ιντελεκτουέλ. Οι ρόκερ τους έβρισκαν γελοίους. Ένας σοβαρός ρόκερ ποτέ δεν θα χάραζε με το ξυράφι το πολύτιμο δερμάτινό του.

Παρολ’ αυτά ήταν δειλά γουρούνια, την έπεφταν μόνο όταν είχαν την αριθμητική υπεροχή.

Με την μπάντα κάναμε μια εμφάνιση στο Ratinger Hof. Στα πλαίσια του live κάναμε μια performance σφουγγαρίσματος. Έτσι κι αλλιώς το μαγαζί ήταν πάντοτε μες στη βρώμα. Ας το καθαρίσουμε και μια φορά, είπαμε. Και σβήσαμε τα φώτα, έμειναν μόνο τα νέον. Μετά αρχίσαμε να τρίβουμε. Στο τέλος αναποδογυρίσαμε τους κουβάδες, ρίξαμε από πάνω γύψο, μετά κρέας και μετά απελευθερώσαμε τις μύγες. Είχαμε εκθρέψει προνύμφες ειδικά για το σκοπό αυτό.


Jaki Eldorado & IggyΚαι μετά άρχισαν να πετάνε στον κόσμο ψόφια ψάρια, πόδια γουρουνιών, συκωταριές. Άρχισα να τους βρίζω, είστε βαρετοί, με κάτι τέτοια παλιά και ξεπερασμένα κόλπα έπρεπε να πάτε σε καμιά ακαδημία τέχνης.

Τότε μας την έπεσαν και οι ρόκερ, μια τοπική συμμορία με την οποία είχαμε προηγούμενα. Έγινε πραγματική λασπομαχία. Μετά το ξύλο και οι δύο ομάδες ξανασυναντήθηκαν στο νοσοκομείο. Ένας τύπος στα εξωτερικά ιατρεία μου έλεγε ότι έφαγε μια σκούπα στο κεφάλι. Δεν του είπα φυσικά ότι ήμουν εγώ.

Ο καθένας εκεί μέσα έπαιζε τουλάχιστον σε δύο μπάντες. Τα γκαρσόνια, οι προμηθευτές μπύρας, οι τύποι στο φλίπερ, όλοι.

Δεν είχαμε ούτε καν σκηνή. Στην αρχή απλά ενώσαμε δύο τραπέζια μπιλιάρδου.

Με αυτήν (τη Nina Hagen) δεν θέλαμε καμία σχέση. Αυτό ήταν παλιά γερμανική ροκ μουσική. Πανκ για μικροαστούς.

Ήταν κι ένας τύπος hardcore ναζί. Είχε ένα γκρουπ, τους Savage Army, S.A. δηλαδή. Ήταν και μαύρος. Εντάξει. Εντελώς ηλίθιο. Χαχαχα.

Η πρώτη πραγματικά σκληρή πανκ μπάντα της Γερμανίας ήμασταν εμείς.

Ήταν μαλακία που σπάσαμε την κιθάρα ενώ δεν είχαμε φράγκα να πάρουμε άλλη. Μας εντυπωσίασε κιόλας πόσο δύσκολο είναι στην πραγματικότητα να σπάσεις μια κιθάρα. Αλλά ο κόσμος περίμενε από μια μπάντα σαν κι εμάς κάτι τέτοιο.

Το είχαμε πει, όταν θα γίνουμε μουσικοί, δεν θα υπάρχει τίποτε άλλο από την μπάντα στη ζωή μας. Τίποτε άλλο. Καμία φιλενάδα. Θα ζούμε για την μπάντα.

Στο στούντιο όπου θα ηχογραφούσαμε οι μακρυμάλληδες ημιμαθείς ηχολήπτες δεν είχαν μυρωδιά. Τα ντραμς ήταν ρυθμισμένα για τζαζ. Αλλά δεν τολμούσαμε να πούμε τίποτε. Το γεγονός και μόνο ότι θα ηχογραφούσαμε κάτι τόσο ιερό όσο έναν δίσκο, μας είχε σχεδόν παραλύσει.

Ο ήχος μας δεν υπάρχει καν στον δίσκο.

Οι δυο τους όταν έμπαιναν μέσα, παράγγελναν 50 ποτήρια μπύρα. Οι δυο τους. Και τα έπιναν.

Αν αυτό νόμιζαν ότι ήταν το πανκ, εντάξει. Για μας ήταν χαζό και κακόγουστο.

Αυτοί έκαναν επανάσταση μόνο στο παιδικό τους δωμάτιο.

