Category Archives: 2. Δισκία άξια

M.E.S.H – Piteous gate (PAN)

mesh
1. Piteous Gate
2. Optimate
3. Thorium
4. The Black Pill
5. Kritikal & X
6. Epithet
7. Jester΄s Visage
8. Methy Imbiss
9. Azov Seepage

Το …στερεότυπο φυγείν αδύνατον και ο αναμάρτητος υμών πρώτος τον λίθον βαλέτω, κι αν πρέπει να ρίξουμε κάπου το φταίξιμο πρέπει να γυρίσουμε πίσω σε εκείνα τα φροντιστήρια (όχι ότι και το σχολείο πήγαινε πίσω) τα οποία μας εξασκούσανε στην κοινότοπη σπουδαιοφανή γραφή για να γράψουμε πάνω από 16 στην έκθεση για να μπούμε στο πανεπιστήμιο για να προκόψουμε έτσι στη ζωή μας. Να μην αθωώσουμε όμως και τη δημόσια γραφή, κάθε είδους και στόχευσης, δελτία τύπου, άρθρα, κριτικές κάθε είδους βρίθουν στα στερεότυπα, είναι και μια ασφάλεια και μια ευκολία όταν θες να ξεπετάξεις το κείμενο για να πληρωθείς (ποιος γέλασε;). Ο Orwell τα έγραφε στους δημοσιογράφους-συνάδελφους του «μη χρησιμοποιείται φράσεις που τις είδατε τυπωμένες, είναι ο καλύτερος τρόπος να αποφύγεις τα στερεότυπα», αλλά ποιος τον άκουσε; Δεν είναι κι εύκολο βέβαια…

Κι αν απορείτε πως και δεν τους πιάνουν τα γέλια κάθε φορά που μιλάνε για «το μαχαίρι που έφτασε στο κόκαλο», μεγαλύτερη πληγή είναι τα επίθετα. Ξέρετε, αυτές τις λεξούλες που σε βοηθούν να «αποβουτυρώσεις» ή να πνίξεις ή να την ουσία (αυτή την οποία εκφράζουν τα ουσιαστικά) με διάφορες άχρηστες πνιγηρές περικοκλάδες. Από την άλλη θυμάμαι τον Δημοσθένη Κούρτοβικ ο οποίος σε ένα άρθρο του έδινε …συμβουλές σε επίδοξους μπεστσελεράδες: «Τα επίθετα δεν είναι μόνο καλολογικά στοιχεία. Είναι απαραίτητα και για τον προσανατολισμό του αναγνώστη. Αλλιώς πως θα ξέρει, για παράδειγμα, αν ένας φόνος είναι στυγερός, μια βροχερή μέρα μελαγχολική, ένα χάδι τρυφερό (…);»

Ακούω για παράδειγμα τον δίσκο του μουσικού ο οποίος κρύβεται πίσω από το κρυπτικό (πλεονασμός, πως θα κρυβόταν άλλωστε;) ψευδώνυμο M.E.S.H. και το χέρι μου με τρώει να αρχίσω τα επίθετα. Βλέπετε το είδος της μουσικής που παίζει ο τύπος (θα τα πούμε παρακάτω, υπομονή) δεν περιγράφεται εύκολα με ουσιαστικά. Και από τέτοια επίθετα να, γεμάτος ο τόπος, όσα τα κουνούπια του Νείλου. Αξίζει όμως να εξετάσουμε μερικά εκ του σύνεγγυς, έχει νομίζω ένα ενδιαφέρον.

Εγκεφαλικός/ή: Κάτι κακό νομίζω ότι υπονοείται εδώ, η λέξη «εγκεφαλικό» άλλωστε δεν θυμίζει και ευχάριστες καταστάσεις. Προσπαθώντας να ερμηνεύσω, υποτίθεται ότι έχουμε να κάνουμε με μουσική η οποία προέκυψε μετά από εγκεφαλική σκέψη και σχεδιασμό, βέβαια αναλογίζομαι από που άλλου θα μπορούσε να είχε προκύψει, από την σπλήνα ή από το στομάχι να πούμε, μα από την καρδιά θα μου πείτε ασφαλώς, αυτή την ακούραστη αντλία στην οποία εδράζονται λένε όλα τα συναισθήματα (αλήθεια ε;). Γι’ αυτό και τούτη η εγκεφαλική μουσική είναι και ψυχρή, δεν έχει συναισθήματα, γι’ αυτό χρειάζεται και …μηχανική υποστήριξη, γι’ αυτό και δεν παίζεται με φυσικά όργανα. Λες και τώρα αν βγει κάποιος στη φύση, στο δάσος μπορεί να …μαζέψει μια κιθάρα ή να κόψει ένα πιάνο, όλα τα ανθρώπινα μουσικά όργανα είναι εξίσου «τεχνητά», μη-φυσικά, παντού έχει μεσολαβήσει η ανθρώπινη παρέμβαση-τεχνολογία, μόνο αν πάρετε έναν κορμό δέντρου και αρχίσετε να τον κοπανάτε μπορείτε να είσαστε σίγουροι ότι έχετε ένα «φυσικό» όργανο. Όσο για τα συναισθήματα, αναρωτιέμαι δεν βρέθηκε στη ζωή ένας καλός σχολικός φιλόλογος να μας διδάξει ότι τα συναισθήματα αφορούν τον ακροατή, αυτός τα δημιουργεί ο καθείς με βάση τα βιώματα, τις ιδέες του, τις προκαταλήψεις του (αυτό ξαναπέστο!), ότι το θέμα δεν είναι τι θέλει να πει ο ποιητής αλλά τι σου λέει εσένα ο ποιητής;

Συνειρμικά στην «εγκεφαλική» απαντάται συχνά και η ιδιοφυής μουσική (μαζί με διάφορα άλλα συνώνυμα, έξυπνη, ευφυής, μεγαλοφυής -όταν θέλει κάποιος να γράψει για τον Aphex- κλπ). Εδώ μάλιστα μέχρι και είδος εφευρέθηκε, η IDM, η Έξυπνη Ηλεκτρονική Μουσική (και μη με βάλετε στον πειρασμό να απαντήσω αν υπάρχει και βλακώδης). Εδώ υπάρχει και μια χροιά «δήθεν» αντικειμενικότητας, καθώς μπαίνει και αυτή η έννοια του IQ, μια έννοια η οποία προέκυψε από τη μανία των ανθρώπων που ασχολούνται με ψευδο-επιστήμες να ποσοτικοποιούν μη-μετρήσιμες έννοιες χρησιμοποιώντας μαθηματικά εργαλεία για μια επίφαση επιστημοσύνης (αν σας ενδιαφέρει αυτό το ζήτημα, το βιβλίο του Richard Lewontin «Δεν είναι απαραίτητα έτσι» είναι καταπληκτικό και συστήνεται ανεπιφύλακτα).

Σε συνεπαγωγή επίσης με την «ιδιοφυή» μουσική έρχεται και η «δύσκολη» (με έναν ελιτίστικο υπαινιγμό εδώ, ότι αφορά τους φωτισμένους, μαζί και τον ίδιο τον συντάκτη εννοείται), η «αφαιρετική/αφηρημένη» (εδώ ο «ιός» έχει μεταφερθεί από τη ζωγραφική, όπου σε αυτή την κατηγορία κατατάσσεται οτιδήποτε δεν ταυτοποιείται σαφώς ότι είναι φρούτο, αγελάδα, γυμνή γυναίκα ή κάτι άλλο χειροπιαστό) και φυσικά η πειραματική (εδώ είναι που η μπάλα χάνεται εντελώς σε μια διόλου δημιουργική ασάφεια, ο John o Cage πάντως που κάτι θα ήξερε παραπάνω, έλεγε ότι πειραματική μουσική δεν υπάρχει, το πείραμα αφορά τη διαδικασία παραγωγής, επ’ ουδενί όμως το τελικό προϊόν).

Α… Και last but not least που λένε και στα χωριά μας: το επίθετο που όλα τα σφάζει και όλα τα μαχαιρώνει. Κινηματογραφική. Που τι θέλει να μας πει; Πολλά και τίποτα… Εν τέλει, κάθε είδος μουσικής, από το black metal μέχρι τα κλαρίνα, είναι δυνητικά «κινηματογραφικό»…

Ωραία όλα αυτά, για τον δίσκο δεν μας είπες τίποτις ακόμη. Ούτε και για τον δημιουργό. Το «Piteous Gate» λοιπόν θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω με όλα τα παραπάνω επίθετα και να είχαμε συνεννοηθεί (λέμε τώρα). Όσο για τον δημιουργό. James Whipple λέγεται, άλλος ένας καλλιτεχνικός μετανάστης στο Βερολίνο, την πόλη όπου μια πέτρα να πετάξεις έναν καλλιτεχνίζοντα, με την ευρεία έννοια, από γραφίστα έως και ηθοποιό, θα τον πετύχεις, δεν μπορεί να είσαι τόσο γκαντέμης. Αν πάντως θέλουμε να βρούμε έναν ήχο Βερολίνου (να κι άλλο ένα στερεότυπο που ελλοχεύει, η γεωγραφία), αυτός θα ήταν πιθανότατα μια ηλεκτρονική κάπου ανάμεσα στο αδυσώπητο techno του Berghain (γεια σου Σβεν) και στο σκληρό industrial των Neubauten. Ο κος M.E.S.H. έχει μαζέψει αρκετά νυχτερινά dj ένσημα στην πόλη, τώρα όμως, στο πρώτο του «κανονικό» LP χαμηλώνει τους ρυθμούς, τίποτε εδώ μέσα δεν χορεύεται (υπό κανονικές συνθήκες πάντοτε) και όλα σκιάζονται από τη μετα-μελαγχολία της μετα-dubstep εποχής, το κλίμα είναι σκοτεινό, δυστοπικό (δάσκαλε που δίδασκες, πάλι στα επίθετα το έριξες!), εντασσόμενο στη γενεαλογική σειρά των Autechre -το IDM που λέγαμε ε-; (οι οποίοι όσο περνάν τα χρόνια αποδεικνύονται από τους πλέον επιδραστικούς μουσικούς των τελευταίων δεκαετιών).

Ο τίτλος του δίσκου προέρχεται από νουβέλα επιστημονικής φαντασίας, ο θεματικός άξονας είναι μάλλον χαλαρός, ο ίδιος μας δίνει τη βοήθεια λέγοντα ότι την εποχή που έγραφε τον δίσκο παρακολουθούσε με προσήλωση τα δραματικά τεκταινόμενα στην Ουκρανία, στο εξώφυλλο υπάρχει και μία φωτογραφία από το κατεστραμμένο αεροδρόμιο του Ντονέτσκ, αλλά μέχρις εκεί. Κι ο ίδιος σπεύδει να ξεκαθαρίσει: «αν είχα μια κάποια ιδεολογική ατζέντα δεν θα έκανα μουσική», είναι και αυτή μία θεμιτή άποψη επί του θέματος.

Ο τρόπος παρασκευής του δίσκου άλλωστε, με τα πολλά κολάζ, σαμπλ, ιδέες και επινοήσεις (MESH χωρίς τελίτσες σημαίνει και ανακατωσούρα!) στο σύγχρονο θρυμματισμένο κόσμο παραπέμπει, στον κόσμο της ψηφιακής αμνησίας και της πληροφοριακής εντροπίας, όπου τη μια στιγμή συγκινείσαι και ψυχοπλακώνεσαι από το τηλεοπτικό ρεπορτάζ για το δράμα των προσφύγων και στο επόμενο λεπτό, στο επόμενο ερέθισμα, στο επόμενο ρεπορτάζ για τους 38 καλύτερους γλουτούς της Μυκόνου το έχεις ξεχάσει.

Πιθανόν και το «Piteous gate» στο επόμενο ερέθισμα, στον επόμενο δίσκο να το έχει ξεχαστεί, o tempora o mores, έτσι συμβαίνει στους καιρούς μας, αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε με έναν εξαιρετικό δίσκο ηλεκτρονικής μουσικής, πολύχρωμο (με πολλές αποχρώσεις του …γκρι καλύτερα), ο οποίος μέσα σε 31 λεπτά ολοκληρώνει όσα θέλει να πει. Και ακούγεται ολόκληρος.

Το τελευταίο πάντως σαν στερεότυπο ακούστηκε κι αυτό, οπότε μάλλον θα ξαναεπικαλεστώ την βιβλική ρήση της εισαγωγής…

23/10/2015

8

 1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements

Max Richter – From sleep (Deutsche Grammophon)

max
1. Dream 3 (In the midst of my life)
2. Path 5 (Delta)
3. Space 11 (Invisible Pages Over)
4. Dream 13 (Minus Even)
5. Space 21 (Petrichor)
6. Path 19 (Yet Frailest)
7. Dream 8 (Late And Soon)

Είναι μια παλιά συζήτηση το κατά πόσο μετράει το μέγεθος… Όχι (αν και μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεστε, που λέει και το ανέκδοτο), μην πάει ο νους σας στo πονηρόν, στην τέχνη αναφέρομαι. Είθισται να λέγεται ότι τα αριστουργήματα είναι μικρά. Μια βόλτα στο Λούβρο π.χ. μπορεί να ενισχύσει το επιχείρημα, συγκρίνοντας ολάκερες τοιχογραφίες «δεύτερων» ζωγράφων με τα μικρά καδράκια της Μόνα Λίζα ή των πινάκων του Ρέμπραντ και του Ρούμπενς. Δεν πρόκειται όμως για έναν κανόνα απόλυτο και καθολικό. Να πάμε στην τέχνη του λόγου; Η Οδύσσεια και ο Οδυσσέας; Ο …χαμένος χρόνος του Προυστ; Το Κεφάλαιο του Μαρξ; Ομολογώ δεν έχω τελειώσει κανένα από αυτά (το Κεφάλαιο σε κόμικς πιάνεται;), και σίγουρα χάνω πολλά, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, αλλά θα επικαλεστώ …ενίσχυση από τον μεγάλο Μπόρχες ο οποίος ερωτηθείς για το αν διάβασε την επίμαχη τότε «Λολίτα απάντησε «δεν το έχω διαβάσει, οι διαστάσεις του μυθιστορηματικού είδους δεν ταιριάζουν ούτε με τη σκοτεινιά των ματιών μου ούτε με τη συντομία της ζωής».

Και για να έρθουμε και στα μουσικά, θεωρώ ότι για να ξεπερνάει τα πέντε λεπτά ένα κομμάτι πρέπει να υπάρχει λόγος σοβαρός (κι ευτυχώς υπάρχουν συχνά λόγοι σοβαροί). Πάντως η συζήτηση περί του μεγέθους στη μουσική, ας το έχω (έχουμε) κατά νουν, είναι ουσιαστικά μια παράπλευρη συνέπεια της ανακάλυψης της ηχογραφημένης μουσικής, ήταν κατά βάση οι τεχνικές δυνατότητες της δισκογραφίας οι οποίες επέβαλαν τους «καθιερωμένους» περιορισμούς και οδήγησαν (ανάγκασαν;) το αισθητήριο μας να εστιάζεται μόνο σε μικρότερες χρονικές διάρκειες (μια απώλεια την οποία θρηνεί πολύ παραστατικά ο Αντόρνο).

Παλιότερα γαρ τα κομμάτια επικής μουσικής και οι αφηγήσεις των τροβαδούρων μπορούσαν κάλλιστα να διαρκούν ώρες, κάτι αδιανόητο για τις βιαστικές μας ημέρες. Μολοταύτα, ανάμεσα στα δύο χρονικά άκρα που γνωρίζουμε, από το κομμάτι του John Cage το οποίο παίζεται και θα παίζεται για άλλα …639 ακόμη χρόνια σε έναν ναό της πόλης Halberstadt της Γερμανίας μέχρι εκείνα της μιας ανάσας των Napalm Death (1 δευτερόλεπτο και κάτι διαρκεί το «Suffer»), ανοίγονται πραγματικά άπειρες μουσικές δυνατότητες. Και για να επιστρέψουμε και στο ακανθώδες ζήτημα του μεγέθους, εν τέλει ακόμη και στην πονηρή του διάσταση, όλοι γνωρίζουμε ότι τελικά είναι η αισθητική και ο τρόπος που μετράνε καθοριστικά στο τελικό αποτέλεσμα.

Στην προκειμένη περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με μία μουσική σύνθεση η οποία διαρκεί ένα οκτάωρο συν κάτι ψιλά για τις υπερωρίες. Με τον απλό και ξεκάθαρο τίτλο «Sleep», ύπνος (εκείνο το ταινιάκι του Warhol με τον ίδιο τίτλο, που τον έδειχνε να κοιμάται πόσο είπαμε διαρκεί;). Ή μήπως να τον αντιμετωπίσουμε σαν έγκλιση προστακτική, «κοιμήσου!» δηλαδή; Γιατί αυτή είναι βασικά και η πρόθεση του σπουδαίου τούτου Βρετανού συνθέτη της σύγχρονης κλασικής (χεχε, το πιάνετε το οξύμωρο ε;). Να φτιάξει έναν δίσκο για να …κοιμάσαι. Για τον σκοπό αυτό συνεργάστηκε στη δημιουργία του έργου με τον διάσημο νευροεπιστήμονα David Eagleman. Δεν μοιάζει κατ’ αρχάς και πολύ πρωτότυπη η ιδέα του Richter, τραγούδια/μουσικές νανουρίσματα υπάρχουν σίγουρα από την αυγή της ιστορίας, η δε κλασική μουσική είναι γεμάτη από δαύτα (με ίσως πιο διάσημο το «Wiegenlied» του Μπραμς, ο οποίος μάλιστα έπασχε και ο ίδιος από άπνοια ύπνου). Η ειδοποιός διαφορά του Richter είναι ότι το εν λόγω έργο δεν φιλοδοξεί να είναι απλά ένα νανούρισμα αλλά να αποτελέσει μία μουσική σύνθεση η οποία θα ακούγεται και κατά τη διάρκεια του ίδιου του ύπνου, θα απευθύνεται δηλαδή και θα αλληλεπιδρά όχι μόνο με το συνειδητό αλλά και με όλα τα άλλα ψυχικά στρώματα αποκάτω, το υποσυνείδητο και το ασυνείδητο μαζί.

Δύσκολο το έργο για τον μουσικοκριτικό. Όχι τόσο για τη διάρκεια (άλλωστε για τους βιαστικούς, το έργο έχει κυκλοφορήσει και σε συμπυκνωμένη υλική μορφή της μίας ώρας). Ένας καλός φίλος ισχυρίζεται ότι οι δίσκοι κρίνονται από αν ο καλλιτέχνης επιτυγχάνει το σκοπό τον οποίο έχει θέσει, έχει μια βάση η άποψη, παρόλο που ενίοτε προϋποθέτει και …μαντικές ικανότητες, οι σκοποί δεν είναι πάντοτε ξεκάθαροι και διάφανοι. Οπότε στην παρούσα περίπτωση, η επιτυχία θα κριθεί από το αποτέλεσμα, τον …ύπνο δηλαδή; Γιατί όχι, θα μου πείτε, ο Μπερνάρ ο Σω είχε πει ότι ο ύπνος είναι και αυτός μια μορφή κριτικής. Και όχι μόνο, θα μπορούσε να το δει κανείς ακόμη και από την θεραπευτική άποψη, αν αναλογιστούμε τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες των συνδρόμων ελλειμματικής προσοχής, των νευρώσεων, όπου ο λίγος ύπνος από τη μία γίνεται δήλωση αυξημένης παραγωγικότητας και από την άλλη διαταραχή, για την οποία ξοδεύονται άπειρα λεφτά σε μαντζούνια, χάπια και ανατομο-αναπαυτικά πανάκριβα στρώματα.

Και αν δεν σε πάρει ο Μορφέας στις αγκάλες του; Απέτυχε ο συνθέτης; Αν το δούμε στεγνά επιστημονικά το ζήτημα ούτε αυτό είναι κριτήριο. Ο ύπνος είναι έτσι κι αλλιώς ένα πολυπαραγοντικό ζήτημα. Υπάρχουν πολλοί λόγοι που μπορεί να σε κάνουν να μετράς βασανιστικά τους λεπτοδείκτες που φωσφορίζουν στο σκοτάδι. Το άγχος. Το αφεντικό που θα συναντήσεις πάλι αύριο με ξινισμένα μούτρα. Οι ήχοι της πολυκατοικίας. Τα τακούνια της αποπάνω. Αυτή η βρύση που στάζει και με την οποία συντονίζεσαι, «γαμώτο πότε θα φιλοτιμηθώ να φωνάξω τον υδραυλικό»; Ή φταίει εκείνο το πιτόγυρο που τσάκισες κι ας έχεις υποσχεθεί ότι από τη Δευτέρα δεν θα τρως μετά τις 10 το βράδυ. Όλα αυτά. Τι να σου κάνει μία μουσικούλα μόνο;

Την οποία, ας την ακούσουμε επιτέλους, εδώ παίζει εδώ και ώρες, έχουμε να κάνουμε άλλωστε με δίσκο ο οποίος δεν είναι φτιαγμένος για να ακούγεται συμβατικά, αλλά για να αποτελέσει περιβάλλον με τον τρόπο ακριβώς που όρισε την ambient μουσική ο Eno. Τα υλικά με τα οποία θα φτιαχτούν τα όνειρα είναι λεπτεπίλεπτα πιάνα και απαλά έγχορδα, φωνές άναρθρες και υψίφωνες από την Grace Davidson, κάποια διακριτικά ηλεκτρονικά. Σίγουρα δεν κρύβει το ποιος είναι, ένας σύγχρονος ρομαντικός συνθέτης ο οποίος όμως έχει χωνέψει και τον μινιμαλιστικό τρόπο του 20ου αιώνα, τον Arvo Part (από τη μελέτη του οποίου είχε ξεκινήσει κιόλας στα πρώτα του βήματα) και τη «χρηστική» λιτή μουσική του Satie. Κι επίσης σίγουρα δεν ορρωδεί μπροστά στις προκλήσεις, και το έχει αποδείξει πολλάκις στο παρελθόν, βάζοντας τον εαυτό του στο στόχαστρο του εχμμ κάπως σφιχτόκωλου κλασικού κόσμου για τις ποπ παρεκβάσεις του, τώρα είμαι σίγουρος θα βρεθεί στο απέναντι στόχαστρο του ποπ κόσμου ο οποίος θα του καταλογίσει εκζήτηση, ίσως και μεγαλομανία (;)

Ο δίσκος κυλάει και κυλάει ήσυχα και αργόσυρτα, με μια χαμηλότονη ένταση, μια ανάλαφρη μελαγχολία, οι μεταβάσεις δεν γίνονται αντιληπτές, το ένα κομμάτι λιώνει μέσα στο άλλο, το κλίμα είναι μελαγχολικό και σκοτεινό, ουχί όμως σκιαχτικό (πως να κοιμηθείς άλλωστε σκιαγμένος;) και σε τυλίγει σαν σύννεφο (υπάρχει και κομμάτι με τον τίτλο «Σωρειτομελανίας»!) σε μια επαναληπτική μονοτονία. Μια μονοτονία μπορεί και πληκτική, η οποία όμως είναι εκείνη που σου δίνει μια ασφάλεια και θαλπωρή αμνιακή. Πως αλλιώς θα εγκαταλειφθείς στα χέρια του Ύπνου (του Αδερφού του Θανάτου ε;) και θα κατεβάσεις ρολά, θα «αφαιρεθείς από τον κόσμο» (που έγραφε και ο Μπόρχες σε ένα διάσημο διήγημά του) αποχαιρετώντας τον προσωρινά να δρα ερήμην σου με τη βεβαιότητα ότι αύριο θα τον ξανασυναντήσεις; Και όλα κινούνται αργά, η μουσική, οι μελωδίες, σαν κύματα που μεταλλάσσονται αδιόρατα, σε στάδια dt του μήκους κύματος, κι έτσι συνεχίζονται, συνεχίζονται, υπάρχει κι ένα υπέροχο μαγικό leitmotiv το οποίο ολοένα και επανέρχεται, τι όμορφο που είναι, …., …., ξανά και ξανά, κι εκείνη η βρύση γαμώτο, ξανά και ξανά, κάτι ήθελα να κάνω αλλά, ξανά και ξανά……..

Ζζζζζζζζζζζζζζζ…..

Αμάν με πήρε ο ύπνος! Τι ώρα είναι; Δεν έβαλα και ξυπνητήρι! Συναγερμός! Έξω η βοή της πόλης επέστρεψε στα ημερήσια ντεσιμπέλ, το φως μπαίνει άφθονο από τις περσίδες. Και η μελωδία ακόμη παίζει, είναι λίγο πριν από το τέλος, ήσυχη ακόμη. Dream 17. Σκέφτομαι ότι ίσως να ήθελα για το τέλος, όλο αυτό το ανεπαίσθητα μετατοπιζόμενο κύμα, έτσι όπως θα πλησίαζε στα ρηχά νερά της πρωινής ακτής, να ορθωνόταν σαν ένα τσουνάμι, σαν ένας ηχητικός συμβολισμός της λυτρωτικής αφύπνισης. Ας μην τα θέλουμε κι όλα δικά μας όμως.

Και τώρα, ας αφήσουμε πίσω το βασίλειο των σκιών και των ονείρων και … Πάμε για δουλειά, πάμε για δουλειά.. Α! Ας βαθμολογήσουμε κιόλας, αφού πρέπει…

13/10/2015

7.5

 

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Varg – Ursviken (Northern Electronics)

varg
1. Ursviken
2. Skaeliptom
3. Asocial 46
4. Vitberget
5. Jamikasuolu
6. Scharins soner
7. Raggarsvin
8. Guldstaden
9. Ohn
10. Agngatan 24

«Χωριό μου, χωριουδάκι μου και πατρικό σπιτάκι μου», που έλεγε και η Σοφία Βέμπο στο παλιό τραγούδι του ’48, το οποίο γνώρισε εσχάτως και μια δεύτερη ζωή σε μια (αποθέωση του κιτς και της νέας κακογουστιάς της κρίσης) τηλεοπτική σειρά. «Στη σκέψη μου σας φέρνω νύχτα μέρα εδώ στα ξένα πέρα» συνεχίζει το άσμα, κουβαλάει μια νοσταλγία, μαζί με γραφικές εικόνες, σαν κι αυτές που είχαμε μάθει κι εμείς να γράφουμε σε εκθέσεις στο σχολείο για τη ζωή στην πόλη και στο χωριό, διεκτραγωδώντας την παρακμή του άστεως και εκθειάζοντας την υπεροχή της ζωής κοντά στη αγνή φύση, με τη γιαγιά, το μποστάνι, το γαϊδουράκι (άραγε ακόμη τέτοια γράφουνε τα παιδιά;).

Και τούτος ο νεαρός Σουηδός, (ψευδ)ονόματι Varg (καμία σχέση με τον κακό συν-Σκανδιναβό Burzum), αφιερώνει ολάκερο δίσκο στο δικό του χωριό. Το Ursviken. Εδώ όμως αρχίζουν και τελειώνουν οι ομοιότητες με την παραπάνω βουκολική αναπόληση της Βέμπο. Όχι μόνο (ή τόσο) επειδή το Ursviken δεν θυμίζει σε τίποτε ένα δικό μας απομονωμένο χωριό στον Γράμμο ή στην Πίνδο (έχει και κοτζάμ 4000 κατοίκους). Αλλά επειδή ο Varg δεν νοσταλγεί… Ή καλύτερα δεν εξωραΐζει, δεν εξιδανικεύει…

Και αφού λοιπόν μάθαμε τον τόπο γέννησης, πάμε και σε άλλα στοιχεία της ταυτότητας του. Ο τύπος λοιπόν λέγεται Jonas Roennberg, έχει πάντως και άλλα ψευδώνυμα, συμμετέχει και σε άλλα σχήματα, είναι υπερ-παραγωγικός και δραστήριος και αποτελεί ουσιαστικά τη δημιουργική ψυχή της Northern Electronics η οποία ασχολείται με αυτό ακριβώς που δηλώνει το όνομά της: βόρεια (ή και …υπερβόρεια αν θέλετε) πειραματική (και μη) ηλεκτρονική μουσική. Και αυτός είναι ο καλύτερος και ο πιο προσωπικός του δίσκος.

Το …επισκέφτηκα που λέτε το Ursviken (Google Earth, μη φανταστείτε – αν και είχα και γνωστό ο οποίος έγραφε ταξιδιωτικά ρεπορτάζ σε εφημερίδα με αυτό τον τρόπο). Έτσι, στην προσπάθεια να μπω στο κλίμα του δίσκου. Κατάφερα τίποτα; Δεν ξέρω… Μια τουριστική ματιά, εικόνες από μια γραφική λίμνη, σπιτάκια κλασικά βόρεια με τη σκεπή τους και τον κήπο τους, ένας οδικός άξονας, πολλά δέντρα, ο ήλιος να λάμπει… Πίσω όμως από την επιφανειακή αυτή οπτική, πίσω από τους τοίχους, υπάρχει η πραγματική ζωή. Και η σκοτεινή της πλευρά. Σκοτεινή όμως όχι εξαιτίας του ήλιου του Μεσονυχτίου ή του σκοταδιού του Μεσημεριού. Η φύση, απλά στέκει εκεί, όμορφη αλλά και αδιάφορη, απρόσιτη. Για τα έργα και τις ημέρες των ανθρώπων είναι που μιλάμε. Τα λέει κάπου και ο ίδιος αποκαλυπτικά: «ανία, ναρκωτικά, αυτοκτονίες εχθρότητα στους ξένους, λίγα χιλιόμετρα νότια του Αρκτικού Κύκλου». Θα μπορούσε να συμπληρώσει ποιητικά, μια τρύπα στη γεωγραφία… Φαντάζεστε τώρα να είχε και αντιδράσεις από τους κατοίκους του Ursviken, για …δυσφήμηση του τόπου, όπως είχε γίνει και στα μέρη μας, όταν ο Μαχαιρίτσας και ο Νταλάρας είχαν κάνει πανελλήνιο σουξέ το «Διδυμότειχο Μπλουζ»; Δύσκολο… Δύσκολη γαρ και η μουσική που φτιάχνει, αφήστε που και ο δίσκος κυκλοφόρησε σε μόλις 100 αντίτυπα σε πλουμιστό και διάφανο βινύλιο για να τσιμπήσουν και οι συλλέκτες (τα οποία όμως έχουν ήδη εξαντληθεί).

Και για να έρθουμε και στο κυριότερο. Ο Varg δεν τα λέει μόνο με τα λόγια, αλλά καταφέρνει να μετουσιώσει αυτό το δυσοίωνο κλίμα και σε μουσική. Και εδώ έγκειται η βασική γοητεία του δίσκου αυτού. Ακούγοντας το «Ursviken», βυθίζεσαι σε ένα εντελώς άλλο κόσμο, κλειστοφοβικό, σκοτεινό, στενό, εσωστρεφή, ανιαρό, όπου το παρόν μοιάζει με το παρελθόν και αυτό με τη σειρά του με το μέλλον, ακόμη και στα σημεία όπου η μουσική χάνεται σε έναν (αναπόφευκτο;) βερμπαλισμό, μοιάζει να υπηρετεί ακριβώς αυτή την ποιητική αδεία. Ο δημιουργός προφανώς χρησιμοποιεί τους κώδικες της ambient για να χτίσει ένα περιβάλλον διάστικτο από υπόκωφους υφέρποντες βόμβους, θορύβους, αέναες μελωδικές λούπες και ηχητικές δομές οι οποίες μετατοπίζονται αργά σαν παγετώνες (Murcof μου έρχεται στον νου), αλλά και σποραδικά beat ενός τέκνο(υ) αποσυνάγωγου (από αυτό που οι ειδήμονες δεν θα πιστεύουν ότι είναι techno -καλή ώρα όπως συνέβη με τον δίσκο των Kiasmos). Να καταφύγουμε στον νεολογισμό doom techno; Όπως και να ‘χει πάντως, ακόμη κι αν τελικά καταλήξουμε σε (αναπόφευκτες;) κοινοτοπίες για ηχοτοπία ψυχρά και παγωμένα και βόρεια κλπ κλπ, κανείς πιστεύω δεν θα μείνει ασυγκίνητος από την μελωδική νοσταλγική κατάθλιψη ενός «Jamikasuolu».

Είπα νοσταλγική; Δεν λέγαμε στην αρχή ότι ο Varg δεν νοσταλγεί; Κατά βάθος όπως η νοσταλγία μοιάζει αναπόδραστη, σαν μαύρη τρύπα που σε ρουφά στον ορίζοντα γεγονότων της. Όπως και η πατρίδα, ο τόπος που μεγάλωσες, ακόμη κι αν είναι «μικρό χωριό κακό χωριό». Και όπως είπε και ο μεγάλος Αλεξανδρινός, «έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ/στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες». Ίσως λοιπόν τα «Ursviken» να μην φταίνε και τόσο τελικά…

24/09/2015

8

 

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

The Boy – Καλό παιδί (Self-released)

The Boy
1. Φερετροφιλική
2. Δεν είμαι νεκρός
3. Είμαι πολύ καλό παιδί
4. Δεν είχανε τίποτα να μας πουν
5. Μιούζικαλ κάτω από τη Γη
6. Στρώμα νεκρής γιαγιάς
7. Ταληροντούς
8. Τράπεζα
9. Τι θα υπάρχει τη Δευτέρα
10. Νανούρισμα άστεγης μητέρας σε σχεδόν νεκρό μωρό

Ελάτε, μη ντρέπεστε… Όποιος ή όποια είχε κάποια στιγμή θρηνολογήσει για τις χαμένες γενιές της μεταπολίτευσης (ρε, αυτή ακόμη δεν πέθανε;), όποιος ή όποια είχε μοιρολογήσει για τις εποχές τις αντι-ηρωικές, τις χλιαρές, τσι ξενέρωτες που ζούμε, όποιος ή όποια είχε νοσταλγήσει «τα χρόνια εκείνα τα παλιά», με τα Πολυτεχνεία, τους αγώνες τους καλούς, να σηκώσει το χέρι του. Χμμμ βλέπω είμαστε κάμποσες. Καλά, κανένας μας δεν είχε σκεφτεί την παλιά σοφία «πρόσεχε τι εύχεσαι»; Και να που η γενιά μας ζει επιτέλους (;) σε δύσκολους (ενδιαφέροντες που λεν και οι Κινέζοι) καιρούς. Και έτσι μετά από χρόνια κατανάλωσης μετα-ιδεολογικού χυλού μετά μπόλικου lifestyle, βρέθηκε ξάφνου ενεργητική και βιωματική πρωταγωνίστρια στην Ιστορία. Ιδού λοιπόν πεδίον δόξης λαμπρό… Γιατί οι περίοδοι κρίσης υπήρξαν ανέκαθεν πραγματικές περίοδοι κρίσης, αμόνια αξιολόγησης αλλά και επανεκτίμησης των πάντων. Ανθρώπινων σχέσεων, αξιών, στάσεων, ιδεών…

Μιλώντας για ιδέες… «Που είναι οι διανοούμενοι;», «τι απέγιναν οι διανοούμενοι;», το ερώτημα είχε γίνει τετριμμένα ευτελισμένο όλα αυτά τα χρόνια, μέχρι και σε τίτλο βιβλίου το είδα σε μια πρόσφατη βόλτα στα βιβλιοπωλεία. Τώρα βέβαια δεν πιστεύω να έχει κανείς παράπονο, οι διανοούμενοι βγήκαν από το φιλντισένιο κάστρο τους και γέμισε ο τόπος απόψεις, για όλους και απ’ όλα έχει ο μπαχτσές, κι εδώ πάντως ισχύει το «πρόσεχε τι εύχεσαι», η όποια διαφορετική άποψη βρέθηκε ενίοτε στο στόχαστρο ενός εκτονωτικού λιθοβολισμού, σε τέτοιες νευρικές εποχές η δυσανεξία στην αντίθετη άποψη είναι πιο συχνή από εκείνη την μοδάτη απέναντι στην …γλουτένη. Από την άλλη δεν ήταν και λίγοι οι διανοούμενοι (με και χωρίς εισαγωγικά εδώ) οι οποίοι αφού «δοξάσθηκαν κρυπτόμενοι», κατεποντίσθησαν εμφανιζόμενοι», για να μνημονεύσω και την παλιά, διαχρονική όμως ρήση του Παπανδρέου του Α’. Γιατί εκεί που περίμενες λεπταίσθητες παρατηρήσεις οι οποίες θα φώτιζαν άδηλες γωνίες, θα αναδείκνυαν διαφορετικές οπτικές, έστω και πιο λοξές, είδαμε πολλές φορές θορυβώδεις παρουσίες οι οποίες απλά διάλεξαν στρατόπεδα και άρχισαν να πετροβολούν από τα υψώματα της διδακτικής έπαρσης «η αλήθεια που δεν βλέπετε εσείς», με φανατικά κηρύγματα κατά του …φανατισμού και διχαστικό δηλητήριο κατά του ..διχασμού, στο πρότυπο της Αλίκης η οποία είχε φέρει κολάρο στον Παπαμιχαήλ το πλακάτ που έγραφε «Αγάπη-Ειρήνη-Φιλία» (ξαναδείτε την «Κόρη μου τη σοσιαλίστρια» αν δεν θυμάστε τη σκηνή). Θα με ρωτήσετε βέβαια τώρα, ποιος είναι ο διανοούμενος και ποιος όχι, και γιατί εν τέλει η άποψη ενός π.χ. συγγραφέα θα έπρεπε να έχει εξ ορισμού μεγαλύτερη βαρύτητα από εκείνη ενός ξυλουργού ή ενός γεωπόνου. Και θα σας έδινα μεγάλο δίκιο…

Σε συνέχεια των παραπάνω (και για να έρθουμε σιγά-σιγά και στα δικά μας) τίθεται το συναφές ζήτημα «που είναι τα τραγούδια;» Πόσες φορές δεν το έχετε ακούσει σαν κατηγόρια; Που είναι τα τραγούδια που θα συνεγείρουν τα πλήθη; Πως γίνεται αυτό όταν η πραγματικότητα προσφέρει τόση άφθονη κι εκρηκτική πρώτη ύλη; Που είναι τα «είμαστε δυο, είμαστε τρεις», που οι καμπάνες που σώπα όπου να ‘ναι θα χτυπήσουν; Τι συνέβη; Είναι ζήτημα καλής και κακής γενιάς;

Στην πραγματικότητα βέβαια τραγούδια γράφονται για την κρίση και δεν είναι και λίγα. Αλλά η απήχηση τους είναι περιορισμένη, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου εμπλέκονται (για μάλλον ύποπτους δικούς τους σκοπούς) τα ΜΜΕ, όπως συνέβη στην άτυχη και ήδη ξεχασμένη περίπτωση του τραγουδιού του Πορτοκάλογλου. Μήπως λοιπόν απλά είναι που το τραγούδι έχει απολέσει εδώ και πολλά χρόνια τον κοινοτικό και κοινωνικό του χαρακτήρα και την κεντρική του θέση στις ζωές μας; Ακόμη δε κι αν υιοθετήσουμε την κάπως …μεσσιανική αντίληψη του τύπου «λείπει ένας Θεοδωράκης», πόθεν να ξεπηδήσει ο νέος Μίκης; Από τους περιχαρακωμένους μουσικούς μικρόκοσμους; Ή μήπως από τα μεγάλα ονόματα; Τους αστέρες του ποιοτικού και του εναλλακτικού; Εκείνων που μια χαρά είχαν βολευτεί οι περισσότεροι την εποχή του lifestyle; Με τι αξιοπιστία να βγουν λοιπόν τώρα να τραγουδήσουν για ….πάλης ξεκίνημα, νέους αγώνες;

Ο Boy (υποθέτω – είμαι σίγουρος) δεν έχει εξαρχής τέτοιες φιλοδοξίες. Μολονότι ανήκει στην μετέωρη «κατηγορούμενη» γενιά των σημερινών mid-30s και έχει πίσω του ήδη μια σημαντική πολυδιάστατη πορεία στο κουρμπέτι, έχοντας ένα σαφώς αναγνωρίσιμο στίγμα και συνεισφορά στην εγχώρια σκηνή. Θα μπορούσε να παρασυρθεί κανείς και να τον αντιμετωπίσει ως αντιπροσωπευτικό της γενιάς, όπα, ένστασις όμως! Για να είσαι «αντιπροσωπευτικός» οφείλεις να είσαι και συμβατικός, να εκφράζεις έναν μέσο όρο, μια «κοινή» γνώμη, έστω κι ενός μικρόκοσμου ακόμη. Και το έργο του Boy ναι μεν ποτέ δεν ήταν ερήμην της πραγματικότητας, πάντοτε έπαιρνε …κατάματη θέση απέναντι στην πραγματικότητα, από την άλλη όμως δεν σήκωσε παντιέρες ούτε έσπευσε να δηλώσει ιδιότητα. Περισσότερο θα λέγαμε ότι αυτοβιογραφείται μέσα από την Ιστορία και τον τρόπο που αυτή απλώνει πλοκάμια και επηρεάζει ακόμη και την μικρή ταπεινή καθημερινότητα.

Τούτες οι παρατηρήσεις επιβεβαιώνονται και με το νέο του έργο, έναν δίσκο ο οποίο γράφτηκε μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο …πριαπικής έμπνευσης και δημιουργικότητας, άλλες δύο μέρες χρειάστηκαν για την ηχογράφησή του με την καθοριστική συμβολή του Κτίρια του Νύχτα και την επόμενη κυκλοφόρησε. Γρήγορα ναι, πρόχειρα όχι (που έλεγε παλιά διαφήμιση ταχυφαγείου), αν και είναι κατά στιγμές εμφανή τα ακατέργαστα σημάδια της βιάσης. Αναπόφευκτα. Τούτο είναι ένα modus το οποίο ακολουθούν και κάμποσοι άλλοι, όχι πολλοί μουσικοί (χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Άγγελος Κυρίου), όπου ζητούμενο είναι το πηγαίο, το αυθόρμητο αλλά και η εκφραστική εκφόρτιση, το βγάζεις, το τελειώνεις, παίρνει τη θέση του στο παρελθόν και προχωράς παρακάτω. Έστω και εις βάρος της όποιας καλλιτεχνικής «βαρύτητας».

Τούτος ο δρόμος μοιάζει όμως ο πλέον κατάλληλος όταν γράφεις εν θερμώ, στην πυρά των γεγονότων, το «Καλό παιδί» γράφτηκε τις μέρες του δημοψηφίσματος, ενός ακόμη διλήμματος, γεμάτη αυτή η πουτάνα η ζωή από διλήμματα όπου κανείς δεν σου εγγυάται τι θα γίνει, και σαν να «με φοβίζει όταν τη γνώμη μου ζητάνε», τι να κάνουμε (There is No Alternative), δε γίνεται αλλιώς, που λέει ο νεόκοπος μεταμφιεσμένος κάτω από την προβιά του «ορθολογισμού» κομφορμισμός. Ο λόγος στον Boy: «Ο δίσκος είναι αφιερωμένος στον Sidney Fucking Lumet. Για όσους μεγαλώσαμε με τις ταινίες του, δεν ήτανε ποτέ δίλημμα το ΝΑΙ ή το ΟΧΙ.» Για κάποιους ήδη αυτό λέει πολλά…

Στο «Καλό παιδί» ο Boy μετά από καιρό επιστρέφει στη μητρική γλώσσα (μόνο έτσι γίνεται όταν φλέγεσαι να τα πεις, δεν μπορείς να τα λες στα …ξένα). Στον δίσκο εύκολα διακρίνεις τη φλέβα η οποία το ενώνει με όλους τους προηγούμενους, έχει την σφραγίδα και την ταυτότητα του δημιουργού και όλα του τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, δεν υπάρχει εδώ η διάθεση για ανατροπές και αναπροσδιορισμούς: την μινιμαλιστική προσέγγιση στον ήχο, τους εμμονοληπτικούς ρυθμούς, τη φωνή της πυρετώδους απαγγελίας, χωρίς πολλές διακυμάνσεις και χρωματισμούς, μια ατμόσφαιρα η οποία έχει κάτι το αστικό και σκληρά υποβλητικό, συνθέσεις οι οποίες τσαλαβατούν σε διάφορα είδη, ενίοτε και εν είδει παρωδίας, συνθέσεις που σε αρπάζουν με τη μία (άκου π.χ. το «Είμαι πολύ καλό παιδί»). Και φυσικά οι στίχοι σε ρόλο πρωταγωνιστικό. Στίχοι απαισιόδοξα αισιόδοξοι, χωρίς ορθοπρέπεια και σεμνοτυφία, μακριά από κάθε εθνικό παρτιωτισμό (sic), με ένα χιούμορ σοβαρό, σκληρό και πικρό (δεν είχε ποτέ την αλαφράδα ο Boy). Στίχοι οι οποίοι αντλούν από την επικαιρότητα αλλά ταυτόχρονα την υπερβαίνουν, χωρίς να καταφεύγουν σε εύκολη συγκινησιακή εκμετάλλευση.

Θα ομολογήσω, κλείνοντας, ότι αυτό το κείμενο το επεξεργάστηκα σε δύο φάσεις, μία εν θερμώ, μία εν ψυχρώ, με μια απόσταση από τα γεγονότα της επικαιρότητας (μια πολυτέλεια την οποία δεν είχε ο δημιουργός!). Πέρασε κάμποσος καιρός από τότε που ξημέρωσε εκείνη η Κυριακή, η Άγια Κυριακή (όχι, αυτή ήταν ..καΐκι), ποιος το περίμενε πως θα ‘ταν Κυριακή… Πυκνός ο πολιτικός χρόνος, πολλά άλλαξαν, τίποτε δεν άλλαξε, ο άνθρωπος όλα τα συνηθίζει τελικά, και ουρές και capital controls και μνημόνια. Και πάλι Κυριακή θα είναι οι νέες εκλογές… Και η ερώτηση εν προκειμένω τίθεται σχεδόν αυτεπάγγελτα. Τι μένει από τον δίσκο; Ξεπεράστηκε άραγε από την επικαιρότητα; Αν έχετε πράγματι διαβάσει μέχρι αυτό το σημείο, η απάντηση νομίζω είναι ήδη σαφής. Γιατί το έργο του Boy (και όχι μόνο το συγκεκριμένο) είναι πάντοτε επίκαιρο, όχι όμως με τον τρόπο που αναπαράγουν τα τετριμμένα εμπορικά δελτία τύπου της τάδε νέας «συγκλονιστικής παράστασης». Η τέχνη δεν οφείλει να είναι βολονταριστικά και εύκολα επίκαιρη, αντιθέτως οφείλει να κρατά αποστάσεις ασφαλείας. Και να έχει επίγνωση ότι όσο κι αν η επικαιρότητα βαραίνει με θορυβώδη γεγονότα καταθλιπτικού βάρους, υπάρχουν και πράγματα, ιδέες, συναισθήματα, που έρχονται από πολύ πίσω και πάνε πολύ μακριά, που την υπερβαίνουν, ενίοτε την υπονομεύουν. Σε μία από τις πιο ουσιαστικές, φιλοσοφικά, νοηματικά και εικονοποιητικά, στιχουργικές στιγμές των τελευταίων ετών, ο Boy υπογραμμίζει ακριβώς αυτή την αντίληψη. Απαντώντας συνάμα σε εκείνη την αγχώδη ερώτηση «Τι θα υπάρχει τη Δευτέρα;», πόσοι δεν το αναρωτηθήκαμε αυτό;

Σου υπόσχομαι ότι θα υπάρχουνε ακόμα οι λόγοι που δεν θέλεις να με δεις.
Σου υπόσχομαι ότι θα υπάρχουνε ακόμα μητέρες να σε προσέχουν πριν παντρευτείς.
Σου υπόσχομαι ότι θα υπάρχουνε διαφημίσεις στην τηλεόραση να ξεχαστείς.
Το βράδυ της Δευτέρας πριν κοιμηθείς.
Σου υπόσχομαι ότι θα υπάρχουνε ατυχήματα αν θελήσεις να σκοτωθείς.
Σου υπόσχομαι ότι θα υπάρχουνε ναρκωτικά και νέοι τρόποι να με σκεφτείς.
Σου υπόσχομαι ότι θα υπάρχουνε τα χείλη μου.
Αρκεί να θέλεις.
Αρκεί να ρθεις.

17/09/2015

7.5

 

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Jacco Gardner – Hypnophobia (Polyvinyl)

jacco
1. Another You
2. Grey Lanes
3. Brightly
4. Find Yourself
5. Face To Face
6. Outside Forever
7. Before The Dawn
8. Hypnophobia
9. Make Me See
10. All Over

Φανταστική σκηνή σε ένα κάποιο στούντιο ηχογράφησης κάπου στον πλανήτη indie. Κουβεντιάζει ο παραγωγός και η μπάντα, ο κοριός μας όμως δεν στέλνει εικόνα, έχει και παράσιτα, οπότε πιάνουμε μόνο σκόρπιες κουβέντες στον αέρα. Ας συντονιστούμε λοιπόν: «Ωραίο πράμα ρε φίλε. Πόσο το πήρες; 300 ευρώ από το e-bay; Ινδονησιακό psych του ’69; Φφφφφ. Ουάουυ. Φφφφφ… Αυτή είναι ποιότητα μαν, όχι σαν το αλβανικό που μας έφερες τις προάλλες. Καλαμάτα ρε. Ρε σεις παίδες, θα κάνουμε καμιά δουλειά τώρα που μαζευτήκαμε; Αυτό το κομμάτι τι θα το κάνουμε; Εντάξει, μελωδία δεν έχει, ρυθμό δεν έχει, άμα το τιγκάρουμε στο reverb και το echo λέτε να γίνει κάτι; Έλα εσύ είσαι ο παραγωγός, εσύ ξέρεις από αυτά. Έτσι, έτσι, για να γράφουνε μετά οι μουσικογραφιάδες για ονειρικά ηχοτοπία και τέτοια. Τι λέτε; Σβήστο το τσιγάρο επιτέλους, ντουμανιάσαμε. Ναι, ναι, μόνο τίποτε ψηφιακά κόλπα μη βάλεις, ‘ντάξει, εμείς είμαστε του αναλογικού. Ντάξει ρε παιδιά, αλλά η κονσόλα τι νομίζετε ότι είναι; Αναλογική;».

Φανταστική μεν η σκηνή αλλά …βγαλμένη από τη ζωή. Τουλάχιστον αν κρίνουμε από το τι συμβαίνει και κυρίως τι ακούγεται στην (νεο)ψυχεδελική indie σκηνή τα τελευταία χρόνια. Η οποία και γνωρίζει μια εντυπωσιακή άνθηση και εξάπλωση, τόσο που κάποιοι (ίσως όχι αδίκως αν κρίνουμε από την μανιερίστικη αναπαραγωγή συνταγών) θα την τοποθετήσουν και με όρους μόδας. Και αναβίωσης θα πουν κάποιοι άλλοι, αν και είναι κάπως άτοπος ο όρος αναβίωση για έναν ήχο ο οποίος ποτέ δεν έπαψε ούτε στιγμή να υπάρχει από τη στιγμή που γεννήθηκε. Είναι και που στη μουσική δημοσιογραφία έχουν(με) μια τάση θανατολαγνείας και νεκρανάστασης για τα μουσικά είδη (χριστιανικές επιρροές να υποθέσω;). Πως το είχε πει ο Θάνος Κόης των Lost Bodies; «Αυτοί δεν έχουν περιοδικό, γραφείο κηδειών έχουν ανοίξει».

Αυτό πάντως που χάνεται είναι η εποχή και οι συνθήκες που ανέδειξαν το όποιο είδος. Γιατί τελικά ισχύει αυτό που έγραψε στο Δισκορυχείο ο Φώντας Τρούσας το οποίο και θα το προσυπογράψω με αμφότερα τα χέρια: «Αυτό που λέμε «ψυχεδέλεια» στα αμερικανικά και εγγλέζικα sixties (γιατί εκεί είναι το ζουμί) δεν επαναλαμβάνεται σήμερα. Ήταν προϊόν εκείνης της εποχής. Υπήρξαν κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που το γέννησαν και το επέβαλαν».

Υπό αυτό το πλαίσιο λοιπόν και με αυτό το δεδομένο, τίθεται ένα …γεωπονικής φύσεως ερώτημα: Η ψυχεδέλεια δεν επαναλαμβάνεται λοιπόν. Μεταφυτεύεται όμως; «Και ναι και όχι» θα ήταν η …επιστημονική απάντηση. Και γι’ αυτήν θα προστρέξουμε στην συνεισφορά ενός …κηπουρού (ή έστω στο περίπου).

O Jacco Gardner λοιπόν. Νεαρός, στην δεκαετία των 20s του, Ολλανδός. Σκαλίζοντας στη μνήμη μου θυμάμαι και άλλους Ολλανδούς του χώρου, τους Shocking Blue και τους Q65 (ένα κομμάτι των οποίων μ’ αρέσει πολύ το «The life I live»), στα credits του δίσκου (mastering) συναντάμε και τον Jan Audier ο οποίος ήταν κάποτε μηχανικός ήχου στους Q65, μικρός ο κόσμος της ολλανδικής ψυχεδέλειας όπως φαίνεται. Στα οποία credits δεν συναντούμε και πολλά άλλα ονόματα, ο τύπος παίζει τα περισσότερα από τα ουκ ολίγα όργανα μόνος του, είναι ένας και συμφέρει. Δεύτερος του δίσκος μετά το «Cabinet of Curiosities» του 2013 είναι το «Hypnophobia». Και αν κρίνουμε από τον τίτλο του, έχει και κάποια προβληματάκια με τον ύπνο. Κάποιος δε ιοβόλος σχολιαστής θα παρατηρούσε εδώ ότι μάλλον η αϋπνία είναι μια πολύ εξαπλωμένη διαταραχή στον indie χώρο, γι’ αυτό κυκλοφορούν από εκεί και τόσα «υπνωτικά» ακούσματα (μπάσα, ατμόσφαιρες κλπ κλπ).

Για να έρθουμε στα του δίσκου (επιτέλους), θα μπορούσαμε να αναλωθούμε σε μια μεγάλη παράθεση «παρόλο που». Γιατί τελικά το «Hypnophobia» δεν έχει καμία σχέση με όσα δεινά υπαινιχθήκαμε παραπάνω. Δεν βγάζει επίφοβο κλίμα, ούτε υπνωτικό. Παρά το απόλυτα προσωποπαγές θέμα, ο δίσκος δεν είναι κλειστός, αυτο-αναφορικός και εσωστρεφής. Και όχι, δεν καταφεύγει σε φτηνά κόλπα θολούρας και καταχνιάς για να κρύψει συνθετική ένδεια. Αντιθέτως… Βασικό χαρακτηριστικό του δίσκου είναι το ότι οι μελωδίες του είναι καθαρές, διαυγείς, δεν έχουν τα συνήθη ασαφή περιγράμματα που θέλουν να υπογραμμίσουν μια δήθεν ονειρώδη διάσταση. Ο τύπος γράφει τραγούδια και όχι μπαφιασμένες παραισθησιογόνες ατμόσφαιρες (sic), ακόμη και τα ορχηστρικά του κομμάτια υπακούουν σε αυτό τον κανόνα. Τραγούδια φαινομενικά απλά, όμορφα και λεπτοδουλεμένα και ανάλαφρα, η δε πληθώρα των οργάνων (από κιθάρες και φλάουτα μέχρι αρπίχορδα και mellotron) τιθασεύεται αρμονικά στην υπηρεσία του σκοπού.

Ο Gardner ναι, σαφώς κι εμπνέεται από το παρελθόν, οι αναφορές του εντοπίζονται πράγματι εκεί στα τέλη των 60s, στην πτέρυγα της ψυχεδέλειας την πιο ποπ, εκείνη που ονομάστηκε με μια κάπως διασταλμένη ερμηνεία του όρου «μπαρόκ ποπ» (αναζητήστε π.χ. τη συλλογή «Tea Symphony- Τhe Εnglish Βaroque Sound 1967-1974» για να ακούσετε κάμποσους ηχητικούς προγόνους του). Όμως, δεν γυρίζει την πλάτη του στο μέλλον και στο παρόν, στον δίσκο του δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει και την τελευταία λέξη της σύγχρονης τεχνολογίας, και λογισμικό για sampling χρησιμοποιεί και άλλα τέτοια, ο άνθρωπος υπνοφοβία έχει, όχι τεχνοφοβία και …ψηφιοφοβία. Κι έτσι καταφέρνει με έναν τρόπο να ακουστεί και σημερινός. Και απαντάει και στην ερώτηση μας κιόλας…

06/07/2015

8

 

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Algiers – Algiers (Matador)

algiers

1. Remains
2. Claudette
3. And When You Fall
4. Blood
5. Old Girl
6. Irony. Utility. Pretext.
7. But She Was Not Flying
8. Black Eunich
9. Games
10. In Parallax
11. Untitled

Ποιο άραγε μυστικό νήμα ξεκινάει από εδώ, από τούτες τις θερμές μεσογειακές ακτές, τα λημέρια κάποτε των μελαψών ανυπότακτων Βερβερίνων πειρατών, και φτάνει εκεί στον Νότο (που λέει και ο Μαχαιρίτσας), τον σκληρό ρατσιστικό Νότο (ακόμη και σήμερα ναι), στην πολιτεία της Γεωργίας, από την οποία μας έρχονται οι πρωτοεμφανιζόμενοι Algiers; Οι οποίοι μας συστήνονται με έναν δίσκο για το Αλγέρι, όχι πάντως το λάγνο Αλγέρι του καμηλιέρη όπως το ήθελε το παλιό άσμα του Απόστολου Καλδάρα. Ούτε πάντως το Algiers του δίσκου των Calexico, εκείνος αναφερόταν στην ομώνυμη πόλη της Νέας Ορλεάνης. Ο Franklin James Fisher, ο μαύρος τραγουδιστής αλλά και η εμφανώς καθοριστική προσωπικότητα σου συγκροτήματος δεν κρύβει λόγια και μας αποκαλύπτει τη …διαδρομή του νήματος η οποία μας οδηγεί στην ιστορία του Αλγερίου. Μια ιστορία αγώνα ενάντια στην καταπίεση και την αποικιοκρατία, η οποία μας πάει πίσω στο Αλγέρι το παλιό, της δεκαετίας του ’50 και του ’60, τότε που ο ανταρτοπόλεμος του FLN (του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου Αλγερίας) για ανεξαρτησία συγκίνησε, ενέπνευσε και κινητοποίησε σε παγκόσμιο εύρος (και δικοί μας θα βρεθούν εκεί ως απλοί συμπολεμιστές, μεταξύ αυτών ο Πάμπλο-Μιχάλης Ράπτης και ο Βασίλης Ραφαηλίδης). Και θα αποτελέσει κι ένα ακόμη σύμβολο αντίστασης απέναντι στα κατάλοιπα της γαλλικής τρομοκρατικής αποικιοκρατίας. Κι αν σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά, φαίνεται πως κάποια τέτοια σύμβολα μένουν ακόμη στις μνήμες…

Το σημαντικό εν προκειμένω είναι ότι το εννοιολογικό τούτο εύρημα των Algiers δεν παραμένει κενού νοήματος και περιεχομένου, δεν αποτελεί μια απλή δήλωση προθέσεων. Και πηγαίνει πέρα έναν διανοουμενίστικο ακτιβισμό με αγωνιστικούς στίχους («four hundred years of torture/four hundred years a slave») και προκλητικούς τίτλους («Ο μαύρος ευνούχος» /»Black Eunuch»). Φτάνει έως τον διαλεκτικό τρόπο με τον οποίο το σχήμα προσπαθεί να συζεύξει φαινομενικά ασύμβατες επιρροές σε ένα αποτέλεσμα το οποίο θα τις υπερβαίνει αλλά και θα τις εμπεριέχει ταυτόχρονα. Γενικότερα, ο δίσκος των Algiers αποτελεί ένα υποδειγματικό παράδειγμα διαχείρισης μιας κληρονομιάς, για το πως βιωματικές εμπειρίες, με ρίζες πίσω στους αιώνες συνδυάζονται με σύγχρονα, «ξένα», καινά …δαιμόνια. Κι ενός δίσκου ο οποίος κινείται με αξιοθαύμαστη ισορροπία σε οριακές περιοχές, στα σημεία τριβής των τεκτονικών πλακών των ειδών. Εκεί ακριβώς που συμβαίνουν οι αλλαγές, εκεί που γεννάται το νέο…

Οι Algiers είναι τρεις, ένας τραγουδιστής (ο μαύρος), ένας κιθαρίστας κι ένας μπασίστας (λευκοί οι τελευταίοι δύο), με καταγωγή από την Georgia, τώρα πλέον έχουν διασκορπιστεί μεταξύ Λονδίνου και Νέας Υόρκης, τον δίσκο τον έγραψαν με υπερατλαντικές ανταλλαγές αρχείων, όχι πάντως κάτι ασυνήθιστο για τους τεχνολογικούς καιρούς μας (παλιότερα κι ένα συγκρότημα πήρε το όνομα του από μια τέτοια διαδικασία – οι Postal Service). Και είναι και σπουδαγμένα παιδιά, έχουν εντρυφήσει σε πολιτική και λογοτεχνία και τέχνες, έχουν θα λέγαμε όλα τα τυπικά προσόντα για να επιτύχουν στο εγχείρημα τους να αισθητικοποιήσουν το μουσικό τους όραμα, τις ρίζες τους και την υπέρβαση τους.

Και τι παίζουν λοιπόν οι Algiers; Δύσκολη ερώτηση, δυσκολότερη η απάντηση. Κρατήστε λογαριασμό… Οι ίδιοι στις συναυλίες τους έπαιζαν support στους Interpol, και πράγματι έχουν κάτι από το πομπώδες τους επικό στυλ της post-punk αναβίωσης, αυτού του κατά βάση λευκοκρατούμενου είδους, που κάποτε εξέφραζε τα λευκά αγόρια της εργατικής τάξης (με ουκ ολίγες να σημειώσω εχμμμ δεξιές παρεκκλίσεις). Τους αρέσει επίσης το hardcore της πρωτεύουσας (DC hardcore) αλλά και το νεοϋορκέζικο synth-punk Suicide. Οι ίδιοι έχουν και αυτοί σύνθια, μέχρι και ένα …επάρατο drum machine, σύνθια σκοτεινά, κατευθείαν από ένα ανήλιαγο στούντιο της Μαγχεστρίας ενός Martin Hannett. Έχουν όμως και χορευτικά σύνθια, πιο «μαύρα», electro, τα οποία όμως αν ρίξουμε μια ματιά στην ιστορία, από μια ανίερη συμμαχία προέκυψαν, εκείνη η οποία είχε φέρει κοντά την …ασπρίλα του Duesseldorf, της μεσαίας τάξης και της ψυχρής ρυθμολογίας των Kraftwerk με τα σκληρά και φτωχά μαύρα γκέτο του Detroit και του Bronx. Και δεν ξεχνούν και την μαχητική κληρονομιά της Motown του ’70, εμφανέστατη ιδίως στα φωνητικά του Fisher. Ούτε και τις δικές τους ρίζες όμως, του χθόνιου βιβλικού Νότου, του gospel, της κυριακάτικης μάζωξης στην εκκλησία (κι αν τεθεί η απορία για το πως ένας συντηρητικός και κατά βάση καταπιεστικός οργανισμός όπως η εκκλησία μπορεί να γίνει φορέας αντίστασης και αλλαγής του κατεστημένου, ας σημειωθεί ότι για τους Αφρομερικανούς η εκκλησία υπήρξε για πολλά χρόνια ένας τόπος συνάθροισης, ένας τόπος όπου μπορούσε να βιωθεί μια (ψευδ)αίσθηση ελευθερίας και να σφυρηλατηθεί ένα κοινοτικό αίσθημα αλληλεγγύης και ταυτότητας).

Δεν ξέρω αν βγάλατε κάποια άκρη απ’ όλα αυτά, οι ίδιοι λένε στο σπουδαίο «Irony. Utility. Pretext»: «έχουμε πίστη στην afro pop, σε ένα απο-αποικιοκρατούμενο πλαίσιο». Ξέρω πάντως ότι ανάμεσα σας υπάρχουν και οι εύλογα καχύποπτοι, τους οποίους όλο αυτό το μπέρδεμα θα ξενίσει λίγο, ίσως και να το αποδώσουν συγκαταβατικά σε ένα ακόμη υβριδικό ανακάτεμα προς αναζήτηση της ποθητής ιδιαιτερότητας, όπως είναι πλέον κοινή πρακτική στην εντροπιακή εποχή μας. Επιφυλάξεις οι οποίες πάντως αφοπλίζονται από το αισθητικό αποτέλεσμα, εκεί όπου όλες οι προθέσεις, δηλώσεις, επιδράσεις υλοποιούνται/μελοποιούνται σε μια σειρά από σπουδαία τραγούδια, παιγμένα και ερμηνευμένα με ένταση και φορτισμένο συναίσθημα.

Νομίζω πάντως ότι θα μου άρεσε να ονομάσω αυτό που παίζουν οι Algiers «American Gothic». Όσοι βρίσκεστε στο Σικάγο πηγαίνετε στο μουσείο όπου εκτίθεται το έργο, όσοι βρίσκεστε αλλού ανοίξτε ένα βιβλίο ή μια ιστοσελίδα, και δείτε το πίνακα «American Gothic» του Grant Wood. Μην τον δείτε απλώς, εξετάστε τον, παρατηρήστε τον, αφήστε ελεύθερη τη φαντασία. Κι ας είναι άλλη η εποχή (μισώ την έκφραση «επίκαιρο έργο», η τέχνη είναι πάντοτε με τον τρόπο της επίκαιρη), θυμηθείτε ότι βρισκόμαστε στη χώρα της «ελευθερίας» (ο τι κακοπαθημένη και κακοποιημένη λέξη) αλλά και του ρατσισμού. Και του μαύρου (όχι τόσο μαύρου τελικά) προέδρου Ομπάμα. Ο αγρότης, η αγρότισσα, μια τσουγκράνα, ένα σπίτι σε νότιο ρυθμό. Σφιχτά ανέκφραστα χαρακτηριστικά, αγέλαστα, αυστηρό ντύσιμο, ούτε εκατοστό σώματος εκτεθειμένου πλην του προσώπου. Σαν σωματική έκφραση του φόβου της αμαρτίας. Αλλά και της αυστηρότητας της τιμωρίας. Κυριακή πάντοτε εκκλησία. Τις άλλες μέρες, δουλειά, δουλειά σκληρή, τα χέρια είναι ροζιασμένα από τίμια προτεσταντική εργασία. Και αυτά τα βλέμματα… Πίσω από την επιφανειακή και επίπλαστη αγροτική αγνότητα, υπάρχει κάτι το φοβιστικό. Μια υποβόσκουσα βία. Σαν να μυρίζεσαι ότι «θα υπάρξει αίμα». Είναι ίσως που ξέρεις ότι ο καλός αυτός χριστιανός αγρότης δεν θα διστάσει να σε «ξαπλώσει» με την καραμπίνα έτσι και πατήσεις πόδι στην ιερή ατομική του ιδιοκτησία. Ειδικά αν είσαι μαύρος… Εδώ είναι Νότος, δεν είναι παίξε-γέλασε…

8

 

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Sunset Wings – Lifetime As A Child At Play (Wrotycz)

Sunset
1. Oblivion Ι : As A Child At Play
2. The Little Girl Lost
3. StarLing
4. An Old Song
5. Sotto gli Alberi
6. Oblivion ΙΙ : Moving Pieces
7. Shtedpik
8. The Unfading Light
9. When The Voices Of Children
10. I Am A Thousand Winds That Blow
11. Mighty Horse Runs Through The Clouds
12. A Joyous Song
13. «Lips, Lips!»
14. Proschalnaya pecn

Κι αν η μόνη μας πατρίδα είναι τα παιδικά μας χρόνια όπως είχε πει κάποιος κάποτε, κι αν η πατρίδα αυτή κάπου υπάρχει στον χάρτη, με τα βουνά της, τους κάμπους της, τα σπίτια και τους δρόμους της, μια επιστροφή εκεί ποτέ δεν είναι δυνατή, ποτέ δεν είσαι ίδιος όταν επιστρέφεις, ποτέ τα βουνά, οι κάμποι, τα σπίτια και οι δρόμοι δεν είναι τα ίδια, πόσο μάλλον οι ακόμη πιο φθαρτοί άνθρωποι. Κι αν τούτη η σπείρα που περιελίσσεται μέχρι το τέλος, αυτή που λέγεται ζωή μοιάζει καμιά φορά με κύκλο, είναι άλλη μια ψευδαίσθηση, μία ακόμη απάτη που μας στήνει, όχι ότι κι εμείς δεν θέλουμε να την «πατήσουμε», πρόθυμα θύματα, την ξορκίζουμε επιμένοντας ότι κατά βάθος «μένουμε πάντα παιδιά», καταφύγιο ασφαλές σε ένα δύσκολο παρόν, όχι ότι το παρελθόν ήταν πάντοτε ευκολότερο, έχει όμως την ασφάλεια της δεδομένης συνέχειας. Παιδικά χρόνια… Μια πατρίδα όπου δεν υπάρχει νόστος, μένει μόνο το άλγος. Χωρίς επιστροφή…

Ως ex-children, πρώην παιδιά συστήνονται στο ένθετο του δίσκου αυτού οι μουσικοί των Sunset Wings, όχι μόνο για να διακριθούν από τα «πραγματικά» παιδιά που συμμετέχουν. Ένα σχήμα με ποιητικό όνομα το οποίο μας έρχεται από ρωσική πόλη Καλίνιγκραντ, ένα κομμάτι Ρωσίας αποκομμένο από την μαμά πατρίδα, κάπου σε μια γωνιά της Βαλτικής (Kalinigrad Oblast λέγεται η περιοχή). Ένα σχήμα το οποίο υπάρχει από το 2006, και στους τέσσερις συνολικά δίσκους του έχει ως βασικό δημιουργικό πυρήνα τον Aleks Aulaukis, με έναν σωρό άλλους μουσικούς να πηγαίνουν και να έρχονται και παρόλες τις αλλαγές η μουσική τους παραμένει σταθερά προσανατολισμένη στην αποκαλούμενη νεοφόλκ (με την ευρωπαϊκή έννοια του όρου). Συνδυάζοντας την μουσική με την γεωγραφία, θα μπορούσε κάποιος να παρατηρήσει ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια άνθηση της σκοτεινής αυτής σκηνής στην Ρωσία, με ονόματα όπως οι Caprice, οι Kratong, οι Neutral, οι αγαπημένοι μου Romowe Rikoito (οι οποίοι κατάγονται και από τα ίδια πέριξ), αν ενδιαφέρεστε υπάρχουν αρκετές συλλογές οι οποίες μαζεύουν ανάλογα και αξιόλογα αντιπροσωπευτικά δείγματα του είδους όπως η παλαιότερη «Edge of the Night (του 2000) ή η πιο πρόσφατη «Rose of Memory, Rose of Forgetfulness» (της εν λόγω πολωνικής Wrotycz).

Και ο δίσκος των Sunset Wings με «Oblivion» ξεκινά, με λήθη, γιατί δεν υπάρχει μνήμη χωρίς λήθη, για σκεφτείτε το, ειδάλλως θα πνιγόμασταν από ένα χάος, μια εντροπία αναμνήσεων (νομίζω υπάρχει και παθολογική κατάσταση η οποία λέγεται υπερμνησία στην οποία θυμάσαι τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια-μαρτύριο ε;). Και με παιδικές φωνούλες να τιτιβίζουν (απομάγευση: ωραίο άκουσμα, αρκεί να μη μένεις δίπλα σε …σχολείο και το υφίστασαι κάθε μέρα). Ο δίσκος ολόκληρος διαπνέεται από έναν καθάριο λυρισμό, πολλά είναι και όργανα που τον ενσαρκώνουν, κιθάρα, βιολί μπόλικο, τσέλο, πιάνο, φλάουτο, και άλλα πολλά, παιδικά οργανάκια, καμπανάκια ντιν-ντιν-ντιν, μαζί και ήχοι της φύσης, πουλάκια, ο άνεμος που θροΐζει στα φύλλα. Οι ίδιοι δε τραγουδούν στα Αγγλικά, στα Ρώσικα και στα Ιταλικά, μελοποιούν μάλιστα και ποιητές σαν τον William Blake. Και κάπως έτσι φτιάχνουν ένα λεπτεπίλεπτο υφαντό, με υπέροχες μελωδικές στιγμές όπως το «The little girl lost» ή το «The unfading light», σε ένα μελαγχολικό κλίμα το οποίο, αν θέλετε σώνει και καλά αναφορές παραπέμπει στις παλιές καλές ημέρες των Current 93 όταν έγραφαν νανουρίσματα ή αν προτιμάτε κάτι πιο …ψαγμένο, μου θυμίζουν κατά στιγμές τους κολλημένους με τον Μεσαίωνα Ισπανούς Narsilion. Και συγκινεί, όπως πάντοτε θα συγκινούν τέτοια έργα όσο το μέλλον θα παραμένει απροσδιόριστο και απειλητικό (πάντοτε θα είναι, ζητώ συγνώμη από τους αστρολόγους και άλλους αγύρτες). Γενικά έχουμε να κάνουμε με μια τραγουδοποιία αλλά και μια στιχουργία η οποία θέλει να υπερβεί το πεζό παρόν, να πιάσει το νήμα μιας μουσικής με ρίζες πολύ βαθιά πίσω στον χρόνο, μιας εποχής προ-μοντέρνας, προ-βιομηχανικής ακόμη και προ-αναγεννησιακής. Σαν να αναφέρεται όχι μόνο σε μια ατομική μνήμη, αλλά στη συλλογική μνήμη ολόκληρης της ανθρωπότητας, στην αθώα παιδική της ηλικία η οποία χάθηκε ανεπιστρεπτί με την εκβιομηχάνιση και τις τραυματικές της συνέπειες.

Στο σημείο αυτό κάποιοι πιο καχύποπτοι (ή πιο υποψιασμένοι αν θέλετε) θα ζαρώσουν το μέτωπο, τέτοιες αναφορές σε μια «παρακμή του Δυτικού κόσμου» μπορεί να οδηγήσουν και σε επικίνδυνα μονοπάτια, δεν είναι αβάσιμη η υποψία αυτή, είναι γνωστό άλλωστε ότι το νεοφόλκ είδος πανευρωπαϊκά πλήττεται από ευθείες ή κι έμμεσες αναφορές σε έναν μετα-φασισμό ο οποίος μεταπολεμικά αναζήτησε καταφύγιο στα …δάση και τη φυσιολατρία (τα αναλύει αυτά ο Anton Shekhovtsov σε ένα καταπληκτικό άρθρο που πολύ θα ήθελα να το είχα γράψει εγώ). Θα απαντούσα όμως ότι δεν έχει νόημα να μπαίνουμε σε κυνήγι μαγισσών και νεραϊδών και άλλων πλασμάτων του δάσους. Και εν τέλει η αισθητική του αποτελέσματος είναι πάνω απ’ όλα το βασικό και ακαταμάχητο τεκμήριο αθωότητας (πόσο μάλλον που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχουμε καν ενδείξεις).

Ίσως τώρα να εμφανιστεί ένας άλλος καχύποπτος ο οποίος θα ρωτήσει, ναι, μα είναι τέτοιες οι αναμνήσεις που έχουν οι σημερινοί μεγάλοι και …πρώην-παιδιά μιας σύγχρονης δυτικής πόλης; Πιθανότατα όχι, και πράγματι, η επαφή με τη φύση μπορεί καμία φορά να μοιάζει με εκείνη του πουλιού του Αρκά (το οποίο στην πρώτη του εκδρομή στη φύση αγανακτεί «μα έχουν καταστρέψει το περιβάλλον, έχουν γκρεμίσει τις πολυκατοικίες κι έχουν φυτέψει παντού δέντρα»!). Θα απαντούσα όμως ότι δεν υπάρχουν μόνο οι αναμνήσεις οι υλικές, οι χειροπιαστές, υπάρχουν και αυτές τον αφηγήσεων, των παραμυθιών. Και τα παραμύθια τα παιδικά ακόμη και σήμερα, ακόμη και στο πιο αστικό περιβάλλον από την φύση αντλούν την έμπνευση τους. Δεν θα γινόταν και διαφορετικά νομίζω…

Και αν τελικά οι αναμνήσεις δεν είναι μόνο οι βιωμένες, αλλά εξίσου έντονα αποτυπώνονται και οι αφηγήσεις, μήπως το ίδιο να ισχύει και με τις πατρίδες; Να υπάρχουν άραγε μυστικοί δεσμοί οι οποίοι υπερβαίνουν το χώρο και τον χρόνο; Επιστροφή στο Kaliningrad… Τούτη η περιοχή κάποτε λεγόταν Ανατολική Πρωσία, είναι μια περιοχή με μοναδικές φυσικές ομορφιές, λίμνες και λιμνοθάλασσες σκιασμένες από πυκνά δάση όπου ζουν άλκες και ελάφια, και πεδιάδες όσο πάει το μάτι, ατελείωτους ουρανούς οι οποίοι ζαλίζουν με την ανοιχτωσιά τους. Ένα χωνευτήρι ήταν η περιοχή τούτη, με λαούς που είχαν αλληλοσφαχτεί αλλά και ζήσει πλάι-πλάι για αιώνες, μέχρι που ήρθε η Χιτλερική λαίλαπα να τα σαρώσει όλα. Και η πόλη αυτή κάποτε λεγόταν Koenigsberg, μια ιστορική γερμανική μητρόπολη, η πόλη του Καντ και του Μέντελσον, αλλά και η πόλη των παιδικών χρόνων της μάνας. Η πόλη την οποία εγκατέλειψε τον Γενάρη του ’45 η γιαγιά μου με τις τρεις της κόρες, διασχίζοντας με τα πόδια μια παγωμένη λιμνοθάλασσα στους -20 βαθμούς, κάτω από τα πυρά του ρώσικου πυροβολικού και των αεροπλάνων. Τα οποία αν η τύχη το έφερνε και ήταν πιο εύστοχα δεν θα ήμουν εδώ να γράφω αυτές τις γραμμές, σε τούτη τη γωνιά της Νότιας Ευρώπης με την δική της τραυματική ιστορία, για τους ανέμους της Ιστορίας που παρασέρνουν τους ανθρώπους σαν τα φθινοπωρινά φύλλα. Κανείς από την οικογένεια δεν επέστρεψε ποτέ στα μέρη εκείνα, ούτε καν όταν άνοιξαν τα σύνορα μετά την πτώση του Τείχους και του Σιδερένιου Παραπετάσματος. Και κάπου σε ένα άνετο αλλά άχρωμο διαμέρισμα στην ευμαρή μεταπολεμική Γερμανία, ένας παππούς πέθανε λέει η οικογενειακή ιστορία από νοσταλγία για τους μακρινούς ορίζοντες της χαμένης του πατρίδας…

10/06/2015

8

 

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr