Category Archives: Απόψεις

Βγαίνει καλή μουσική σήμερα;

Ύπουλη η ερώτηση… Έχει πολλά αγκίστρια από τα οποία αν πιαστείς δεν ξεμπλέκεις εύκολα. Για παράδειγμα, τι σημαίνει καλή μουσική; Ας βγάλουμε όμως …φλας κι ας το παρακάμψουμε γιατί δεν θα βγάλουμε άκρη! Ας έρθουμε στην ουσία της ερώτησης. Και αλλάζω λίγο τη διατύπωση. Γιατί όταν αυτή η ερώτηση τίθεται προφορικά, η λέξη «σήμερα» προφέρεται με έναν τόνο καταφρόνιας στη φωνή, σχεδόν υποτιμητικά; Υπονοώντας και εμπεριέχοντας έτσι την απάντηση, ότι το Σήμερα είναι κάτι το ευτελές σε σύγκριση με το χρυσό χθες. Άλλωστε όπως είναι γνωστό τοις πάσι «ζούμε εποχές εκφυλισμού, παρακμής και έκπτωσης των αξιών» (αυτά δεν μαθαίνουν οι εκθεσάδες στα παιδιά εδώ και χρόνια;). Και οι εποχές ακμής τοποθετούνται σε ένα μακρινό ακαθόριστο «παλιά». Είτε μιας μη-βιωμένης αρχαίας εποχής είτε στα χρόνια των νιάτων. Το οξύμωρο εδώ είναι ότι αυτό το φαινόμενο συμβαίνει και συνέβαινε σε όλες τις εποχές!

Περιδιαβαίνοντας τα ΜΜΕ, γραπτά και ηλεκτρονικά, σίγουρα θα έχετε πέσει πάνω σε διάφορους …Λευτέρηδες Παπαδόπουλους που αναπολούν τα χρόνια που τα αγγούρια ήταν πιο δροσερά, οι ντομάτες είχαν άρωμα, το τραγούδι ήταν γνήσιο και αγνό σαν αιγοπρόβειο βούτυρο, τα κορίτσια παρθένα και ο έρωτας αυθεντικός και αθώος, οι ποδοσφαιριστές έπαιζαν για τη φανέλα και κάθε ματς ήταν χάρμα ποδοσφαίρου, ο κινηματογράφος ήταν «παλιός και καλός» (τότε ήταν απλώς εμπορικός), οι πρωταγωνιστές του γίγαντες μπροστά στους σημερινούς νάνους κλπ κλπ. Δεν είμαι ψυχολόγος αλλά μπορώ να φανταστώ τι καλλιεργεί και θρέφει μια τέτοια οπτική. Είναι και γιατί πιάνω τον εαυτό μου ώρες-ώρες να αναπολεί ακόμη και άσχημα προσωπικά γεγονότα με μια ροζ τρυφερότητα. Είναι γιατί το παρελθόν το έχουμε σίγουρο, σε αυτό πατάμε, σε τελική ανάλυση «είμαστε το παρελθόν μας». Το παρελθόν εμπεριέχει τα νιάτα, τα «καλύτερα μας χρόνια». Those were the days… Το παρόν; Υπαρκτό, χειροπιαστό, πεζό, με τα μικροπροβλήματα της καθημερινότητας να μην αφήνουν πολλά περιθώρια για ρομαντισμούς. Και εκεί έρχεται η μνήμη σαν κόσκινο που ξεχωρίζει την άμμο από το χρυσάφι. Και η «άμμος» ξεχνιέται… Ή εξωραΐζεται. Πόσα αισθητικά εκτρώματα (μουσικά και μη) του παρελθόντος δεν έχουν αναβαπτιστεί μέσα στην απενοχοποιητική κολυμπήθρα του χρόνου;

Όσο δε για το μέλλον; Αυτό είναι εξ ορισμού αβέβαιο… Μπορεί τα καλύτερα να έπονται αλλά αυτό κανείς μας δεν το ξέρει, κι ας έχει …κληρονομικό χάρισμα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το μέλλον εμπεριέχει και το τέλος. Όλων μας… Και αυτό ακριβώς είναι το κλειδί! Και από δω ξεκινούν και όλες οι μελλοντολογικές καταστροφολογίες. Ενδόμυχα όλοι επιθυμούμε ο κόσμος να τελειώσει μαζί μας…

Πιστεύω να απάντησα, έστω και έμμεσα, στο ερώτημα. Η καλή μουσική δεν είναι ένα μεταφυσικό ζήτημα χαρισματικών γενιών. Μπορεί η καρδιά η δική μου να είναι δοσμένη σε κάποιο είδος αλλά αυτό δεν μπορώ να το αντικειμενοποιήσω ή να το βγάλω σε καταφρόνια για τη σημερινή μουσική. Όταν ξεκίνησα να ακούω συνειδητά μουσική ηγεμόνευε (δυνάστευε θα έλεγα!) η δεκαετία του 60 και η μουσική των 80s ήταν «για τα σκουπίδια». Σήμερα έχει έρθει η ώρα της δεκαετίας του ’80 να φάει από το κρύο πιάτο της εκδίκησης, καθώς ήρθε στα πράγματα η γενιά που μεγάλωσε τα χρόνια εκείνα. Και πάντα η σύγκριση θα είναι εις βάρος της εκάστοτε «σημερινής» μουσικής, της μουσικής των νέων δηλαδή. Και έτσι θα συνεχίσει να γυρίζει αέναα ο τροχός…

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Ω τι κόσμος μπαμπά!

Λυπάμαι πολύ… Που 1 νεκρός στον Δυτικό καλοζωισμένο χορτασμένο κόσμο (εκεί που ανήκουμε και εμείς) είναι είδηση, 100 νεκροί κάπου στον υπόλοιπο κόσμο είναι απλώς μια στατιστική (εκτός βέβαια αν οι νεκροί έχουν πέσει από όπλο Αμερικανού ή Ισραηλινού!) Λυπάμαι πολύ και θλίβομαι… Που το ιδεώδες της ειρήνης έχει γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης, άδειο πουκάμισο, ξεσκισμένη σημαία, στα χέρια ανθρώπων υστερόβουλων, πολιτικά οπορτουνιστών, προσωπικά συμπλεγματικών (ιδεοληπτική εμμονή θα το έλεγαν οι ειδικοί!), επιλεκτικά και κατ’ επάγγελμα ευαίσθητων. Βέβαια αυτή είναι και η μοίρα όλων των ιδανικών του κόσμου τούτου, αλλά είναι πάντα τόσο οδυνηρό να διαπιστώνεις την έκπτωση τους…

Στην Τσετσενία τα 10 τελευταία χρόνια οι Ρώσοι έχουν εξοντώσει 100.000 ανθρώπους, έχουν ρημάξει, έχουν ισοπεδώσει πόλεις και χωριά. Οι Ισραηλινοί για να φτάσουν αυτές τις «επιδόσεις» θα πρέπει να συνεχίσουν με αυτόν τον ρυθμό για καμιά …100στή χρόνια ακόμη. Και όμως, όποτε ένας Παλαιστίνιος αγωνιστής τιναχτεί στον αέρα σε ένα μπαρ ή σε ένα λεωφορείο παίρνοντας μαζί του Ισραηλινόπουλα σαν και σένα και μένα, κάποιοι επιχαίρουν για τα κατορθώματα των «αγωνιστών». Αν όμως ο κακός μιλάει γιάνκικα ή πιστεύει στον Γιαχβέ, τότε τα πανώ και τα λάβαρα είναι ετοιμοπόλεμα, τα μπυρομπούκαλα γεμάτα βενζίνη και οι δημοσιογραφικές γραφίδες στάζουν πόνο και οργή…

Λυπάμαι πολύ… Που όλα αυτά τα 10 χρόνια δεν έγινε ούτε μία φορά μια πορεία προς την πρεσβεία της Ρωσίας. Όχι ότι θα έφερνε κάποιο αποτέλεσμα η «επαναστατική γυμναστική» (ίσως μερικές καμένες θερμίδες μόνο). Αλλά έτσι, για την τιμή των όπλων, για την προσωπική συνέπεια και αξιοπρέπεια. Για το φιλότιμο… Λυπάμαι πολύ… Που ποτέ δεν έγινε μια πορεία για τα θύματα της Μαδρίτης… Για τα θύματα του Σουδάν, της Ρουάντα, της Σομαλίας, της Σιέρρα Λεόνε, της… , της… (αλλά ξέχασα αυτοί είναι αραπάδες, ας τους να τρώγονται μεταξύ τους).

Λυπάμαι που ποτέ δεν έγινε μια πορεία για τους φυλακισμένους του Κάστρο, για την εθνοκάθαρση των Κινέζων στο Θιβέτ, για τα θύματα των Δίδυμων Πύργων, για τις σφαγές των Σέρβων… Λυπάμαι πολύ… Που το αυτονόητο, ότι ο ανθρώπινος πόνος είναι ίδιος, είτε πρόκειται για μια μάνα στη Νέα Υόρκη είτε για μια μάνα στη Νατζάφ, έχει γίνει αντικείμενο διαμάχης ποδοσφαιρικού τύπου…

Ησυχάστε λοιπόν «σύντροφοι»! Οι κακοί τώρα δεν είναι οι καπιταλιστές των πολυεθνικών και οι «φονιάδες των λαών»… Οπότε, καλή αντάμωση «σύντροφοι» στις ταβέρνες των Εξαρχείων. Και άντε, άσπρο πάτο… Και τις σόδες μην ξεχάσετε! Μπορεί να μην χρησιμεύουν για …επαναστατικές μολότωφ, αλλά για την χώνευση μια χαρά είναι…

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Κοτοπουλο-γρίπη



Ένα σκίτσο χίλιες λέξεις… (από την «Γαλέρα» του μήνα). Πως φτάσαμε ως εδώ; Τα βιομηχανικά «πλαστικά» κοτόπουλα των 43 ημερών πιο ασφαλή από τα φυσικά; Τϊ συμβαίνει; Αταβιστικός φόβος του ανθρώπου μπροστά στην συνεχώς καταστρεφόμενη φύση; Αναζήτηση μιας κενού περιεχομένου «ασφάλειας»; Δημοσιογραφική άγνοια και υποταγή στην …dominatrix της θεαματικότητας και της πώλησης φόβου; Σκόπιμη παραπλάνηση και κίνηση αντιπερισπασμού; Σκοτεινά και φανερά οικονομικά συμφέροντα; (ο «γνωστός άγνωστος Ράμσφελντ «βασικός μέτοχος» της εταιρείας που κατασκευάζει το εντελώς αναποτελεσματικό Tamiflu). Κοινή ανθρώπινη βλακεία; Όλα μαζί;

Και μερικά ψυχρά στοιχεία… Αριθμός θανάτων από την φονική γρίπη των πτηνών: 76 παγκοσμίως. Αριθμός θανάτων από την κοινή γρίπη: 20.000 ετησίως στις προηγμένες ΗΠΑ. Αριθμός θανάτων από πείνα: 24.000 την ημέρα! Τί είπατε; Η πείνα δεν είναι αρρώστια; «Είδα έναν …νεκρό κύκνο θαρρώ»…

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Βραβεία Α(γ)ρίων 2006

Kοινό χαρακτηριστικό όλων των εξουσιών, ολοκληρωτικών και μη, είναι μεταξύ άλλων και η διαστροφή της γλώσσας. Οι εξουσίες γνωρίζουν καλά τη δύναμη των λέξεων και τη χρησιμοποιούν κατά το δοκούν (η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει, αλλά κόκκαλα τσακίζει που λέει και ο «λατρευτός» τους λαός…). Ο σκοπός διττός: από τη μία ο εξωραϊσμός και η μεταμφίεση κάτω από εύηχες και αθώες λέξεις των πιο σκοτεινών και ειδεχθών πράξεων (η εξόντωση των Εβραίων ήταν απλώς η «Τελική Λύση», η χούντα «επανάσταση», οι φόνοι των αμάχων είναι μόνο «παράπλευρες απώλειες» κλπ κλπ), και από την άλλη μέσω της ιδιοποίησης και της καταχρηστικής χρήσης εννοιών, συμβόλων και ιδεολογιών, η εκμετάλλευση τους, το άδειασμα και το απογύμνωμα από κάθε περιεχόμενο, το ξεδόντιασμα, ώστε στο τέλος να μπορούν να ενσωματωθούν στο σύστημα, ακίνδυνες πλέον και ευκολοχώνευτες για το «κυρίως ρεύμα». Τί σχέση έχουν όμως αυτές οι σκέψεις με τη μουσική; Και στη μουσική υπάρχουν εξουσίες (μάλιστα πολλές φορές σε διαπλοκή με την πολιτική). Για παράδειγμα στη χώρα μας, όπου έχει επιβληθεί ένα στυγνό ολοκληρωτικό καθεστώς και τα πάντα σκιάζει η βαριά μπότα του σκυλάδικου και της μπουζουκοκουλτούρας! Και όπως είπαμε… Όλες οι εξουσίες έχουν την ίδια φάτσα…

Τούτες τις μέρες λοιπόν έπεσα τυχαία πάνω στις υποψηφιότητες των βραβείων της μουσικής βιομηχανίας τα οποία προσπαθούν να αποκτήσουν μια αίγλη με το αρχαιοπρεπές όνομα Αρίων. Και το μάτι μου τράβηξε η κατηγορία που έχει βαφτιστεί «εναλλακτική μουσική». Το θαύμα της μετατροπής …κοτόπουλου σε ψάρι που περιγράφει ο Ροΐδης στην «Πάπισσα Ιωάννα» ωχριά μπροστά στους θαυματοποιούς υπεύθυνους των βραβείων! Στην κατηγορία αυτή έχει λοιπόν στοιβαχτεί κάθε καρυδιάς καρύδι, ότι θεωρούν οι μουσικοί βιομήχανοι ως «εναλλακτικό» (προφανώς ότι δεν παίζεται πάνω σε …γαρύφαλλα νεκροταφείου)! Ροκάδες του Clearasil, έντεχνοι που περιφέρουν χρόνια την κατάθλιψη τους στις ίδιες νότες, εκπρόσωποι του σκυλο-electro και μαϊντανοί των πρωινάδικων και των μουσικών κρεοπωλείων της TV, γκρινιάρηδες αντι-καθεστωτικοί που με την πρώτη πρόσκληση τρέχουν να πάνε …Μέγαρο, και σαν άλλοθι (τί κρίμα!) ένας Φάμελλος και ένας Αγγελάκας… Γαμώτο, οι |Sex Pistols είχαν τα guts να γυρίσουν τα οπίσθια τους στις κατεστημένες τιμές, γιατί οι δικοί μας όχι;

Από μια άποψη πάντως χαίρομαι… Γιατί τελικά όσο μεγαλύτερη γίνεται η ξεφτίλα και η παρακμή τόσο μεγαλώνει και η ελπίδα ότι θα υπάρξει μια αντίδραση. Δράση-αντίδραση, που μας μάθαιναν και οι φυσικοί στο σχολείο! Και αυτή η αντίδραση δεν θα είναι ούτε εναλλακτική, ούτε «indie», δεν θα περπατήσει πάνω σε κόκκινο χαλί και δεν θα διεκδικήσει ποτέ κανένα βραβείο…

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Music for the ma$$es

Άραγε οι τιμές των συναυλιών να μετράνε στον πληθωρισμό; Έχω την εντύπωση πως όχι, ειδάλλως θα ήταν δύσκολα τα πράγματα για τα οικονομο-μαγειρεία του Αλογοσκούφη να μας πείσουν ότι ο πληθωρισμός είναι μόνο …3%. Εδώ έχουμε φτάσει στο σημείο συναυλία των 25 Ευρώ να θεωρείται …τιμή ευκαιρίας (για 9 παλιά χιλιάρικα μιλάμε)! 60 Ευρώ λέει οι Depeche Mode στη Μαλακάσα… Στη γειτονική Σόφια 15 Ευρώ… Η διαφορά των 45 Ευρώ είναι η αξία του κουτόχορτου «δικαιολογιών» του τύπου «τόσα ζητάει το group», «η Ελλάδα πέφτει μακριά και τα έξοδα μεταφοράς είναι πολλά» και άλλων συγκινητικών και εξίσου δακρύβρεχτων (εκτός κι αν 45 Ευρώ κοστίζουν οι …Raveonettes και o Schiller). Ή μήπως είναι η ελληνική «υπερηφάνεια» έναντι των «φτωχομπινέδων» γειτόνων μας; Το αποκορύφωμα; 75 Ευρώ (5 παλιά …πετσετάκια που έλεγε και η Γλυκερία) θα σκάσεις για να δεις καθήμενος στο κάτω διάζωμα του θεάτρου του Λυκαβηττού, τον Nick Cave να εκθέτει τις ευαισθησίες του σόλο με το πιάνο του. Πως τα φέρνει ο καιρός ε; Κάποτε τον μάζευαν τις νύχτες μετά τις συναυλίες από τα παγκάκια της πλατείας Βάθη… Τώρα είναι πλέον ένας politically correct καλλιτέχνης, με αυτή την γοητεία του ανθρώπου που έχει ζήσει την παρακμή και γύρισε πάλι στον «ίσιο» δρόμο, ευαίσθητος crooner, καλοντυμένος, τον διασκεύασε και ο Σαββόπουλος (παράλληλη πορεία δεν έχουν αυτοί οι δυο;), ένα ιδανικό καλλιτεχνικό άλλοθι για βραδινή έξοδο εταιρικών στελεχών… Πολλές γόβες και ψηλοτάκουνα προβλέπω να ταλαιπωρούνται στις άβολες πέτρες του θεάτρου… Γιατί φαίνεται πως αυτό ακριβώς είναι το target group (για να χρησιμοποιήσω και την «μανατζερική» αργκό που καταλαβαίνουν) όσων οργανώνουν συναυλίες στην Ελλάδα. Το group αυτών που έχουν πολλές αναμνήσεις και το πορτοφόλι για να πληρώσουν για μια αναπαράσταση τους… Ποιος είπε ότι το ροκ απευθύνεται στους νέους; Έχουν μήπως καμιά ιδέα τι σημαίνουν 60 Ευρώ για έναν απλό φοιτητή; Γιατί λοιπόν αυτός να μην προτιμήσει για την βραδινή του έξοδο την Βίσση όπου η είσοδος μαζί με ποτό θα του πάει 15 Ευρώ; Από την άλλη, ανοίγεις την εφημερίδα και στη μία σελίδα διαβάζεις για ανεργία και για τη γενιά των 900 Ευρώ στο μισθό, και στην επόμενη συναντάς τους καλλιτεχνικούς lifestyle δημοσιογράφους να σε προτρέπουν, πάντα σε αγενή προστακτική, «να είσαι εκεί» κλπ κλπ… Σε ποιους άραγε απευθύνονται; …… Απ’ ότι έχω ακούσει πάντως η Σόφια είναι όμορφη πόλη…

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Και τώρα; …Ηλεκτρονικό βιβλίο;

Train1830. Λίβερπουλ-Μάντσεστερ. Μια από τις πρώτες σιδηροδρομικές γραμμές στον κόσμο εγκαινιάζεται. Οι αγρότες αντιδρούν: ο θόρυβος και ο καπνός της ατμομηχανής θα τρομάζει τις αγελάδες με συνέπεια μείωση της παραγωγής γάλακτος.

1811. Εργάτες υφαντουργείων σπάνε τις νέες αυτόματες μηχανές ύφανσης οι οποίες απειλούν τις θέσεις εργασίας τους. Είναι οι περιβόητοι ιστορικά Λουδίτες.

1927. Η ταινία «The Jazz Singer» σηματοδοτεί το πέρασμα από τον βωβό στον ομιλούντα κινηματογράφο. Μερίδα κριτικών της εποχής, σκίζουν τα ρούχα τους: ήρθε το τέλος της τέχνης του κινηματογράφου. «Wait a minute, wait a minute. You ain’t heard nothin’ yet!». Και η ιστορία συνεχίζεται…

2010… Μια πολυπλόκαμη συζήτηση έχει φουντώσει στον πνευματικό χώρο, με αφορμή κάποιες συσκευές ηλεκτρονικής ανάγνωσης (ας αποφύγω την …γκρίζα διαφήμιση!), με τη σπίθα να έχει μεταφερθεί από το παρακείμενο …δάσος της μουσικής, όπου ήδη η φωτιά έχει φουντώσει και κατακάψει τα μπατζάκια πολλών. Ήρθε το τέλος για το βιβλίο; Για την ανάγνωση; Για το πνεύμα;

Προσωπικά πιστεύω ότι δεν υφίσταται καν ζήτημα αν στο μέλλον θα υπάρχει το βιβλίο όπως το ξέραμε μέχρι σήμερα. Αν υπάρχει κάποια νομοτέλεια στην ιστορία, άπαξ και ανοίξει ο ασκός του Αιόλου, οι άνεμοι δεν επιστρέφουν. Η πέτρα κυλάει και ο κόσμος προχωρά. Θα μου πείτε, το βέλος δείχνει προς θετική κατεύθυνση; Μεγάλη κουβέντα… Κάθε αλλαγή έχει και τα «θύματα» της. Ή όπως το θέτει με οξυδέρκεια ο γάλλος φιλόσοφος Βιριλιό «όταν εφεύραμε το πλοίο, ταυτόχρονα εφεύραμε και το ναυάγιο». Αυτή είναι (δυστυχώς ή ευτυχώς) η ανθρώπινη μοίρα… Το «ειδέναι ορέγεναι φύσει» που μας έβγαλε από τις σπηλιές και μας οδήγησε να έχουμε στα χέρια μας τη μοίρα του πλανήτη…

Έτσι και για το βιβλίο ως αντικείμενο, η θέση του στα μελλοντικά μουσεία το περιμένει. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι και το ίδιο το βιβλίο κάποτε υπήρξε ένα προϊόν σύγχρονης (του 1450!) τεχνολογίας, το οποίο αντικατέστησε το φτερό της χήνας και το χέρι του μοναχού και συνάμα προκάλεσε σφοδρή αντίδραση από τις πνευματικές και κοσμικές ελίτ της εποχής (αναζητήστε π.χ. τον λίβελο του Fillipo de Strata κατά της τυπογραφίας και των «πασαλειμμένων με μελάνι χαρτιών»). Αντιδράσεις με το αυστηρό (ενίοτε άδικο) εκ των υστέρων βλέμμα φαντάζουν το λιγότερο γραφικές. Και μελαγχολικές… Γιατί η ζωή περνά, δίχως να κοιτά την δική σου μελαγχολία, όπως τραγούδησε και ο Σαββόπουλος. Ο φόβος του μέλλοντος είναι κατά βάση φόβος της προσωπικής απώλειας. Του φόβου για ένα μέλλον που δεν θα μας εμπεριέχει…
ebookΌσο για το ηλεκτρονικό βιβλίο; Οι πρωτόγονες ακόμη συσκευές θα βελτιωθούν σε αδιανόητο για τη σημερινή φαντασία βαθμό, ακόμη-ακόμη για τους αμετανόητους φετιχιστές μπορεί να αναδίδουν και …οσμή τυπωμένου βιβλίου (η τεχνολογία είναι πραγματικά ήδη κοντά). Και φαντάζομαι (και ονειρεύομαι!) ένα μέλλον όπου ολόκληρη η ανθρώπινη γνώση θα είναι προσβάσιμη διαδραστικά, όπου ο τρόπος ανάγνωσης θα είναι πλέον μη-γραμμικός, όπου το λογοτεχνικό κείμενο θα το βιώνεις με κάθε δυνατή αίσθηση, όπου δεν θα χρειάζεται να διατηρείς χώρο στο σπίτι για μικρές βιβλιοθήκες της …Αλεξάνδρειας, όπου… Αλλά ας μη συνεχίσω την ονειροπόληση. Το μέλλον βρίσκεται πάντοτε πέραν κάθε φαντασίας.

Και ας αφήσω επίσης τις …αψιμαχίες οπισθοφυλακής. Αλλού θα δοθεί η πραγματική μάχη, και μάλιστα σε ευρύτερο μέτωπο. Όχι αν το βιβλίο θα είναι …αναλογικό ή ψηφιακό. Ζούμε σε εποχές όπου ο παραδοσιακός καπιταλισμός μεταλλάσσεται, αλλάζει πρόσωπο, σε ένα κινηματογραφικό «φοντύ ανσενέ» με έναν νέο καπιταλισμό (ίσως και με νέο όνομα), όπου πλέον το κομβικό σημείο ελέγχου δεν θα είναι τα μέσα παραγωγής (σε πολλούς τομείς αυτά έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται προσιτά στις ευρύτερες μάζες) αλλά η κατοχή και ο έλεγχος της πληροφορίας και της γνώσης. Και από που προέρχεται η τρομακτικότερη απειλή για τις οικονομικές εξουσίες, ποια είναι η πηγή των «δεινών» τους, που έχουν το λημέρι τους οι και πάλι βαφτισμένοι «πειρατές» που απειλούν την «ελευθερία» του εμπορίου; Ο …Διάβολος έχει όνομα και είναι το Διαδίκτυο. Και ποιο θα είναι το σύγχρονο «όπλο» για την προάσπιση της κατοχυρωμένης ολιγοπωλιακής πληροφορίας και γνώσης; Η πατέντα. Το copyright. Τα πνευματικά δικαιώματα.

Όπλο πάντως όχι και τόσο σύγχρονο. Γιατί καλό είναι όταν ακούμε τα συγκινητικά ηθικοπλαστικά κηρύγματα διαφόρων προστατών των «πνευματικών δικαιωμάτων», να θυμόμαστε ότι αυτά «εφευρέθηκαν» μόλις τον 17ο αιώνα, και ασφαλώς όχι για να προστατευτεί ο δημιουργός (για αιώνες φιλόσοφοι και ποιητές συνέθεσαν αριστουργήματα χωρίς να χρειαστούν «προστασία») αλλά για να αποτραπεί η ανεξέλεγκτη διάδοση αιρετικών και επικίνδυνων για την εξουσία ιδεών. Γιατί μέχρι τότε η γνώση ήταν κλειδαμπαρωμένη, απρόσιτη, φυσικά προστατευμένη σε ανάκτορα και μοναστήρια (θυμάστε τη βιβλιοθήκη στο «Όνομα του Ρόδου»;).

Για την έκβαση της σύγκρουσης, δεν διατηρώ αυταπάτες, είναι βέβαιο ότι θα δημιουργήσει νέες εξουσίες. Κάθε επανάσταση άλλωστε εγκαθιδρύει νέα κατεστημένα, πολλοί από τους παλιούς πειρατές γίνονται υπηρέτες της βασίλισσας. Αλλά κάποια έστω ψήγματα πραγματικής, άνευ εισαγωγικών ελευθερίας θα έχουν κατακτηθεί.

Και το σίγουρο είναι ότι ούτε η μουσική θα πεθάνει (η πειρατεία τόσα χρόνια τη …σκοτώνει τη μουσική, αλλά αυτή εκεί, εφτάψυχη αντέχει, και μάλιστα ποτέ δεν είχαμε πλουσιότερη παραγωγή), ούτε η ανάγνωση θα χαθεί, ούτε το πνεύμα θα σβήσει. Και η ιστορία συνεχίζεται…

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Περί κριτικής (και πάλι)…

Το κείμενο που διάλεξα να δειγματίσω και να παρουσιάσω από τις σελίδες του MIC είναι παλιό. Από το 1990 χρονολογείται. Και το «ψάρεψα» από μια συλλογή κειμένων του γνωστού (και κορυφαίου κατ’ εμέ) κριτικού λογοτεχνίας Δημοσθένη Κούρτοβικ, η οποία είχε κυκλοφορήσει με τον τίτλο «Ημεδαπή εξορία» από τις εκδόσεις Opera. Κατά σύμπτωση την ημέρα που το πληκτρολογούσα, δημοσιεύτηκε και το λίαν αιχμηρό κείμενο της στήλης του συναδέλφου σ’αυτές τις σελίδες Άρη Καραμπεάζη, ο οποίος ρίχνει μπόλικο νερό στο μύλο του προβληματισμού περί μουσικής κριτικής, θίγοντας συγχρόνως ζητήματα που δεν λέγονται συχνά (ούτε εύκολα) στα συντεχνιακά μας δωμάτια. Οπότε και το παρακάτω κείμενο εντάσσεται στο πλαίσιο της όλης προβληματικής.

Θα προσθέσω όμως και 1-2 δικές μου παρατηρήσεις στα γραφόμενα του Άρη. Προσωπικά έχω ένα πρόβλημα με τον όρο δημοσιογράφος. Είναι ένα επάγγελμα κάπως …ασαφές. Το να έχεις φοιτήσει σε κάποιο «ταπεινό» (όχι όσον αφορά τα δίδακτρα πάντως!) ΙΕΚ με τηλεαστέρες στη μαρκίζα και σπανίως στην αίθουσα, ή στο official τμήμα του Παντείου, το να έχεις ξετινάξει τον Μποντριγιάρ και να παίζεις στα δάχτυλα την ψυχολογία των μαζών και τις τεχνικές χειραγώγησης τους, πιθανώς να σου δίνει τον τίτλο του δημοσιογράφου (σήμερα τουλάχιστον, γιατί παλιότερα πολλοί ξεκίνησαν σε εφημερίδες κατά έναν τρόπο «είδα φως και μπήκα»). Αυτοί οι τίτλοι και τα διπλώματα όμως, κατά πόσον σου δίνουν το δικαίωμα να υποδύεσαι τη μία ημέρα το σεισμολόγο, την άλλη τον οικονομολόγο, την επομένη το χημικό και τη μεθεπόμενη το νομικό-συνταγματολόγο, κάνοντας και μια κριτική τέχνης στο ενδιάμεσο; «Όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω, περάστε κόσμεεεε…»;

Η σαφής άποψη μου είναι ότι η κριτική τέχνης είναι κάτι άσχετο με τη δημοσιογραφία, και οφείλει να είναι ανοιχτή στον καθένα για να εκφέρει τη δική του άποψη, εκτιθέμενος και αυτός όπως και το έργο τέχνης το ίδιο. Ο κορυφαίος (κατά την άποψη μου πάντα) εγχώριος κριτικός κινηματογράφου, ο Βασίλης Ραφαηλίδης, δεν ήταν δημοσιογράφος. Ούτε και ο Κούρτοβικ είναι (αν θυμάμαι καλά, βιολογία σπούδασε).

Ο Άρης επίσης προβληματίζεται με το πλήθος των ανθρώπων που γράφουν για το είδος της μουσικής που αποκαλούμε «ανεξάρτητη», το οποίο πράγματι είναι μεγάλο, ίσως και σε λίγο γραφικό βαθμό. Η ανάπτυξη του Internet σίγουρα έβαλε κάτι παραπάνω από ένα δαχτυλάκι (και τα δύο χέρια θα έλεγα!) σε αυτή την εξέλιξη, δίνοντας ένα βήμα πρωτόγνωρης ελευθερίας έκφρασης στους έως τότε παθητικούς αναγνώστες. Και πιστεύω ότι κάπως χαλάρωσε την κυριαρχία της αυθεντίας. Καλός ο Ζήλος και ο Πετρίδης, καθόρισαν την πρώτη επαφή μας με το μαγευτικό σύμπαν της μουσικής, αλλά κάποια στιγμή, παρά τη θέληση τους, εξελίχθηκαν σ’ ένα είδος καθεστώτος που θύμιζε τα χρόνια της καθηγητικής έδρας στα πανεπιστήμια. Ασφαλώς και χάρις στο Internet αυξήθηκε και η σαβούρα, το spam. Αλλά τελικά πιστεύω κανείς δεν έχασε από την πολυφωνία. Γιατί όπως έχω γράψει ουκ ολίγες φορές, μέσα από την ποσότητα θα αναδειχθεί και η ποιότητα… Περισσότερα σκουπίδια, αλλά και περισσότερα διαμάντια.

Όσον αφορά τώρα τα σχόλια, πολλές φορές κακόβουλα, τα οποία δέχεται ο κάθε κριτικός, πιστεύω ότι είναι κατά κάποιον τρόπο αναπόφευκτα! Το πιο ενοχλητικό για μένα όμως είναι ότι τα περισσότερα δεν αφορούν σκέψεις, γνώμες, απόψεις… Στην περίπτωση αυτή η σκληρότητα και η μαχητικότητα όχι μόνο είναι δικαιολογημένες, αλλά σχεδόν επιβεβλημένες θα έλεγα. Τις περισσότερες φορές αναλώνονται σε προσωπικές επιθέσεις, προσβολές, και ειρωνείες του κλασικού νεοελληνικού μάγκικου «ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;». Και ο διάλογος για τον οποίο όλοι φουσκώνουν σαν διάνοι από υπερηφάνεια λέγοντας ότι ανακαλύφθηκε» (sic) από τους αρχαίους προγόνους μας (δις-sic!), καταλήγει ένας μονόλογος με πετριές ύβρεων και συνθημάτων. Αγαπημένη δε ύβρις φαίνεται ότι είναι το «αγάμητος». Προφανώς το ότι οι ίδιοι ..βατεύουν (αλλιώς δεν θα το χρησιμοποιούσαν ως ύβρι!) το θεωρούν σαν κάτι πολύ σπουδαίο, αγνοώντας ότι πρόκειται για κάτι στο οποίο με ιδιαίτερη επιτυχία (και με πολύ λιγότερα taboo!) επιδίδεται ολόκληρος ο ζωικός κόσμος.

Τελοσπάντων, ας επιστρέψω στο κείμενο που διάλεξα και αποτέλεσε αφορμή για αυτά τα σχόλια. Διαβάστε το, είναι ένα κείμενο γεμάτο ψίχα, με προβληματισμό χρήσιμο τόσο σε γραφιάδες όσο και αναγνώστες. Μπορεί να αναφέρεται στον κόσμο του βιβλίου, αλλά τα πράγματα δεν διαφοροποιούνται ιδιαίτερα στο χώρο της μουσικής. Αν δυσκολεύεστε, απλώς αντικαταστήστε τη λέξη βιβλίο με το δίσκο! Και αν κάτι πρέπει να κρατήσουμε (για όσους βαριέστε να το διαβάσετε ολόκληρο), είναι αυτή η άποψη ότι και ο κριτικός κρίνεται. Γιατί κι αυτός ένα έργο τέχνης φτιάχνει, δευτερογενές μεν, έργο δε…. Οι υπογραμμίσεις και ένα σχόλιο σε πλάγια γράμματα δικά μου.

1. Ο ρόλος του κριτικού σήμερα (Κριτική της κριτικής)
«Ο κριτικός δεν πρέπει να εξαιρεί από τον έλεγχό του την ίδια του τη δουλειά. Πρέπει να δίνει το υλικό για να αμφισβητηθεί όχι απλώς η συγκεκριμένη κριτική του για ένα ορισμένο βιβλίο, όχι απλώς το πόσο ακριβοδίκαιος κατόρθωσε να είναι στη μια ή την άλλη περίπτωση, αλλά η ίδια η ιδιότητα και η λειτουργία του κριτικού. Μόνον αν απομυθοποιήσει το ίδιο του το έργο, αν δηλαδή επισημάνει στο κοινό τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς του, μόνο τότε νομιμοποιείται να λειτουργεί απομυθοποιητικά και ως προς τα κείμενα που κρίνει. Διαφορετικά ο κριτικός, δολίως ή εν αγνοία του, αναδέχεται το ρόλο της αυθεντίας που του απονέμει η θέση του και το όποιο κύρος του και από τη στιγμή εκείνη είναι αναπόφευκτο να αποκτά η δουλειά του συντηρητικό χαρακτήρα: ο κριτικός ενσωματώνεται σ’ ένα ιερατείο, που αξιοθετεί και αξιολογεί για λογαριασμό άλλων» ….

«Αλλά τα ανοιχτά μάτια δεν βλέπουν τίποτα, όταν είναι κλειστή η ψυχή. Αν πέρασε η εποχή της ιδεολογικής τρομοκρατίας στον χώρο της πνευματικής δημιουργίας, αυτό δεν σημαίνει ότι ανέτειλε η εποχή της ελεύθερης και γόνιμης συζήτησης γύρω από τα πνευματικά δημιουργήματα. Μια τέτοια συζήτηση μπορεί πράγματι να γίνει χωρίς προδεδομένες ιδεολογικές σταθερές, και μάλιστα είναι γονιμότερη και ουσιαστικότερη όταν διεξάγεται χωρίς αυτές. Αλλά δεν μπορεί να γίνει χωρίς θέση, χωρίς σκοπιά. Και σκοπιά σημαίνει, σε τελική ανάλυση, να θέτει κανείς στον εαυτό του ένα βασικό ερώτημα: Τι σημαίνει αυτό το βιβλίο για μένα; Πόσο με αφορά, πόσο με απασχολεί; Αν η ομολογημένη ή ανομολόγητη απάντηση που δίνει κανείς μετά την ανάγνωση του βιβλίου είναι αρνητική, είναι αδύνατο να προχωρήσει σε μια συζήτηση αυτού που διάβασε με τον εαυτό του ή με άλλους. Αν, αντίθετα, η απάντηση είναι θετική, τότε το βιβλίο, ανεξάρτητα από το πώς το αξιολογεί κανείς, έχει κερδίσει την πρώτη και κρισιμότερη μάχη του: έχει διεγείρει τη συνείδηση του αναγνώστη ή του κριτικού, έχει ήδη εισβάλει στον κόσμο του»….

«Η κατάσταση του κριτικού δεν διαφέρει θεμελιακά από εκείνη του αναγνώστη. Ο κριτικός σήμερα, δεν είναι παρά ένας συστηματικός αναγνώστης, συνοδοιπόρος και όχι οδηγός του απλού αναγνώστη στη μεγάλη περιπλάνηση μέσα στον κόσμο των βιβλίων. Η δουλειά του είναι μια συνεχής άσκηση ευαισθησίας. Όχι επίδειξη, άσκηση. Ο κριτικός είναι εκτεθειμένος στους ίδιους κινδύνους που απειλούν τον απλό αναγνώστη. Ίσως έχει περισσότερη επίγνωση τους, αυτό δεν τον κάνει άτρωτο. Η συστηματική άσκηση της κριτικής είναι τρόπος συνεχούς εγρήγορσης, τελειοποίησης των ανιχνευτικών μηχανισμών του αναγνώστη, και τέλος πρόταση για διάλογο: Ο κριτικός απευθύνεται στον αναγνώστη, αλλά και στον συγγραφέα (γιατί ο συγγραφέας που αξίζει αυτό τον τίτλο ψάχνει κι ο ίδιος, δεν εμφανίζεται ως προφήτης ή ανθρωποβοσκός) και λέει: «Μήπως εδώ κρύβεται μια κακοτοπιά; Μήπως εκεί υπάρχει ένα μονοπάτι;…»

«Στην πράξη, το ελάχιστο που μπορεί κανείς να ζητήσει από τον κριτικό είναι:
Α) να παρουσιάζει στο κοινό τα πειστήρια, που τον κάνουν να πιστεύει ότι ορισμένα βιβλία έχουν μια κίβδηλη λάμψη, ότι οφείλουν την απήχηση τους στη μόδα, τη διαφήμιση, τις δημόσιες σχέσεις του συγγραφέα ή την κολακεία των λιγότερο κολακευτικών πλευρών του αναγνώστη (προσκόλληση σε βολικούς μύθους ή μισές αλήθειες, νωθρή υποταγή στην παράδοση κλπ). Να καταγγέλει τα βιβλία που διαλαλούν μεγάλα ψέματα με το περίβλημα ελκυστικών αληθειών (ακόμα και όταν δεν είμαστε σίγουροι ποια είναι η αλήθεια, μπορούμε να διακρίνουμε το ψέμα!). Να ξύνει και να διαλύει το επίχρισμα του βιβλίου για να φτάσει σε βαθύτερα στρώματα, που ίσως κρύβουν ιδέες και στάσεις πολύ πιο αμφισβητήσιμες απ’ όσο αυτές που φαίνεται να αντιπροσωπεύει το βιβλίο.

Β) Να ξύνει και να διαλύει το επίχρισμα του βιβλίου, για να φτάσει σε βαθύτερα στρώματα, που ίσως περιέχουν κρυμμένες αλήθειες, άγνωστες πτυχές της ζωής και της ψυχής μας. (…) Να εκτιμά και ν’ αναδείχνει τα βιβλία που ανακαλύπτουν κάποιους αφανείς δεσμούς ή κάποιες καινούργιες ψηφίδες, που θα μας πάνε ένα βήμα πιο πέρα στην προσπάθεια μας ν’ ανασυνθέσουμε το μωσαϊκό του Είναι μας, να πετύχουμε μια νέα, πρωτότυπη ενότητα»

2. Από τον κριτικό στην κριτική
1. Πόσο αντικειμενική μπορεί να είναι μια κριτική;
Μια και οι αντικειμενικές αλήθειες είναι ελάχιστες σ’ αυτή τη ζωή (όλοι θα πεθάνουμε μια μέρα, καλύτερα νέος και υγιής παρά γέρος και άρρωστος, και μερικές άλλες ακόμα) μια κριτική είναι, προφανώς, τόσο πιο αντικειμενική όσο λιγότερο απομακρύνεται από το στέρεο έδαφος τέτοιων αληθειών. Τελικά η αντικειμενική κριτική για κάτι τόσο υποκειμενικό όσο ένα έργο τέχνης, είναι η αδιάφορη σιωπή.

2. Πόσο αντικειμενική πρέπει να είναι μια κριτική; Αυτή η ερώτηση είναι σοβαρότερη από την πρώτη (που ωστόσο τίθεται συχνότερα), γιατί φανερώνει επίγνωση των παγίδων της «αντικειμενικότητας». Μια κριτική δεν πρέπει να είναι λιγότερο αντικειμενική απ’ όσο χρειάζεται για να πείθει, ούτε περισσότερο αντικειμενική απ’ όσο χρειάζεται για να συγκινεί. Πείθει όταν ανακαλύπτει πράγματα που μπορούν δουν και άλλοι. Και συγκινεί όταν μεταδίνει στον αναγνώστη κάτι από τη διέγερση που οδήγησε τα βήματα του κριτικού σ’ αυτές τις ανακαλύψεις.

3. Πόσο νηφάλια πρέπει να είναι μια κριτική; Μόνο τόσο όσο χρειάζεται για ν’ αφουγκραστεί σωστά αυτό που λέει ο συγγραφέας. Από κει και πέρα δεν είναι κακό να γράφεται «εν θερμώ». Οι πολύ νηφάλιες κριτικές κινδυνεύουν να είναι ανούσιες.

4. Πόσο πρέπει μια κριτική να βοηθάει τον συγγραφέα; Η κριτική δεν πρέπει να γράφεται για να βοηθήσει τον συγγραφέα. Ο κριτικός δεν είναι βοηθός στα πειράματα του μάγου συγγραφέα (αν και πολλοί συγγραφείς θα ήθελαν να παίζει αυτό το ρόλο). Πρέπει να είναι ο έντιμος αντίπαλος του στον δημόσιο διάλογο που κάθε ενδιαφέρον βιβλίο (ανεξάρτητα από θετικές ή αρνητικές κρίσεις) αξίζει να προκαλεί. Και η αντιπαλότητα του προς το συγγραφέα πρέπει να αρχίζει και να τελειώνει με αυτό το διάλογο. Ο συγγραφέας, ως συγγραφέας, ωφελείται και διδάσκεται περισσότερο από έναν τέτοιο αντίλογο (και η κριτική, ακόμα και όταν είναι επιδοκιμαστική, είναι ουσιαστικά αντίλογος) παρά από την επιδαψίλευση δοξαστικών. Με αυτή την έννοια, η κριτική βοηθάει τον συγγραφέα. Κανένας συγγραφέας δεν γράφει ένα βιβλίο για να είναι το τελευταίο του. Και κανένας διάλογος δεν τελειώνει εκεί που σταματάει…

5. Πόσο σκληρή επιτρέπεται να είναι μια κριτική; Οσοδήποτε σκληρή. Δεν κρίνονται άνθρωποι, κρίνονται βιβλία. Δεν κρίνεται το δικαίωμα του συγραφέα να λέει αυτό που θέλει, αλλά το δικαίωμα των άλλων να αξιολογούν όπως νομίζουν. Ένα βιβλίο, από τη στιγμή που τυπώνεται και κυκλοφορεί στην αγορά, δεν είναι κραυγή αγωνίας ή απόπειρα «ανθρώπινης» επικοινωνίας (κι ας γράφονται τέτοια για πολλά βιβλία). Οι κραυγές αγωνίας σβήνουν ώσπου να φτάσουν στο τυπογραφείο, και όσοι θέλουν να επικοινωνήσουν «ανθρώπινα» με τους άλλους μέσω των βιβλίων τους ζητούν στην πραγματικότητα μια εντελώς ανισότιμη σχέση. Ένα βιβλίο, το οποιοδήποτε βιβλίο, είναι μια πρόταση ζωής, εκφράζει μια στάση που τίθεται οικειοθελώς υπό συζήτηση. Η σκληρή αντιμετώπισή της, όταν είναι έντιμη, αντανακλά, στην καλύτερη περίπτωση, την ίδια τη σπουδαιότητα και την εμβέλειά της, πράγμα που φυσικά περιποιεί τιμή στο συγγραφέα. Στη χειρότερη περίπτωση, όταν το βιβλίο οδεύει προς τη μυθοποίηση και την ανακήρυξή του σε ταμπού, είναι η δικαιοσύνη της αντίστιξης μέσα στον ωκεανό της ταυτοφωνίας…

6. Πότε νομιμοποιείται η κριτική να παρακάμπτει την αισθητική αξία ενός βιβλίου; Ποτέ. Η αισθητική αξία ενός λογοτεχνήματος δεν είναι απλώς μία εκδοχή του, είναι το μέτρο της αλήθειας του. Το Ωραίο εγκατοικεί στις υπόγειες σήραγγες που συνδέουν ένα βιβλίο με τα έγκατα της ψυχής μας. Εκεί κάτω ψάχνει ο κριτικός για την ουσία του βιβλίου. Και ότι ανασύρει στην επιφάνεια δεν είναι ποτέ άσχετο με την ομορφιά-ή την απουσία της.

7. Η κριτική, όμως, δεν πρέπει τάχα ν’ αντιμετωπίζει ένα βιβλίο πρωταρχικά ως ένα αισθητικό γεγονός; Είναι ζήτημα αν όσοι υποστηρίζουν αυτό συνειδητοποιούν τι λένε. Ένα λογοτεχνικό έργο είναι αισθητικό γεγονός όπως και αν το αντιμετωπίσουμε, είτε το θέλουμε είτε όχι. Η αισθητική φύση του δεν είναι αντικείμενο, αλλά προϋπόθεση της κριτικής ανάλυσης. Αν η συγγραφή ενός λογοτεχνικού έργου είναι η πορεία από το βίωμα προς την αισθητική μετουσίωσή του, η κριτική είναι η ανάδρομη πορεία από το αισθητικό φαινόμενο προς τη ζωή. Ένα λογοτέχνημα δεν μας αφορά επειδή είναι αισθητικό γεγονός, αλλά επειδή κάνει αισθητικό γεγονός κάτι άλλο που μας αφορά. Ότι φαίνεται να υπονοεί η (κατά τα άλλα ταυτολογική) πρόταση ότι ένα λογοτεχνικό βιβλίο είναι πρωταρχικά αισθητικό γεγονός, είναι ότι η λογοτεχνία πρέπει να μας συγκινεί επειδή είναι ωραία, δεν είναι ωραία επειδή μας συγκινεί. Μια τέτοια δογματική μεταφυσική θα ήταν συνεπής, αν απέρριπτε κάθε συζήτηση γύρω από την λογοτεχνική δημιουργία (και μερικές φορές έχει πράγματι αυτή τη συνέπεια…)

8. Πόσο πρέπει να προσαρμόζεται η κριτική στις ευαισθησίες του συγγραφέα; Δεν πρέπει να προσαρμόζεται σ’ αυτές, αλλά να τις ανιχνεύει. Οι ευαισθησίες του συγγραφέα, όπως και κάθε ανθρώπου, μας κερδίζουν ή δεν μας κερδίζουν, μας αφορούν ή δεν μας αφορούν. Καθήκον της κριτικής είναι ν’ αναλύσει και να εξηγήσει την πιθανή σχέση τους με τις ευαισθησίες άλλων, και ποιων. Ο κριτικός, ως αναγνώστης, μπορεί να ταυτίζεται συμπαθητικά με τον συγγραφέα, η κριτική όμως όχι. Ο χαμαιλέοντας δεν αντιλαμβάνεται τα χρώματα του δάσους καλύτερα απ’ όσο ο άνθρωπος. Το αντίθετο συμβαίνει.

9. Πόσο κατηγορηματική επιτρέπεται να είναι μια κριτική; Μια κριτική δεν είναι η δίκη ενός βιβλίου. Σκοπός της δεν είναι να βρει την αλήθεια, με τη φιλοσοφική έννοια, αλλά να διατυπώσει έναν από τους, ενδεχομένως πολλούς, τρόπους θεώρησης του βιβλίου, εκείνον που ο κριτικός νομίζει πιο ενδιαφέροντα. Η κριτική δεν πρέπει να υποκαθιστά ή να συμπυκνώνει όλες τις συζητήσεις γύρω από ένα βιβλίο (ο κριτικός που έχει τέτοιες αξιώσεις από το έργο του είναι επικίνδυνα αλαζονικός), αλλά ν’ αποτελεί έναν από τους πολλούς πόλους της ζύμωσης που πρέπει να προκαλεί ένα αξιόλογο βιβλίο. Ο ρόλος μιας τέτοιας κριτικής είναι λιγότερο φιλόδοξος, αλλά περισσότερο δημιουργικός από εκείνον της «ισόρροπης» κριτικής. Η Αλήθεια είναι σύνθεση αντιθέσεων, και τέτοιες συνθέσεις πολύ σπάνια γίνονται στον εγκέφαλο ενός μεμονωμένου ανθρώπου, εκτός και αν έχει μια σοφία που πολύ λίγοι κριτικοί θα τολμούσαν να διεκδικήσουν για τον εαυτό τους. Με αυτή την έννοια, μια κατηγορηματική κριτική μπορεί, παρά τα φαινόμενα, ν’ αντανακλά περισσότερη ταπεινοφροσύνη απ’ όσο μια επαμφοτερίζουσα.

10. Γιατί αυτός ο δεκάλογος αναφέρεται στην κριτική και όχι στον κριτικό; Γιατί ο κριτικός πρέπει να εξαφανίζεται πίσω από την κριτική του, όπως ο συγγραφέας πρέπει να εξαφανίζεται πίσω από το έργο του. Όπως ένα καλό λογοτέχνημα είναι μια πράξη αυτοϋπέρβασης του δημιουργού του, έτσι και μια καλή κριτική πρέπει να είναι μια πράξη αυτοϋπέρβασης του κριτικού. Ο κριτικός προσπαθεί με την κριτική του να δώσει συγκεκριμένη μορφή και κατεύθυνση στα συγκεχυμένα, και πολλές φορές αντιφατικά αισθήματα που γέννησε μέσα του η αναμέτρησή του μ’ ένα βιβλίο. Ο κριτικός έχει κατά κανόνα λιγότερες βεβαιότητες από τον μέσο αναγνώστη. Η κριτική του απορρέει από την ανάγκη του να ξεπεράσει, όσο είναι δυνατό, την αβεβαιότητα που παράγει η επίγνωση των ελλείψεων και των αδυναμιών του. Η κριτική ανάλυση είναι μια διαδικασία κατά την οποία ο κριτικός κοσκινίζει ολόκληρα βουνά από ιδέες και σκέψεις για να καταλήξει σε κάποια ψήγματα γνώσης. Η γνώση ανήκει στο κοινό του, τα μπάζα στον ίδιο. Και συνήθως είναι περισσότερο σίγουρος για τα μπάζα παρά για τη γνώση που παρήγαγε. Γι’ αυτό: δεν υπάρχει έγκυρος κριτικός, μόνον έγκυρη κριτική. Με την δεύτερη θα έπρεπε ν’ ασχολούμαστε, όχι με τον πρώτο»….

«Έπειτα από εκατό χρόνια θα έχουν μείνει τέσσερα-πέντε βιβλία από την εποχή μας που θα διαβάζονται ακόμα. Τίποτα άλλο. Ούτε οι κακίες των σημερινών συγγραφέων (και κριτικών θα προσέθετα!), αλλά ούτε η αίγλη των περισσοτέρων ανάμεσα τους. Και φυσικά, ούτε ο ιδρώτας και η χολή που έχυσαν στις λογής λογής προσπάθειές τους ν’ αποκτήσουν ή να διαφυλάξουν αυτή την αίγλη».

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr