Category Archives: 4. Δισκία για ανακύκλωση

VCMG – Ssss (Mute)

1. Lowly
2. Zaat
3. Spock
4. Windup Robot
5. Bendy Bass
6. Single Blip
7. Skip This Track
8. Aftermaths
9. Recycle
10. Flux
Να κι ένας δίσκος-έκπληξη. Ποιος αλήθεια να το φανταζόταν… Όσο κι αν η ζωή μας έχει εκπαιδεύσει σε απροσδόκητες έως και …ανίερες συναντήσεις. Διαβάζω τα δελτία τύπου: «ο Vince Clarke και ο Martin Gore ενώνουν τις δυνάμεις τους». 30+ χρόνια μετά την τελευταία φορά που τα ονόματά τους τυπώθηκαν πλάι-πλάι σε δίσκο. Από εκείνο το παρθενικό Depeche Mode «Speak & Spell» το μακρινό 1981. Στη συνέχεια, για «καλλιτεχνικούς λόγους» και όπως λέγεται όχι με τις καλύτερες των συνθηκών ο Clarke πήρε τα σύνθια του επ’ ώμου και αναχώρησε για άλλες πολιτείες, μετά το χωρισμό ο Gore χρειάστηκε κανά δυο δίσκους έως ότου βρει την περπατησιά του και εντάξει, ας μην πλατιάζουμε, τα υπόλοιπα είναι ιστορία, φθηνή electropop για την ελίτ ή ελιτίστικη electropop για τις μάζες, όπως κι αν το θέλετε και το δείτε, οι δύο πορείες πάντως ουδέποτε διασταυρώθηκαν. Μέχρι σήμερα…

Δεν ξέρω αν άρχισαν και τις μεταξύ τους φιλοφρονήσεις (θυμάστε τα «Ανδρέα μου», «Κώστα μου» μεταξύ Παπανδρέου και Μητσοτάκη εκεί πίσω στο ….καθαρό οικουμενικό ’90, λίγο μετά το «βρώμικο» ’89;), είναι πιστεύω όμως εμφανές ότι οι δυο τους δεν διαθέτουν καμία κουλτούρα συνεργασίας (νομίζω πρέπει να την κόψω την πολύ προεκλογική TV). Στα συγκροτήματα τους αμφότεροι υπήρξαν οπαδοί της φιλοσοφίας του Λουδοβίκου του δέκατου τέταρτου («Το …Συγκρότημα είμαι εγώ»), για παράδειγμα ο καημένος Gahan χρειάστηκε να πατήσει πόδι για να τον αφήσει ο Gore να βάλει τραγούδι σε δίσκο των DM μετά από 25 χρόνια (με λίαν αμφίβολα αποτελέσματα πάντως), η δε Alison Moyet δεν άντεξε για παραπάνω από χρόνο στους Yazoo. Ούτε καν το «Speak & Spell» δεν μπορεί να καταγραφεί ως συνεργασία, ο δίσκος υπήρξε όραμα και εκτέλεση σχεδόν αποκλειστικής σφραγίδας του Vince Clarke.

Το ότι από «ενώσεις δυνάμεων» δεν παράγεται σώνει και καλά προσθετική αξία το ξέρουμε και από τα μαθηματικά (η …αφαίρεση είναι ουσιαστικά μία πρόσθεση), το γνωρίζουμε όμως και από την μουσική ιστορία, μπορούμε να διαλέξουμε ένα σωρό παραδείγματα από αποτυχημένα supergroups όπως είθισται να αποκαλούνται οι συναντήσεις ονομάτων …βαριών σαν ιστορία.

Το σίγουρο είναι ότι VCMG δεν θα αποτελέσουν το φωτεινό αντι-παράδειγμα του κανόνα. Πόσο μάλλον από τη στιγμή που η συνεργασία τους περιορίστηκε σε απλή ανταλλαγή αρχείων, με τον καθένα να δουλεύει μονήρης και απομονωμένος στο δικό του στούντιο. Η «λαμπρή» ιδέα πίσω από το όνομα του σχήματος (τα αρχικά τους) είναι ήδη μία αρνητική ένδειξη. Το δε αποτέλεσμα ταιριαστό με τη μέθοδο παραγωγής: στείρο, απομονωμένο, κυνικά κλινικό, άδειο από ιδέες, αφυδατωμένο από κάθε ίχνος ψυχής.

Υποτίθεται το τέκνο είναι η κινητήριος δύναμη, και ειδικότερα η κάποτε μοδάτη του εκδοχή, το minimal (ας μην ξεχνάμε βέβαια ότι πίσω από τον βαρύγδουπο όρο «μινιμαλισμός» κρύφτηκαν και πελώρια ελλείμματα έμπνευσης και κακογουστιάς). Το «Ssss» το μόνο που έχει να παρουσιάσει είναι μια παράθεση από ανθυπο-beat της σειράς και της συμφοράς, που ίσως μόνο χαπακωμένος σε κάποια φαμπρίκ του Βερολίνου θα τα ανεχόσουν μαζί με νηπιακής (μηχανικής καλύτερα) σύλληψης τέκνο γραμμές, δικαιολογώντας (ίσως και θεμελιώνοντας) τον μουσικό όρο intelligent techno ορίζοντας τον …αντίθετο του και οπλίζοντας με επιχειρήματα όσους πιστεύουν ότι η ηλεκτρονική μουσική έχει σωρεύσει τα περισσότερα μουσικά σκουπίδια σε σύγκριση με οποιοδήποτε άλλο είδος.

Ασφαλώς έχουν υπάρξει και χειρότεροι δίσκοι στην μουσική παραγωγή (πάντοτε υπάρχουν!), αλλά οι απαιτήσεις και ο πρότερος βίος είναι που καθορίζουν το μέτρο της κρίσης. Και μπορώ βέβαια, επιστρατεύοντας όσα αποθέματα καλής διάθεσης έχω, να ξεχωρίσω το «Single blip» που θα μπορούσε να βρει μια θέση για γέμισμα σε έναν δίσκο του Μιχάλη Δέλτα, αλλά από κει και πέρα αδυνατώ να βρω κάποια υπερασπιστική γραμμή για αυτό το …βαρετούργημα. Ίσως οι οπαδοί των δημιουργών να τα καταφέρουν καλύτερα σε αυτό… Η ιστορία άλλωστε έχει δείξει ότι η προσωπολατρεία έχει οδηγήσει σε πολύ-πολύ χειρότερες συνέπειες…

2

 1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

M83 – Hurry up, we΄re dreaming (Mute)

1. Intro
2. Midnight City
3. Reunion
4. Where the Boats Go
5. Wait
6. Raconte-Moi Une Histoire
7. Train to Pluton
8. Claudia Lewis
9. This Bright Flash
10. When Will You Come Home?
11. Soon, My Friend
1. My Tears Are Becoming a Sea
2. New Map
3. OK Pal
4. Another Wave From You
5. Splendor
6. Year One, One UFO
7. Fountains
8. Steve McQueen
9. Echoes of Mine
10. Klaus I Love You
11. Outro

«Λαμβάνοντας δε υπόψη και το φόβο της τυποποίησης που διακατέχει τον Gonzalez, είμαι (όσο και αν ακούγεται «κλισεδούρα» οκνηρού μουσικογραφιά) πραγματικά περίεργος για τη συνέχεια. Μέχρι τότε, έχει κανείς αμφιβολία ότι οι Μ83 εκφράζουν απόλυτα την εποχή τους; Ότι είναι 100% …2008;». Πιάνω το νήμα της αφήγησης από τον επίλογο της κριτικής μου για το «Saturdays=Youth», επιμένοντας στο καταληκτικό συμπέρασμα: «100% 2008». Ήτοι; Ας αφήσουμε το υπονοούμενο να αιωρείται προς το παρόν…

Πέρασαν 3 χρόνια από τότε, πολλά άλλαξαν και για τον κόσμο αλλά και για τον ίδιο τον Αντώνιο Γκονζάλεθ, τον πραγματικό κινητήριο μοχλό των M83. Μεταξύ άλλων, ο χρόνος έφερε και μια μετακόμιση από το Παρίσι και το φορτικό βάρος της ιστορίας αιώνων στο …ανάλαφρο ιστορικά αλλά εξίσου καταπιεστικά γιγάντιο L.A. Αλλαγή κλίμακας, αλλαγή σελίδας; Ίσως ναι, αλλά οι σελίδες δεν γυρίζουν μόνο με φορά προς το μέλλον. Υπονοούμενο-κρατούμενο Νο. 2.

Η αμερικάνικη εμπειρία λοιπόν και οι ονειροπόλες βόλτες στο πάρκο του Joshua Tree αποτέλεσαν την πηγή μουσικής έμπνευσης (όπως και για κάποιο άλλο παλιό συγκρότημα, του οποίου αυτή τη στιγμή μου διαφεύγει το όνομα) για το «Hurry up, we’re dreaming», το οποίο (ας δώσουμε το λόγο στο δημιουργό) θα ήθελε πολύ να μοιάσει στο «Mellon collie» (της …γενιάς των hipster θα συμπλήρωνα εγώ). Θεμιτή όσο κι αν ακούγεται …αυθάδης η φιλοδοξία, και ο πήχης τίθεται εξαρχής τολμηρά ψηλά. Το αποτέλεσμα (για να αφήσω και τα υπονοούμενα); Μου θυμίζει τους άλτες του επί κοντώ, οι οποίοι αφού πρώτα έχουν εξασφαλίσει την πρώτη θέση, μετά βάζουν τον πήχη στο παγκόσμιο ρεκόρ και 9/10 φορές τον ρίχνουν παταγωδώς.

3 χρόνια δουλειάς ενσωματώνει τούτος ο δίσκος, όμως φευ, στην τέχνη το «Αριστούργημα», ο μεγάλος δίσκος, δεν γεννάται κατά κανόνα ακολουθώντας (μόνο) την προτεσταντική προτροπή «δουλειά-δουλειά-δουλειά». Όσα πάντως αγαπήσαμε και όσα βαρεθήκαμε στους Μ83 βρίσκονται εδώ μέσα σε ισχυρότερη δόση και μεγαλύτερη διάρκεια. Οι ιμπρεσιονιστικού τύπου δομές των κομματιών, οι βαθιές ρίζες στα 80s, οι αιθεροβατούσες εσωστρεφείς συνθέσεις, οι πυκνές κιθάρες-σύνθια που ακόμη υποχρεώνουν τον μουσικό «τοπογράφο» να τους εντάσσει στις ευρύτερες δυνάμεις του shoegaze (ένας όρος ο οποίος προφανώς κι έχει διευρυνθεί σε περιεχόμενο από τότε που πρωτοχρησιμοποιήθηκε). Δεν θα πω «dream pop», θεωρώ εγγενώς γελοίους τέτοιους (περι)ορισμούς, δυνητικά οποιαδήποτε μουσική μπορεί να σε κάνει να ονειρευτείς…

Με απόηχους από κάθε LP των M83, ο δίσκος μοιάζει περισσότερο σαν μια σύνοψη ζωής και όχι σαν ένα νέο ξεκίνημα (αν θεωρείτε ότι επαρκεί για κάτι τέτοιο η διάσπαρτη ένταξη ενός σαξόφωνου ή μιας ακουστικής κιθάρας, θα σας παραπέμψω σε ένα καλό λεξικό στο λήμμα «επιτήδευση»). Είναι σαφές πάντως ότι ο Gonzalez το παιδεύει το πράγμα, περνάει άλλωστε και τον οριακό (μέχρι τον επόμενο!) κάβο των 30, αλλά προς το παρόν μοιάζει μάλλον μπερδεμένος (σε μεταβατικό στάδιο θα έλεγε ένας πολιτικός). Επιστρατεύει και την Zola Jesus για να κομίσει μερικές ψιθυριστές οιμωγές στο άγευστα τιτλοδοτημένο «Intro», μπας και ποτιστεί λιγάκι σαν γλάστρα δίπλα στο …βασιλικό hype, αλλά έχει περάσει ο καιρός όπου τέτοια «featuring» εντυπωσίαζαν τον ακροατή. Η οποία Zola, ειρήσθω εν παρόδω προσπαθεί φιλότιμα (και με τον φετινό τραγικά αστείο της δίσκο) να εξαντλήσει το όποιο καλλιτεχνικό κεφάλαιο έχει μαζέψει (την ανοχή του Καραμπεάζη πάντως την έχει ακόμη).

Το «Hurry up, we’re dreaming» ασφαλώς και δεν είναι ένας κακός δίσκος, έχει τις στιγμές του, αλλά το μέτρο του κάθε δίσκου είναι η προσέγγιση του στόχου τον οποίο θέτει. Και κατά βάση ο δίσκος αυτός αποτυγχάνει να εκτελέσει το διαλεκτικό άλμα από την ποσότητα προς την ποιότητα, πολλά κομμάτια μοιάζουν σαν δίδυμα αδελφάκια (όπως ομολογεί και ο ίδιος!), η φλυαρία και η πληθωρικότητα του κουράζει, όπως και η φωνή του ίδιου του Gonzalez, η οποία όταν βρίσκεται κάτω από στρώματα στουντιακής επεξεργασίας συμβάλει θετικά στη δημιουργία ατμόσφαιρας, όταν όμως αναλαμβάνει να κουβαλήσει ένα τραγούδι συνήθως το αδικεί (για παράδειγμα το πολύ όμορφα κλιμακούμενο «Wait»). Άλλωστε ας σημειώσουμε ότι ο Gonzalez υπήρξε πάντοτε καλύτερος ηχοτοπιο-ποιός παρά τραγουδο-ποιός. Και είναι κάτι παραπάνω από εμφανές ότι οι συνθετικές του ικανότητες δεν φτάνουν για να υποστηρίξουν το όλο τούτο εγχείρημα.

H εξέλιξη στη μουσική είναι έτσι κι αλλιώς μια έννοια νεφελώδης και δυνητικά ύποπτη. Προσωπικά δεν πιστεύω ότι η μουσική (με το μ κεφαλαίο) πηγαίνει προς κάποιο ασαφές «μπροστά», προς κάποιον ιδανικό ιδεατό στόχο. Τούτο είναι ριψοκίνδυνο να το ισχυριστείς για ολόκληρες κοινωνίες, πόσο μάλλον για την τέχνη, το χαοτικό αυτό όχημα προσωπικής έκφρασης. Προτιμώ λοιπόν την αντίληψη της εξέλιξης ως μια διάθεση για αλλαγή και αναζήτηση, ως τον φόβο της πέτρας μπροστά στο …χορτάριασμα, του νερού μπροστά στη στασιμότητα. Οι M83 δείχνουν να έχουν αυτή τη διάθεση, παρόλο που (ακόμη) το αποτέλεσμα δεν τους δικαιώνει…

6.5

 1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Rolling Stones – A bigger bang (Virgin)


A bigger bang
1. Rough Justice
2. Let Me Down Slow
3. It Won’t Take Long
4. Rain Fall Down
5. Streets Of Love
6. Back Of My Hand
7. She Saw Me Coming
8. Biggest Mistake
9. This Place Is Empty
10. Oh No, Not You Again
11. Dangerous Beauty
12. Laugh, I Nearly Died
13. Sweet Neo Con
14. Look What The Cat Dragged In
15. Driving Too Fast
16. Infamy

Προβληματίστηκα για το αν μπορώ ή δικαιούμαι κιόλας να κάνω αυτή την κριτική. Ίσως θα έπρεπε να απασχολήσει περισσότερο κάποιον δημοσιογράφο των …ροζ οικονομικών σελίδων. Γιατί οι Rolling Stones® έχουν προ πολλού μετεξελιχθεί σε κάτι ευρύτερο και διαφορετικό από μια κοινή μουσική μπάντα. Είναι μια πολυπλόκαμη ανθούσα βιομηχανία όπου οι κονκάρδες και τα μπλουζάκια, τα …σώβρακα και οι φανέλες, και κυρίως οι γιγαντιαίες «βαβυλωνιακές» συναυλίες έχουν μεγαλύτερη σημασία και αξία από την μουσική την ίδια. Απλώς που και που πρέπει να βγαίνει και ένα καινούργιο μουσικό προϊόν, έτσι για να κρατιέται ζεστός ο καταναλωτής, όπως κάνει άλλωστε κάθε βιομηχανία και ΑΕ που σέβεται τον εαυτό της και τα «τίμια» κέρδη της (με την ίδια ακριβώς λογική που π.χ. οι γιαουρτοβιομηχανίες λανσάρουν κάθε τόσο ένα νέο γιαούρτι).

Θα μου πείτε όλη η τέχνη, όλη η μουσική εν προκειμένω δεν είναι ένα προϊόν, από τη στιγμή που πωλείται, είτε προέρχεται από ανεξάρτητη είτε απο πολυεθνική εταιρεία; Ναι, αλλά υπάρχουν, όπως όλοι γνωρίζουμε, προϊόντα και «προϊόντα», που τα διαφοροποιεί το ταλέντο και από κάποιο σημείο και μετά αυτό που λέμε μεράκι. Γιατί αν οι Stones ήξεραν καν τι σημαίνει μεράκι (δεν υπάρχει άλλωστε η λέξη αυτή στη γλώσσα τους) θα πήγαιναν να παίζουν για την πάρτη τους σε κάποια οικογενειακή pub, σε κάποια Βρετανική …Αγράμπελη, και δεν θα ήταν αναγκασμένοι να ανέχονται ο ένας τα βρωμερά χνώτα του άλλου, ακριβώς σαν στελέχη εταιρειών που μπορεί να αλληλομισιούνται και να σκάβουν ο ένας τον τάφο του άλλου, αλλά είναι όλοι ενωμένοι σε αγαστή σύμπνοια στο ζυγό του κοινού συμφέροντος! Είπαμε όμως, οι Stones είναι τέλειοι επιχειρηματίες, πρότυπα για το κάθε Forbes και τον κάθε Economist…

Έτσι λοιπόν μας προέκυψε εν έτει 2005 το νέο τους LP. Νέο, κατ’ ευφημισμό τώρα, μην τα παίρνετε και όλα τοις μετρητοίς! Γιατί από μουσικής απόψεως είναι ένα τυπικό, τυπικότατο προϊόν, τέλειο από τεχνικής άποψης, με λίγο ροκ, λίγο «παλιό καλό» blues, κανά δυο τυπικές μπαλάντες, σαν αυτά δηλαδή που παίζουν οι Stones την τελευταία εικοσαετία. Με δυσκολία το άκουσα, με ευκολία όμως μου γεννήθηκαν κάποιες απορίες…

Αλήθεια λοιπόν, δεν έχετε βαρεθεί τις ποδοσφαιρικού τύπου μεγαλοστομίες του τύπου «η μεγαλύτερη rock ‘n roll μπάντα του κόσμου»; Μήπως τελικά εννοούν αυτή με το μεγαλύτερο τζίρο και κύκλο εργασιών και αυτή με το μεγαλύτερο άθροισμα ηλικιών των μελών της; Πάω πάσο τότε…

Αλήθεια, ως πότε θα υπομένουμε την αισθητική δικτατορία της περίφημης γενιάς του ’60 και τη μυθοποίηση του κάθε απομειναριού της; Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, είχα μπουχτίσει με τα παχιά λόγια περί της αγνής και αθώας εποχής, «τότε που έβγαινε πραγματικά καλή μουσική, ενώ σήμερα βγαίνουν ή σκουπίδια ή αντιγραφές» (το «σήμερα» είναι κυλιόμενο!) μπλα μπλα μπλα. Ακόμη και οι δήθεν πιο «μοδέρνοι» δημοσιογράφοι αντιμετώπιζαν και αντιμετωπίζουν τα νέα πράγματα με μια αφ’ υψηλού συγκατάβαση του τύπου «καλά είναι και τα καινούργια, αλλά… αυτά που ζήσαμε κι ακούσαμε εμείς…» (γιατί όλα τελικά καταλήγουν στην αυτοεπιβεβαίωση!).

Καιρός λοιπόν να τελειώνει πια το παραμύθι της γενιάς που προσπάθησε λέει να αλλάξει τον κόσμο, αλλά στο τέλος ξεφτίλισε ουσιαστικά κάθε ιδεολογία και το όποιο επαναστατικό της πνεύμα εξαντλήθηκε στο sex, τη μαριχουάνα και στο πόσο όμορφα (και …επαναστατικά) κούναγε τα μπούτια του ο Elvis! Άλλωστε δείτε τι έκανε εκείνη η γενιά και οι «επαναστάτες» της όταν ήρθαν στα πράγματα και εδώ και έξω. Δείτε τι έκανε εδώ η περίφημη γενιά του Πολυτεχνείου (θα μου πείτε το Πολυτεχνείο έγινε στα 70s, αλλά εδώ στην Ελλάδα ακόμη και τα 60s τα βιώσαμε με μια δεκαετία διαφορά)! Και τώρα πια, οι διάφοροι Stones αποτελούν την τέλεια αποενοχοποίηση για τον πενηντάρη γιάπη που εκείνη την εποχή άκουγε Βίκυ Λέανδρος και χλεύαζε τους γιεγιέδες, και τώρα επαίρεται για τα …»επαναστατικά» του νιάτα.

Αλήθεια, πόσα χρόνια έχουν οι Stones να βγάλουν κάποιο τραγούδι το οποίο να ακουστεί πραγματικά και να αγγίξει τις νέες γενιές; Ίσως από την εποχή του …χούφτωστ’ την «Angie» και την υποταγή στην disco μόδα «Miss you» (ενδεικτικό κι αυτό της εμπορολαγνικής τους νοοτροπίας).

Αλήθεια, αν το προϊόν αυτό κυκλοφορούσε υπό διαφορετικό trademark αντί για «Rolling Stones®», θα του έδινε κανείς σημασία; Με άλλο όνομα στην ούγια ο δίσκος δεν θα είχε περάσει ούτε στις κριτικές των δύο προτάσεων με τα μικρά γράμματα. Αλλά όπως και σε κάθε τύπου κριτική, το όνομα πολλές φορές μετράει περισσότερο από την ουσία (είχε πολύ πλάκα ένα πρόσφατο γεγονός έναν διαγωνισμό γευσιγνωσίας, όπου το ίδιο κρασί πήρε δύο εντελώς διαφορετικούς βαθμούς, από τον ίδιο κριτικό, ανάλογα με την ετικέτα με την οποία παρουσιάστηκε!).

Και αλήθεια, αποτελούν πια οι Stones τίποτε άλλο παρά ένα αξιοπερίεργο, ένα περιφερόμενο τσίρκο του τύπου «κοίτα βρε τα γερόντια πως αντέχουνε», (δεν ήξερα πάντως ότι τα αθλητικά προσόντα και η φυσική κατάσταση χρειάζονται στη μουσική).

Και τέλος το αποκορύφωμα της γελοιότητας! Στον δίσκο υπάρχει λέει ένα τραγούδι που τα …χώνει στον Bush (το «Sweet Neo-Con» για όσους δεν το έχετε πληροφορηθεί παρά την επικοινωνιακή καταιγίδα). Το γελοίο δεν είναι τόσο ότι προέρχεται από μια ως επί το πλείστον απολιτίκ μπάντα. Το γελοίο είναι η εκ νέου υποταγή των Stones στο σύγχρονο trend, το οποίο επιτάσσει σε κάθε …σκεπτόμενο «καλλιτέχνη», είτε παίζει με ούτια και τουμπερλέκια είτε με κιθάρες, να δηλώνει και πολέμιος του Bush (σιγά μη σκίσετε κανένα …καλσόν). Αρχίζει και μου γίνεται ..συμπαθής τελικά αυτός ο αγράμματος από το Τέξας, ο οποίος έχει γίνει ο σάκος του box για όλους τους υπόλοιπους ανά τον κόσμο αγράμματους, που τον έχουν ταυτίσει με τον επί Γης Σατανά, λες και είναι αυτός που ευθύνεται ατομικά και όχι το σύστημα που τον εκτρέφει! Σε πιο λαγούμι ήταν χωμένοι αλήθεια όλοι αυτοί, όταν π.χ. ο …δημοκρατικός Clinton βομβάρδιζε τη Γιουγκοσλαβία και το Ιράκ; Και είναι εξίσου γελοίο να βλέπεις δημοσιογράφους να μένουν σαν χάνοι με το στόμα ανοιχτό μπροστά λέει στο …θάρρος των Stones να στραφούν εναντίον των πελατών τους, λες και οι ρεπουμπλικάνοι που θίγονται θα ασχολούνταν ποτέ με τις ροκιές… Είπαμε! Οι Stones είναι άριστοι επιχειρηματίες!

Κλείνοντας… Όσοι είναι να πάρετε το CD, θα το έχετε ήδη κάνει. Οι υπόλοιποι, θα σύστηνα να κρατηθείτε μακριά… Τα 14 Ευρώ άλλωστε είναι πολύτιμα τη σήμερον ημέρα! Μην σας πω ότι περισσότερο τόπο θα πιάσουν αν προμηθευτείτε το νέο πόνημα του Φοίβου «Teleia teleia». Τουλάχιστον αυτό θα χαρακτηρίζει την εποχή του μετά από πολλά χρόνια έστω και σαν γελοίο άκουσμα. Κάτι που οι Stones έχουν πάψει να καταφέρνουν από τότε που την Ελλάδα κυβερνούσε κάποιος Παπαδόπουλος…

(Περιμένετε και βαθμό;;)

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Of Montreal – Skeletal lamping (Polyvinyl)


Skeletal Lamping
1. Nonpareil of favor
2. Wicked wisdom
3. For our elegant caste
4. Touched something’s hollow
5. An Eluardian instance
6. Gallery piece
7. Women’s studies victims
8. St. Exquisite’s confessions
9. Triphallus, to punctuate!
10. And I’ve seen a bloody shadow
11. Plastis Wafers
12. Death is not a parallel move
13. Beware our nubile miscreants
14. Mingusings
15. Id engager

Γραφεία της δισκογραφικής Polyvinyl… Κάπου στο Illinois. Στρογγυλό τραπέζι, χαλαρές casual γραβάτες (η εταιρεία είναι …ανεξάρτητη!), και ένας δίσκος με πολύχρωμο εξώφυλλο στο κέντρο… Μυρίζεις κυριολεκτικά τον προβληματισμό μαζί με τον καπνό να πυκνώνει στον αέρα…

– Αγκγχμμμ… Λοιπόν συνάδελφοι, μαζευτήκαμε όλοι εδώ σήμερα γιατί επιτέλους αυτός ο weirdo ο Kevin Barnes μας έφερε τελειωμένο το νέο του δίσκο! Πρέπει λοιπόν να κινητοποιηθούμε ταχύτατα για το promotion… Έχουμε αργήσει κιόλας, ο δίσκος έχει ήδη διαρρεύσει στο διαδίκτυο (βλέμματα γεμάτα υποψία διασταυρώνονται)… Θέλω λοιπόν την άποψή σας, με κάθε ειλικρίνεια… Μεταξύ μας είμαστε άλλωστε!
– Μπος, θα μιλήσω έξω από τα δόντια… Ο δίσκος μου θύμισε τα πιάτα που φτιάχνω σε μπουφέδες συνεδρίων σε χλιδάτα ξενοδοχεία όπου στριμώχνω μαζί κρεατικά, θαλασσινά, σαλάτες και αλοιφές σε έναν όχι πολύ ορεκτικό αχταρμά!
– Δηλαδή; Άσε τις μεταφορές και τις παρομοιώσεις και κάντο …σέντσια!
– Ο δίσκος είναι ένα ατελείωτο κολάζ… Έχει πολλές ιδέες και εμπνεύσεις, αλλά οι περισσότερες μένουν ημιτελείς και λειψές. Το κάθε δε τραγούδι θα μπορούσε να είναι η γενεσιουργός αφορμή για άλλα τρία ακόμη!
– Ωχ, δεν μου ακούγονται και πολύ ευοίωνα αυτά που μου λες! Και έχουμε επενδύσει τόσα δολάρια στο δίσκο… Σε εφτά διαφορετικές συσκευασίες θα τον βγάλουμε! Κάτι που να ξεχωρίζει ώστε να το κυκλοφορήσουμε σε single;
– Χλωμό… «The past is a grotesque animal» δεν υπάρχει… Ξέχασέ το! Εγώ θα προτιμούσα το «Gallery piece» το οποίο ξεχωρίζει από το συνονθύλευμα, έχει μια κολλητική μελωδία, άρωμα 70s και τραγουδιέται κιόλας, αλλά ο Barnes το ξέκοψε και επιμένει στο «Id engager», που είναι μεν πιο hi-nrg, αλλά όχι κάτι το αξιομνημόνευτο…
– Α, εν τω μεταξύ έχουν ήδη εμφανιστεί και οι πρώτες κριτικές!
– Αλήθεια; Και τι γράφουν οι φαρμακομύτηδες κομπλεξικοί;
– Αμφιλεγόμενα πράγματα μέχρι τώρα. Επικρατεί μια αμηχανία, βάσει αυτών που άκουσα διόλου αδικαιολόγητη… Στο MiC μάλιστα στην Ελλάδα του έβαλαν 5!
-Το MiC έβαλε πέντε; Μα αυτό είναι συμφορά! Αυτοί δεν είχαν βάλει 9 στο «Hissing fauna, are you the destroyer?» πέρυσι; Τι συνέβη; Και τι έγραψαν ακριβώς;
– Μια στιγμή, έχω εδώ ένα μεταφρασμένο απόσπασμα… Το υπογράφει κάποιος Αντώνης Ξαγάς (μια έκφραση συγκαλυμμένης με κόπο περιφρόνησης σχηματίζεται στα χείλη)…

«Το «Skeletal lamping», ο πολυαναμενόμενος (;) διάδοχος του πολυθυμιατισμένου «Hissing fauna….», αποκαθιστά κατά κάποιο τρόπο την τάξη. Οι Of Montreal υπήρξαν μια μάλλον μέτρια μπάντα, η οποία πελαγοδρομούσε για χρόνια στον χαώδη ωκεανό που λέγεται indie pop, και χρειάστηκε 8 δίσκους για να έρθει η στιγμή να ανέβει στο κύμα του hype με έναν καλοφτιαγμένο αλλά μάλλον συμβατικό δίσκο όπου το γνωστό 11λεπτο «οι Neu! συναντούν τους Sweet» έπος ξεχώρισε …αυτεπαγγέλτως! Η συνέχεια θα ήταν ούτως ή άλλως δύσκολη, και η υπερβολική φιλοδοξία (η οποία δεν περιορίζεται στο να μας καταφέρει να …»χύσουμε 200 φορές την ημέρα» όπως «απειλεί») ένας κακός σύμβουλος (εδώ την πάτησε κοτζάμ Brian Wilson μετά το «Pet Sounds», ένας Barnes θα γλίτωνε;).

Στο «Skeletal lamping» λοιπόν βαδίζει αποπροσανατολισμένος μέσα σε ένα δάσος μουσικών ιδεών, αναποφάσιστος για το ποιο μονοπάτι θα διαλέξει… Άλλοτε θυμίζει Beatles, άλλοτε Prince (του οποίου τις τσιρίδες μιμείται με χάρη και ικανότητα …Μητσικώστα), άλλοτε το εμφανώς αγαπημένο του glam (μα τι εμμονή κι αυτή με τον Bowie!) και άλλοτε την mid-tempo disco που είναι τόσο της μόδας σήμερα. Αποτέλεσμα; Το σύνολο να μοιάζει ομοιόμορφο και επίπεδο, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται αυτό! Επιπλέον, ο Barnes λες και έφαγε …γλιστρίδα, δεν βάζει γλώσσα μέσα σε όλο τον δίσκο, ακκίζεται μπροστά στο μικρόφωνο, μην αφήνοντας τη μουσική να αναπνεύσει και να αναδειχθεί…

Το funk του πράγματος υπάρχει αλλά το …fun εξαντλείται στους ομολογουμένως ευφυείς, συχνά σουρεαλιστικούς (δεν αγνοώ την αναφορά στον Ελυάρ στο Νο. 5 κομμάτι) και προβοκατόρικους στίχους, τους οποίους η πριαπική φαντασία του Barnes διανθίζει με έναν καταιγισμό σεξουαλικών υπονοούμενων και ευθέως εννοούμενων…»

Μια σιωπή απλώθηκε στην αίθουσα…
(συνεχίζεται…)

5

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

06/10/2008