Part time punks. Ήταν ότι χειρότερο μπορούσες να πεις για έναν σύντροφο.

Γι’ αυτό στην αρχή ήμουν εντελώς πιουρίστας. Προς Θεού, όχι εφέ, τίποτα. Μόνο μπάσο, κιθάρα, ντραμς και φωνή.

Οι τύποι δεν το βρήκαν καθόλου αστείο όταν ανέβηκα στη σκηνή με παραδοσιακή βαυαρική στολή.

Μια μέρα σηκώθηκα στην τάξη και είπα «αυτό είναι σπατάλη χρόνου» Κι έτσι παράτησα το σχολείο.

Σιχαινόμουν να εμφανίζονται hippies στις πανκ συναυλίες. Και να κάθονται στο πάτωμα, ένα απόλυτο σημάδι χιπισμού. Μια μέρα, μια φίλη δεν άντεξε άλλο. Άρπαξε έναν από το μαλλί, τον σήκωσε πάνω και του φώναξε «χόρεψε πόγκο ρε σίχαμα». Ο φουκαράς δεν ήξερε από που του ήρθε, δεν πρέπει να γνώριζε καν τι είναι πόγκο.


SpiegelΟι ηχογραφήσεις πήγαιναν κάπως έτσι. Παίρναμε ναρκωτικά, ηχογραφούσαμε και μετά ακούγαμε με νηφάλιο κεφάλι τι είχαμε κάνει. Και διαλέγαμε.

Ούτε κι εγώ ξέρω πόσα αυτοκίνητα είχα καταστρέψει. Αισθανόμουν σαν να ήμουν ολόκληρη η Baader-Meinhof μόνος μου.

Όλος αυτός ο βομβαρδισμός με κουτάκια μπύρας ή ροχάλες. Δεν τον εννοούσαμε άσχημα. Το κάναμε έτσι, για να φτιάξουμε ατμόσφαιρα. Όπως κάπου αλλού πετάν τα καπέλα τους στον αέρα.

Σε μερικά περιβάλλοντα δεν νιώθεις καθόλου καλά ως γυναίκα. Και αυτό ήταν ένα τέτοιο περιβάλλον, ήταν καθαρά αντρικό, μάτσο αντρικό. Μου την έσπαγε όλη αυτή η κοκοροσυμπεριφορά. Γι’ αυτό ήταν σημαντικό να φτιάχνονται γυναικεία συγκροτήματα.

Αποφασίσαμε να παίζει η καθεμιά μας το όργανο για το οποίο δεν είχε μυρωδιά.

Και μια μέρα μου έρχεται με έναν δίσκο των Beatles, το White Album. Του λέω «τι θέλεις με αυτό, δεν ξέρεις τι είναι;». «Μόλις το αγόρασα» μου είπε.

Και κάποια στιγμή, έγραψε μια εφημερίδα ότι στην Αγγλία οι punks και οι teds δέρνονται. Χωρίς πολύ σκέψη, το αντέγραψαν κι εδώ. Και από τότε όποτε συναντιόντουσαν έπεφτε άγριο ξυλίκι.

Στο Αμβούργο οι teds και οι punks μαχαιρώνονταν. Δεν επιτρεπόταν καμία ανάμειξη των ειδών. Όλοι μου έλεγαν πριν από τη συναυλία «να δεις τι έχεις να πάθεις».

Μια φορά οι teds εμφανίστηκαν σε μια συναυλία των Motorhead γυρεύοντας φασαρία. Οι οποίοι Motorhead μπορεί να ήταν μακρυμάλληδες αλλά η μουσική τους ήταν τόσο σκληρή και γρήγορη, ήταν σαν να είχε ένα punk attitude. Και ήταν αποδεκτοί από μας. Την πάτησαν όμως γιατί ήρθαν πολύ νωρίς, η συναυλία θα άρχιζε μετά από μία ώρα. Όπως πέρασαν μπροστά μου με ορμή σε λίγο εμφανίστηκαν πάλι τρέχοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση. Από πίσω τους όλο το crew των Motorhead, με ρόπαλα και κοντάρια και λοστάρια, μαζί και ο ίδιος ο Lemmy. Το απόλαυσα, δεν μπορώ να πω.

Υπήρχε ένα γενικότερο κλίμα υστερίας. Η Bild ξεσήκωνε τον κόσμο με πρωτοσέλιδα που έλεγαν για πανκ τρόμο.

Μια μέρα σταμάτησε δίπλα μου ένα αυτοκίνητο, από μέσα βγήκαν τέσσερις τύποι, απλοί εργάτες φαίνονταν. Τώρα θα δεις τι θα πάθεις πανκ γουρούνι, μου φώναξαν.

Οι Clash έρχονταν ντυμένοι με κοστούμια και χρυσές αλυσίδες. Και συμπεριφέρονταν σαν σουπερστάρ. Μετά έβαζαν τα δερμάτινα παντελόνια τους και τα χρωματιστά πουκάμισα. Και ο Strummer κοιταζόταν συνέχεια στον καθρέφτη, έπαιρνε πόζες και χτενιζόταν.

Τα άλλα συγκροτήματα της σκηνής τα έβρισκα φριχτά, απαίσια. Όλα χάλια, σκατά. Μόνο τα δικά μου τραγούδια μου ακούγονταν καλά.

Και ξάφνου το κλίμα άλλαξε: «εσείς είστε μόνο αλαζονικοί καλλιτέχνες. Οι αληθινοί punks είμαστε εμείς. Και αν δεν παίζετε τη μουσική που θέλουμε εμείς, να δούμε πως θα βγείτε ζωντανοί από εδώ μέσα».

Ο τραγουδιστής μας το έβρισκε απολύτως ΟΚ να δέρνεται με το κοινό. Εμείς συνεχίζαμε να παίζουμε τις κιθάρες μας σαν soundtrack στην κλωτσοπατινάδα. Πολλές συναυλίες μας απλά διακόπηκαν. Όποιος τολμούσε δε να πατήσει ποδάρι στη σκηνή, έτρωγε την κιθάρα στο κεφάλι.

Die Hitlers. Συνέχεια σχηματίζονταν συγκροτήματα με αυτό το όνομα, συνήθως για μια βραδιά. Όπως τότε, στις εκλογές.

Στην ανεξάρτητη εταιρεία μπορούσες να το κάνεις όπως θέλεις. Κανείς δεν σου έλεγε ο ήχος σας πρέπει να είναι έτσι ή αλλιώς. Αυτή η πίστη στην ανεξαρτησία σήμαινε επίσης πίστη στη δημιουργικότητα. Κι εμείς ήμασταν οι πρώτοι που το σπάσαμε αυτό και πήγαμε στη βιομηχανία. Όλοι οι αγαπημένοι μας δίσκοι όμως ήταν από αυτό τον κόσμο: Clash, Buzzcocks, Damned, Pistols, από μεγάλες εταιρείες δηλαδή.

Η πανκ σκηνή τελικά αυτο-περιορίστηκε, εγκλωβίστηκε και έκοψε τις ίδιες της τις ρίζες.

Για το φανζίν μας είχαμε κάνει μια φανταστική-ψεύτικη συνέντευξη με τον Johnny Rotten. Η πλάκα είναι όταν αργότερα κάναμε μια αληθινή, απαντούσε σχεδόν τα ίδια πράγματα.

Αργότερα στέλναμε στους δημοσιογράφους ένα τευχάκι με δέκα διαφορετικές κριτικές του δίσκου μας. Μπορούσαν να τις χρησιμοποιήσουν ελεύθερα, χωρίς αμοιβή.

Για την δισκογραφική ήμασταν τα παράξενα ζώα που είχαν πιάσει στο σαφάρι. Δεν είχαν καμία σχέση με τα πράγματα, δεν ήξεραν τι είναι καλό ή κακό. Μας αγόρασαν γιατί κάποιος τους σφύριξε ότι ήμασταν trendy.

Η σεξουαλική επανάσταση των 60s αφορούσε κυρίως τις γυναίκες. Το αντρικό κορμί έμεινε απέξω. Η απελευθέρωση ήρθε με το πανκ. Ήταν κάτι σαν μια εκ των υστέρων απελευθέρωση του άντρα το πανκ.

Το κύριο έλλειμμα των Neubauten ήταν ότι δεν είχαν καθόλου χιούμορ. Είχαν πιάσει την ατμόσφαιρα παρακμής της εποχής, αλλά χωρίς οποιαδήποτε ειρωνεία.

Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν πήγαινε άλλο. Ακόμη και σωματικά.

Το βρίσκω σημαντικό ότι το πανκ τελείωσε τόσο γρήγορα. Αυτό ήταν άλλωστε και το πραγματικό μήνυμα.

Υπάρχουν πολλοί που δεν κατάφεραν να επιβιώσουν. Που έπαθαν ζημιά. Νομίζω όλοι, λίγο ή πολύ.

Το σύνθημα μας ήταν: «κάνε ότι θέλεις, ξόδεψε τα νιάτα σου, όσο ακόμη μπορείς».

22/10/2014

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: