Category Archives: Βιβλία

Brian Southall – Pop goes to court

Brian Southall – Pop goes to court (Omnibus Press)

PopGoes«Δεν είναι από επάγγελμα, δεν είναι αυτός ο λόγος, που πάω και στριμώχνομαι στο κακουργοδικείο» τραγουδούσε …απολογητικά στην «Οδό Σανταρόζα» πίσω στο μακρινό 1982 ο Βασίλης Νικολαΐδης (δικηγόρος κι ο ίδιος γαρ!), ένας από τους λίγους έλληνες τραγουδοποιούς του έντεχνου(;) ο οποίος μπορεί να φέρει επάξια την επίδραση του Georges Brassens. Ποιος ήταν όμως «αυτός ο λόγος»; Δε χρειάζεται να ακούσετε τη συνέχεια των στίχων (αν και το προτείνω ένθερμα) για να τον υποπτευθείτε. Γιατί όλοι μας, λίγο ή πολύ, κρύβουμε μέσα μας μια παλαιάς κοπής κουτσομπόλα του μαχαλά και μια (νοσηρή) περιέργεια για τα πάθη (και παθήματα) του άλλου (με την κρυφή ικανοποίηση ότι δεν συμβαίνουν σε εμάς). Και ποιος άλλος χώρος είναι πιο αποκαλυπτικός για την άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής από τα δικαστήρια;

Οι Αμερικανοί μάλιστα, οι οποίοι γνωρίζουν όσο ίσως κανείς άλλος το τι εστί ποπ κουλτούρα, έστησαν ένα ολόκληρο κινηματογραφικό είδος εκμεταλλευόμενοι αυτή την ανθρώπινη αδυναμία (ή απλά χαρακτηριστικό αν προτιμάτε). Τη γενική υπόθεση την γνωρίζετε καλά: διαξιφισμοί επιχειρημάτων, ύπουλες τακτικές, αδέκαστοι ένορκοι – μικροί-ήρωες της καθημερινότητας, «objection your honor», η δυναμική και ανδροφάγος ξανθιά δικηγόρος που ερωτεύεται τον σκληρό αντίδικο, και στο τέλος κερδίζει το ποδόσφαιρο, ε, η δικαιοσύνη ήθελα να πω, όσο τυφλή (ενίοτε και κουφή) κι αν είναι.

Ασφαλώς οι Αμερικανοί δεν ήταν και οι πρώτοι οι οποίοι εκτίμησαν τη δραματουργική αξία των δικαστικών αιθουσών, τις παλιές εποχές συγγραφείς όπως ο Μπαλζάκ ή ο Σταντάλ (για να μην φτάσουμε ως τον Αριστοφάνη) σάρωναν τόνους χαρτούρας και δικογραφιών για να ανακαλύψουν ζουμερές ιστορίες και σπινθήρες έμπνευσης. Όταν μάλιστα στα σκαμπό του κατηγορούμενου ή της πολιτικής αγωγής κάθεται κάποιος «επώνυμος» (κατά το χύδην λεγόμενο), τότε πέρα από το σύνδρομο της κλειδαρότρυπας, ξυπνάνε και τα κατ’ ουσία ανθρωποφαγικά ένστικτα, εκείνα που ηδονίζονται βλέποντας έναν «μύθο» να απομυθοποιείται ή έναν «ήρωα» να γκρεμίζεται από το βάθρο του.

Κάπου εδώ μπαίνει στο κάδρο και ο Brian Southall με το παρόν βιβλίο. Ο οποίος και επιλέγει ως πρώτη ύλη τον βιότοπο της ποπ μουσικής, όπου οι μύθοι επιμένουν ακόμη να διαβιούν. Προσοχή λοιπόν. Προφανώς η αξία της μουσικής (και των μουσικών) δεν κρίνεται στα δικαστήρια (σαν το ποδόσφαιρο ένα πράμα) αλλά… Παρακαλούνται οι ρομαντικοί να τηρήσουν αποστάσεις από τούτο το βιβλίο.

Ποπ αστέρες λοιπόν (διάττοντες, απλανείς ή καινοφανείς), πρωταγωνιστές, θετικοί ή αρνητικοί, οι οποίοι δίνουν παραστάσεις όχι πια σε υπόγεια, αρένες, γήπεδα ή τηλεοπτικές εκπομπές. Και με πρωταθλητή της δικομανίας, το μεγαλύτερο συγκρότημα όλων των εποχών (δηλαδή των τελευταίων 60 χρόνων), τους Beatles, οι οποίοι και εμφανίστηκαν μπροστά στον Mr Justice σε ποικίλους ενδιαφέροντες συνδυασμούς (αγωγές μεταξύ τους, εναντίον του μάνατζερ τους, της εταιρείας τους Apple κόντρα στην Apple των ηλεκτρονικών μαραφετιών, o δε George Harrison συνελήφθη να κλέπτει, ουχί οπώρας αλλά μελωδίες από τις Chiffons για να στήσει το σουξέ του «My sweet Lord»).

Από εκεί και πέρα απ’ όλα έχει ο μπαχτσές. Ζευγάρια τύπου Δαβίδ-Γολιάθ (ο πρωθυπουργός της Βρετανίας εναντίον των Move, ο πιανίστας Liberace εναντίον δημοσιογράφων), ο Ozzy και οι Judas Priest κατηγορούμενοι για εξώθηση σε αυτοκτονία. Και πολλοί εμφύλιοι, σκληροί όπως είναι η φύση αυτών των συγκρούσεων. Smiths, Spandau Ballet, η οικογένεια Hendrix. Πως (δεν) λέει το ρητό; Τη δόξα πολλοί εμίσησαν, το χρήμα ουδείς. Άλλωστε με τις δάφνες της δόξας ούτε καν ένα …στιφάδο δεν μπορείς να φτιάξεις. Πλήρης απομυθοποίηση σε τέτοιο σημείο που φρονώ ότι το τραγούδι που ταιριάζει δεν θα είναι προφανώς το ηρωικό, με την ψευδαίσθηση του «outlaw» και του επαναστάτη «Ι fought the law, and the law won» (σε όποια εκτέλεση προτιμάτε, Sonny Curtis, Bobby Fuller ή Joe Strummer), αλλά το «All you need is cash». Συγγνώμη Beatles, αλλά οι ….Rutles το είχαν πιάσει καλύτερα το νόημα.

Υπάρχουν και υποθέσεις εξαιρετικά διασκεδαστικές. Και πως να μην προκαλέσει θυμηδία η εικόνα των Procol Harum να τσακώνονται μεταξύ τους για τα δικαιώματα της μελωδίας του «A whiter shade of pale» (θυμάστε μήπως και άλλο δικό τους;), σαν να ήταν τα αμπελοχώραφα του παππού τους (και τα κόκαλα του Μπαχ τρίζουν στον Άγιο Θωμά της Λειψίας); Ή εκείνη η …πολύκροτη υπόθεση όπου ο Bono ζητάει πίσω το καουμπόικο καπέλο και τις μπότες του από την πρώην ενδυματολόγο του; Η Θέμις έχει κέφια (για να ανακαλέσω την παιδική τηλεοπτική ανάμνηση του Γιάννη Μιχαλόπουλο στο «Ορκιστείτε παρακαλώ» και τις αθώες ιστορίες του Δημήτρη Ψαθά). Θα μπορούσε όμως να έχει και περισσότερα, με τέτοια πρώτη ύλη-χρυσάφι. Πιπέρι υπάρχει εδώ μέσα αλλά σε δόσεις πολύ μετρημένες, σχεδόν τσιγγούνικες (και για Άγγλο μάλιστα, παρά τη φήμη τους για ασεβές και δηλητηριώδες χιούμορ).

Επίσης αξιοπρόσεκτη είναι η μάλλον συγκαταβατική (στα όρια της άχρωμης ουδετερότητας) στάση του συγγραφέα σε υποθέσεις οι οποίες φέρνουν μουσικούς αντιμέτωπους με δισκογραφικές, αλλά και στην πολύκροτη υπόθεση του Napster (που ως γνωστόν …σκότωσε τη μουσική κάπου εκεί στο 2001). Είμαι βέβαιος ότι αυτή η απουσία άποψης πηγαίνει πέρα από το γνωστό στερεότυπο-μάντρα «δεν σχολιάζω αποφάσεις της αγγλικής δικαιοσύνης». Μια ματιά στο βιογραφικό δίνει ίσως μία απάντηση. Ο Southall λοιπόν, αφού πρώτα διατέλεσε μουσικός δημοσιογράφος, μετά πέρασε στην απέναντι όχθη, δούλεψε σε δισκογραφικές εταιρείες (συνηθισμένη διαπλεκόμενη πορεία όχι μόνο στη μουσική αλλά και στην πολιτική δημοσιογραφία) και τώρα είναι σύμβουλος μεταξύ άλλων και της IFPI (δηλ. της Διεθνούς Ομοσπονδίας Φωνογραφικής Βιομηχανίας). Οποιοδήποτε περαιτέρω σχόλιο είναι πλεονασμός…

Ελπίζω ότι κλείνοντας αυτό το ενδιαφέρον (παρολ’ αυτά) βιβλίο να μην αρχίσετε να αντιμετωπίζετε τα συγκροτήματα σαν …ομόρρυθμες εταιρείες και τους μουσικούς ως …διευθύνοντες σύμβουλους στυγνών επιχειρήσεων. Όχι ότι πολλοί δεν είναι. Ειδικά οι πιο «μεγάλοι, οι πιο «εμπορικοί», οι οποίοι πολλές φορές αντιμετωπίζονται ακόμη και ως εξαγώγιμα προϊόντα για τις χώρες τους (όπως παρατηρεί κάπου στο βιβλίο ένας αποκαλυπτικά πραγματιστής δικαστής). Αλλά γιατί οι περισσότεροι μουσικοί που αγαπούμε, ζουν και δρουν σε έναν άλλο κόσμο. Κι ας μην είναι «ημίθεοι», μύθοι και «bigger than life» ήρωες… Τους χρειαζόμαστε αυτούς; Εγώ όχι…

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Punk: H ιστορία του

PunkΞεφυλλίζω την ολοκαίνουργια έγχρωμη έκδοση του Μεταιχμίου… Προσεγμένη δουλειά, πλούσια, με γυαλιστερό χαρτί, ένα βιβλίο-κόσμημα σε εμφάνιση για κάθε βιβλιοθήκη. Πρόκειται για τη μετάφραση της επετειακής έκδοσης του γνωστού για τα ιδιαίτερα αξιόπιστα αφιερώματά του περιοδικού MOJO. Ξεφυλλίζω και αναλογίζομαι… Από πού ξεκίνησαν όλα αυτά; Οι πρώτες εκδόσεις που αφορούσαν το punk, τα πρώτα φανζίν ήταν χειροποίητα. Γραφομηχανές φτηνές, χειρόγραφες σελίδες, ζωγραφισμένες στο χέρι, φωτοτυπημένες και δεμένες με συραπτικό, κολάζ, ευρηματικά μέσα στην ένδειά τους γραφιστικά τεχνάσματα, χαρτοκοπτικές, κόλλες (για κόλλημα αλλά και για …σνιφάρισμα). Έχουν περάσει όμως 30 χρόνια από τότε! Και το punk από μια οργισμένη, συχνά τυφλά μηδενιστική αντίδραση απέναντι στο σύστημα, έχει προ πολλού ενσωματωθεί απόλυτα και αρμονικότατα στο σύστημα. Μοιραίο; Αναπόφευκτο θα έλεγα!

Έτσι κυλάει εδώ και αιώνες το ρεύμα της κυρίαρχης τέχνης (το mainstream που λέμε!). Πάντοτε υπήρχαν υπόγεια κινήματα, περιθωριακά, απόβλητα, επιθετικά, που αμφισβήτησαν με κάθε τρόπο την κατεστημένη τέχνη. Το κυρίαρχο ρεύμα όμως έχει την πανίσχυρη ικανότητα να αφομοιώνει από αυτά τα κινήματα πολλά από τα στοιχεία τους και να συνεχίζει την πορεία του ακάθεκτο και εμπλουτισμένο (θα τολμούσα να παρομοιάσω τη διαδικασία αυτή με έναν καλλιτεχνικό …δαρβινισμό!) Για να το πούμε σχηματικά, το underground του χτες, είναι το mainstream του σήμερα. Έτσι και το punk είναι πλέον μέρος της παγκόσμιας κατεστημένης μουσικής κληρονομιάς, υπάρχει ως λήμμα σε όλες τις μουσικές εγκυκλοπαίδειες και τα λεξικά τέχνης, και σιγά-σιγά αποκτά και τις ιστορικές εκδόσεις που του αξίζουν… Και η συγκεκριμένη που μας απασχολεί στο παρόν κείμενο είναι μία άξια και εξαιρετική! Αναμενόμενο, καθώς οι τύποι παίζουν ουσιαστικά εντός έδρας καθώς έχουν στη διάθεσή τους το τεράστιο αρχείο του Mojo, του αδερφού Q και της εφημερίδας Sounds. Ειδικά το φωτογραφικό υλικό είναι πλούσιο και τέτοιας ποιότητας που άνετα θα κατέτασσε το βιβλίο στην κατηγορία των λευκωμάτων.

Βέβαια το βιβλίο δεν μια ιστορία με την έννοια και το περιεχόμενο που έχουμε συνηθίσει, με γραμμική τακτική αφήγηση, συγκεκριμένη δομή και αναλύσεις αιτίων και αιτιατών. Αντιθέτως, είναι μια ενότητα θρυμματισμένων εικόνων και κειμένων, που όλα μαζί συνθέτουν το κλίμα της εποχής. Κείμενα αυτόπτων μαρτύρων που έχουν τη δροσιά του επίκαιρου, γραμμένα μέσα στον πυρετό της εποχής. Αφηγήσεις πρωταγωνιστών της εποχής, γοητευτικές μέσα στην υποκειμενικότητά τους, την κακία τους και τα κολλήματά τους κάποιες φορές σε παλιά μίση και αντιπαλότητες, την έπαρση του «ήμουν κι εγώ εκεί» (ειδικά το άρθρο του δημοσιογράφου Nick Kent είναι τόσο αστείο, σχεδόν γραφικό, στην προσπάθεια του συγγραφέα να αναδείξει τον κρίσιμο και τεράστιο ρόλο του στη γένεση του punk!). Αφηγήσεις που παρόλ’ αυτά αποτελούν πολύτιμες πρωτογενείς ιστορικές πηγές και πρέπει να διαβαστούν όπως όλες οι πηγές στην ιστορική επιστήμη. Με επιφύλαξη, εύλογη καχυποψία και ανοιχτό μυαλό.

Υπάρχουν επίσης άρθρα αφιερωμένα σε κάθε έναν από τους σημαντικούς πρωταγωνιστές της εποχής. Άρθρα, σαν μικρά αυτοτελή διηγήματα, μέσα από τα οποία αναδύεται με ενάργεια ένας κόσμος παράξενος, επιθετικός, μηδενιστικός, ατάλαντος, βαριεστημένος, μια πινακοθήκη προσωπικοτήτων, με τις αντιφάσεις, τις φιλοδοξίες, τις αδυναμίες και τη μεγαλοσύνη τους. Παρελαύνουν φυσικά οι Sex Pistols και οι Ramones, οι Clash, η πρωθιέρεια Patti, οι Blondie (η Debbie προλογίζει μάλιστα τον τόμο), η μετα-punk Siouxsie, οι αμφιλεγόμενοι Generation X, οι χαμαιλέοντες Damned, οι ποπάδες Buzzcocks (χωρίς καμία αναφορά στον Devoto! Φάουλ!), οι τρομοκράτες Black Flag. Και φτάνοντας στο σήμερα, οι …Green Day. Και οποία έκπληξη! Δεν υπάρχει καμία εμφανής τάση για ωραιοποίηση και ηρωοποίηση! Οι συγγραφείς, ως επί το πλείστον, δεν αγιογραφούν, δεν κρύβουν τίποτα από την αλήτικη πραγματικότητα του punk και δεν διακατέχονται από μια αρρωστημένη νοσταλγία για τις «παλιές καλές μέρες»…

Αν πρέπει να αναζητήσω κάποιο μειονέκτημα, αυτό θα ήταν ότι το βιβλίο δεν στέκεται καθόλου στα αίτια που οδήγησαν στο ξέσπασμα του φαινομένου. Ερωτήματα του τύπου «Γιατί τότε;», «Τί προηγήθηκε;» μένουν αναπάντητα και εκκρεμή. Αλλά όπως προείπαμε, αυτό είναι φυσική απόρροια της πολυσυλλεκτικής φύσης της έκδοσης. Δεν νομίζω άλλωστε να ήταν αυτός ο σκοπός των συγγραφέων. Από την άλλη, πράγματι το βιβλίο δεν επεκτείνεται παρά ελάχιστα σε πτυχές του punk πιο υπόγειες, πιο άγνωστες, πιο ψαγμένες, αλλά εξίσου δημιουργικές και σημαντικές (π.χ. δεν υπάρχει καμία αναφορά στο πολύ ζωντανό και ζέον αυστραλέζικο punk, ονόματα όπως οι Dead Kennedys και οι Suicide περνάνε ξώφαλτσα).Όμως μια εις βάθος μελέτη του φαινομένου ξεφεύγει από τα πλαίσια και τους σκοπούς μιας Γενικής Ιστορίας η οποία απευθύνεται στο ευρύτερο μουσικόφιλο κοινό. Μια τέτοιου είδους ιστορία πρέπει να δίνει τροφή για σκέψη στον αναγνώστη και να παρέχει αφορμές για περαιτέρω αναζήτηση για όποιον ενδιαφέρεται πραγματικά. Και η παρούσα έκδοση είναι μια πολύ καλή αρχή για όποιον θέλει να εμβαθύνει. Τα ειδικά κεφάλαια είναι για τους μελετητές, τους ερευνητές και τους παθιασμένους οπαδούς. Και ειδικά στη χώρα μας, όπου υπάρχει ένα τεράστιο έλλειμμα σε mainstream μουσική βιβλιογραφία, θα ήταν αστείο να γκρινιάξουμε για τέτοιους «ακαδημαϊκούς» λόγους. Ας αποκτήσουμε πρώτα καλά …προπτυχιακά βιβλία, και μετά θα φτάσουμε στα μεταπτυχιακά!

Τώρα για το κατά πόσον «το punk ζει», που είναι και το επιμύθιο του βιβλίου, ας μου επιτραπεί η διαφωνία. Το σύνθημα μου θυμίζει το γνωστό «Το Πολυτεχνείο ζει» και άλλα παρόμοια …νεκρολαγνικά κατά βάση συνθήματα. Ναι, μπορεί να υπάρχουν πολλά μουσικά σχήματα τα οποία μιμούνται τον punk ήχο, αλλά το punk ήταν πολύ περισσότερα πράγματα από ένας απλός ήχος. Και χωρίς αυτά είναι ξεδοντιασμένο, ευνουχισμένο, αποβουτυρωμένο και τελικά …ακίνδυνο. Η νέα αντίδραση, το νέο punk, αν και όποτε εμφανιστεί, δεν θα είναι «νέο punk»! Ούτε «μετα-κάτι»… Οι οργισμένοι νέοι θα βρούνε μια νέα δική τους μουσική έκφραση και όχι αυτή των παππούδων τους, του γερο-Lydon και του μακαρίτη Strummer. Μια νέα έκφραση που πιθανώς εμείς οι παλιοί θα μισήσουμε, θα κατακρίνουμε… Έτσι κυλά η ιστορία… Δυστυχώς ή ευτυχώς, είτε το θέλουμε είτε όχι, το punk είναι ιστορία. Μια όμορφη ιστορία, αλλά ιστορία. Μια ιστορία χρήσιμη, διδακτική και γοητευτική… Ας την γνωρίσουμε λοιπόν!

(Εκδ. Μεταίχμιο)

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Βασίλης Λούκας – Eightίλα – Το απόλυτο ντοκιμαντέρ για τα 80s

eightιλαΕλπίζω να υπάρχουν πολλοί ανάμεσά σας που να είδαν την ταινία «Η ζωή των άλλων»… Μια ταινία, η οποία εντελώς απροσδόκητα, από στόμα σε στόμα, έγινε ένα είδος αριστερού trend των ημερών, με μεγάλες ουρές να δημιουργούνται έξω από το καταγώγι του «Άστυ»… Η ταινία αντλεί το θέμα της από τις ζοφερές ημέρες του στυγνού καθεστώτος της Ανατολικής Γερμανίας, ενός κράτους όπου ο Μεγάλος Αδελφός, ο προσωπικός σου χαφιές, μπορούσε να είναι το ίδιο το …στεφάνι σου! Στη σημερινή όμως Ανατολική Γερμανία, μόλις 18 χρόνια μετά την πανηγυρική πτώση του τείχους, μια νέα τάση αναπτύσσεται ραγδαία. Ο ιός της νοσταλγίας για το παλιό καθεστώς, η ostalgie όπως λέγεται, έχει προσβάλει όχι τόσο αυτούς που το βίωσαν στο πετσί, αλλά σε μεγάλο βαθμό και τους νεότερους! Από κοντά σαν τα όρνια πάνω από τα πτώματα, ή λιγότερα μακάβρια, σαν ξυλοκόποι πάνω από …πεσούσα δρυ, οι έμποροι εξαργυρώνουν με κάθε τρόπο τη μόδα. Στη Γερμανία μπορεί πλέον να βρει κανείς στην αγορά προϊόντα-φετίχ της πρώην DDR, όπως τα θρυλικά αυτοκίνητα Trabant (που τιμήθηκαν και σε δίσκο των Heist!) έως και …σοσιαλιστικά υποκατάστατα της Coca-Cola!

Κάτι ανάλογο βιώνουμε σε παγκόσμια (διάβαζε: δυτικοευρωπαϊκή) κλίμακα με τη διαβόητη δεκαετία του 80. Οι αναμνήσεις είναι ένα προϊόν με τεράστια προστιθέμενη αξία, και πάνω τους έχει στηθεί ολόκληρη βιομηχανία. Ο δε ιός της eightίλας έχει προκαλέσει απίστευτη πανδημία! Και καλά να προσβάλλει γηραιότερους και πιο ευάλωτους σε τέτοιους ιούς οργανισμούς σαν και εμάς… Αλλά και νεότερους; Έχει πολύ γούστο να ακούς σε εκπομπές που παίζουν 80s μουσική 18χρονα να εκθειάζουν τους Modern Talking με σχόλια του τύπου «τέτοια μουσική σήμερα δεν βγαίνει»! Τι συμβαίνει κύριε ψυχολόγε;

Απλή η εξήγηση… Η νοσταλγία, το άλγος του νόστου, το αδύνατο της επιστροφής στο παρελθόν, επιφέρει μοιραία τον εξωραϊσμό, την εξιδανίκευση… Αυτή η τάση είναι ακόμη εντονότερη όταν δεν το έχεις βιώσει αυτό το παρελθόν (γιατί νομίζετε λατρεύουμε τόσο πολύ τους αρχαίους ημών -και καλά- προγόνους;). Το παρόν, φαντάζει πάντα μικρό, ποταπό και τιποτένιο, και ηττάται κατά κράτος από το «αγνό και αθώο παρελθόν». H χρονική απόσταση αμβλύνει, κάνει lifting ακόμη και στην αθλιότητα, ενώ τα καλά τα ανεβάζει σε βάθρο αποθέωσης. Έτσι εύκολα οι φαντασιώσεις γίνονται γεγονότα, η Ιστορία εκπίπτει σε Μυθολογία και το χτεσινό κιτς και σκουπίδι εξευγενίζεται σε σημερινό cult και ψαγμένη trash-art… Θα μου πείτε, το ίδιο δεν κάνουμε και με την προσωπική μας ιστορία; Το παρελθόν μας γοητεύει γιατί είναι εκεί, ασφαλές και αμετάβλητο, όσο άσχημο κι αν είναι! Και ίσως τελικά να μην νοσταλγούμε τόσο τα 80s, αλλά τον εαυτό μας όπως ήταν τότε… Πόνος για την wasted youth; Μήπως όμως έτσι χάνουμε ένα παρόν; Μήπως τελικά έχει δίκιο ο Ανδρουλάκης όταν έλεγε ότι η νοσταλγία είναι σαν τη φαγούρα, όσο πιο πολύ ξύνεσαι τόσο πολύ σε τρώει; Ή όπως το έθεσε πιο δραματικά ο Βέλτσος: «να γερνάς σημαίνει να επιμένεις στην ίδια ηλικία»;

Το βιβλίο «Eightίλα» του Βασίλη Λούκα είναι ένα σύμπτωμα αυτής της μόδας, και ομολογουμένως έλειπε από την αγορά! Ο ελαφρώς περιπαικτικός τίτλος με προδιάθεσε θετικά ώστε να σπεύσω να το αγοράσω… Ανέμενα, πέρα από πληροφορίες και memorabilia, και μια (αυτο)σαρκαστική, έστω παιγνιώδη αντιμετώπιση του όλου φαινομένου. Φευ…

Γενικά, δυσκολεύομαι όταν έρχεται η ώρα να εκφραστώ αρνητικά για το δημιούργημα κάποιου, που αν μη τι άλλο προϋποθέτει κάποιο μόχθο. Όμως, αν δεν ξεχωρίσεις το κακό πώς μετά θα εξάρεις και θα επαινέσεις το καλό; Και το συγκεκριμένο βιβλίο είναι απερίφραστα κακό… Όχι τόσο λόγω του πνεύματος αυτοκολακευόμενης μεταχρονολογημένης αθωότητας, η οποία θυμίζει Πολυχρονίου και Μαστοράκη να αναπολούν τα (και αυτά!) αθώα 60s! Απόψεις είναι αυτές άλλωστε (έστω και κονσερβαρισμένα στερεότυπες). Δεν μπορώ όμως να αποδεχτώ τη λογική του «μύλου που όλα τα αλέθει» σε έναν πολτό (που λέει και ο …Χριστόδουλος). Ενδεικτικό δείγμα …κιμά: «Η Kylie Minogue, οι Gipsy Kings, οι House of Love, ο Rick Astley, η Οfra Haza, οι Waterboys, οι Inxs, ο Tone Loc, οι Soul II Soul, οι Bros, οι Jive Bunny, οι The The, οι Cocteau Twins είναι μερικά από τα πρόσωπα που ανακατεύουν τα ύδατα της λίμνης του ποπ-ροκ ήχου»… Το βιβλίο μοιάζει σαν προϊόν μιας μηχανής τυχαίας παραγωγής ατάκτως ειρημένων θραυσμάτων, ένα συνονθύλευμα σχετικών και άσχετων πληροφοριών, χωρίς ειρμό και νοηματική ραχοκοκαλιά. H μία παράγραφος μπορεί να αναφέρεται στον Klaus Nomi, να ακολουθεί μια άσχετη δήλωση του …Bob Mould και η επόμενη να καταλήγει στους Stray Cats! Ας παραθέσω και ένα χαρακτηριστικό δείγμα, για του λόγου το αληθές:

«Η ηλεκτρονική pop αναδεικνύει νέα σχήματα όπως οι Depeche Mode ή οι Cabaret Voltaire.

Η νέα μουσική φλερτάρει πλέον ακόμη και με την τζαζ, ενώ οι εκφραστές της είναι ποικίλοι.

Οι Cure με τον Robert Smith δίνουν παραπάνω έμφαση στους στίχους, και οι ακροατές τους εντυπωσιάζονται όταν ακούνε στο Pornography: «Άλλη μια τέτοια μέρα και θα σε σκοτώσω…»

Αν γυρίσουμε λίγο πίσω, θα δούμε ότι η κυκλοφορία του αξεπέραστου «Model» από τους Kraftwerk συμπίπτει χρονικά με την περιπέτεια της Βρετανίας στα νησιά Φόκλαντς (1982)» (πέρα από το εξόφθαλμο λάθος, καθώς το «The model» είχε κυκλοφορήσει από το 1978, απλώς το 1982 το ανακάλυψαν οι Βρετανοί σε single, αδυνατώ να συλλάβω τη …μεταφυσική συμπαιγνία, η οποία συνδέει τους Kraftwerk με τον αργεντινο-βρετανικό πόλεμο!)

Η γλώσσα είναι σαφώς επηρεασμένη από τις αθλητικές εφημερίδες, τους αμετροεπείς χαρακτηρισμούς και την ακατάσχετη τάση για ηρωοποίηση θα ζήλευαν το …Φως και το Derby (όλοι είναι εκπληκτικοί, μαγικοί, μύθοι, ημίθεοι, θρύλοι), ενώ το κείμενο βρίθει άστοχων χαρακτηρισμών και εκφράσεων που σκοπό μάλλον έχουν να δώσουν ένα τόνο ελαφρότητας, αλλά που βγάζουν μάτι (π.χ. «Το 1993 ψιλοέπεσε από τον θρόνο του…» (για τον Michael Jackson))…

Τελικά, ακόμη κι ένα μέτριο βιβλίο έχει την αξία του, καθώς μπορεί να αποτελέσει αφορμή για ενδιαφέροντα (ελπίζω) προβληματισμό! Κατά τα λοιπά ας ελπίσουμε ότι ο ιός της πανταχού παρούσας eightίτιδας να είναι ιάσιμος…
(Απόπειρα)

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Μανώλης Νταλούκας – Ελληνικό ροκ

Ελληνικό ροκΜε ποιά κριτήρια χαρακτηρίζεται άραγε ένα βιβλίο σαν «καλό»; Να έχει πλοκή και να σε κρατάει… Να είναι καλογραμμένο σε γλώσσα που ρέει. Να είναι αποκαλυπτικό (όχι με την έννοια που εννοούν οι τηλεκανίβαλοι-δημοσιογράφοι του μεσημεριού!). Να κινητοποιεί τη σκέψη σου… Και όταν κλείνεις και την τελευταία σελίδα να έχεις μάθει κάτι από αυτό. Και θα προσέθετα, ως μια εντελώς προσωπική άποψη, να σε κάνει να διαφωνείς, να σε κεντρίζει, να σε ερεθίζει, να σε αναγκάζει να δεις ανοιχτά θέματα από μια νέα σκοπιά. Την προσωπική πάντα σκοπιά του συγγραφέα.

Τα ίδια ισχύουν και για ένα ιστορικό βιβλίο. Άλλωστε κάθε ιστορία είναι κατ’ ουσίαν μια μυθ-ιστορία βασισμένη μεν σε κάποια αληθινά (και αυτό όχι πάντα) περιστατικά, φιλτραρισμένη δε μέσα από το πρίσμα προκαταλήψεων, ιδεοληψιών, προσωπικών στάσεων και βιωμάτων.

Το βιβλίο του δημοσιογράφου Μανώλη Νταλούκα αφηγείται την μυθ-ιστορία του ελληνικού ροκ. Ή τουλάχιστον αυτού που θεωρεί ο συγγραφέας «ελληνικό ροκ». Άλλωσε ο όρος «ροκ» έχει πλέον τόσο ξεχειλωθεί, που τελικά ροκ σημαίνει τα πάντα και τίποτε (μέχρι και ότι τα …δημοτικά είναι ροκ έχω διαβάσει κάπου!). Το βιβλίο διαβάζεται με την προσήλωση μυθιστορήματος, έχει πλοκή σχεδόν συναρπαστική (πραγματικό page-turner όπως λένε γλαφυρότατα οι Άγγλοι), έχει πρωταγωνιστές καλούς και κακούς, και φωτίζει αθέατες και ξεχασμένες πτυχές αυτής της μεγάλης περιπέτειας που λέγεται ελληνικό ροκ, από εποχές τόσο κοντινές αλλά και τόσο μακρινές συγχρόνως. Είναι γραμμένο σε πολύ όμορφη γλώσσα, όσο πρέπει ποιητικίζουσα, ρομαντική και παθιασμένη και όσο πρέπει αποστασιοποιημένη και ψυχρή. Το δε φωτογραφικό υλικό είναι σχεδόν συγκλονιστικό…

Η κυριότερη όμως αρετή του βιβλίου είναι ότι ο συγγραφέας δεν περιορίζει την οπτική του στα στενά πλαίσια της κατεστημένης (διάβαζε: δισκογραφημένης) μουσικής. Έτσι γνωρίζουμε ονόματα καλλιτεχνών που ξεχάστηκαν, μόνο και μόνο γιατί δεν συμμετείχαν ποτέ στο μεγάλο παζάρι που λέγεται μουσική βιομηχανία. Αυτό δεν σημαίνει ασφαλώς ότι ήταν και αμελητέοι. Άλλωστε σε πείσμα των διαφόρων εμπόρων, «μάνατζερς» και νταβατζήδων της μουσικής, η μουσική δεν είναι (μόνο) βιομηχανία. Και όπως στο Σύμπαν υπάρχει ένα τεράστιο ποσοστό «σκοτεινής ύλης» (περίπου 10 φορές περισσότερη από τη «συνηθισμένη» ορατή ύλη!), έτσι και στην τέχνη γενικότερα υπάρχουν τεράστιες ποσότητες «σκοτεινής» και αθέατης τέχνης. Τέχνης της οποίας η μοίρα είναι να ξεχαστεί συντετριμμένη στις μυλόπετρες του συστήματος και λογοκριμένη από τους σύγχρονους «ασφαλίτες» της σκέψης. Τέχνη η οποία όμως έχει επιτελέσει το σκοπό της, που δεν είναι άλλος από την επικοινωνία και την έκφραση. Και το ροκ αυτό δεν είναι άλλωστε; Ένας τρόπος έκφρασης των νέων στην ψυχή (αυτό μας συμφέρει κιόλας!). Γι’ αυτό και ο συγγραφέας επεκτείνεται και σε άλλες μορφές νεανικής έκφρασης πέραν της μουσικής, όπως η ζωγραφική, η ποίηση και το θέατρο.

Τα χρονικά πλαίσια στα οποία κινείται η ιστορία ξεκινούν από την σκοτενή εμφυλιοπολεμική εποχή του ’40 και του ’50 (και την επονομαζόμενη «γενιά του Χάους») και τελειώνουν με την αυτοθυσία του Παύλου Σιδηρόπουλου στο βωμό της πρέζας. Και όχι, ο θάνατος του Παύλου δεν παρουσιάζεται, όπως συνήθως, σαν το τέλος της αθωότητας και της ανεμελιάς… Γιατί μια τέτοια αθωότητα δεν υπήρξε ποτέ! Υπάρχει μόνο στα μυαλά των διάφορων Μαστοράκηδων (ο ρόλος του οποίου διαφωτίζεται πλήρως στο βιβλίο, ξεκινώντας από την χειραγώγηση της «χρυσής» νεολαίας μέχρι και τον σκοτεινό πρακτορικό του ρόλο τη βραδυά του Πολυτεχνείου).

Πως άραγε να υπάρξει π.χ. αθωότητα την εποχή που η Ελλάδα είχε χωριστεί σε «εθνικόφρονες» και «εαμοβούλγαρους»; Την διεκδίκησαν τα «παιδιά του swing», οι «ανεύθυνοι», αλλά συνετρίβησαν. Όπως συνετρίβη και το υπαρξιστικό όνειρο που για λίγα χρόνια είχε βρει καταφύγιο στην ιπτάμενη παράγκα του Σίμου στου Ψυρρή (στο σημερινό βασίλειο του τηγανισμένου σε ορυκτέλαιο κολοκυθοκεφτέ!).

Διαβάζοντας πάντως το βιβλίο θα συνειδητοποίησετε το πόσο βαθιά συντηρητική ήταν η κοινωνία της δεκαετίας του ’60, το πόσο έτοιμη ήταν για την χούντα, και το γιατί η αντίσταση στη χούντα θα ήταν υπόθεση λίγων γραφικών, «κουμουνιστών», άπλυτων κλπ (η φρασεολογία των φασιστών δεν αλλάζει με τα χρόνια!). Και πόσο βαθιά αντιδραστικές ήταν οι δήθεν προκλητικές ταινίες του Δαλιανίδη τύπου «Νόμος 4000». Πόσο ωραιοποιημένα αλήθεια φαίνονται εκείνα τα χρόνια μέσα από τις ταινίες του «παλιού καλού» ελληνικού κινηματογράφου («κουρέψτε τους αλήτες» έλεγε ο καθαγιασμένος λόγω των ταινιών αυτών Σακελλάριος)! Και τα πράγματα δεν θα αλλάξουν με την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Το ροκ θα μείνει πάντα στο περιθώριο, χτυπημένο μάλιστα τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά!! Η απογοήτευση θα κυριαρχήσει και η «γενιά της θλίψης» θα έρθει σαν μοιραία συνέπεια…

Μία ήταν η διαφωνία μου με τις απόψεις του συγγραφέα. Μία αλλά σφοδρή! Και αναφέρομαι στον επιθετικό και μάλλον περιφρονητικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει ο Νταλούκας όσους τόλμησαν να εκφραστούν με αγγλικό στίχο. Οι οποίοι αντιμετωπίζονται σχεδόν σαν «προδότες! «οι περισσότεροι από αυτούς τους νέους ανθυπομοίραρχους των Άγγλων, ήταν άνευ σημασίας, αλλά οι Sharp Ties που δρουν στο club Skylab, έχουν εντυπωσιάσει τους πάντες…». Δεν αμφισβητώ ότι υπήρξαν υπερβολές και γραφικότητες και πιθηκισμοί σε σημείο φαιδρό. Όμως η ελληνικότητα είναι ζήτημα αποκλειστικά και μόνο του στίχου; Πόσο «Έλληνας» είναι δηλαδή ο Σαββόπουλος που αντέγραφε ανενδοίαστα τον Dylan; Πέρα βέβαια από το ότι προσωπικά δεν καταλαβαίνω αυτά τα εθνικά σύνδρομα στην τέχνη, η οποία είναι εξ ορισμού υπερεθνική και παγκοσμιοποιημένη…

Επίσης στα αρνητικά για μένα καταγράφεται η απουσία μιας πλειάδας σχημάτων των 80s, μιας σκηνής η οποία μάλιστα θα ταίριαζε γάντι στις αντιλήψεις του συγγραφέα για «μελαγχολική δεκαετία». Μπάντες όπως οι Metro Decay, οι Χωρίς Περιδέραιο, οι (πολύ κοντά μάλιστα στην ελληνική παράδοση!) Εν Πλω και πολλοί άλλοι (ας μείνω μόνο στις χτυπητές περιπτώσεις) φαίνεται σαν να μην υπήρξαν ποτέ… Κι ας ήταν αυτοί που πράγματι εξέφρασαν την εποχή και το πνεύμα της, πράγμα που δεν έκαναν οι διάφοροι «ελληνοροκάδες» των οποίων το ρολόι είχε κολλήσει στα εξιδανικευμένα και «αγωνιστικά» 60s….

Σε τελική ανάλυση όμως αυτή είναι η άποψη του συγγραφέα. Και αν αναλογιστούμε τα κριτήρια που θέσαμε στον πρόλογο του άρθρου τούτου, το «Ελληνικό ροκ» είναι ένα πολύ καλό και αξιοδιάβαστο βιβλίο. Ακόμη κι από αυτούς που δεν αισθάνονται, ή φοβούνται να είναι ροκ…

(Εκδόσεις Άγκυρα)

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Pascal Bussy : Kraftwerk – Man, machine and music (SAF)

Pascal Bussy KraftwerkΔιαβάζοντας τούτο το βιβλίο μελαγχολικές σκέψεις με κατέκλυσαν. Όχι, δεν ήταν το περιεχόμενο του που προκάλεσε αυτή την αντίδραση. Ήταν απλώς η συνειδητοποίηση (εκ νέου) της ένδειας των ελληνικών μουσικών εκδόσεων που αφορούν τη σύγχρονη μουσική. Πέρα από τη γνωστή σειρά των μαύρων βιβλίων της Οδού Πανός (όχι και πρώτης ποιότητας θα έλεγα) και κάποιες άλλες σποραδικές εκδόσεις, κυρίως μεταφράσεις, το απέραντο κενό. Κατά συνέπεια δεν είναι διόλου περίεργο ότι δεν υπάρχει τίποτε στην ελληνική βιβλιογραφία για το (όπως έχω ξαναγράψει και αλλού – Kraftwerk TOP 20) σημαντικότερο από άποψη επίδρασης και εξέλιξης μουσικό όνομα του 20ου αιώνα. Η πληρέστερη καταγραφή της πορείας των μυθικών πρωτοπόρων από το Dusseldorf είναι αυτό το βιβλίο του Γάλλου δημοσιογράφου Pascal Bussy που επανεκδόθηκε πέρυσι για να συμπεριλάβει και τη new entry («Tour de France Soundtracks»), και το οποίο με 15 ευρώ στο Amazon έρχεται σπίτι σας (τα καλά της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας!)

Το βιβλίο πάντως προκάλεσε και άλλες αντιδράσεις! Υπήρξε ειδικά κάποιος ο οποίος έγινε έξαλλος με αυτό… Ας δώσουμε το λόγο στο συγγραφέα «Βρισκόμουν στο διαμέρισμα μου στο Παρίσι, ήταν 11 το βράδυ και ετοιμαζόμουν να κοιμηθώ. Το τηλέφωνο χτύπησε. Η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν αυτή του Florian Schneider. «Le livre, c’ est de la merde» (δεν πιστεύω να θέλετε μετάφραση!). Εικάζω πάντως ότι αυτή η αντίδραση δεν θα του ήρθε σαν κεραμίδα, καθώς όταν τους έστειλε το draft του βιβλίου, ο φάκελoς του επεστράφη άθικτος, όπως ακριβώς τον έστειλε!

Πρέπει πάντως να ήταν πολύ δύσκολο το έργο του συγγραφέα, αν λάβουμε υπόψη μας τη μυστικοπαθή εμμονή των Kraftwerk. Κλεισμένοι στην απομόνωση του θρυλικού Kling-Klang studio, στη διάρκεια των 30+ χρόνων της πορείας τους, έχουν αρνηθεί απαξιωτικά προτάσεις συνεργασίας από ονόματα όπως ο Michael Jackson και ο David Bowie και προτάσεις για soundtrack από σκηνοθέτες όπως ο Fassbinder. Αγνόησαν επιδεικτικά ότι είχε σχέση με τον περίφημο «ροκ» τρόπο ζωής και το γελοίο «sex, drugs and rock n’ roll». Γύρισαν την πλάτη περιφρονητικά σε κάθε συμβατική έννοια promotion ή marketing. Έδιναν σπάνια συναυλίες (στην αρχή μάλιστα σε αντιεμπορικούς χώρους όπως γκαλερί, εκθέσεις, πανεπιστήμια), ακόμη σπανιότερα συνεντεύξεις (οι οποίες ήταν κυριολεκτικά ένα διανοητικό παιχνίδι κρυφτού και λεκτικής πρόκλησης). Αρνούνταν εξίσου προκλητικά κάθε μουσική επιρροή («Καμία… Η σιωπή» ήταν η απάντηση σε μια ανάλογη ερώτηση) και θεωρούσαν τους εαυτούς τους περισσότερο επιστήμονες εργαστηρίου παρά μουσικούς. Ήταν τελειομανείς, με σχετικά μικρή δισκογραφία 40λεπτων έργων (την ώρα που σημερινά ονόματα της electronica αμετροεπώς παραγεμίζουν δισκάκια με «μπάζα» μουσικής).

Η στάση αυτή εύκολα μπορεί να σταμπαριστεί ως ελιτίστικη ή σνομπ.. Ίσως και οι ίδιοι κάπου να αυτοεγκλωβίστηκαν στη συντήρηση αυτού του image (αυτό ήταν και η αφορμή της αποχώρησης των Bartos και Fl?r-καλύτερα, του τέλους της συνεργασίας τους, καθώς οι Kraftwerk ουσιαστικά δεν έπαψαν ποτέ να είναι το ντουέτο Ralf & Florian). Προσωπικά πάντως ο ελιτισμός, εάν βασίζεται σε πραγματικά θεμέλια και σε ουσιαστικό έργο δεν με ενοχλεί διόλου. Και εκεί που άλλοι προβλέπουν (ή νομίζουν πως προβλέπουν) το μέλλον, άλλοι το οραματίζονται και άλλοι το δημιουργούν. Οι Kraftwerk ανήκουν σίγουρα στην τελευταία προικισμένη τάξη (και το οξύμωρο της υπόθεσης είναι ότι οι Kraftwerk έδειχναν το μέλλον την ίδια εποχή που οι punks φώναζαν no future!).

Όπως και να έχει κατάφεραν, χωρίς να χρειαστεί να κουνήσουν κώλους, χωρίς να κάνουν «προκλητικές» δηλώσεις στα ΝΜΕ, και χωρίς να υιοθετήσουν καμώματα, καραγκιοζιλίκια και rock n’ roll κωλοπαιδισμό να μείνουν στην επικαιρότητα για τόσα χρόνια και να εμπνεύσουν έναν μοναδικό σεβασμό που αγγίζει τα όρια του δέους. Χαρακτηριστικό δείγμα: στη συναυλία τους στο Tribal Gathering του 97 η dance σκηνή του Detroit έκλεισε την ώρα της συναυλίας σε ένδειξη σεβασμού.

Κάπου, κάποτε είχα διαβάσει από κάποιον («ακριβέστατες» οι αναφορές μου, αλλά ο σκληρός δίσκος του μυαλού έχει ήδη αρκετά …bad sectors!) ότι το να θέλεις να γνωρίσεις έναν καλλιτέχνη του οποίου σ’ αρέσει το έργο, είναι σαν να θέλεις να γνωρίσεις τη …χήνα της οποίας το φουά-γκρα μόλις απόλαυσες! Τούτο το βιβλίο δεν πρόκειται να ικανοποιήσει όσους επιθυμούν γνωριμία με τη …χήνα, ούτε επίσης θα θρέψει την …Τατιάνα που όλοι κρύβουμε σε κάποιο βαθμό μέσα μας. Τα κουτσομπολίστικα ένστικτα μπορεί να τα ικανοποιήσει σε ένα βαθμό το βιβλίο του Wolfgang Flur «I was a robot», ο οποίος Flur αποχώρησε όχι και με τον καλύτερο τρόπο, γεγονός που εγγυάται ουκ ολίγα ιοβόλα σχόλια και πολύ πικάντικο παρασκήνιο.

Το βιβλίο του Bussy αντιθέτως καταφέρνει να κρατήσει μια ισορροπία μεταξύ της αναπόφευκτης μυθοπλασίας, των προσωπικών απόψεων και των ιστορικών δεδομένων. Είναι ουσιαστικά μια δίσκο-δίσκο καταγραφή μιας μακράς πορείας η οποία ξεκινά από την εποχή που πρωτοσυναντήθηκαν στην Ακαδημία Τεχνών του Remsheid, από το πρώτο μουσικό σχήμα που λεγόταν Organisation (οι OMD τους τίμησαν δίνοντας τον τίτλο αυτό σε δίσκο τους), από τότε που ακόμη δεν ξεχώριζαν από τον υπόλοιπο kraut-rock σωρό, και που τα κομμάτια τους χαρακτηρίζονταν από έναν ελευθεριάζοντα πειραματισμό με προεξάρχοντα τον ήχο του …φλάουτου! Παρακολουθεί στη συνέχεια το επίμονο κτίσιμο του μουσικού τους οράματος για την ενοποίηση ανθρώπου και μηχανής, για τη χρήση του studio ως μουσικού οργάνου και για την καλλιέργεια μιας Ευρωπαϊκής μοντέρνας μουσικής ταυτότητας βασισμένης σε ένα μίγμα φουτουρισμού και ρετρό αξιών. Αποκαλύπτει την απροσδόκητη επίδραση των …Beach Boys και τον σεβασμό που έτρεφαν για τον Iggy και τους Stooges αλλά και τους Ramones (!) καθώς και λεπτομέρειες όπως το πως διάλεξαν το όνομα τους, το οποίο παραλίγο να ήταν …Dynamo (επιρροή από τις παλιές ανατολικές ποδοσφαιρικές ομάδες). Διαφωτίζει τις πολιτικές αμφισημίες τους (υποστήριξη ή όχι της ραδιενέργειας στο «Radioactivity», το κονστρουκτιβιστικό εξώφυλλο του «Man Machine», οι οικολογικές αναφορές) και διερευνά τη μεγάλη επίδραση τoυς στη μαύρη μουσική.

Γενικά πρόκειται για ένα αξιοδιάβαστο βιβλίο. Και όχι μόνο για ιστορικούς λόγους. Άλλωστε το μέλλον των Kraftwerk είναι ακόμη ανοιχτό. Της μουσικής τους πάντως σίγουρα είναι. Musique non stop…

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Τζούλιαν Μπαρνς – Ο διανοούμενος στην κουζίνα


Φέτος τα Χριστούγεννα ο Αϊ-Βασίλης σε μορφή μαυρομαλλούσας κόρης, γνωρίζοντας το ενδιαφέρον μου για την εφήμερη τέχνη που λέγεται γαστρονομία άφησε κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο μου αυτό το βιβλίο. Και η απόλαυση της ανάγνωσης του με ώθησε και να το παρουσιάσω. Θα μου πείτε τώρα τι γυρεύει ένα τέτοιο βιβλίο σε μια ιστοσελίδα που κατά κύριο λόγο ασχολείται με τη μουσική και τις τέχνες εν γένει; Εμμέσως απάντησα ήδη: η μαγειρική θεωρείται και αυτή μια μορφή τέχνης, με όλα μάλιστα τα «παρελκόμενα» (πρωτοπορίες, κοινωνική επίδειξη, lifestyle παρεκτροπές κλπ). Και έχει πλέον απαλλαγεί από τις κατηγορίες περί υλισμού και από τα ενοχικά κατάλοιπα της προαιώνιας θρησκευτικής έχθρας απέναντι στις σωματικές ηδονές.

Παρένθεση: πάντα απορούσα για την αιτιακή σχέση των «αμαρτημάτων» της λαιμαργίας και της λαγνείας, καθώς όπως μπορεί να επιβεβαιώσει οποιοσδήποτε ποτέ αποπειράθηκε να κυλιστεί στο …βούρκο της λαγνείας μετά από λουκούλειο γεύμα, μάλλον σε έναν αναμάρτητο αθώο ύπνο κατέληξε παρά σε ηδονικά συμπλέγματα! Άνετα λοιπόν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η λαιμαργία …προφυλάσσει από τη λαγνεία (άραγε γι’ αυτό το λόγο η παχυσαρκία θερίζει στο χώρο των λειτουργών του Ύψιστου;;) Κλείνει η παρένθεση.

Το σίγουρο πάντως είναι ότι παρήλθαν πια οι εποχές όταν η δήλωση ενός άντρα ότι μαγειρεύει κάτι πέραν του κλασικού αβγού, ξεσήκωνε αμφιβολίες για τον ανδρισμό του ή στην καλύτερη των περιπτώσεων γινόταν δεκτή «με την φιλελεύθερη καχυποψία που είχε εκδηλώσει (ο πατέρας) όταν με συνέλαβε να διαβάζω το Κομμουνιστικό Μανιφέστο» όπως γράφει ο Μπαρνς. Μέσα σε αυτό το κλίμα και αυτή τη μόδα, όλο και πιο αξιόλογα βιβλία εμφανίζονται, βιβλία τα οποία πάνε ένα βήμα πέρα από την ξερή, άνυδρη και άνοστη παράθεση συνταγών. Και όλο και πιο πολλοί εγνωσμένης αξίας λογοτέχνες ζώνονται την …ποδιά και ασχολούνται με τέτοια θέματα (να θυμηθώ π.χ. τον Μονταλμπάν).

Και ο Τζούλιαν Μπαρνς επίσης, δεν είναι μάγειρας. Είναι ένας από τους πιο γνωστούς Άγγλους συγγραφείς, και έχει στο ενεργητικό του βιβλία που διαβάστηκαν πολύ, όπως το «England England» και κυρίως «Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ». Ούτε και το βιβλίο του είναι ένα βιβλίο μαγειρικής με την κλασική έννοια του όρου, αλλά ένα βιβλίο με αφορμή τη μαγειρική. Σε τελική ανάλυση η μαγειρική η ίδια, η τέχνη γενικότερα, μια αφορμή δεν είναι, ένα μέσο; Μέσο άραγε για τί; Μήπως αυτό που λέει η αφιέρωση του βιβλίου να δίνει μια απάντηση; «Σ’ Εκείνη για την οποία μαγειρεύει ο διανοούμενος». Μεταξύ μας πάντως, υπάρχει καλύτερος τρόπος «αποπλάνησης» από το να της ετοιμάσεις ένα ωραίο γεύμα με συνοδεία μάλιστα εκλεκτικής μουσικής;
Διαβάζοντας το βιβλίο του Μπαρνς, θυμήθηκα τα πρώτα μου ασταθή μαγειρικά βήματα, όταν πάνω από λεκιασμένα βιβλία-μπούσουλες πάλευα να επιτύχω κάτι το εντυπωσιακό, και όταν κάτι στην πορεία στράβωνε, η «υποψήφια» κατέληγε να τρώει τορτελίνια πνιγμένα στην κρέμα, η οποία με ένα … σεμνό πέπλο κάλυπτε όλες τις ατέλειες (αργότερα θα καταλάβω ότι η κρέμα παίζει στα φαγητά τον ρόλο της καλής παραγωγής σε έναν μέτριο δίσκο: κρύβει τις ατέλειες και την έλλειψη ταλέντου)!

Ο Μπαρνς συμπάσχει με όλους όσοι κάποτε ένιωσαν να ηττώνται κατά κράτος από ένα βιβλίο μαγειρικής. Blame it on the book! Αναρωτιέται: «γιατί μια λέξη σε μια συνταγή μαγειρικής να είναι λιγότερο σημαντική από μία λέξη σ’ ένα μυθιστόρημα;» Και σπεύδει ο ίδιος να συμπληρώσει: «Η πρώτη μπορεί να οδηγήσει σε σωματική δυσπεψία, η δεύτερη σε πνευματική».

Με σχολαστικότητα διανοούμενου στέκεται απορών μπροστά στα ερωτήματα που αναφύονται στην μαγειρική καθημερινότητα: πότε ένα κρεμμύδι είναι μικρό ή μεσαίο; Πόση είναι αυτή η περίφημη «πρέζα αλάτι»; Πόσο αλεύρι τελικά «σηκώνει» μια ζύμη; Αφηγείται τις αναπόφευκτες «ντροπιαστικές» μαγειρικές αστοχίες. Μιλάει για τα αγαπημένα μαγειρικά του βιβλία, για τον αγγλικό Τσελεμεντέ, το θηριώδες, 1997 σελίδων βιβλίο της κυρίας Beaton. Μας προσφέρει «χρήσιμες» γνώσεις, όπως το πως να ξεπετσιάσουμε ένα …χέλι. Συμβουλεύει να μην αγοράζουμε βιβλία συνταγών βάσει των φωτογραφιών, οι οποίες συνήθως μας γεμίζουν με φρούδες προσδοκίες και θυμίζουν φωτογραφίες γραφείου συνοικεσίων… Too good to be true! Και σατιρίζει την εκζήτηση και την νεοπλουτίστικη επιδειξιομανία με τη χρήση εξωτικών ζώων, σαν τον …σκίουρο που κάποτε είχε ο ίδιος παραγγείλει.

Και όλα αυτά είναι δοσμένα με ένα γράψιμο πνευματώδες, με πολύ χιούμορ και μια υποδόρια ειρωνία. Πρόκειται για ένα βιβλίο διαβαστερό, σχεδόν pop θα έλεγα, το οποίο διαβάζεις ακόμη κι αν δεν ενδιαφέρεσαι και πολύ για τα κουζινικά, έτσι απλά για τη διασκέδαση της ανάγνωσης. Και δεν αμφιβάλλω ότι θα δούμε σύντομα το βιβλίο στις λίστες με τα ευπώλητα (ναι έτσι λένε πια τα best seller), αν μάλιστα λάβουμε υπόψη μας και το «επιθετικό» marketing των εκδόσεων «Μεταίχμιο».

Βέβαια πρέπει να σημειώσω ότι οι συνταγές που αναφέρονται ακροθιγώς στο βιβλίο, ανήκουν ως επί το πλείστον στην αγγλική παράδοση η οποία δεν είναι δα και από τις πιο φημισμένες. Όπως άλλωστε λέει και ένα παλιό καλό ανέκδοτο, η κόλαση έχει Άγγλο μάγειρα (Έλληνα οργανωτή και Ελβετό εραστή μεταξύ άλλων)! Οπότε αν στο γεύμα αποπλάνησης που ανέφερα παραπάνω μαγειρέψετε π.χ. λαγό με …σοκολάτα, δεν εγγυώμαι καθόλου για τα αποτελέσματα. Είναι κάτι ανάλογο σαν να βάλετε …Neubauten για μουσική υπόκρουση! Αν και τώρα που το σκέφτομαι, ακόμα και οι …χυλοπίτες είναι ένα θεϊκό φαγητό! Και οι Neubauten επίσης μια χαρά είναι…

(Εκδόσεις Μεταίχμιο)

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Με αφορμή ένα βιβλίο: Μάρτιν Βάλζερ – Ο θάνατος ενός κριτικού

Ο θάνατος ενός κριτικούή περί κριτικής

«Αλογόμυγες που εμποδίζουν το άλογο να οργώσει» (Τσέχωφ). «Λέπρα των γραμμάτων» (Φλωμπέρ). «Ευνούχοι σε χαρέμι-που ξέρουν πως γίνεται, αλλά είναι ανίκανοι να το κάνουν οι ίδιοι» (Μπήαν). «Όσο για σας, ασήμαντα φθονερά ανθρωπάκια, μπάσταρδοι που όλη μέρα άλλο δεν κάνετε από το να μουγκρίζετε, να πάτε να πνιγείτε» (Ραμπελαί)! Ποιοι είναι όμως οι άτυχοι στόχοι αυτών των ιοβόλων και… μάλλον επιθετικών σχολίων; Ναι, όπως το φανταστήκατε, είναι οι κριτικοί!

Η κόντρα μεταξύ των φυλών των δημιουργών και των κριτικών πρέπει να γεννήθηκε ταυτόχρονα με την γέννηση του πρώτου έργου τέχνης. Χρονολογείται από εκείνη την χαμένη στο βάθος του πηγαδιού του χρόνου στιγμή, όταν ο πρώτος homo sapiens σκάλισε την εικόνα ενός μαμούθ στον τοίχο της σπηλιάς για να εισπράξει φαντάζομαι αμέσως και τις πρώτες… κριτικές: «χμμ, πολύ νατουραλιστικό», «μα καλά, είναι τέχνη αυτό;», «αντί να πας να κυνηγήσεις βρε αχαΐρευτε κανένα μαμούθ να φάμε και λίγο κρέας, μου κάθεσαι και ζωγραφίζεις αηδίες στους τοίχους» και άλλα εξίσου δηκτικά και… διαχρονικά! Πιθανότατα ο πρωτοπόρος πρόγονος μας να σήκωσε τους ώμους περιφρονητικά μουρμουρίζοντας «άσχετοι, που να καταλάβετε εσείς από τέχνη, πάντα πρωτόγονοι θα μείνετε!» Πολλοί όμως συνάδελφοι του, δεν ανέχονται τόσο συγκαταβατικά την κριτική όπως υποδηλώνει και ο τίτλος τούτου του βιβλίου. Ο οποίος μου κίνησε το ενδιαφέρον (για προφανείς λόγους!) να το διαβάσω πρώτα, και μετά να σας το παρουσιάσω (μη ακολουθώντας βεβαίως το παράδειγμα του Κανέτι: «Δεν διαβάζω ποτέ ένα βιβλίο προτού γράψω κριτική γι’ αυτό, για να μην είμαι προκατειλημμένος υπέρ του»)!

Η υπόθεση του βιβλίου απλή: ένας διάσημος και μεγαλόσχημος κριτικός λογοτεχνίας, ο Ερλ Κένιγκ, δολοφονείται στην πολυτελή έπαυλη του εκδότη του. Οι υποψίες στρέφονται αμέσως προς τον συγγραφέα Χανς Λαχ, του οποίου το βιβλίο είχε μόλις «θάψει» και απορρίψει σκαιότατα στην τελευταία του τηλεοπτική εκπομπή. Ένας μελετητής μυστικιστικών κειμένων, γνώριμος του Λαχ, αναλαμβάνει αυτόκλητα να αποδείξει την αθωότητα του.

Μην σας παρασύρει όμως η υπόθεση! Το βιβλίο δεν είναι κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα, και δεν πρόκειται να σας κρατήσει με σασπένς ούτε πρόκειται να σπαζοκεφαλιάσετε με γρίφους, στοιχεία, υπόπτους και όλα τα άλλα υλικά που προβλέπει η «συνταγή» για ένα «σωστό» αστυνομικό. Έχει βέβαια κάποιες απρόβλεπτες ανατροπές στο τέλος, οι οποίες όμως είναι τόσο απρόβλεπτες ώστε γίνονται… προβλέψιμες για τον προσεκτικό αναγνώστη! Η υπόθεση του βιβλίου θα έλεγα ότι είναι προσχηματική, στημένη, ώστε να πει ο συγγραφέας αυτά που θέλει. Με έξυπνο και δηκτικό ομολογουμένως τρόπο, ο Γερμανός Μάρτιν Βάλζερ (δεν είναι κάποιο λογοτεχνικό «τζόβενο», έχει γεννηθεί το 1927, και είναι γνωστός αλλά ελάχιστα μεταφρασμένος στα ελληνικά) δεν χαρίζει κάστανα και φτιάχνει μια εκφραστική πινακοθήκη χαρακτήρων του μικρόκοσμου που ασχολείται με την λογοτεχνία (δημιουργοί, κριτικοί, εκδότες,… σύζυγοι εκδοτών, αναγνώστες). Αν και σε κάποια σημεία γίνεται λίγο διανοουμενίστικα κουραστικό και μπερδεμένο, σε γενικές γραμμές είναι ένα αξιόλογο ανάγνωσμα.

Στην Γερμανία το μυθιστόρημα αυτό ξεσήκωσε σάλο όχι μόνο στους σοβαρούς λογοτεχνικούς κύκλους αλλά και στις… Γερμανίδες Τατιάνες! Και αυτό επειδή θεωρήθηκε ότι φωτογραφίζει ουσιαστικά και βάλλει ευθέως εναντίον του Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκυ, του «πάπα» της γερμανόφωνης κριτκής σκηνής (στην Ελλάδα δεν υπάρχει κάποιος αντίστοιχος με τόσο μεγάλη επιρροή, ίσως ο Γεωργουσόπουλος για το θέατρο-για όσους ενδιαφέρονται κυκλοφορεί μάλιστα στα ελληνικά και η αυτοβιογραφία του Ρανίτσκυ). Ο οποίος, απ’ όσο ξέρω τουλάχιστον, δεν αντέδρασε με μηνύσεις και αγωγές…

Παρένθεση (σχετική): στις 3 Φεβρουαρίου του 2005 θα διεξαχθεί μια πολύ ενδιαφέρουσα δίκη. Αυτή αφορά μια αγωγή ενός συγγραφέα ονόματι Αλέξανδρος Ασωνίτης κατά του πολύ καλού κριτικού της εφημερίδας «Καθημερινή» Παντελή Μπουκάλα. Ο συγγραφεύς ζητά 85.000 Ευρώ (για ψυχική οδύνη ή για διαφυγόντα κέρδη άραγες;) επειδή θεωρεί ότι η κριτική του κ. Μπουκάλα ήταν «πέραν κάθε επιθετικής προσέγγισης»! Περιστατικό πρωτοφανές (απ’ όσο τουλάχιστον γνωρίζω για τα ελληνικά δεδομένα), αλλά και απίστευτα αποκαλυπτικό του πως αντιλαμβάνονται ορισμένοι δημιουργοί τη σχέση με την τέχνη. Αν και πρόκειται στην ουσία του για άλλο ένα επεισόδιο στην προαιώνια διαμάχη που λέγαμε.

Μια διαμάχη ατέρμονη και φοβάμαι αδιέξοδη, χωρίς νόημα. Γιατί η κρίση είναι κάτι αναπόσπαστο από την ίδια τη ζωή και την δημιουργία. Συνέχεια κρίνουμε: ανθρώπους, δίσκους… φαγητά, πράξεις, πολιτικές. Η δημιουργία αυτόματα προκαλεί και την εμφάνιση της κριτικής, όπως ακριβώς στη Φυσική μια δράση συνοδεύεται εξ ορισμού από μια αντίδραση. Κρίση σημαίνει ουσιαστικά επιλογή. Άρα ελευθερία. Το χριστιανικό «μην κρίνεις για να μην κριθείς» είναι εξίσου ανεφάρμοστο και ουτοπικό όσο και τα υπόλοιπα χριστανικά κηρύγματα. Και στο κάτω-κάτω της γραφής και η ίδια η κριτική κρίνεται. Άλλωστε πολλές φορές είναι και αυτή καθαυτή ένα πρωτογενές έργο τέχνης (βλ. π.χ. τις κινηματογραφικές κριτικές του Βασίλη Ραφαηλίδη).

Βέβαια, όπως και κάθε άλλη σύγκρουση, η διαμάχη αυτή αρδεύεται και τροφοδοτείται από την ανθρώπινη έπαρση και φιλοδοξία. Και η ίδια έπαρση που ενυπάρχει στους αφορισμούς που είδαμε στην εισαγωγή, υπάρχει και στον κριτικό ο οποίος ηδονίζεται να «θάβει» ή που ακόμη χειρότερα κάνει επίδειξη δύναμης επαινώντας «…ακόμη και όταν επαινούσε άνθρωπο ή βιβλίο ακουγόταν σαν ο ίδιος να έκανε μια χάρη – ΕΚΕΙΝΟΣ ήταν που επαίνεσε»! (απαραίτητη διευκρίνιση: αναφέρομαι σε «πραγματικούς» κριτικούς και όχι στους γραφείς οι οποίοι «κρίνουν» ανάλογα με το… πνεύμα που εκπορεύεται από την Οδό Μεσογείων ή τους «προαγωγικούς» οίκους μη-εκλεγμένων κυβερνώντων).

Προσωπικά δυσκολεύομαι να αποφασίσω ποια είναι η χειρότερη φάρα, ο κριτικός που βγάζει χολή όντας ο ίδιος ένας αποτυχημένος δημιουργός (όπως έλεγε και ο Χατζιδάκις) ή ο δημιουργός ο οποίος δεν έχει καταφέρει να εκδώσει την δουλειά του ή που αυτή δεν απασχόλησε κανέναν, έστω και αρνητικά (παρά μόνο συγγενικά πρόσωπα πρώτου βαθμού). Χαρακτηριστικό αμφότερων ότι πάσχουν από το σύνδρομο της… χαμένης ιδιοφυΐας που η «αμαθής μάζα» και οι άσχετοι εκδότες ή εταιρειάρχες δεν μπορούν να κατανοήσουν και να εκτιμήσουν. Είναι συνήθως αυτοί οι ίδιοι που δεν κατανοούν ότι όποιος δημοσιεύει εκτίθεται! Είναι αυτοί που λένε στις συνεντεύξεις τους το εξοργιστικό «δέχομαι την κριτική, αρκεί να είναι… καλόπιστη»! Διάβαζε: αρκεί να με αποθεώνει! Ή το εντελώς ανεδαφικό «αρκεί να είναι αντικειμενική»!! Και ας μην ανοίξουμε τώρα το ζήτημα περί υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας, ζήτημα σχεδόν εξαντλημένο μετά από αιώνες φιλοσοφικής έρευνας.

Για μένα όλες οι απόψεις είναι υποκειμενικά αντικειμενικές. «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε». Και όλες φωτίζουν μια πλευρά μιας πολυεδρικής αλήθειας. Και είναι αποδεκτές. Από την πιο εμβριθή ανάλυση έως και μια άποψη του τύπου «τι μαλακίες είναι αυτές»! Αποδεκτές ασφαλώς δεν σημαίνει και ισάξιες. Εκεί μπαίνει η προσωπική κρίση, παιδεία και αισθητική για να τις διαχωρίσει και να τις αξιολογήσει. Αλλά η ύπαρξη τους είναι αναπόφευκτη αλλά και απαραίτητη! Γιατί ο ολοκληρωτισμός ξεκινά εκεί που αρχίζουν να απαγορεύονται ή να καθοδηγούνται!

Χμμ, και τώρα που το σκέφτομαι, μήπως πρέπει να προσέχω από δω και πέρα τι γράφω και τι βαθμούς βάζω; Η… τύχη του Ερλ Κένιγκ ασφαλώς και δεν είναι αξιοζήλευτη! Αν και τελικά… Αλλά όχι, δεν αποκαλύπτω τίποτε, καλύτερα διαβάστε το βιβλίο!

(Εκδόσεις Εστία, 2004)

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr