Category Archives: 5. …and also the books

Νίκος Σάρρος – Τα ελληνικά μουσικά συγκροτήματα των sixties – Ένα φωτογραφικό λεύκωμα


KB

Με θυμάμαι μικρό, εκεί κάπου στην αρχή των 80s, να ανακαλύπτω τον «παλιό καλό» ελληνικό κινηματογράφο, κάθε Σάββατο βράδυ η ΕΡΤ είχε μία τέτοια ταινία, άνοιγε έτσι ένα παράθυρο σε έναν κόσμο ο οποίος μου φαινόταν οικείος και απόμακρος ταυτόχρονα, έναν κόσμο ασπρόμαυρο, σε σημείο που πίστευα με παιδική αφέλεια ότι τα παλιά τα χρόνια η ζωή ήταν όντως ασπρόμαυρη (και λόγω φτώχειας!), ότι τα χρώματα ήταν μια …τεχνολογική εξέλιξη των κατοπινών καιρών.Μεγαλώνοντας και ξεπερνώντας αυτές (και άλλες) ευφάνταστες παιδικές θεωρίες, άρχισα να μαθαίνω και ιστορία με λεπτομέρειες ολοένα πιο ανατριχιαστικές, από αφηγήσεις για ξερονήσια, εξορίες και βασανιστήρια, για βία και νοθεία, για ξύλο στους δρόμους, για τραίνα που έφευγαν για τη Γερμανία, για χούντα και για τανκς. Και άρχισα έτσι να βλέπω τις ταινίες εκείνες με ένα κάπως διαφορετικό μάτι. Και να συνειδητοποιώ ότι όσο κι αν το επίθετο «αθώος» πάει και κολλάει στερεότυπα στα 60s (είτε αναφερόμαστε στα ξένα ή στα ελληνικά 60s), μια τέτοια αθωότητα δεν υπήρξε ποτέ, είναι περισσότερο μια εκ των υστέρων νοσταλγική κατασκευή.

Από την άλλη, όχι, δεν έφτασα και στο άλλο άκρο της απαξίωσης, τις απολαμβάνω τις ταινίες ακόμη και στη νιοστή τους προβολή (όχι μόνο επειδή μου αρέσει να προσέχω τις τοπογραφικές λεπτομέρειες πίσω από την κύρια σκηνή), έχω όμως πάντοτε στο πίσω μέρος του νου ότι η ειδυλλιακή αυτή εικόνα της αθωότητας, της αγνότητας και της αφέλειας είναι μια απατηλή εικόνα. Ή μάλλον καλύτερα, η εικόνα ενός μικρόκοσμου ο οποίος ζούσε ερήμην της πραγματικότητας άλλων μικρόκοσμων. Ένας μικρόκοσμος που χόρευε ανέμελος τουίστ, σέικ ή γιάνκα στο χορτάρι δίπλα στην πισίνα, φλέρταρε με το βερμούτ στο χέρι και υπό τους ήχους του σικ ντυμένου μοντέρνου συγκροτήματος στη γωνία. Ήταν αυτή η γενιά των 60s; Και ναι και όχι. Ήταν μία από τις γενιές των 60s. Ήταν η γενιά η οποία κατάφερε να εκφραστεί μουσικά και μάλιστα μέσα από έναν συγκεκριμένο …τρόπο.


GBof60sΧρώματα πολλά δεν υπάρχουν και στο βιβλίο του Νίκου Σάρρου, το περιεχόμενο του οποίου αποκαλύπτει εύγλωττα ο ίδιος του ο τίτλος. Λεύκωμα λοιπόν, από τότε «που πηγαίναμε μαζί σχολείο», ένα ογκώδες έργο το οποίο αφηγείται με εικόνες την ιστορία της ελληνικής ποπ της δεκαετίας του ’60. Παντού φωτογραφίες ασπρόμαυρες, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο είναι αδύνατον να μη σε πιάσει ένα συναίσθημα νοσταλγικό και κάπως μελαγχολικό (photographs as memories που έλεγαν και οι Eyeless in Gaza), έτσι που κοιτάς πρόσωπα γελαστά που κι αυτά με τη σειρά τους σε κοιτούν πίσω από το χρονικό χάσμα που σαν χωρίζει. Όσο κι αν η λογική σου υπενθυμίζει τις άλλες διαστάσεις που ήδη αναφέραμε, όσο κι αν η νοσταλγία για κάτι που δεν έζησες είναι όσο να ‘ναι ένα κάπως οξύμωρο συναίσθημα. Ένας φίλος μου φωτογράφος λέει ότι η ασπρόμαυρη φωτογραφία, πέρα από τη δυνατότητα να υποβάλλει τέτοια ρομαντικά συναισθήματα, κρύβει και ατέλειες, εξωραΐζει. Και νομίζω έχει ένα δίκιο…

Γυρίζοντας και την τελευταία σελίδα του λευκώματος (το οποίο και διάβασα γραμμικά αν και δεν είναι φτιαγμένο αποκλειστικά για τέτοια μορφή ανάγνωσης), ομολογώ ότι κατ’ αρχάς έμεινα εντυπωσιασμένος από τον επιβλητικό όγκο της δουλειάς και της πρωτογενούς έρευνας που κρύβεται πίσω από το έργο. Ο Νίκος Σάρρος αναζήτησε και βρήκε ανθρώπους, που υποθέτω μερικοί ίσως είχαν …ξεχάσει κιόλας ότι κάποτε υπήρξαν μουσικοί, περισυνέλεξε με μεθοδική σπουδή πληροφορίες και ντοκουμέντα, οκτώ χρόνια λέει ότι το κυνήγαγε και το αποτέλεσμα τον δικαιώνει καθώς έχει συγκεντρώσει σπάνιο φωτογραφικό υλικό από δεκάδες συγκροτήματα τα οποία έδρασαν «τω καιρώ εκείνω».

Και κατάφερε κάτι ακόμη σημαντικότερο… Έψαξε, ασχολήθηκε και βρήκε και συγκροτήματα τα οποία για τους χι-ψι λόγους δεν κατάφεραν ποτέ να αφήσουν ένα ηχογραφημένο ίχνος, ονόματα τα οποία «θα μπορούσαν αλλά ποτέ δεν…», ονόματα όπως οι Σολίστες, οι Fratelli, οι Blow Up, οι Κομήτες που έπαιξαν πολλές φορές και βασικό ρόλο στην εξέλιξη των πραγμάτων. Και πολλά άλλα ακόμη. Ακόμη και τα ελάσσονα και τα μέτρια έχουν την αξία τους. Πέρα από την ιστορική αξία, γενικά έχω την άποψη ότι το άρωμα, το πνεύμα μιας εποχής το εκφράζουν καλύτερα όχι τόσο τα σχήματα τα οποία έγιναν διάσημα, αυτά που βγήκαν στον αφρό, αλλά περισσότερο ο όγκος εκείνων που έμειναν στην αφάνεια, που προσπάθησαν αλλά δεν τα κατάφεραν. Η μεγάλη Ιστορία άλλωστε, και όχι μόνο σε αυτό το πεδίο, έτσι συντίθεται, από πολλές τέτοιες ψηφίδες μικροϊστορίας.


RadishesΑπό τέτοιες ακριβώς ψηφίδες συνοδεύεται και το εντυπωσιακό φωτογραφικό υλικό του λευκώματος, επεξηγηματικά κείμενα τα οποία περιγράφουν ενδελεχώς την ιστορία του κάθε σχήματος, τα μέλη του, το πολλές φορές ατελείωτο «φύγε συ-έλα συ» (που έλεγε και ο μακαρίτης ο Μπονάτσος) των μουσικών, τα μέρη όπου έπαιξε, και το ένδοξο ή άδοξο τέλος του. Στις δε φωτογραφίες αναγνωρίζεις (άλλοτε με ευκολία και άλλοτε με περισσή φαντασία) πρόσωπα τα οποία αργότερα έγιναν γνωστά σε παρεμφερή ή και εντελώς άσχετα μετερίζια. Από ονόματα αναμενόμενα και γνωστά (Ντέμης Ρούσσος, Λουκάς Σιδεράς, Βαγγέλης Παπαθανασίου, Λάκης Παπαδόπουλος, Αντώνης Βαρδής, Βλάσης Μπονάτσος) έως και μερικά πιο …υπεράνω υποψίας όπως ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου (Crosswords), ο Δημήτρης Κωνσταντάρας (Radishes) ή ο Γιώργος Γερολυμάτος (Foremost). Έχει ένα ενδιαφέρον η παρατήρηση ότι ένα σημαντικό μέρος των καλλιτεχνών αυτών αργότερα πέρασε και στο λαϊκό, ακόμη και στο σκυλάδικο, τι να κάνεις, εκείνο το «μα έτσι και δεν δούλευα θα τρώγαμε παπάδες» που τραγούδησε ο Γιοκαρίνης χρόνια αργότερα, είναι ένα προαιώνιο πρόβλημα της εν Ελλάδι μουσικής η οποία θέλει να διαχωρίζεται από το κύριο ρεύμα (γενικά διαβάζοντας τις ιστορίες έχεις την αίσθηση ότι στο χώρο που αποκαλούμε «ελληνικό ροκ» -με την διασταλμένη έννοια- τα ζητήματα υπήρξαν διαχρονικά, από το στρατό και τις έριδες έως τα μέτρια ή και κακά αγγλικά και τις σχέσεις με τις δισκογραφικές).

Το έργο σε βάζει πάντως στο κλίμα της εποχής, αντικατοπτρίζοντας και έναν οργασμό δημιουργίας ο οποίος αποδείκνυε στην πράξη ότι «Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα», «κάθε κορφή και φλάμπουρο, κάθε κλαδί και κλέφτης», κι έτσι μνημονεύονται συγκροτήματα από Πάτρα, Σέρρες, Αλεξανδρούπολη, Ρόδο, Ξάνθη, Δράμα, Βέροια, Κοζάνη, Καβάλα, Λάρισα, σχεδόν κάθε πόλη είχε τους δικούς της «The …Κάτι». Παιδιά της αστικής και μεσοαστικής κυρίως τάξης, η «χρυσή νεολαία» που την είχε βαφτίσει και ο Μαστοράκης, με clean cut εμφανίσεις, κοντά κουρέματα, κουστουμάκια, γραβατίτσες, αγόρια ως επί το πλείστον, τα κορίτσια και ειδικά ως μουσικοί σπάνιζαν. Παιδιά που κυνηγούσαν το όνειρο τους, έγραφαν τραγούδια (ή ακόμη συχνότερα διασκεύαζαν ξένα) κι έπαιζαν όπου υπήρχε ευκαιρία, σε ταβέρνες, σε αναψυκτήρια, σε σινεμάδες (τα περίφημα Κυριακάτικα πρωινά), σε σχολικούς χορούς, σε πάρτυ, σε κρουαζιερόπλοια, σε κοσμικά κέντρα, ακόμη και στην κακόφημη Τρούμπα, μερικά έφτασαν και στο εξωτερικό μέχρι και στο ακόμη αποικιοκρατούμενο Σουδάν (σημειωτέον αρκετά προέρχονταν από την εξ Αιγύπτου ομογένεια την οποία είχε εκδιώξει τότε ο Νάσερ).


ΑρίονεςΠαιδιά τα οποία τραγουδούσαν στους στίχους τους για αγάπη, για έρωτα, είτε ανθισμένο είτε μαραμένο, με ανώδυνους στίχους κατά βάση, τίποτε το σκοτεινό (πέρα από κάποια τραγούδια νεανικού θανάτου που ήταν της μόδας και στα εξωτερικά), τίποτε το δυνητικά παράνομο ή αντιδραστικό απέναντι στην εξουσία. Εντάξει, από το ’67 και μετά υπήρχε και η πιο έντονη λογοκρισία των καραβανάδων, αλλά όπως είπαμε, το είδος ήταν σαρξ εκ της σαρκός του ελληνικού συντηρητισμού, πόσο μάλλον αν αναλογιστούμε και ποιοι ήταν οι μάνατζερ (αλλά και στιχουργοί ενίοτε) οι οποίοι καθοδηγούσαν τα περισσότερα σχήματα, ονόματα όπως ο Θανάσης Τσόγκας, ο Νίκος Μαστοράκης, ο Γιώργος Καρατζαφέρης, πρόσωπα τα οποία διατηρούσαν αγαστές σχέσεις με το ακροδεξιό κατεστημένο και σταδιοδρόμησαν σε αυτό ακόμη και μεταδικτατορικά (έως και τις πιο trash εκδοχές του).

Και για να ακουστεί και ο …δικηγόρος του διαβόλου τώρα: πόσο αλήθεια μπορεί να είναι μία μουσική αποκομμένη από τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο; Πόσο αλήθεια αντιστάθηκε η ελληνική κοινωνία στη χούντα ώστε να έχει ανάλογες εκ των υστέρων αυστηρές απαιτήσεις από τους βλαστούς της; Κι αν η νεολαία μπορεί να κατηγορηθεί για «πιθηκισμό» ξένων προτύπων και ξενομανία, ας μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για μια εποχή όπου η ελληνική πολιτική καθοριζόταν στην πρεσβεία των ΗΠΑ (τι διαφορά από σήμερα ε;). Και εν τέλει, όσος μιμητισμός κι αν πράγματι υπήρχε, κομμάτια σαν τον «Τρόπο» ή σαν το «Love without love» στέκουν ακόμη και στην παγκόσμια κατηγορία πανάξια (και αμίμητα!)


The MGCΑν και μόνο το μέγεθος της εργασίας στομώνει κάθε κριτική διάθεση, έχει κάμποσα μειονεκτήματα το βιβλίο του Νίκου Σάρρου, του έλειψε π.χ. σίγουρα μια φιλολογική επιμέλεια καθώς έχουν ξεφύγει κάμποσα λάθη γραμματικής και συντακτικής φύσης. Επίσης η κάπως άτακτη παρουσίαση των ονομάτων στερεί από τον αναγνώστη τη χρονική εποπτεία της εξέλιξης την οποία θα έδινε για παράδειγμα μια χρονολογική παράθεση. Ο συγγραφέας πάντως εκφράζει ευχή και επιθυμία για μια νέα και εμπλουτισμένη μορφή, με ακόμη περισσότερα μουσικά σχήματα τα οποία δεν βρήκαν θέση στην πρώτη αυτή έκδοση, οπότε αυτό θα είναι και ευκαιρία για διόρθωση κάποιων τέτοιων αστοχιών.

Όπως και να ‘χει πάντως έχουμε να κάνουμε με ένα σπουδαίο έργο τεκμηρίωσης, πολύτιμο και για τον περίφημο ιστορικό του μέλλοντος ο οποίος θα θελήσει να πλησιάσει αυτά τα χρόνια χωρίς διάθεση εκ των υστέρων εξιδανίκευσης και αποθέωσης. Την οποία ας σημειωθεί, δεν έχει ούτε ο συγγραφέας, ο οποίος παρόλο που είναι εμφανώς φαν της εποχής, αποφεύγει τις υπερβολές και τις αγιογραφίες (φαινόμενο διόλου ασύνηθες γενικότερα).

Με αφορμή το βιβλίο τώρα, ξανάπιασα και άκουσα πολλά κομμάτια της εποχής εκείνης, κυρίως από ένα σωρό συλλογές τις οποίες κάποτε μάζευα μετά μανίας. Κάποια από τα πιο όμορφα και αγαπημένα μου θα τα βρείτε στο συνοδευτικό mixtape στις σελίδες αυτές. Και προσοχή: ξεχάστε τα ψαγμένα, τα χαμένα αδικημένα διαμάντια και όλα αυτά τα ωραία και ηρωικά που σας έχουμε συνηθίσει. Εδώ τα πιο γνωστά είναι κατά κανόνα και τα καλύτερα, από εκεί και πέρα έχουμε να κάνουμε βασικά με συμπαθείς …άνθρακες και καλοσχηματισμένα «κάρβουνα». Αλλά όπως είπαμε και παραπάνω. Κι αυτά έχουν την αξία τους, κι αυτά αναδίδουν το άρωμα μιας εποχής τόσο κοντινής και τόσο μακρινής, μιας μουσικής η οποία χάθηκε χωρίς να αφήσει πολλούς διαδόχους, μετά ήρθε η μεταπολίτευση, το πολιτικό τραγούδι και το ελαφρύ τραγούδι σαν να απαξιώθηκε. Και όταν αργότερα επανήλθε είχε πάρει άλλους δρόμους. Αυτό είναι όμως μια εντελώς άλλη ιστορία πλέον…

(Εκδόσεις Μισκής)

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Alexander Reed – Assimilate (H ιστορία του industrial)

(Oxford University Press)


Assimilate«Hot to assimilate/we ‘ll rot or annihilate», αγκρρρ, υποθέτω οι γνώστες (και δεν απαιτείται και τόσο βάθος) του χώρου θα αναγνωρίσουν αμέσως την προφανή παραπομπή του βιβλίου στην πιο ποπ και εμβληματική (ως είθισται πλέον να λέγεται) στιγμή των Skinny Puppy. Ποπ είπες; Ποπ;; Ναι, ποπ, και το industrial μια εκδήλωση της δυτικής ποπ κουλτούρας είναι και δεν νοείται εκτός των πλαισίων αυτής. Υπάρχει όμως και ένα κρυμμένο και πολύ πιο ουσιαστικό εννοιολογικό υποδηλούμενο στον τίτλο, assimilate σημαίνει αφομοιώνω, η «αφομοίωση» είναι ένας όρος κομβικός για το βιβλίο και τη γενικότερη οπτική του. Σημειώστε κάπου το κρατούμενο, τη σημασία θα την αποκαλύψουμε παρακάτω (υπομονή).

Ο υπότιτλος επίσης λέει πολλά: «a critical history of industrial music», και αυτό ακριβώς είναι. Όπως λέει δε το κλισέ στα λογοτεχνικά, το βιβλίο «έρχεται να καλύψει ένα κενό», υπάρχουν γαρ άλλα βιβλία τα οποία είναι κατά βάση γραμμένα από τη σκοπιά του φαν με επικέντρωση σε ένα συγκρότημα, σε παραλειπόμενα, …παραμουσικά και βιογραφίες. Ο Alexander Reed από την άλλη είναι πανεπιστημιακός καθηγητής, η δε ετικέτα Oxford Music Press προσδίδει ένα ακαδημαϊκό βάρος στην έκδοση (αμάν είπα ακαδημαϊκό, σαν να τους ακούω τους τύπους «ρε φίλε, το ρρροακ και η μουσική είναι στους δρόμους και στις καρδιές, τι να μας πουν οι πανεπιστημιακοί και οι γραμματιζούμενοι γι’ αυτό»). Παρολ’ αυτά όμως ο Reed δεν είναι αποκλειστικά ο αποστασιοποιημένος εντομολόγος μελετητής αλλά είχε και βιωματική σχέση με το αντικείμενο, όντας μέλος της (μεταξύ μας, όχι και πολύ σπουδαίας μπάντας) ThouShaltNot.

Στο «Assimilate» o Reed παρακολουθεί την πορεία του είδους από τη γέννησή του, και ακόμη πιο πίσω, από τα σπερματοζωάρια και τα ωάρια του, και …ακόμη πιο πίσω. Μέχρι το σήμερα. Σε 331 πυκνές σελίδες (σαφώς πιο φλύαρος πάντως από τα 44 δευτερόλεπτα του «A precise history of industrial music» των Nurse with Wound, με τους ήχους ενός παλιού dot matrix εκτυπωτή να τυπώνει την αντίστοιχη ιστορία). Διόλου εύκολο το έργο να βάλεις ένα τόσο πολυπλόκαμο είδος σε μια εναργή διήγηση ιστορικού συνεχούς. Και με κάμποσες παγίδες-ενέδρες να παραμονεύουν, τις οποίες, να σημειώσω προκαταβολικά, ο Reed τις αποφεύγει (τις περισσότερες).

Ποιες είναι αυτές; Υπάρχει για παράδειγμα ο πειρασμός της επιφανειακής δημοσιογραφικής γραφής, μιας γραφής εφήμερης εκ φύσεως και προορισμένης να καταναλωθεί επιτόπου και εφ άπαξ, η οποία έχει την τάση να εντυπωσιάζει πολλές φορές με απροσδόκητους συνειρμούς και αναλογίες, παραπομπές και φαινομενικά άσχετους συνδυασμούς, σε ένα διανοητικό παιχνίδι γοητευτικό εκ πρώτης όψεως το οποίο όμως εάν δεν συνοδεύεται από βαθύτερη θεμελίωση παραμένει σε επίπεδο εξυπνάδας (κάπου εδώ την πατάει κάποιες φορές ακόμη και ο καλύτερος του είδους Simon Reynolds).

Και η πιο επικίνδυνη παγίδα. Η οποία ελλοχεύει σε όλους τους ερευνητές οι οποίοι αναζητούν τις απαρχές ενός είδους, ενός φαινομένου ή ακόμη και ενός …ποταμού, οι οποίοι επιδιώκουν να φτάσουν όσο το δυνατό πιο πίσω στον χρόνο ή τον χώρο και να εντοπίσουν (πρώτοι αυτοί) τις απαρχές των απαρχών, εκείνο το ταπεινό ρυάκι από το οποίο ξεπηδάει υποτίθεται το industrial, o Δούναβης ή ο Νείλος. Φτάνοντας έτσι πολλές φορές σε γραφικότητες ή ακόμη και λογικές υπερβάσεις (π.χ. το rap το οποίο παραπέμπεται στον …Όμηρο). Θα μου πείτε, μες στο παιχνίδι είναι και αυτά, άλλωστε η Ιστορία η ίδια σαν επιστήμη (ή «επιστήμη») εμπεριέχει σε μεγάλο βαθμό τέτοιες μυθοπλαστικές αυθαιρεσίες και ερμηνείες.

Ο Reed πάντως γνωρίζει καλά ότι τα μουσικά είδη δεν ακολουθούν γραμμική και μονοδιάστατη πορεία, ότι συντίθενται από πολλούς παραπόταμους οι οποίοι πηγάζουν από ίσως και άσχετες οροσειρές για να καταλήξουν τελικά σε ένα κύριο ρεύμα (το οποίο στη συνέχεια θα διακλαδιστεί και αυτό με τη σειρά πάλι σε νέα -σχεδόν fractal- δίκτυα). Έτσι ξεκινά την αναζήτηση για τις ρίζες του industrial στους κύκλους και τα μανιφέστα των ιταλών φουτουριστών (1909!), σε αυτό δεν κουβαλάει …κουκουβάγια στην Αθήνα, αλλά δεν μένει εκεί, ξεψαχνίζει τις θεωρίες του Ντεμπόρ και του Αντόρνο, ακόμη και του Ντελέζ (χαρά στο κουράγιο του), εξετάζει την συνωμοσιολογική τεχνο-παράνοια του μπάρμπα-Burroughs, το ακραίο θέατρο του Αρτό, τη σύγχρονη …κλασική μουσική (ή μη-μουσική), όλα αυτά τέλος πάντων τα οποία καθόρισαν θεωρητικά τη γέννηση του industrial τη δεκαετία του ’70, με ληξιαρχική πράξη την ίδρυση της εταιρείας Industrial Music for Industrial People από τους Throbbing Gristle (η πλάκα είναι ότι η πρώτη χρήση του όρου industrial πίσω στη δεκαετία του ’30 αφορούσε τη μουσική η οποία παιζόταν στα εργοστάσια με σκοπό την αύξηση της απόδοσης των εργατών στην αλυσίδα παραγωγής, ήτοι κυρίως …σουινγκάκια, φόξτροτ και βαλσάκια της εποχής).


ReedΑναφέρθηκα παραπάνω στον (φτου κακά) ακαδημαϊσμό. Δεν θα περιοριστώ να πω ότι μια «ακαδημαϊκή» ανάλυση είναι απαραίτητη εάν θέλεις να αποκτήσεις μια ευρύτερη και βαθύτερη αντίληψη για τη μουσική πέρα από τις νότες και τους ήχους. Γιατί εν προκειμένω αυτός ο ακαδημαϊσμός (ναι, πέστε τον και ελιτισμό!) ήταν ένα εγγενές χαρακτηριστικό του industrial, ιδιαίτερα των προπατόρων του, οι οποίοι όχι μόνο είχαν μια γερή θεωρητική κατάρτιση η οποία και έβγαινε στη μουσική τους, αλλά είχαν και πολλές φορές και άμεση συνεργασία με την διανοούμενη όχθη. Να θυμηθούμε λοιπόν ενδεικτικά τις αναφορές των Neubauten στο dada, την οργανική σχέση των Laibach με τον (προ-ΣΥΡΙΖΑ) Zizek, των SPK με τον Deleuze, των Throbbing Gristle με τον Burroughs, των Ministry με τον Timothy Leary.

Ο Reed ανοίγει εντυπωσιακά την βεντάλια της θεματολογίας του στην προσπάθεια μιας όσο το δυνατόν πληρέστερης κάλυψης κάθε πτυχής ενός τόσο πολυποικίλου είδους, τα όρια του οποίου μάλιστα είναι νεφελώδη και υπό διαρκή αίρεση. Ασχολείται για παράδειγμα με την γεωγραφία και την τοπογραφία του είδους, από το Σέφιλντ και Βερολίνο ως πέρα το Σαν Φρανσίσκο και αποκαλύπτει τις επιδράσεις της στη μουσική. Εξετάζει το ρόλο του παγκόσμιου δικτύου ανταλλαγής κασετών, της mail-art και όλων των υπόγειων (προ-Internet ε;!) δικτύων στην υπέρβαση της γεωγραφίας αυτής. Προσεγγίζει τολμηρά θέματα-ταμπού, τον φυλετισμό και τον σεξισμό του είδους, η ανάλυση του για τον ασφυκτικό εναγκαλισμό με τον φασισμό και τον ναζισμό είναι υποδειγματική. Δεν διστάζει δε να σημειώσει και να εξηγήσει αντιφάσεις, όπως π.χ. την λατρεία για την τεχνολογία αλλά και την ταυτόχρονη τεχνοφοβία, με γενικότερες παρατηρήσεις οι οποίες ισχύουν και πέρα από τα στενά όρια της βιομηχανικής μουσικής. Όταν στέκεται σε συγκεκριμένα σχήματα, το κάνει με ευρηματικό τρόπο, όπως π.χ. στην ερμηνεία της επιτυχίας των Nine Inch Nails μέσω της στιχουργικής μετάβασης από το απρόσωπο στο προσωπικό (με μια πολύ πρωτότυπη στατιστική μάλιστα).

Όσο πλησιάζουμε στους σύγχρονους καιρούς, ο συγγραφέας μοιάζει να κρατάει μια απόσταση, πιθανότατα θέλει να αποφύγει την υπερβολική υποκειμενικότητα (μολοταύτα εστιάζει π.χ. υπερβολικά στην future-pop τύπου Covenant και VNV Nation). Σημαντική όμως είναι η διαπίστωση ενός σχίσματος στην ιστορική συνέχεια του είδους, ενός χάσματος μεταξύ των γενεών συνακόλουθου μιας αποκοπής από τις πνευματικές του ρίζες. Το οποίο σχίσμα οριοθετεί κάπου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν το industrial ξέφυγε από το underground και πέρασε στα μαζικά ακροατήρια, την εμπορική επιτυχία και την τυποποίηση την οποία αυτή συνεπάγεται, σε εύκολα προκάτ beat για παράδειγμα, με ένα μεγάλο μέρος των σχημάτων του χώρου τα οποία γεμίζουν τις πίστες των σύγχρονων γκοθάδικων να μοιάζουν περισσότερο με «τσαντισμένους -pissed off- Pet Shop Boys» παρά με dada του 21ου αιώνα (αυτό το λέει ο συγγραφέας!). Θα προσέθετα ότι αυτό ισχύει στην καλή των περιπτώσεων, γιατί συνήθως θυμίζουν τσαντισμένους …2 Unlimited (αυτό το λέω εγώ).

Κάπως έτσι λοιπόν καταλήγει (και συμφωνώ) στο συμπέρασμα ότι το είδος όχι μόνο έφτασε στην τυποποίηση αλλά και στην αφομοίωσή του (να πως επιστρέφουμε στο «Assimilate» του τίτλου). Μοιραία αναπότρεπτη κατάληξη; Ειδικά από τη στιγμή που γνωρίζουμε ότι το περιβόητο και τόσο ακαθόριστα ασαφές «κατεστημένο» είναι ένα μεγάλο στομάχι το οποίο όλα τα αλέθει και όλα τα χωνεύει; Σε μια εποχή όπου όταν η εξουσία νιώθει να απειλείται, δεν κυνηγάει και δεν φυλακίζει πλέον (ή μόνο), αυτά είναι ξεπερασμένες μέθοδοι, αλλά αφομοιώνει, ενσωματώνει. Μήπως δεν είναι το ίδιο το σύστημα το οποίο καθορίζει και τις εναλλακτικές του; Ή καλύτερα, «τις εγκιβωτίζει σε έναν νέο, ελεγχόμενο πολιτιστικό χώρο όπου μπορούν να κάνουν τα δικά τους, να λειτουργούν με μια ψευδαίσθηση ριζοσπαστικότητας»; (αξίζει να θυμηθούμε ότι ακόμη και η COUM Transmissions κολεκτίβα, η πρόδρομος ουσιαστικά των TG, με τα έργα με τα χρησιμοποιημένα …ταμπόν και τις ένα σωρό άλλες ακρότητες, δεν έμεινε αλώβητη από την …κρατική επιχορήγηση).

Οπότε ποια είναι η θέση του industrial στον σημερινό μετα-βιομηχανικό κόσμο, ειδικότερα στην διαρκώς απο-βιομηχανοποιούμενη Δύση η οποία, ω τι ειρωνεία, ολοένα και μοιάζει περισσότερο με την cyberpunk δυστοπία που προέβλεπαν οι προπάτορες; Κάποτε η ριζοσπαστική τέχνη κατέφυγε στο άλογο, στο παράλογο και στον θόρυβο για να σαμποτάρει και να ξεμπροστιάσει τα όπλα του συστήματος. Σήμερα τι άλλο να κάνει, πόσο πλέον να προκαλέσει και να σοκάρει; Με τέρατα, με βυζιά και μπούτια, με δερμάτινα και πλαστικά και hardcore πορνό; Όλα αυτά είναι πλέον μέρος μιας ποπ κουλτούρας κτήμα και του τελευταίου έφηβου. Με σβάστικες και piercing και τατουάζ; Με παιδικά τραγουδάκια τα οποία μετασχηματίζονται σε ολοκληρωτικά διεστραμμένα εμβατήρια, με sample από ομιλίες του Αδόλφου; Όπως λέει μια ατάκα του Raymond Watts των Pig την οποία και αφήνω απολαυστικά αμετάφραστη: «Ι haven’t been shocked by a pop band or any kind of whatever the fuck you wanna call it industrial-noise terrorist nah-nah-nah-nah vomit-inducing bile-fucking shit-fucking fist-fucking super evil scary Satanist fucking fuck band».

Μετά λοιπόν το θόρυβο (και δη τον λευκό) τι; Σαν να φαίνεται ότι η μουσική έχει φτάσει στα άκρα της; Ή μήπως τελικά η αφομοίωση αυτή, η ένταξη, να είναι ο τελικός απαραίτητος στόχος και το νόημα, όπως έλεγαν οι γάλλοι ιμπρεσιονιστές του προ-προηγούμενου αιώνα; Όλα τούτα τα εξετάζει, τα αναλύει, τα θέτει, τα διερευνά και προσπαθεί να απαντήσει (που δεν γίνεται) ο Reed σε μερικές πολύ ωραίες σελίδες του βιβλίου αυτού. Εν τέλει, ως γνωστόν, τα ερωτήματα είναι πολλές φορές σημαντικότερα από τις όποιες απαντήσεις…

Το «Assimilate» μπορεί να διαβαστεί ως μια ιστορία του 20ου αιώνα, μια μυστική ιστορία του 20ου αιώνα για να παραπέμψουμε στον Greil Marcus. Είναι από τα βιβλία εκείνα που όταν τα κλείνεις νιώθεις ότι έχεις αποκτήσει μια καινούργια διαφορετική άποψη για τα πράγματα και ένα κίνητρο για περαιτέρω αναζήτηση αλλά και αναθεώρηση. Κατά συνέπεια στο άνοιγμα θέλει μια κάποια προσοχή. Αφήστε ανοιχτά τα αυτιά σας, it’s about to get noisy, όπως λέει στην εισαγωγή και ο ίδιος ο συγγραφέας…

06/12/2014

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Verschwende deine Jugend – Juergen Teipel


JugendVerschwende deine Jugend
Juergen Teipel (Suhrkamp)

Verschwende deine Jugend. Ξόδεψε τα νιάτα σου δηλαδή. Και υπάρχουν, αλίμονο, αναρίθμητοι τρόποι να το κάνεις, είτε ξοδεύεις με σύνεση είτε αλόγιστα, το τελικό αποτέλεσμα είναι το ίδιο και το αυτό. Το θέμα είναι η ουσία που απομένει…

Το βιβλίο του Juergen Teipel είναι ένα ιστορικό του γερμανικού πανκ. Πρωτοεμφανίστηκε το 2001, η έκδοση την οποία παρουσιάζουμε εδώ είναι η αναθεωρημένη και επαυξημένη του 2012. Το βιβλίο κυκλοφορεί μέσα από μεγάλο και παραδοσιακό γερμανικό οίκο, ο δε συγγραφέας είναι δημοσιογράφος με περγαμηνές σε πολλά mainstream έντυπα. Δεν νομίζω να χρειάζεται να σημειώσω κάτι εδώ, η αντιφατική σημειολογία είναι προφανής και λίαν εύγλωττη…

Η πλοκή της ιστορίας ξεδιπλώνεται σε πόλεις όπως το Αμβούργο, το Ντίσελντορφ ή το Βερολίνο, σε ιστορικά κλαμπ όπως το SO36, το Dschungel, το Krawall 2000, και πάνω απ’ όλα το Ratinger Hof. Και με μια πλειάδα πρωταγωνιστών, άλλους περισσότερο και άλλους λιγότερο γνωστούς, άλλους χαραγμένους στη μνήμη και άλλους ξεχασμένους: Neubauten, DAF, Malaria (στο εξώφυλλο φιγουράρει η Gudrun Gut), Toten Hosen, KFC, Palais Schaumburg, Der Plan, Die Krupps, Andreas Dorau, Abwaerts, είναι ονόματα τα οποία συνεχώς επανέρχονται στις σελίδες της αφήγησης.

Ασφαλώς και λείπουν αρκετοί και σπουδαίοι (όπως ο αγαπημένος μου Tom Dokupil) αλλά η επιλογή είναι ως γνωστόν στοιχειώδης αδεία του εκάστοτε συγγραφέα. Εν προκειμένω δε, η επιλογή συνιστά καθοριστικό παράγοντα, το βιβλίο είναι ουσιαστικά μια κοπτοραπτική συνεντεύξεων από δεκάδες (έως και εκατοντάδες) μέλη συγκροτημάτων, ιδιοκτήτες εταιριών ή …απλών πάνκηδων, ο Teipel δεν προσέθεσε ούτε μία δική του λέξη στην «έρευνα», απλά έδωσε στις συνομιλίες μια νοηματική και αφηγηματική συνέχεια. Και με αυτό τον τρόπο, αθροίζοντας ψηφίδες μικρών ιστοριών, αλληλοσυμπληρούμενων και ενίοτε αλληλοαναιρούμενων, συνέθεσε ένα μοναδικό και πολύτιμο μωσαϊκό-ντοκουμέντο για ένα μουσικό είδος (κίνημα το θέλουν πολλοί) το οποίο τελικά έφαγε τις ίδιες του τις σάρκες, τροφοδότησε όμως έτσι μια ολόκληρη αλληλουχία επιγόνων οι οποίοι μπορεί να το ξεπέρασαν, να το αναίρεσαν, να το καταδίκασαν, ακόμη και να το περιγέλασαν, σε αυτό όμως οφείλουν την ίδια τους την ύπαρξη.


ratingerΌσο ντοκουμέντο είναι όμως το βιβλίο, άλλο τόσο είναι και μυθιστόρημα. Μυθοπλασία. Γιατί δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε την εγγενή αναξιοπιστία την οποία κουβαλούν οι προσωπικές αναμνήσεις, όχι μόνο εξαιτίας της φυσιολογικής με την ηλικία απώλειας μνημονικών κυττάρων, αλλά κυρίως λόγω της αναπόφευκτης (πολλές φορές και ασυνείδητης) απόπειρας εξωραϊσμού του παρελθόντος.

Μυθιστόρημα λοιπόν, μέσα από το οποίο αναδεικνύεται μια πλούσια πινακοθήκη ηρώων, με διαφορετικούς χαρακτήρες, με ρόλους καλού και κακού, με κόντρες «κολόνιες» που μερικές κρατάνε ακόμη, πρόσωπα αντιφατικά, που συνεργάστηκαν, συγκρούστηκαν, αλληλοσυμπληρώθηκαν, που μαζί δεν έκαναν και χώρια δεν μπορούσαν. Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, κάμποσοι (αρκετοί!) από αυτούς είναι ακόμη ενεργοί και δραστήριοι, ενίοτε και σε άλλα εντελώς διαφορετικά καλλιτεχνικά πεδία. Άλλοι είναι υπάλληλοι, γιατροί, μηχανικοί, με παιδιά και οικογένειες, επαγγελματίες επιτυχημένοι, με μια τρυφερή αποστασιοποίηση από τα νεανικά τους καμώματα και μια νοσταλγία για «τότε που ζούσαμε».


raysback_smΑπό την άλλη όμως υπάρχουν και τα αδέρφια που χάθηκαν νωρίς, που κάηκαν, που οδηγήθηκαν στην τρέλα ή κατέληξαν πικραμένες πικρόχολες υπάρξεις οι οποίες αντλούν από τη δόξα (;) και τα μεγαλεία (;;) του χαμένου παρελθόντος. Δεν είναι περίεργο λοιπόν ότι ο γραμματικός τύπος που κυριαρχεί είναι ο αόριστος και η ευκτική «θα μπορούσε» και «μακάρι να…» αλλά και ο υποθετικός λόγος του «αν…». Η ιστορία, η κάθε ιστορία άλλωστε είναι μια ιστορία χαμένων δυνατοτήτων, δρόμων οι οποίοι ποτέ δεν περπατήθηκαν, ελπίδων οι οποίες πέθαναν (έστω και τελευταίες). Ι saw the best minds of my generation destroyed by madness που έγραφε με καθολική παγκόσμια διαίσθηση και ο Ginsberg.

Είναι προφανώς αναπόφευκτο η τελική εικόνα την οποία μεταδίδει το βιβλίο να είναι θρυμματισμένη και αντιφατική, έτσι δεν είναι όμως και η ζωή μέσα στη γοητευτική της πολυπλοκότητα; Έτσι η εποχή εκείνη προβάλει ταυτόχρονα σκληρή και αγνή, κάφρικη και αφελής, αλήτικη και τρυφερή, μηδενιστική και βίαιη, νεανικά απερίσκεπτη και γραφική, κυνική και υπερβολική, προκλητική και αναιδής. Πολλές περιγραφές δοκιμάζουν τα όρια της αντοχής μας, δεν ξέρω πόσοι από εμάς θα είχαμε πραγματικά τα κότσια να επιβιώσουμε σε τέτοιες καταστάσεις. Από την άλλη, έχει πάντως πολύ πλάκα να ανακαλύπτεις κοινά μοτίβα με τα εδώ πεπραγμένα, οι προβληματισμοί π.χ. για το αν η γερμανική γλώσσα ταιριάζει στο ροκ, για το βάρος της επιτυχίας, τις κατηγορίες για ξεπούλημα, για «νόθευση του αγνού πανκ», παντού τα ίδια γίνονται τελικά, και τούτο δεν το λέω ως κλασικό άλλοθι αυτο-αθώωσης. Ίσως περισσότερο σαν απομυθοποίηση. No more heroes που λέγανε οι Stranglers. Αλλά ξέχασα. Κι αυτοί «προδότες» δεν ήτανε;


kfcΑρχικά θεώρησα ότι δεν θα είχε νόημα μια αναλυτική παρουσίαση-κριτική του βιβλίου, η γερμανική γλώσσα περιορίζει αυτομάτως το εύρος του δυνητικού αναγνωστικού κοινού. Μήπως όμως θα είχε νόημα για αυτόν ακριβώς τον λόγο; Για να ξεπεράσω λοιπόν τέτοιες ενστάσεις, ανθολόγησα κι εγώ με τη σειρά μου μέσα από το βιβλίο διάφορες ατάκες και αποσπάσματα, ατάκτως ερριμένα και ελευθέρως μεταφρασμένα, εννοείται μέσα από τον δικό μου «προκατειλημμένο» φακό. Αντιπροσωπευτικό και …υποκειμενικά αντικειμενικό θέλω να πιστεύω.
Hey ho, let’s go λοιπόν…

Αρκούσε μόνο να ήμαστε διαφορετικοί. Το θέμα είναι βέβαια ότι καταλήξαμε να ήμαστε ακριβώς ίδιοι με όλους εκείνους που ήταν διαφορετικοί.

Το πανκ δεν ήταν ένα κίνημα, αλλά μια σύναξη ατόμων τα οποία έρεπαν στον ατομικισμό και δεν εμπιστεύονταν καμία απολύτως κοινωνική δομή.

Σταμάτα να σκαλίζεις στην κιθάρα. Παίξε απλά έναν ήχο. Αυτό φτάνει. Και είχε δίκιο. Από τότε προσπαθούσαμε να ξεχάσουμε την όποια μουσική μας παιδεία.

Κάναμε κουλά πράγματα. Παίζαμε κρουστά για τρεις ημέρες συνεχώς. Χωρίς διακοπή. Όποιος έμπαινε στο σπίτι κι έβρισκε ένα καπάκι κατσαρόλας, οτιδήποτε μπορούσε να κάνει σαματά, συμμετείχε.

Στην αρχή της συναυλίας μας, βρίσκονταν στο χώρο 1500 άτομα. Στο τέλος είχαν μείνει 30.

Ως κοπέλα δεν επιτρεπόταν να φοράω παντελόνια στο σχολείο.

Τις πρόβες μας τις κάναμε σε ένα εγκαταλειμμένο μπούνκερ του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου.

Άκουσα το πρώτο κομμάτι, λεγόταν Blitzkrieg Bop. Είπα ΟΚ, ένα αστείο ήταν, για να δούμε παρακάτω τι μπορούν να παίξουν τούτοι οι τύποι. Και το επόμενο κομμάτι ήταν ακριβώς έτσι. Και όλος ο δίσκος. Εκεί κάπου κατάλαβα ότι μπορώ κι εγώ να το κάνω αυτό.

Θέλαμε να την λέμε στους hippies και στους 68άρηδες καθηγητές μας. Στο σχολείο έλεγα πράγματα όπως «Ο πόλεμος στο Βιετνάμ είναι θαυμάσιος». Ή «απαιτούμε αυταρχική παιδεία».

Συχνά είχα μαζί μου σκόνη πουρέ που έκλεβα από τη μητέρα μου και την πετούσα σε μπάντες οι οποίες ήταν σκατά.

Μέσα σε λίγα λεπτά ο χώρος διαλύθηκε. Τα σπάσαμε όλα μεθοδικά. Κυριολεκτικά κομμάτι το κομμάτι.

Γέροι στο δρόμο μου λέγανε ότι αν ζούσαμε την εποχή του Χίτλερ θα με είχαν στείλει στους θαλάμους αερίων. Μου συνέβαινε συχνά αυτό.

Εκείνα τα χρόνια τα φωτοτυπικά ήταν πολύ καύλα, γιατί πολλές φορές έκαναν από μόνα τους ότι ήθελαν, το αποτέλεσμα ήταν εντελώς απρόβλεπτο.

Στην πόλη που μεγάλωσα είτε θα γινόσουν αλκοολικός είτε θα την έκανες.

Εκεί συνειδητοποίησα πόσο λίγο χρόνο ζωής είχε όλο αυτό το πράγμα.

Στην πραγματικότητα το θέμα ήταν να σοκάρεις. Είτε με τον αγκυλωτό σταυρό είτε με το πολυβόλο της RAF. Και τα δύο υπήρχαν. Και τα δύο προκαλούσαν την ίδια αντίδραση στον δρόμο.

Ήμασταν ενάντια σε εκείνους που ήταν ενάντια.

Στο Ratinger Hof έπινα μόνο κόλα και νερό. Έπρεπε να έχουμε διαύγεια πνεύματος και σώματος. Το πανκ δεν ήταν μαστουρωμένα hippie σκατά. Έπρεπε να ήσουν αγριότερος, γρηγορότερος και καλύτερος από τους άλλους. Σ’ αυτό δε βοηθά να είσαι πιωμένος ή μαστουρωμένος. Γι’ αυτό εμείς προτιμούσαμε το speed.

Κι αν δεν είναι μουσική αυτό το πράμα, είναι τουλάχιστον τέχνη.

Και βρέθηκα με κορίτσια τα οποία έβαζαν για σκουλαρίκι χρησιμοποιημένα ταμπόν.

Μαζί με τους φίλους μου φτιάξαμε μια μπάντα η οποία υπήρχε μόνο στη φαντασία μας, δεν είχαμε παίξει ακόμη ούτε μία νότα. Ήταν απλά μια στυλιστική στάση. Μια ψυχολογική απελευθέρωση. Είχαμε όμως γαμάτο όνομα και γαμάτους τίτλους κομματιών. Ανύπαρκτων ακόμη.

Όταν καθόμουν στο μετρό ή στο τραίνο, οι γύρω θέσεις παρέμεναν άδειες ακόμη κι αν ο κόσμος ήταν πατείς με πατώ.

Τους ασφαλίτες τους παίρναμε πρέφα με τη μία. Από το μουστάκι. Αλλά επιπλέον μπορούσες κυριολεκτικά να τους μυρίσεις.

Είχα πάει σε μια διαδήλωση ειρηνιστών με ένα σήμα της RAF στην πλάτη. Οι διαδηλωτές μου επιτέθηκαν με τους πυρσούς και τα πλακάτ τους. Τελικά με έσωσε η αστυνομία.

Από πλευράς στυλ οι μπάτσοι πάντοτε με εντυπωσίαζαν.

Και όπως οι σουρεαλιστές έβλεπαν ένα σώμα καλοριφέρ εξίσου γοητευτικό με ένα γυμνό γυναικείο σώμα, έτσι κι εμείς βλέπαμε όμορφο ένα ηλιοβασίλεμα πίσω από μια πανάθλια ανθρακοβιομηχανία.

Όταν μίλαγες με hippies και άλλους της γενιάς του ’68, μέσα σε πέντε λεπτά η κουβέντα έφτανε στην πυρηνική ενέργεια και μέσα σε δέκα λεπτά είχες μια εικόνα του κόσμου που καλύτερα να αυτοκτονούσες. Γι’ αυτό ήταν το πανκ τόσο απαραίτητο.


the ostrich fanzineΣτην αρχή υπάρχει πάντοτε ένας ντιπ για ντιπ τρελός. Είναι συνήθως και ο πρώτος που χάνεται.

Το πανκ στην αρχή ήταν απόλυτη ειρωνεία. No future, ένα εντελώς ειρωνικό σύνθημα. Εγώ είχα μια απόλυτα θετική διάθεση για το μέλλον

Υπήρχε μια συνέντευξη των Clash οι οποίοι έλεγαν ότι όταν βλέπω μια αγελάδα, μου έρχεται να ξεράσω. Αυτό ήταν. Λοιπόν, χέστε μας με την ηλίθια τη φύση σας. Εμείς ζούμε στις πόλεις.

Το κομμάτι μας ήταν η περιοχή του Ρουρ σε ήχο. Μπετόν, πάρκινγκ, σουπερμάρκετ, πυρηνικά εργοστάσια, πυλώνες υψηλής τάσης.

Κι ήταν κι εκείνος ο τύπος που λεγόταν ΕΜΙ. Εντελώς καμένος. Είχε διαβάσει το όνομα στον δίσκο των Sex Pistols. Δεν είχε καταλάβει ότι επρόκειτο για εταιρεία.

Και ακούστηκαν μερικοί που φωνάζουν. Να τοι, έρχονται. Τώρα θα τις φάνε. Και οι Kraftwerk κατάλαβαν ότι δε θα τη βγάλουν καθαρή και το έβαλαν στα πόδια από τις σκάλες. Μερικοί τους ακολούθησαν τρέχοντας. Μετά τριγύριζαν στο χώρο με ύψος και αισθάνονταν πολλοί σπουδαίοι. «Διώξαμε τους Γερμανούς boring old farts». Χαχαχα.

Και ξαφνικά στις σχολικές γιορτές άρχισαν να με κοιτάνε τα κορίτσια. Όχι πιθανότατα με πόθο, αλλά τουλάχιστον με κοίταζαν.

Και εμφανίστηκα στο στέκι με τις πυτζάμες. Πυτζάμες και κονκάρδες. Αισθανόμουν πολύ κουλ.

Κι ένας τύπος σαν κι αυτόν, έμενε ακόμη στο παιδικό του δωμάτιο με τη μαμά. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν επιτρεπόταν να το ξέρει κανείς στην πόλη. Πολλοί όμως το ήξεραν. Και πολλοί ήμασταν τέτοιες διπρόσωπες υπάρξεις.

«Έχεις το νέο σινγκλ των τάδε; Δεν το έχεις; Ρε συ είναι τέλειο. Το καλύτερο απ’ όλα». Τέτοιες συζητήσεις γίνονταν συνέχεια.

Στο δισκάδικο είχε νέα παραλαβή κάθε Σάββατο. Αλλά πάντοτε είχαν μόνο πέντε αντίτυπα. Εγώ έφτανα πάντοτε αργά Αισθανόμουν λίγο σαν ηλίθιος. Για τους μάγκες τύπους της φάσης ήταν όλα ρεζερβέ από πριν. Γι’ αυτό και αυτοί τα είχαν όλα και μετά επιδεικνύονταν.

Τότε ξεκόλλησα ετικέτες από άσχετα βινύλια και κόλλησα αυτοσχέδιες δικές μου. Και τους έλεγα «δείτε, το έχετε αυτό ε;»

Είχαμε έναν ντράμερ ο οποίος ήταν ένας κανονικός νεαρός. Έκανε και πρόβες. Κανονικά με σόλα. Είχε φιλοδοξίες. Του έδειξα τι θέλουμε να παίξει. Αυτό μόνο: Τρρρραααμ. Με κοίταξε θιγμένος και είπε «Μα γι’ αυτό δεν χρειάζεστε καν ντράμερ».

O Bowie ήταν εντελώς χάλια με εκείνα τα πολύχρωμα γυαλιά και το άσπρο κουστούμι του. Ήταν σαν διαφημιστής οδοντόκρεμας.

Οι πανκ ρόκερ ήταν μεσαία τάξη. Πιο ιντελεκτουέλ. Οι ρόκερ τους έβρισκαν γελοίους. Ένας σοβαρός ρόκερ ποτέ δεν θα χάραζε με το ξυράφι το πολύτιμο δερμάτινό του.

Παρολ’ αυτά ήταν δειλά γουρούνια, την έπεφταν μόνο όταν είχαν την αριθμητική υπεροχή.

Με την μπάντα κάναμε μια εμφάνιση στο Ratinger Hof. Στα πλαίσια του live κάναμε μια performance σφουγγαρίσματος. Έτσι κι αλλιώς το μαγαζί ήταν πάντοτε μες στη βρώμα. Ας το καθαρίσουμε και μια φορά, είπαμε. Και σβήσαμε τα φώτα, έμειναν μόνο τα νέον. Μετά αρχίσαμε να τρίβουμε. Στο τέλος αναποδογυρίσαμε τους κουβάδες, ρίξαμε από πάνω γύψο, μετά κρέας και μετά απελευθερώσαμε τις μύγες. Είχαμε εκθρέψει προνύμφες ειδικά για το σκοπό αυτό.


Jaki Eldorado & IggyΚαι μετά άρχισαν να πετάνε στον κόσμο ψόφια ψάρια, πόδια γουρουνιών, συκωταριές. Άρχισα να τους βρίζω, είστε βαρετοί, με κάτι τέτοια παλιά και ξεπερασμένα κόλπα έπρεπε να πάτε σε καμιά ακαδημία τέχνης.

Τότε μας την έπεσαν και οι ρόκερ, μια τοπική συμμορία με την οποία είχαμε προηγούμενα. Έγινε πραγματική λασπομαχία. Μετά το ξύλο και οι δύο ομάδες ξανασυναντήθηκαν στο νοσοκομείο. Ένας τύπος στα εξωτερικά ιατρεία μου έλεγε ότι έφαγε μια σκούπα στο κεφάλι. Δεν του είπα φυσικά ότι ήμουν εγώ.

Ο καθένας εκεί μέσα έπαιζε τουλάχιστον σε δύο μπάντες. Τα γκαρσόνια, οι προμηθευτές μπύρας, οι τύποι στο φλίπερ, όλοι.

Δεν είχαμε ούτε καν σκηνή. Στην αρχή απλά ενώσαμε δύο τραπέζια μπιλιάρδου.

Με αυτήν (τη Nina Hagen) δεν θέλαμε καμία σχέση. Αυτό ήταν παλιά γερμανική ροκ μουσική. Πανκ για μικροαστούς.

Ήταν κι ένας τύπος hardcore ναζί. Είχε ένα γκρουπ, τους Savage Army, S.A. δηλαδή. Ήταν και μαύρος. Εντάξει. Εντελώς ηλίθιο. Χαχαχα.

Η πρώτη πραγματικά σκληρή πανκ μπάντα της Γερμανίας ήμασταν εμείς.

Ήταν μαλακία που σπάσαμε την κιθάρα ενώ δεν είχαμε φράγκα να πάρουμε άλλη. Μας εντυπωσίασε κιόλας πόσο δύσκολο είναι στην πραγματικότητα να σπάσεις μια κιθάρα. Αλλά ο κόσμος περίμενε από μια μπάντα σαν κι εμάς κάτι τέτοιο.

Το είχαμε πει, όταν θα γίνουμε μουσικοί, δεν θα υπάρχει τίποτε άλλο από την μπάντα στη ζωή μας. Τίποτε άλλο. Καμία φιλενάδα. Θα ζούμε για την μπάντα.

Στο στούντιο όπου θα ηχογραφούσαμε οι μακρυμάλληδες ημιμαθείς ηχολήπτες δεν είχαν μυρωδιά. Τα ντραμς ήταν ρυθμισμένα για τζαζ. Αλλά δεν τολμούσαμε να πούμε τίποτε. Το γεγονός και μόνο ότι θα ηχογραφούσαμε κάτι τόσο ιερό όσο έναν δίσκο, μας είχε σχεδόν παραλύσει.

Ο ήχος μας δεν υπάρχει καν στον δίσκο.

Οι δυο τους όταν έμπαιναν μέσα, παράγγελναν 50 ποτήρια μπύρα. Οι δυο τους. Και τα έπιναν.

Αν αυτό νόμιζαν ότι ήταν το πανκ, εντάξει. Για μας ήταν χαζό και κακόγουστο.

Αυτοί έκαναν επανάσταση μόνο στο παιδικό τους δωμάτιο.

Part time punks. Ήταν ότι χειρότερο μπορούσες να πεις για έναν σύντροφο.

Γι’ αυτό στην αρχή ήμουν εντελώς πιουρίστας. Προς Θεού, όχι εφέ, τίποτα. Μόνο μπάσο, κιθάρα, ντραμς και φωνή.

Οι τύποι δεν το βρήκαν καθόλου αστείο όταν ανέβηκα στη σκηνή με παραδοσιακή βαυαρική στολή.

Μια μέρα σηκώθηκα στην τάξη και είπα «αυτό είναι σπατάλη χρόνου» Κι έτσι παράτησα το σχολείο.

Σιχαινόμουν να εμφανίζονται hippies στις πανκ συναυλίες. Και να κάθονται στο πάτωμα, ένα απόλυτο σημάδι χιπισμού. Μια μέρα, μια φίλη δεν άντεξε άλλο. Άρπαξε έναν από το μαλλί, τον σήκωσε πάνω και του φώναξε «χόρεψε πόγκο ρε σίχαμα». Ο φουκαράς δεν ήξερε από που του ήρθε, δεν πρέπει να γνώριζε καν τι είναι πόγκο.


SpiegelΟι ηχογραφήσεις πήγαιναν κάπως έτσι. Παίρναμε ναρκωτικά, ηχογραφούσαμε και μετά ακούγαμε με νηφάλιο κεφάλι τι είχαμε κάνει. Και διαλέγαμε.

Ούτε κι εγώ ξέρω πόσα αυτοκίνητα είχα καταστρέψει. Αισθανόμουν σαν να ήμουν ολόκληρη η Baader-Meinhof μόνος μου.

Όλος αυτός ο βομβαρδισμός με κουτάκια μπύρας ή ροχάλες. Δεν τον εννοούσαμε άσχημα. Το κάναμε έτσι, για να φτιάξουμε ατμόσφαιρα. Όπως κάπου αλλού πετάν τα καπέλα τους στον αέρα.

Σε μερικά περιβάλλοντα δεν νιώθεις καθόλου καλά ως γυναίκα. Και αυτό ήταν ένα τέτοιο περιβάλλον, ήταν καθαρά αντρικό, μάτσο αντρικό. Μου την έσπαγε όλη αυτή η κοκοροσυμπεριφορά. Γι’ αυτό ήταν σημαντικό να φτιάχνονται γυναικεία συγκροτήματα.

Αποφασίσαμε να παίζει η καθεμιά μας το όργανο για το οποίο δεν είχε μυρωδιά.

Και μια μέρα μου έρχεται με έναν δίσκο των Beatles, το White Album. Του λέω «τι θέλεις με αυτό, δεν ξέρεις τι είναι;». «Μόλις το αγόρασα» μου είπε.

Και κάποια στιγμή, έγραψε μια εφημερίδα ότι στην Αγγλία οι punks και οι teds δέρνονται. Χωρίς πολύ σκέψη, το αντέγραψαν κι εδώ. Και από τότε όποτε συναντιόντουσαν έπεφτε άγριο ξυλίκι.

Στο Αμβούργο οι teds και οι punks μαχαιρώνονταν. Δεν επιτρεπόταν καμία ανάμειξη των ειδών. Όλοι μου έλεγαν πριν από τη συναυλία «να δεις τι έχεις να πάθεις».

Μια φορά οι teds εμφανίστηκαν σε μια συναυλία των Motorhead γυρεύοντας φασαρία. Οι οποίοι Motorhead μπορεί να ήταν μακρυμάλληδες αλλά η μουσική τους ήταν τόσο σκληρή και γρήγορη, ήταν σαν να είχε ένα punk attitude. Και ήταν αποδεκτοί από μας. Την πάτησαν όμως γιατί ήρθαν πολύ νωρίς, η συναυλία θα άρχιζε μετά από μία ώρα. Όπως πέρασαν μπροστά μου με ορμή σε λίγο εμφανίστηκαν πάλι τρέχοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση. Από πίσω τους όλο το crew των Motorhead, με ρόπαλα και κοντάρια και λοστάρια, μαζί και ο ίδιος ο Lemmy. Το απόλαυσα, δεν μπορώ να πω.

Υπήρχε ένα γενικότερο κλίμα υστερίας. Η Bild ξεσήκωνε τον κόσμο με πρωτοσέλιδα που έλεγαν για πανκ τρόμο.

Μια μέρα σταμάτησε δίπλα μου ένα αυτοκίνητο, από μέσα βγήκαν τέσσερις τύποι, απλοί εργάτες φαίνονταν. Τώρα θα δεις τι θα πάθεις πανκ γουρούνι, μου φώναξαν.

Οι Clash έρχονταν ντυμένοι με κοστούμια και χρυσές αλυσίδες. Και συμπεριφέρονταν σαν σουπερστάρ. Μετά έβαζαν τα δερμάτινα παντελόνια τους και τα χρωματιστά πουκάμισα. Και ο Strummer κοιταζόταν συνέχεια στον καθρέφτη, έπαιρνε πόζες και χτενιζόταν.

Τα άλλα συγκροτήματα της σκηνής τα έβρισκα φριχτά, απαίσια. Όλα χάλια, σκατά. Μόνο τα δικά μου τραγούδια μου ακούγονταν καλά.

Και ξάφνου το κλίμα άλλαξε: «εσείς είστε μόνο αλαζονικοί καλλιτέχνες. Οι αληθινοί punks είμαστε εμείς. Και αν δεν παίζετε τη μουσική που θέλουμε εμείς, να δούμε πως θα βγείτε ζωντανοί από εδώ μέσα».

Ο τραγουδιστής μας το έβρισκε απολύτως ΟΚ να δέρνεται με το κοινό. Εμείς συνεχίζαμε να παίζουμε τις κιθάρες μας σαν soundtrack στην κλωτσοπατινάδα. Πολλές συναυλίες μας απλά διακόπηκαν. Όποιος τολμούσε δε να πατήσει ποδάρι στη σκηνή, έτρωγε την κιθάρα στο κεφάλι.

Die Hitlers. Συνέχεια σχηματίζονταν συγκροτήματα με αυτό το όνομα, συνήθως για μια βραδιά. Όπως τότε, στις εκλογές.

Στην ανεξάρτητη εταιρεία μπορούσες να το κάνεις όπως θέλεις. Κανείς δεν σου έλεγε ο ήχος σας πρέπει να είναι έτσι ή αλλιώς. Αυτή η πίστη στην ανεξαρτησία σήμαινε επίσης πίστη στη δημιουργικότητα. Κι εμείς ήμασταν οι πρώτοι που το σπάσαμε αυτό και πήγαμε στη βιομηχανία. Όλοι οι αγαπημένοι μας δίσκοι όμως ήταν από αυτό τον κόσμο: Clash, Buzzcocks, Damned, Pistols, από μεγάλες εταιρείες δηλαδή.

Η πανκ σκηνή τελικά αυτο-περιορίστηκε, εγκλωβίστηκε και έκοψε τις ίδιες της τις ρίζες.

Για το φανζίν μας είχαμε κάνει μια φανταστική-ψεύτικη συνέντευξη με τον Johnny Rotten. Η πλάκα είναι όταν αργότερα κάναμε μια αληθινή, απαντούσε σχεδόν τα ίδια πράγματα.

Αργότερα στέλναμε στους δημοσιογράφους ένα τευχάκι με δέκα διαφορετικές κριτικές του δίσκου μας. Μπορούσαν να τις χρησιμοποιήσουν ελεύθερα, χωρίς αμοιβή.

Για την δισκογραφική ήμασταν τα παράξενα ζώα που είχαν πιάσει στο σαφάρι. Δεν είχαν καμία σχέση με τα πράγματα, δεν ήξεραν τι είναι καλό ή κακό. Μας αγόρασαν γιατί κάποιος τους σφύριξε ότι ήμασταν trendy.

Η σεξουαλική επανάσταση των 60s αφορούσε κυρίως τις γυναίκες. Το αντρικό κορμί έμεινε απέξω. Η απελευθέρωση ήρθε με το πανκ. Ήταν κάτι σαν μια εκ των υστέρων απελευθέρωση του άντρα το πανκ.

Το κύριο έλλειμμα των Neubauten ήταν ότι δεν είχαν καθόλου χιούμορ. Είχαν πιάσει την ατμόσφαιρα παρακμής της εποχής, αλλά χωρίς οποιαδήποτε ειρωνεία.

Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν πήγαινε άλλο. Ακόμη και σωματικά.

Το βρίσκω σημαντικό ότι το πανκ τελείωσε τόσο γρήγορα. Αυτό ήταν άλλωστε και το πραγματικό μήνυμα.

Υπάρχουν πολλοί που δεν κατάφεραν να επιβιώσουν. Που έπαθαν ζημιά. Νομίζω όλοι, λίγο ή πολύ.

Το σύνθημα μας ήταν: «κάνε ότι θέλεις, ξόδεψε τα νιάτα σου, όσο ακόμη μπορείς».

22/10/2014

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Put The Book Back On The Shelf # 12: Facing the other way – The story of 4AD. Του Martin Aston


Facing

(The Friday Project)Εκείνη η παλιά παροιμία «τα εν οίκω μη εν δήμω» είχε μια στέρεα ρίζα στην καθημερινότητα, δεν βγήκε τυχαία. Όπως και η άλλη που λέει «όσα ξέρει ο νοικοκύρης δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος». Γιατί πίσω από μια καλογυαλισμένη βιτρίνα αρμονικής οικογένειας μπορεί να κρύβονται ουκ ολίγα άπλυτα, μυστικά και άλλοι σκελετοί. Πόσο μάλλον όταν την οικογένεια δεν τη δένουν γονιδιακές συγγένειες αλλά αφορά καλλιτέχνες. Δύσκολο. Πολύ.

Ακόμη κι όταν μιλάμε για μύθους. Την 4AD. Για έναν μύθο ο οποίος δεν ποτίστηκε από αγιοποιημένους μάρτυρες, από bigger than life ήρωες, από πιπεράτα σκάνδαλα αλλά βασίστηκε στην εκλεκτική αισθητική (τον ορισμό του εστετισμού ίσως) πέρα από μόδες, σε μια «ολιστική» αισθητική η οποία εκτεινόταν πολύ πέρα από τη μουσική αυτή καθαυτή. Κάπως έτσι οι δίσκοι της εταιρείας απέκτησαν αξία …συλλεξιμότητας (sic), κάποτε επιδιώκαμε και θέλαμε να έχουμε όλους τους δίσκους της (που θα έλεγε και ο Μπάμπης Αργυρίου). Φετιχισμός; Γιατί όχι, δίνει κι αυτός στη ζωή μια μαγεία (ότι δηλαδή σημαίνει και στα πορτογαλικά η ρίζα feitico). «Fetisch» δεν ήταν κι ένας δίσκος των Χ-Mal Deutschland; Στην 4AD;


Martin AstonΚαι το ίδιο το βιβλίο του Martin Aston, παλαίμαχου (αλλά όχι απόμαχου) μουσικού δημοσιογράφου (έχει γράψει και άλλα π.χ. για την Bjork και τους Pulp) δεν θα μπορούσε να μην έχει και αυτό μία εμπλουτισμένη έκδοση-φετίχ, με εξώφυλλο σχεδιασμένο, από ποιον άλλον, τον Vaughan Oliver, αριθμημένη, υπογεγραμμένη, «σπασμένη» σε δύο βιβλία, μαζί κι ένα διπλό CD με 43 τραγούδια, όλα αυτά καμιά ογδονταριά λίρες ακριβότερα από την «απλή» έκδοση, έτσι είναι, τα φετίχ πρέπει να πληρώνονται. Δεν θα σας πω ποια διάλεξα…

Το «Facing the other way» ακολουθεί με απόλυτη γραμμική αφήγηση την ιστορία της 4AD, από τη στιγμή της ίδρυσης της το 1979 από δύο υπάλληλους δισκοπωλείου, τον Ivo Watts-Russell και τον Peter Kent, από εκείνα τα πρώτα χρόνια με τις …one-stand κυκλοφορίες και τις συγχυσμένες ακόμη επιλογές, μέχρι την κορύφωση, την ακμή, στη συνέχεια τα χρόνια του αμερικάνικου ονείρου, την εποχή της παρακμής φτάνοντας μέχρι και το σήμερα. Ερώτηση: υπάρχει η 4AD σήμερα; Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος; Ο Aston μας δίνει τη δική του έμμεση απάντηση: από τις 617 σελίδες του βιβλίου, η περίοδος μετά το 2000 απασχολεί μετά βίας …46 σελίδες.

Και παρόλο που είναι γραμμένο από έναν ακραιφνή οπαδό-μύστη καταφέρνει και κρατάει μια ισορροπημένη αφήγηση χωρίς υπερβολές. Ο συγγραφέας δεν επεδίωξε να γράψει έναν οδηγό επιτυχίας για ένα …σαξές στόρυ, τέτοιες συνταγές ως γνωστόν δεν υπάρχουν κι ας τρέχουν οι διάφοροι wannabies μάνατζερ να αγοράζουν την αυτοβιογραφία του κάθε Jobs, πίσω από κάθε επιτυχημένο κρύβονται μυριάδες οι οποίοι έμειναν στη μέση (ή στην αρχή) της διαδρομής, είναι πολύ εύκολη η εκ των υστέρων «ντετερμινιστική» εξήγηση της επιτυχίας, η οποία και συνήθως αγνοεί μεταφυσικούς παράγοντες όπως η τύχη, η διαίσθηση, η συγκυρία. Οι οποίοι έπαιξαν κι αυτοί το ρόλο τους στην εξέλιξη της 4AD. Άλλοτε ευνοϊκό άλλοτε όχι (και όχι δεν αναφέρομαι στην απώλεια των Duran Duran ή της …Divine!)


IvoΗ ιστορία της 4AD είναι παρολ’ αυτά αποκαλυπτική και διδακτική, μια ιστορία η οποία ακολούθησε πιστά το πανάρχαιο σχήμα ακμή-παρακμή-μυθοποίηση. Είναι όμως συνάμα μια συμπυκνωμένη έκφραση όλης της εποποιίας των ανεξάρτητων εταιρειών της εποχής εκείνης, μια ιστορία ρομαντικού ιδεαλισμού ο οποίος τελικά συντρίβεται στα βράχια της στυγνής πραγματικότητας. Και θέτει το ερώτημα πόσο τελικά νόημα έχει να παίξεις σε ένα παιχνίδι του οποίου δεν αποδέχεσαι τους κανόνες; Ξεκινάς με αγνά καλλιτεχνικά οράματα και καταλήγεις μοιραία μπλεγμένος με συμβόλαια, δικηγόρους, ατζέντηδες, μεσάζοντες, έμπορους και εμποράκους, μπάτζετ και ισολογισμούς, ευφορία η οποία χάνεται στην …εφορία, ο δίσκος σου γίνεται προϊόν (αλλοτρίωση το έλεγε αυτό ο Μαρξ), πως να κρατήσεις την αξιοπρέπεια σου, πώς να πουλήσεις χωρίς να ξεπουληθείς, δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις ούτε στρωμένοι δρόμοι. Πάντως μόνο μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον μια εμπορική επιτυχία (όπως για παράδειγμα εκείνη η αναπάντεχη των M/A/R/R/S με το «Pump up the volume») μπορεί να επιφέρει περισσότερη ζημιά παρά κέρδη.

Στο βιβλίο περιγράφονται γλαφυρά αυτές οι αντιφάσεις και οι συνέπειες τους, η διαρκής δηλαδή προσπάθεια ζεύξης στο ίδιο κάρο των …ταύρων της εμπορικότητας και του αυστηρού (ενίοτε και εμμονικού) προσωπικού αισθητικού κριτηρίου. Ηράκλειο το έργο (του Ιάσωνα βασικά κατά την μυθολογία). Κι αυτόν τον λέγανε απλά και μόνο Ivo…

Παρένθεση: θυμάμαι τον Michael Gira σε ένα ντοκυμαντέρ της τσέχικης τηλεόρασης (υπάρχουν αποσπάσματα στο YouTube) να βάζει για μένα τα πράγματα στη θέση τους: «δεν με ενδιαφέρει πραγματικά η εναλλακτική κουλτούρα γιατί είναι απλά ένας άλλος τρόπος συμβιβασμού. Με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι που κάνουν καλή δουλειά κι ας είναι σε μια μεγάλη εταιρεία ή όχι». Τελεία.


Facing2

Στην πραγματικότητα το βιβλίο θα μπορούσε να έχει και τίτλο «Η ζωή του Ivo». Γιατί η 4AD ήταν ο Ivo. Γνωρίζετε πολλούς ιδιοκτήτες εταιρείας να τους αποκαλούν με το μικρό τους; Γνωρίζετε πολλούς ιδιοκτήτες εταιρείας στους οποίους να έχουν αφιερώσει τραγούδι; (οι Cocteau Twins το «Ivo» από το «Treasure»). Γνωρίζετε πολλούς ιδιοκτήτες εταιρείας οι οποίοι να κατάφεραν να επιβάλουν την άποψη τους, που να έγιναν ακόμη και δημιουργοί κι ας μην ήξεραν να ξεχωρίσουν το ντο από το ρε; Επίσης, γνωρίζετε το σημερινό αφεντικό της 4AD;Ο Uncle Ivo όπως τον έλεγαν οι μουσικοί του, ήταν πραγματικά αγύριστο κεφάλι, απόμακρος και/ή ντροπαλός, καταθλιπτικός και/ή ευαίσθητος, επίμονος με όσους πίστευε (γαϊδουρινή η υπομονή που έκανε με σχήματα όπως οι Colourbox ή οι Wolfgang Press), απόλυτος στις αποφάσεις του (κι ας κάνει σήμερα την αυτοκριτική του π.χ. για την εκδίωξη των Cocteau ή των Red House Painters). Το 1999 δεν άντεξε άλλο, τα πούλησε όλα και την έκανε. Σήμερα έχει αποτραβηχτεί εντελώς από τα δρώμενα, ακούει ελάχιστη μουσική, ζει κάπου στην αμερικάνικη έρημο μαζί με τα σκυλιά του, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ακολούθησε τον ήχο ο οποίος τόσο του άρεσε στα 90s, όχι πάντως δεν ζει στην Mojave, κοντά στο Σάντα Φε είναι το σπίτι, δύο ώρες από εκεί όπου έπεσε η πρώτη δοκιμαστική ατομική βόμβα.


Facing3

Η ραχοκοκαλιά του βιβλίου είναι ουσιαστικά οι συνεντεύξεις των μουσικών της εταιρείας και του ιδίου του Ivo βεβαίως-βεβαίως (όχι όλων, κάποιοι απουσιάζουν, ας πούμε η Liz Fraser η οποία αρνήθηκε προφανώς να ξύσει κι άλλες πληγές). Έχει ένα ενδιαφέρον πάντως η παρατήρηση ότι δεν είναι και λίγοι οι μουσικοί που έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους μετά το τέλος της συνεργασίας με την 4AD, μετά …έκλεισαν σαν καλλιτέχνες και εξαφανίστηκαν από το προσκήνιο. Το δε γενικότερο κλίμα παλαντζάρει ανάμεσα σε αγαπησιάρικες αναμνήσεις, σε διάθεση «περασμένα-ξεχασμένα» αλλά και σε άθαφτα τσεκούρια του πολέμου και πολύ πίκρα, πίκρα κυανιούχα, τα βέλη και οι λεπίδες σφυρίζουν στον αέρα, κόντρες και ίντριγκες, σε κάθε πιθανό και δυνατό συνδυασμό:Μουσικοί εναντίον εταιρείας, γιατί δεν τους πρόσεξε όσο κάποιους άλλους, δεν πήραν ότι δικαιούνταν ή απλά αισθάνονταν καταπιεσμένοι από το βαρύ όνομα και την ταυτότητα της 4AD. Μουσικοί εναντίον παραγωγού και τούμπαλιν, μουσικοί εναντίον μουσικών, το χρήμα και η δόξα, τα οποία κανείς δεν εμίσησε αμφότερα, ποιος έγραψε τι, ποιος συνεισέφερε πιο πολύ, «γιατί δεν με αφήνει κι εμένα να τραγουδήσω-πάω να φτιάξω δική μου μπάντα», πολλές φορές έμπαιναν στην εξίσωση και οι σεξουαλικές ορμόνες, πολλά συγκροτήματα είχαν ζευγάρια με τις αναπόφευκτες εντάσεις τους. Σε αυτό το πλαίσιο δίσκοι θρυλικοί αποκηρύσσονται από τους δημιουργούς τους, ο Simon Raymonde λέει π.χ. για το «Treasure» ότι το ακούει ακόμη πρόχειρα μισοτελειωμένο, ο Robin Guthrie θεωρούσε τα κομμάτια των This Mortal Coil «pretentious and miserable» κ.ο.κ. Ακόμη και τα περίφημα εξώφυλλα της 23 envelope και της v23 αργότερα δεν γίνονταν αποδεκτά αμαχητί, υπήρξαν και συγκροτήματα τα οποία αρνήθηκαν τη συνεργασία και κράτησαν τη δική τους εικαστική ματιά.


Facing4

Κοντολογίς, όλοι εναντίον όλων που έλεγαν και τα Μωρά στη Φωτιά. Άνθρωποι… Και μάλιστα καλλιτέχνες, όχι και οι πιο εύκολοι άνθρωποι στον κόσμο, εκ …φύσεως ιδιαίτερες φύσεις. Με ασθένειες. Διπολική διαταραχή. Κατάθλιψη. Μεγαλομανίες. Εγωπάθειες. Ναρκωτικά. Πολλά ναρκωτικά. Και ένα «αφεντικό» αντι-επικοινωνιακό. Και πάλι καλά λοιπόν. Στα Μπολσόι αν είδατε ρίχνουν βιτριόλι…Από την άλλη όμως η αρμονία ποτέ δεν ήταν προαπαιτούμενο για τη δημιουργικότητα, πολλές φορές τα μεγάλα έργα προέκυψαν μέσα από τη σύγκρουση, τα πάθη και τις εντάσεις, ένας κεραυνός είναι πάντοτε αποτέλεσμα μιας υπερβολικής συσσώρευσης ηλεκτρικών φορτίων. Δύσκολη η ισορροπία…

Αν θέλουμε να αναζητήσουμε ένα μειονέκτημα στο βιβλίο (ίσως και πλεονέκτημα από μια άλλη σκοπιά) είναι η εξαντλητική (εντομολογική!) εστίαση στο αντικείμενό του. Η οποία και περιορίζει μοιραία το πιθανό εύρος αναγνωστών σε όσους ενδιαφέρονται για τα ενδότερα της 4AD. Επιπλέον δεν κάνει παρά μόνο ελάχιστη προσπάθεια να εντάξει τη μουσική σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, η υπόλοιπη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα μπαίνει στο κάδρο μόνο περιστασιακά, μιλάμε δε για χρόνια όπου γινόταν πραγματικός χαμός στο Νησί από κάθε άποψη. Βέβαια η ίδια η 4AD ουδέποτε είχε κάποιο πολιτικό χαρακτήρα και αυτό τις το καταλόγιζαν πολλοί. Θα μου πείτε βέβαια και η αισθητική είναι κι αυτή πολιτική. Και θα πάω πάσο…

Τελικά ποια είναι η επίγευση; Μια στυφή γεύση απομυθοποίησης; Ναι και όχι. Είναι αυτό κακό; Ναι και όχι. Εν τέλει, οι άνθρωποι είναι πιο ωραίοι και πιο «πραγματικοί» μέσα από τις αδυναμίες τους, ακόμη και τις μικρότητες τους. Και τα έργα έχουν τη δική τους ιστορία (ή μύθο αν επιμένετε). Ακόμη κι αν όλα τελειώνουν με δάκρυ σε αυτή τη θνητή σπείρα, η ομορφιά μένει…

13/01/2014

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Jo Nesbo – Η λεοπάρδαλη


Jo

Ήσυχες μέρες του Αυγούστου. Η αθηναϊκή ζέστη έχει κάτι το άρρωστο, έχει θολώσει τον αέρα, είναι πηχτή, σχεδόν φαντάζεσαι την άσφαλτο να λιώνει και να εξαχνώνεται. Κατεβασμένα πατζούρια προσπαθούν μάταια να την κρατήσουν έξω. Φως τρυπώνει λαθραία από τις γρίλιες. Όπως και ο υποτονικός βόμβος της κοντινής λεωφόρου. Ένας νεαρός άντρας διαβάζει ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Το βιβλίο είναι ογκώδες, από εκείνα που πολλοί θα φωτογραφίσουν αυτό το καλοκαίρι, μαζί με τις πατούσες τους, σε κάποια-κάπου παραλία. Μακριά απ’ όλα αυτά, σε μια πολυκατοικία, σχεδόν εγκαταλελειμμένη από τους κατοίκους της, η οποία μοιάζει ώρες-ώρες να ξυπνά από τη νάρκη. Ένας περίεργος ύποπτος θόρυβος ακούγεται από την κουζίνα, ένας θόρυβος που ξεχωρίζει σαφώς από το αδιάκοπο βουητό του ανεμιστήρα…Το εκδοτικό φαινόμενο της σκανδιναβικής λογοτεχνίας. Όλα ξεκίνησαν από τον μακαρίτη Stieg Larsson και την περίφημη τριλογία του Millenium. Μετά ο Larsson πέθανε από καρδιακή ανακοπή πριν προλάβει να χαρεί την επιτυχία, για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να τον πάρει, έκτοτε οι συγγενείς του ερίζουν πάνω από τον τάφο για την πνευματική (χοχοχο) κληρονομιά, οι δε εκδοτικοί οίκοι βγήκαν σε άγρα διαφόρων άλλων -σον και -σεν συγγραφέων κλπ κλπ μπας και βρεθεί κάποιος για να πλασαριστεί ως ο «νέος Λάρσον». Τα ίδια και τα ίδια, έτσι κυλάει η ζωή και το …marketing, οι επιταγές του οποίου πάνε κάτι δεκαετίες που έχουν να ανανεωθούν. Δεν προλαβαίνει να κάνει μία κάποια επιτυχία το dubstep, οι αφροί στα πιάτα, τα γιαουρτόμπαρα, και σε χρόνο dt ξεφυτρώνουν οι μιμητές, οι κλώνοι, οι επίγονοι.

Όπως πάντα στη ζωή ασφαλώς υπάρχει η ήρα, υπάρχει όμως και το στάρι. Τα χλωρά αλλά και τα ξερά. Οι βούρτσες και οι … (όχι άλλες παροιμίες!). Γιατί μεταξύ όλων αυτών υπάρχουν και οι ικανοί, οι ταλαντούχοι, οι μέχρι πρότινος αφανείς και παραγνωρισμένοι, εκείνοι που εκμεταλλεύονται το κύμα της συγκυρίας, το καβαλάνε και αυτό τους φέρνει στην κορυφή. Έτσι για παράδειγμα, είναι μάλλον άδικο να χωρέσει σε αυτή την αφήγηση ο Jo Nesbo (παρόλο που η σύγκριση με τον Larsson -όσο κι αν τον εκνευρίζει -τον κυνηγάει ακόμη σαν εμμονικός …serial killer). Άλλωστε ο Νορβηγός έχει πλέον βρει τη δική του φωνή και έχει καθιερώσει το ξεχωριστό του στυλ και μάλιστα με τεράστια απήχηση. Στο αυτί του βιβλίου διαβάζεις διάφορα ιλιγγιώδη νούμερα, εκατομμύρια αντίτυπα, ένα βιβλίο κάθε 27 δευτερόλεπτα, κοκ. Η επιτυχία ποτέ δεν είναι (μόνο) τυχαία… Εκ των υστέρων τουλάχιστον!


ΛεοπάρδαληΓιατί λοιπόν το σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα έγινε ξάφνου της μόδας; Ίσως να μας αρέσει επειδή κατά κάποιο τρόπο απομυθοποιεί τις θεωρητικά τέλειες, φαντασιακά ιδανικές βόρειες κοινωνίες, αυτές με το αψεγάδιαστο κοινωνικό κράτος, την τακτοποιημένη ζωή, την καθαριότητα στους δρόμους, τα κουρτινάκια στα παράθυρα φιλήσυχων ξύλινων σπιτιών, τους πρωθυπουργούς-ταξιτζήδες, στη Νορβηγία η οποία αποτελεί και το σκηνικό των βιβλίων του Nesbo, ας προσθέσουμε την πετρελαϊκή ευμάρεια και μια μακραίωνη αποχή από πολεμικές συγκρούσεις (εξ ου και είναι η νορβηγική ακαδημία εκείνη που απονέμει το Νόμπελ Ειρήνης). Στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού όμως κάποιος θα ανακαλύψει ένα ένοχο παρελθόν, μια ιστορία με ναζιστικές παρεκκλίσεις, πιο πίσω μια πολύ βίαιη παγανιστική μυθολογία. Αντιθέσεις και αντιφάσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε ρωγμές από τις οποίες θα ξεπηδήσει βίαια ένα καταπιεσμένο μάγμα. Κάποιες φορές η κατάληξη μπορεί να είναι και το έγκλημα (και όχι μόνο το «χάρτινο» αν θυμηθούμε την ακραία περίπτωση Μπρέιβικ). Και το αίμα γράφει «ωραία» στο χιόνι…

Κράτησε την ανάσα του. Ο θόρυβος σταμάτησε για λίγο. Άλλες 300 σελίδες… Αραιοτυπωμένες βέβαια και σε εκνευριστικά φτηνό χαρτί. Είχε πιαστεί, το στόμα του είχε στεγνώσει, αποφάσισε να πάει να ρίξει μια ματιά. Και λίγο νερό. Δίπλα στον νεροχύτη ένα απλυτήρι (κατά Καλοβυρνά), σπάνια το χρησιμοποιεί, ο μοναχικός πίνει κατευθείαν από το μπουκάλι. Οι κούτες από το delivery πρόλαβαν ήδη να ξεραθούν. Η χτεσινή pizza τρώγεται πάντως. Με λίγη (μπόλικη) καλή θέληση. Αφουγκράστηκε για λίγο. Τίποτα… Μόνο η βρύση που στάζει..

«Η ομίχλη γλίστρησε πάνω στην στιλπνή, μαύρη επιφάνεια της λίμνης Λίσερεν. Κατά μήκος των ακτών της, τα δέντρα στέκονταν με τους ώμους σκυφτούς, σαν μελαγχολικοί σιωπηλοί μάρτυρες». Ένας βατήρας σε μια παροπλισμένη πισίνα που μοιάζει με αγχόνη. Εξωτικές απύθμενες λίμνες με ύπουλα φονικές φουσκάλες μεθανίου. Σκηνές «κάτω από το ηφαίστειο». Άσπλαχνα λευκές εκτάσεις, ο αέρας σφυρίζει. Διαστροφικά τελετουργικοί φόνοι. «Δεν μπορούσε ν’ ακούσει τίποτα, ένιωθε όμως μια παρουσία. Σαν την παρουσία της λεοπάρδαλης. Ένιωθε τη θέρμη του κορμιού, ήταν βέβαιη… Τι περίμενε λοιπόν;».

Ο Νέσμπο σίγουρα ξέρει να φτιάχνει κλίμα. Μια ποιητική της νοσηρότητας. Το νέο του βιβλίο, η «Λεοπάρδαλη», όπως λέει κι ο ίδιος, είναι ότι πιο βίαιο και σκοτεινό έχει γράψει μέχρι σήμερα. Έχει πλάκα να σκέφτεσαι ότι αυτός ο τύπος γράφει και παιδικά βιβλία (με ήρωα τον Δόκτωρα …Πορδαλό!). Ίσως και σαν αντιστάθμισμα. Στο παρελθόν έχει παίξει ποδόσφαιρο, υπήρξε κάποτε οικονομικός αναλυτής, ενώ έχει και τη δική του μπάντα, τους Di Derre (ροκ παίζουν πάντως και ουχί …black metal). Διόλου περίεργο ότι στα βιβλία του παρεισφρύουν και μουσικές αναφορές (από Duke Ellington και Miles μέχρι Joy Division και Sex Pistols).


NesboΠάει καιρός που το αστυνομικό μυθιστόρημα έχει αποτινάξει από πάνω του τη ρετσινιά της φτηνής (παρα)λογοτεχνίας. Όλο δε και συχνότερα επιδιώκεται η αλληλεπίδραση με τα κοινωνικο-πολιτικο-οικονομικά δρώμενα του κάθε τόπου, κάθε τέτοιο μυθιστόρημα που σέβεται τον εαυτό του οφείλει να εμπερικλείει ανάλογους προβληματισμούς, έχουμε μάλιστα φτάσει σε ένα σημείο …αντίστροφης προκατάληψης. Τέτοιες αναφορές δεν απουσιάζουν από τον Nesbo. Άλλωστε δεν γράφει μαθηματικά «απομονωμένα» αστυνομικά αλά-Αγκάθα, αντιθέτως αγγίζει ακροθιγώς πολλά θέματα, η ματιά του είναι ευρεία, παγκόσμια, κάποιες φορές αιχμηρή. Δεν είναι όμως αυτή η κύρια αρετή των βιβλίων του. Γιατί πέρα από αυτά, ο άνθρωπος απλούστατα ξέρει να γράφει (τη μετάφραση της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη, η οποία αυτή τη φορά έγινε απευθείας από τα νορβηγικά και όχι με ενδιάμεση αγγλική γέφυρα, δεν μπορώ να την κρίνω, δεν γνωρίζω νορβηγικά ούτε έχω διαβάσει το πρωτότυπο, έχει πάντως ροή και κυλά δίχως προσκόμματα).

Ο πρωταγωνιστής του, ο ντετέκτιβ Χάρι Χόλε είναι ένας αντιήρωας, ένας ακόμη στην μακρά πινακοθήκη των κατεστραμμένων «μοιραίων» κυνηγών του νόμου, ένας άνθρωπος με πολλά προβλήματα, με τις κακοτυχίες και τις αναποδιές να τον καταδιώκουν αμείλικτα (ούτε ο Ξανθόπουλος στις ταινίες της ΚΛΑΚ τόση ατυχία). Στην «Λεοπάρδαλη», πέρα από το ποτό, τον τζόγο και τις ουσίες, θα τον ταλαιπωρήσει ένας ακόμη serial killer (μέχρι και στη Ρουάντα θα χρειαστεί να ταξιδέψει για χάρη του), ένας νέος εσωτερικός εχθρός θα εμφανιστεί, όπως και μία ακόμη συνεργάτιδα η οποία είναι (τι άλλο;) γοητευτική, «τα στήθια της δύο μικρά λοφάκια, δύο κύματα σε μια θάλασσα άψογου και λευκού σαν χιόνι δέρματος». Ξανά το χιόνι…

Θα μπορούσα στο σημείο αυτό να καταφύγω στο …κλισέ που χρησιμοποιούν οι κρητικοί ως …εύσημο για κάποιον συγγραφέα, το γεγονός ότι «αποφεύγει τα κλισέ». Στην πραγματικότητα ελάχιστες φορές αυτό το κομπλιμέντο έχει ουσιαστικό αντίκρισμα. Εν τέλει, η αξία δεν κρύβεται στα εργαλεία που χρησιμοποιείς, αλλά στον τρόπο που τα αξιοποιείς.

Εν προκειμένω… Ο Nesbo δεν αποφεύγει τα κλισέ, δεν πρωτοπορεί, δεν κομίζει κάτι νέο. Χρησιμοποιεί όμως τις υπάρχουσες τεχνικές της αστυνομικής παράδοσης με έναν αξιοθαύμαστο τρόπο. Σχεδόν τις τελειοποιεί. Στις σελίδες του μυθιστορήματος παίζει σαδιστικά με τον αναγνώστη. Στήνει συνέχεια παγίδες, δείχνει σε λάθος κατευθύνσεις, αφήνει υπαινιγμούς, ανοίγει ατελείωτα μονοπάτια δυνατοτήτων, όσο υποψιασμένος κι αν είσαι τελικά υποκύπτεις. Οι δε ανατροπές είναι συνεχείς, ίσως και σε υπερβολικό βαθμό, κάποιες στιγμές νομίζεις ότι έχει ήδη στο κεφάλι του την μελλοντική Χολιγουντιανή ταινία (ήδη έχουν γυριστεί οι «Κυνηγοί κεφαλών» και έχουν πουληθεί τα δικαιώματα του «Χιονάνθρωπου»). Επιπλέον, σχεδόν όλοι οι χαρακτήρες φαντάζουν ένοχοι, κανείς τους δεν έχει ζήσει μια φυσιολογική ζωή, όλοι κουβαλούν κάτι από το παρελθόν, οι λογαριασμοί που αναζητούν εξόφληση είναι πολλοί. Ακόμη και όταν βρεθεί ο ένοχος και αποδοθεί η δικαιοσύνη, κανείς δεν είναι τελικά αθώος… Το χιόνι δεν είναι πάντοτε λευκό…

Τέλος. Επιτέλους! 800 σελίδες ήταν αυτές. Δεν σε αφήνει όμως ο άτιμος, έτσι και ξεκινήσεις να διαβάζεις τα ξεχνάς όλα. Εν τω μεταξύ τα σκουπίδια έχουν αρχίσει να αναδίδουν μια περίεργη όχι πολύ ευχάριστη οσμή. Ο θόρυβος ήταν τελικά μια ευμεγέθης κατσαρίδα η οποία έσπευσε να κρυφτεί πανικόβλητη μόλις άναψε το φως. Ένα άλλο κακό με αυτά τα βιβλία: πιάνουν πολύ χώρο στη βιβλιοθήκη. Και είναι μίας χρήσης, μετά από μερικές μέρες δεν θα θυμάται πολλά… Το επόμενο πάντως με τίτλο «Φαντομάς» δεν θα αργήσει. Και σίγουρα θα σπεύσει να το αγοράσει. Το φθινόπωρο. Τότε τουλάχιστον δεν θα έχει αυτή την άρρωστη ζέστη… Χιόνι δύσκολο…

(Μεταίχμιο)

04/11/2013

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Εαρινό εξάμηνο: Ροκ λογοτεχνία Ι (ή μήπως μπα-ρόκ;)

(Όσο το δυνατόν πιστότερη εκδοχή της παρουσίασης του βιβλίου του Γιώργου Στόγια «Εαρινό εξάμηνο» στις 21 Οκτωβρίου 2013 στο Free Thinking Zone. Και με την επίγνωση ότι η μεταφορά του προφορικού λόγου στον γραπτό είναι εξ ορισμού ατελής και ανεπαρκής)


EarinoΝα ευχαριστήσω κατ’ αρχάς τον φίλο και συγγραφέα για τη χαρά και την τιμή να πω κι εγώ δύο λογάκια για το βιβλίο με το οποίο και πρωτο-εμφανίστηκε στα γράμματα, έτσι δεν είναι η φιλολογικώς «ορθή» έκφραση (κατ’ αναλογία στην ζωγραφική θα λέγαμε «εμφανίστηκε στα χρώματα»; πάντοτε μου φαινόταν κάπως αστεία αυτή η έκφραση).

Δεν ξέρω βέβαια αν πρέπει να τον ευχαριστήσω που με έβαλε σε αυτή τη θέση, βγάζοντας με από την ασφάλεια των γραπτών πίσω από την οθόνη του υπολογιστή, την οποία βασικά εξακολουθώ να προτιμώ, αλλά νομίζω θα το ξεπεράσω για απόψε και μόνο.

Πριν μπούμε στα μουσικά για τα οποία υποτίθεται είμαι εδώ, θα ήθελα να πω κι εγώ λίγες παρατηρήσεις για το ίδιο το βιβλίο γενικότερα. Μόνο που σύμφωνα με το «σκονάκι μου» (σε πανεπιστημιακό κλίμα είμαστε άλλωστε!), κάπου γράφει και ο ίδιος ότι «η κολακεία είναι ένα πιάτο που τρώγεται παντοιοτρόπως, όπως η μακαρονάδα». Μπροστά σε ένα τέτοιο δίλημμα νομίζω ότι θα προτιμήσω να τον καλέσω στο σπίτι για μια μακαρονάδα, παρά να καταφύγω στην κολακεία.

Να ομολογήσω κατ’ αρχάς ότι δεν παρακολούθησα όλη αυτή τη δημιουργική διαδικασία στο facebook, την κεφάλαιο-κεφάλαιο παρουσίαση και έκθεση στο κοινό, παρόλο που είμαστε φίλοι σε αυτό το όργανο του …οξαποδώ. Περίμενα υπομονετικά να δω και να διαβάσω την τελική μορφή. Και χαίρομαι που είδα σε μια συνέντευξή του ότι κάπως περιορίζει τη σημασία, τη βαρύτητα αυτής της διαδικασίας. Προσωπικά αν και πιστεύω σε πολλών ειδών συλλογικότητες, από την πολιτική έως και την μαγειρική ακόμη, στην τέχνη και τη δημιουργία δεν χωρά και πολύ η δημοκρατία, ειδικά η λογοτεχνία είναι κατά βάση μια μοναχική άσκηση. Γι’ αυτό κι ελάχιστα συλλογικά λογοτεχνικά έργα έχουν μείνει στην ιστορία, πλην ίσως ελαχίστων εξαιρέσεων μετρημένων στα δάχτυλα του ενός χεριού (…ξυλουργού κιόλας).

Το «Εαρινό εξάμηνο» λοιπόν είναι ένα βιβλίο το οποίο διαβάζεται και ρέει ευχάριστα, βασικά δεν είναι βαρετό το οποίο θεωρώ το μεγαλύτερο κρίμα και αμάρτημα για ένα βιβλίο. Από ένα κακό βιβλίο ενίοτε κάτι μπορεί να κερδίσεις, μπορεί να σε κεντρίσει, να αποτελέσει αφορμή για μια σκέψη. Ένα βαρετό είναι απλώς και μόνο …βαρετό.

Μου αρέσει ο τρόπος με τον οποίο έχει συνδυάσει τις διαφορετικές τέχνες, το λόγο, την εικόνα και τον ήχο (σαν ένα …βαγκνερικό Gesamtkunstwerk). Μου αρέσει ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει την ηρωίδα του, τη διαβόητη Ντίνα, μια προσωπικότητα (μεταξύ μας!) μάλλον αντιπαθή, χωρίς να παίρνει ηθικολογική θέση απέναντι της. Μου αρέσει ότι πουθενά δεν χρησιμοποιεί τη λέξη «κρίση», και ότι καταφέρνει να πολιτικολογεί χωρίς να πολιτικολογεί.


Earino2

Επιπλέον μου ξύπνησε πολλές αναμνήσεις από τα φοιτητικά μου χρόνια, ειδικά με τον παραστατικό τρόπο με τον οποίο σκιαγραφεί τον πανεπιστημιακό χώρο. Την πιστότητα δεν μπορώ να την εγγυηθώ, το ακαδημαϊκό περιβάλλον το άφησα εδώ και δεκαπέντε χρόνια, ρίχνοντας πίσω μου μάλιστα μια μαύρη πέτρα (να με το συμπάθιο!). Αλλά στις βασικές του κατευθύνσεις νομίζω τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει, το ελληνικό πανεπιστήμιο με την ελευθεριότητα που το χαρακτηρίζει (κάποιοι μπορεί να την ονομάσουν και ανομία) σου δίνει τη δυνατότητα να ζήσεις, να αναζητήσεις τον εαυτό σου, να κοινωνικοποιηθείς, είτε παίζοντας …τάβλι στο κυλικείο, είτε μετέχοντας σε πολιτικές ομάδες, σε θεατρικές ομάδες (καλή ώρα), σε κάθε τύπου ομάδες. Αυτός άλλωστε είναι κατά τη γνώμη μου και ένας από τους ρόλους του πανεπιστημίου, πέρα από τη στενή ακαδημαϊκή κατάρτιση. Να σου δίνει δηλαδή τη δυνατότητα και τον ελεύθερο χρόνο να ασχοληθείς με αλλότρια, πριν μπεις στον εργασιακό μύλο της ζωής (λέμε τώρα, αναφέρομαι στις εποχές όπου υπήρχε αυτό το αγαθό που αποκαλούμε «εργασία»).Η μουσική λοιπόν… Η μουσική είναι πολύ σημαντική για τον συγγραφέα και αυτό φαίνεται όχι μόνο από τον δίσκο ο οποίος συνοδεύει το βιβλίο σαν soundtrack αλλά ανιχνεύεται σε κάθε κυριολεκτικά σελίδα του, καθ’ υπερβολή ακόμη και σειρά του. Η άλλη προφανής αγάπη του είναι το θέατρο, μάλλον βρισκόμαστε μπροστά σε ένα κλασικό δίπολο σαν αυτό που τραγούδησε ο ποιητής «από δω η γυναίκα μου κι από δω το αίσθημά μου».

Αξίζει να σημειώσω ότι αλίευσα στο βιβλίο πολλές παρατηρήσεις υψηλής ευστοχίας και οξυδέρκειας όσον αφορά τη μουσική, η αγαπημένη μου είναι εκεί κάπου γράφει για τους Triffids, παλιά αγάπη αμφοτέρων νομίζω: «να ο McComb ήθελε να εκφράσει με τη μουσική του ολόκληρη τη ζωή, τις δυνατότητες που έκρυβε για ευτυχία ή τρόμο και τελικά βρήκε μόνο την αργή αποσύνθεση.» (σ. 417). Μια πολύ ωραία πρόταση για έναν πολύ ωραίο άνθρωπο κι ένα πολύ ωραίο συγκρότημα.


Earino3

Με την ευκαιρία που προσεγγίσαμε πλέον τα μουσικά χωρικά ύδατα, και μιας που γνωρίζω ότι ο συγγραφέας είναι …οικογενειακός μετανάστης στην Κύπρο, θα ήθελα να εκφράσω μια απορία την οποία είχα από πολύ παλιότερα χρόνια. Πως μπορεί σε αυτό το μικρό μαρτυρικό νησί το οποίο ανέδειξε μουσικά μεγέθη όπως ένας Χατζηγιάννης, ένας Αλκίνοος, μία Βίσσσση, η ροκ μουσική σκηνή του να μαστίζεται από ξηρασία και λειψυδρία χειρότερη από την κυριολεκτική;Ας αφήσουμε το ερώτημα να αιωρείται και ας καταπιαστούμε με την αποκωδικοποίηση και ίσως εν τέλει την αναίρεση του ελαφρώς προβοκατόρικου και με νύξεις …σεφερλίδειου χιούμορ τίτλου της παρουσίασης: Εαρινό εξάμηνο: Ροκ λογοτεχνία Ι (ή μήπως μπα-ρόκ;). Ήδη με τη διατύπωση και μόνο τίθενται ζητήματα ορισμών, όπως άλλωστε θα γινόταν και σε ένα οποιοδήποτε τυπικό πανεπιστημιακό μάθημα. Δεν θα ασχοληθούμε προφανώς με τον ορισμό της λογοτεχνίας αλλά θα εστιάσουμε στο ροκ. Τι είναι λοιπόν ροκ;

Για να μην μπλέξουμε πολύ και για να διευκολύνουμε τη ζωή μας, ας περιοριστούμε στην παρατήρηση ότι κατά κάποιο τρόπο το ροκ είναι σαν την πορνογραφία, την οποία μπορείς να την αναγνωρίσεις χωρίς απαραιτήτως να την ορίσεις. Και έτσι να την περιορίσεις, διότι κάθε ορισμός είναι …εξ’ ορισμού περιορισμός.


Earino4

Πάντως ανοίγοντας το βιβλίο του Στόγια, ήδη από την πρώτη του σελίδα πέφτουμε πάνω σε μια παράθεση στίχων ενός καναδικού σχήματος, των Junior Boys. Οι οποίοι δεν νομίζω να φανταζόντουσαν ποτέ ότι στίχοι τους θα απολάμβαναν τέτοιας τιμής. Με το συγκεκριμένο κομμάτι μάλιστα, το «In the morning», το οποίο έχει χρησιμοποιηθεί και σε διαφήμιση γνωστής αλυσίδας ξενοδοχείων. Αν δε το κομμάτι το άκουγε ένας παραδοσιακός πιουρίστας ροκάς, υποθέτω θα σηκωνόντουσαν ορθές οι τρίχες της κεφαλής του με αυτά τα καταραμένα σύνθια-μπλιμπλίκια που το χαρακτηρίζουν, γιατί ως γνωστόν ροκάς είσαι μόνο αν κρατάς κιθάρες, μπάσο, ντραμς, το ροκ ανέκαθεν ήταν ολίγον τεχνοφοβικό. Βέβαια θα μου πείτε οι ηλεκτρικές κιθάρες ήταν παλιότερα η τελευταία λέξη της τεχνολογίας, διόλου περίεργο πάντως αν σκεφτούμε ότι η τεχνοφοβία συνήθως δεν είναι παρά η λατρεία της τεχνολογίας μιας παλαιότερης εποχής.Το σίγουρο είναι ότι η έννοια ροκ ακόμη και σε εκείνους που δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με το αντικείμενο, υποδηλώνει κάτι το αντισυστημικό, το εναλλακτικό, το οριακά (και όχι μόνο!) παράνομο, την αμφισβήτηση απέναντι στην εξουσία και το κατεστημένο, το ροκ έχει γίνει κάτι σαν ένας τίτλος αγωνιστικής τιμής.

Ξεχνάμε βέβαια ότι ροκ παίζουν και οι ναζί, υπάρχει ας πούμε το oi punk με πολύ έντονη παρουσία τους, υπάρχει χριστιανικό ροκ, το οποίο μάλιστα μοσχοπουλάει στις ΗΠΑ, ακόμη και ήρωες οι οποίες κόσμησαν πολλά μπλουζάκια της πρώτης (και όχι μόνο) νεότητας μας, όπως ας πούμε οι πανκ Ramones είναι αρκετά γνωστό ότι ήταν στην πλειοψηφία τους συντηρητικότατοι, οπαδοί του Ρέιγκαν. Για να μην περάσουμε και στη λογοτεχνία, όπου π.χ. ο αρχιερέας της beat ποίησης ο Kerouac είχε υποστηρίξει αναφανδόν την εισβολή στο Βιετνάμ.


Earino5

Μιλώντας για punk θυμάμαι τον Ηenry Rollins, τραγουδιστή της γνωστής hardcore μπάντας των 80s Black Flag, στο εξαιρετικό ντοκιμαντέρ με τίτλο «Punk Attitude» του Don Letts. Εκεί αφηγούμενος με τον μοναδικό του ιδιότυπο τρόπο την ιστορία της γένεσης του ροκ, λέει ότι το 1955 υπήρχε από τη μία μεριά η μουσική της μαμάς και από την άλλη ο Elvis Presley. Και μετά (πριν έρθουν οι …μέλισσες) ήρθαν οι Beatles, οι Stones, οι Led Zeppelin, οι Pink Floyd, το πανκ, το γκραντζ, κοντολογίς όλα αυτά τα είδη και ονόματα τα οποία συνιστούν το σώμα αυτού που εννοούμε ως ροκ.Τι γίνεται όμως όταν μοιραία και με την πάροδο των ετών το ροκ γίνεται πλέον μέρος του συστήματος, γίνεται η μουσική των γονιών, του μπαμπά και της μαμάς; Και όχι μόνο αυτό, αλλά επιπλέον χρησιμεύει σαν ένα άλλοθι στα πλαίσια της κλασικής μετάβασης αριστερός στα 20, στα 40 η τσέπη μετατοπίζεται δεξιά, είσαι πλέον με το νόμο και την τάξη, καταδικάζεις τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται, αλλά από την άλλη «ξέρεις τι αγωνιστής ήμουνα εγώ στα νιάτα μου, τότε που ακούγαμε Clash, αυτά ήταν χρόνια, αυτή ήταν μουσική» και σήμερα δίνεις τα 40 ευρώ για να δω τον Waters να γκρεμίζει και να χτίζει και πάλι το τείχος του.

Σε αυτό το πλαίσιο η Ντίνα «αγοράζει» κάμποση από τη στερεότυπη ιδεολογία του ροκ, θέλει πραγματικά να είναι ροκού, εναλλακτική, επαναστάτρια. Κάπου μέσα της όμως τσινάει, κάπως διαισθάνεται την αντίφαση και το οξύμωρο του πράγματος. «Αντάρτισσα της πορδής με τα λεφτά του μπαμπά» κατά τον περίφημο στίχο του Πορτοκάλογλου. «Δεν με πειράζει να παίρνω εκφράσεις της μάνας μου, όταν μου βγαίνουν δικές σου, εκεί είναι που τρελαίνομαι» λέει σε ένα καβγά της με τον μουσικόφιλο μπαμπά Αντώνη.


Earino6

Οπότε δεν διστάζει να καταδικάσει τους Sex Pistols σαν ξεπερασμένους, (παρόλο που η αλήθεια βρίσκεται στους Sex Pistols-γκεγκε;- κατά τον Πετρόχειλο στην cult ελληνική ταινία). Και φυσικά ακούει και ένα σωρό άλλα πράγματα που κάποτε δεν θα ήταν και πολύ ροκ ορθά. Γιατί ανήκει σε μια γενιά, ή καλύτερα μια υπο-γενιά (δεν μου αρέσει το άκριτο τσουβάλιασμα σε θεωρητικά κατασκευασμένες γενιές) η οποία έχει ένα μεγαλύτερο εύρος ακουσμάτων, είναι πιο απενοχοποιημένη, ίσως και με μια τάση επίδειξης γνώσεων και λίγη σνομπαρία, η οποία όμως είναι αποδεκτή σε έναν βαθμό σε αυτές τις ηλικίες.Θα μου πείτε η αιτία για αυτό μπορεί να είναι η τρομερά αυξημένη ευκολία πρόσβασης στη μουσική, αλλά η γενικότερη στάση των νέων μου φαίνεται γενικά υγιέστερη από παλιότερα, όταν μερικές φορές ήταν πιο σημαντικό το τι δεν άκουγες παρά το τι άκουγες και οι διαχωριστικές γραμμές ήταν πιο σαφείς και ξεκάθαρες, ενίοτε και ηλεκτροφόρες…

Κατά τα λοιπά ο τρόπος που ακούει η Ντίνα μουσική, ας πούμε το γεγονός ότι της αρέσει να βιώνει την πραγματικότητα μέσα από στίχους τραγουδιών, αντανακλά μια γενικότερη στάση απέναντι στη μουσική στην Ελλάδα. Γενικά νομίζω δεν αγαπάμε τη μουσική στη χώρα μας, η μουσική παιδεία έτσι κι αλλιώς είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Η αντιμετώπιση της θα έλεγα ότι είναι «χρηστική». Η μουσική μπορεί να χρησιμεύει ως ένα χαλί, για διασκέδαση, για χορό, είτε πάνω σε ένα τραπέζι είτε στο mosh pit μια πανκ συναυλίας και επίσης είναι πολύ στιχοκεντρική. Γι’ αυτό και η «καθαρή» μουσική, αυτή χωρίς στίχους, δεν έχει και πολύ στον ήλιο μοίρα στα μέρη μας. Αφήστε δε που εν προκειμένω το ροκ δεν ξεκίνησε με επίκεντρο το στίχο, τα λόγια του ήταν περισσότερο συνθήματα, το ροκ ήταν μια σωματική έκφραση στη βασική της, σχεδόν ζωώδη μορφή (οι περιβόητοι γοφοί του Elvis).


Earino7

Για να έρθουμε τώρα και στην περίφημη ροκ λογοτεχνία. Αφορμή υπήρξε μια διαδικτυακή μας συζήτηση από την οποία είχε προκύψει κι ένα ερώτημα του τύπου: «μήπως η προσπάθεια για ένα ελληνικό ροκ μυθιστόρημα είναι αυτόχρημα και καταδικασμένα φαιδρή;» Το σκέφτηκα αρκετά, βασικά έχω ένα θέμα όταν οι έννοιες, επίθετα ή ουσιαστικά χρησιμοποιούνται εκτός πλαισίου, εκτός context. Ειδικά το ροκ έχει ξεχειλωθεί κυριολεκτικά, μέχρι και πολιτικός όρος έγινε κάποτε, αν θυμάστε το σκληρό ροκ ενός πάλαι ποτέ Λαλιώτη ενός πάλαι ποτέ κόμματος που λεγόταν ΠΑΣΟΚ.Για να ξεκαθαρίσω το τοπίο της άποψης μου: το ροκ στη λογοτεχνία, σαν αναφορά, σαν επιρροή ή σαν πλαίσιο δράσης μπορώ να το καταλάβω. Το «ροκ μυθιστόρημα» μπορώ να το αντιληφθώ μόνο μεταφορικά, σαν μια ποιητική αδεία. Σε αναγωγή, έχετε ακούσει ποτέ για μέταλ μυθιστόρημα, για πανκ μυθιστόρημα, ή ακόμη χειρότερα για electro μυθιστόρημα; Θα ακουγόταν σχεδόν αστείο. Και βασικά δεν μπορώ να φανταστώ κάποιον νέο ο οποίος θα ήθελε να κάνει κάτι σε σχέση με το ροκ και να θέλει να πιάσει ένα πινέλο ή μια κινηματογραφική κάμερα. Μπάσο, κιθάρα, ντραμ θα αναζητήσει, άντε και κανένα σύνθι…

Κατά τη διαδικασία της περαιτέρω ανάλυσης της άποψης αυτής, θυμήθηκα ένα κείμενο που είχα διαβάσει προ καιρού. Γενικά σπάνια επικαλούμαι τη βοήθεια τσιτάτων από αλλού, αλλά αυτή τη φορά το συγκεκριμένο ήταν ακριβώς πάνω στον στόχο. Θα σας διαβάσω λοιπόν μια παράγραφο από ένα άρθρο ενός από τους ελάχιστους μουσικοκριτικούς που διαθέτουμε στη χώρα, του Φώντα Τρούσα, αρχισυντάκτη του προσφάτως και ελπίζουμε όχι οριστικώς αποδημήσαντος «Jazz & Τζαζ». Περιττό να πω ότι συμφωνώ ακόμη και στην τελευταία συλλαβή του:


Earino8

«Αρκούν, σε πολλές περιπτώσεις, μια-δυο αναφορές στους Doors, στον Dylan, ή στον Nick Cave, κανά πιοτί (και δύο, και τρία), μερικά τσιγάρα (καλύτερα χωρίς το… τσι, για να υπάρχει, έτσι πασπαλισμένη, και ολίγη παρανομία), ένας υποτιθέμενος «ροκ τρόπος ζωής» δηλαδή, και από ‘κει και πέρα το αφήγημά σου ή το ποίημά σου εντάσσεται αυθωρεί στον κύκλο της ροκ λογοτεχνίας και πάμε γι’ άλλα… Αν μάλιστα το υπό εξέτασιν ποίημα ή πεζό δεν διαθέτει κάτι απ’ αυτά (αναγκαστικώς), αλλά είναι κάπως, πώς να το πούμε… κολασμένο, ολίγον ελευθεριακό και αντικομφορμιστικό, τότε μπορεί να λησμονήσουμε και τα ηλικιακά όρια του rock, επεκτείνοντας την ροκ ποίηση και λογοτεχνία ακόμη και προς τη δεκαετία του ’30.»Με αυτό τον τρόπο λοιπόν κατά καιρούς οι πάντες βαπτίστηκαν ροκ: ροκ και ο Καρούζος, ροκ και ο Βαμβακάρης, ροκ και ο Βαμβακούλας (αυτός είχε και το κατάλληλο μαλλί αν μη τι άλλο), και ακόμη πιο πίσω στο χρόνο ροκ και ο Όμηρος. Και έτσι η μπάλα χάθηκε κυριολεκτικά. Και έτσι φοβάμαι ότι δεν θα «απονείμω» τον τίτλο του ροκ μυθιστορήματος στο «Εαρινό Εξάμηνο». Τώρα που το σκέφτομαι ακόμη και η μουσική του Αντώνη Τσαγκάρη που συνοδεύει το έργο απέχει αρκετές παρασάγγες από αυτό που καταλαβαίνουμε όλοι σαν ροκ.

Τελειώνοντας, θα τρομάξω λίγο τον συγγραφέα, τώρα αρχίζουν τα δύσκολα, που έλεγε και ο γνωστός τροβαδούρος, γιατί περιμένει στη γωνία ο περίφημος δύσκολος δεύτερος δίσκος. Στον ελληνικό χώρο ιδιαίτερα, είτε μιλάμε για μουσική είτε για λογοτεχνία έχουν περισσέψει τα καλά, πολύ καλά, ή συμπαθητικά πρωτόλεια, αλλά έχουμε πολύ λιγότερες καλές δεύτερες, τρίτες, τέταρτες κοκ προσπάθειες.

Και όσο κι αν λέει ο Καβάφης (και όχι, ορκίζομαι, δεν το διάβασα σε κάποιο τρόλεϊ ερχόμενος εδώ!) για το πρώτο σκαλί «εδώ που έφτασες, λίγο δεν είναι», νομίζω από ένα δεύτερο σκαλί θα έχεις αν μη τι άλλο λίγο καλύτερη θέα…

Ευχαριστώ και καλή συνέχεια.

28/10/2013

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Philip Kerr – Η τριλογία του Βερολίνου

Οι βιολέτες του Μάρτη/ Ο χλομός εγκληματίας/ Γερμανικό ρέκβιεμ

TrilogiaΔεν υπάρχει καμία αμφιβολία, τo Βερολίνο είναι της μόδας. Εδώ και αρκετά χρόνια κιόλας… Και όχι αδίκως εδώ που τα λέμε. Πως να αντισταθείς άλλωστε στην αύρα ενός μύθου και ενός (ύστερου) παρακμιακού ρομαντισμού ο οποίος έχει ως συστατικά του υλικά (προσοχή, προσοχή, ακολουθεί υπερβολική δόση κοινοτοπιών!) Bauhaus, καμπαρέ, Μπρεχτ, Μαρλένε Ντίτριχ, τείχος, Αλεξάντερπλατς, Lou Reed, Bowie και Iggy, καταλήψεις, φοιτητικές εξεγέρσεις, RAF, Βιμ Βέντερς, και σταματώ εδώ (τα έχουμε άλλωστε γράψει αναλυτικότατα αλλού για το Βερολίνο stili.asp?id=36801). Κι ας αποτελεί σήμερα την καρδιά του …κτήνους κάτω από τη μπότα του οποίου στενάζει ολάκερη η Ευρώπη, την πρωτεύουσα της χώρας η οποία αγνοεί έννοιες όπως φακελάκι, περαίωση, κατώτατος μισθός και άλλα τέτοια εξωτικά (γεγονός βέβαια που δεν μπορεί να αποτρέψει το ολοένα και διογκούμενο ρεύμα μετανάστευσης). Έτσι είναι όμως, ο καλός ο μύθος πρέπει πάντοτε να έχει και τις αντιφάσεις του…

Εξίσου της μόδας είναι και οι αναφορές στο προπολεμικό Βερολίνο, με έμφαση στους καιρούς της Βαϊμάρης, στα πλαίσια ειδικότερα μιας προσπάθειας εξήγησης του παρόντος αλλά ενίοτε και πρόβλεψης του μέλλοντος. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι εκείνη η εποχή σφράγισε ανεξίτηλα τη μοίρα της ανθρωπότητας για ολόκληρο τον εικοστό αιώνα (και βάλε). Θα αφήσω στην άκρη μια γενικότερη τάση εξωραϊσμού (λες και όλα ήταν ιδανικά στην Βαϊμάρη μέχρι που ήρθε το τέρας της αποκάλυψης με το αστείο μουστάκι και μετά ο κόσμος σταμάτησε να χορεύει …swing). Δεν βρίσκω όμως ιδιαίτερο νόημα σε αυτό το κυνήγι των αναλογιών, όχι γιατί δεν υπάρχουν τέτοιες (κάποιες είναι μάλιστα και χτυπητές), αλλά γιατί πεποίθησή μου είναι ότι η Ιστορία ούτε διδάσκει ούτε επαναλαμβάνεται (πόσο μάλλον προβλέπει). Ας μην ανοίξουμε παρτίδες με ένα τόσο μεγάλο και πολυπλόκαμο θέμα, αλλά ας σημειώσω ότι η Ιστορία δεν αφορά τόσο μια κάποια μεταφυσική «ιστορική» αλήθεια του παρελθόντος αλλά το τι σήμερα θεωρείται «ιστορική αλήθεια». Η Ιστορία μοιάζει με ένα τεράστιο ενυδρείο όπου ο καθένας μπορεί να ψαρέψει ακριβώς εκείνο το «ψάρι» το οποίο θα θρέψει καλύτερα οπτικές, πολιτικές, ιδεολογίες και επιδιώξεις του παρόντος.

Κάπου εδώ σε αυτή τη δημιουργική (απ’ όποια σκοπιά και να τη δεις) διαδικασία μπαίνει και η λογοτεχνία. Προνομιακά πεδίο της οποίας είναι η λεγόμενη μικροϊστορία, αυτή που διαφεύγει από τα ραντάρ της ακαδημαϊκής επιστήμης, αυτή που μελετά τις ζωές και τις αντιδράσεις (ή τα περιθώρια αντίδρασης) ανθρώπων τους οποίους η μοίρα έριξε στην αναπόδραστη ροή του ποταμού των μεγάλων γεγονότων. Η δε ικανότητα του λογοτέχνη κρίνεται ακριβώς στον τρόπο με τον οποίο θα καταφέρει να διατηρήσει την ισορροπία μεταξύ του πειρασμού υποκατάστασης της Ιστορίας ως επιστήμης και της εκμετάλλευσης της ως ένα βολικά γοητευτικό σκηνικό.

Από αυτό τον μύθο λοιπόν αντλεί το μεγαλύτερο μέρος της έλξης που ασκεί και το παρόν βιβλίο. Στην πραγματικότητα βιβλία, καθώς πρόκειται για επίτομη συλλογή παλιότερων εκδόσεων σε έναν καλαίσθητο και βολικό τόμο (ας μην γίνω τώρα κακός και σχολιάσω την έσχατη γενικότερη μανία με τις διάφορες εμπορικά «αναβαπτισμένες» τριλογίες). Μέσα δε σε αυτά τα συμφραζόμενα δεν είναι διόλου παράξενο ότι εμφανίστηκε και στις λίστες των ευπώλητων, όπου μάλιστα έχει «κατσικωθεί» με μια αξιοσημείωτη διάρκεια.
KerrΟ συγγραφέας χρησιμοποιεί τη φόρμα του αστυνομικού μυθιστορήματος για να πει τις ιστορίες του οι οποίες διαδραματίζονται σε τρεις διαφορετικές εποχές του Βερολίνου: η πρώτη λίγο πριν από τους Ολυμπιακούς αγώνες του 1936, η δεύτερη λίγο πριν από την έκρηξη του πολέμου, το 1938, και η τρίτη στην αγνώριστη, τετραπλά κατεχόμενη πόλη του 1945. Το οποίο αστυνομικό μυθιστόρημα είναι κατά βάση ένα συντηρητικό είδος, όχι μόνο λόγω της μανιχαϊστικής του αντίληψης, ούτε επειδή στο τέλος αποκαθίσταται η τάξη, η ασφάλεια και το Καλό θριαμβεύει, αλλά και επειδή διαθέτει μια σειρά τυποποιημένων συμβάσεων. Από την άλλη βέβαια η ύπαρξη αυτών των συμβάσεων θέτει και μια πρόκληση στον εκάστοτε συγγραφέα να τις υπερβεί ή και να τις καταργήσει στην πράξη. Το έχουν καταφέρει την τελευταία εικοσαετία αρκετοί, συμβάλλοντας έτσι σε μια άνοιξη αυτού του λογοτεχνικού είδους έχοντας αποτινάξει από πάνω του τη ρετσινιά της παραλογοτεχνίας και ανοίγοντας το σε μια ευρύτερη κοινωνική και πολιτική παρέμβαση.

Ο Φίλιπ Κερ πάντως δεν έχει καμία τέτοια «ριζοσπαστική» διάθεση, το αντίθετο μάλιστα (μην ξεχνάμε ότι αυτά τα βιβλία γράφτηκαν στο διάστημα ’89-91). Η σκιά του Ρεϋμόνδου του Τσάντλερ πέφτει πάνω του βαριά, μια σκιά όμως που τον οδηγεί κατά στιγμές σε έναν μιμητισμό στα επίπεδα της παρωδίας (φευ, δεν είναι όμως!). Ο ήρωας του, ο Μπένι Γκούντερ, πρώην παραιτημένος αστυνομικός, έχει μελετημένες δόσεις αντι-ηρωισμού, είναι φυσικά σκληρός και κυνικός, και εννοείται ότι οι γυναίκες που του λαχαίνουν είναι μοιραίες, θέες, με στήθη «μιας πραγματικής σταρ του σινεμά», απαραιτήτως με ζαρτιέρες και πρόθυμες να του κάτσουν με την πρώτη (πολλοί το κάνουν αυτό στη λογοτεχνία, λες και φαντασιώνονται τη ζωή που δεν έζησαν).

Η γραφή του Κερ έχει μια σαφή κινηματογραφική διάσταση, είναι εμφανές ότι είναι επηρεασμένος από όλη την κινηματογραφία του μεταπολεμικού φιλμ νουάρ, πιθανόν να είχε και κατά νουν ένα μελλοντικό γύρισμα σε ταινία (ακόμη δεν…). Για παράδειγμα το καλύτερο από τα τρία βιβλία, το τρίτο, όπου η δράση μεταφέρεται στην επίσης κατεχόμενη Βιέννη, μοιάζει σαν ένας φόρος τιμής στον «Τρίτο άνθρωπο» (τόσο τον λογοτεχνικό του Γκρην όσο και τον κινηματογραφικό του Ριντ).

Το ύφος του από την άλλη χαρακτηρίζεται από έναν καταιγισμό τολμηρών παρομοιώσεων και μεταφορών, άλλοτε επιτυχημένων και άλλοτε ακροβατούντων στα όρια του …υπαρκτού σουρεαλισμού και της κακής αισθητικής (αυτός ο Τομ Ρόμπινς έχει ανοίξει κακό λογαριασμό). Δείγματα προς ιδία κρίση: «Τα χείλη της έμοιαζαν με συνδετήρα», «είχε τη φαντασία ευνουχισμένου αλόγου», «ήταν προικισμένος με το ταλέντο τούρκων νάνων», «η κοιλιά του εξείχε σαν συρτάρι ταμειακής».

Οι μεταφράσεις των βιβλίων (Αντώνης Καλοκύρης, Ντενίζ Ρώντα) σε γενικές γραμμές ρέουν και δεν βάζουν πολλά εμπόδια στο διάβασμα. Από κει και πέρα, ειδικά η μετάφραση στον πρώτο τόμο (η οποία υποθέτω δεν πέρασε από νεότερη επιμέλεια στην ανατύπωση) έχει αρκετές αστοχίες οι οποίες βγάζουν πραγματικά …μάτι.

Προβληματικές ας πούμε είναι οι αποδόσεις των ονομάτων στην ελληνική. Αφού έχουμε πια συμφωνήσει να ακολουθούμε τη φωνητική απόδοση, ας είναι τουλάχιστον αυτή όσο το δυνατό εγγύτερη στην πραγματική (αρκεί να μην οδηγεί σε «λούμπες» όπως ο δήμαρχος του Ρόθενμπουργκ να εμφανίζεται ως ….Μπεργομάιστερ). Δεν είναι δα τα γερμανικά μια τόσο εξωτική γλώσσα, πόσο μάλλον όταν μιλάμε και για ευρύτερα πλέον γνωστά τοπωνύμια (όπως τα περίφημα …Εξάρχεια του Βερολίνου, η συνοικία του Κρόιτσμπεργκ η οποία αποδίδεται ως Κρούζμπεργκή ο ποταμός ο οποίος ξαναβαπτίζεται ως Σπρι). Δύσκολα περνούν επίσης απαρατήρητα και κάποια χοντρά πραγματολογικά σφάλματα, όπως για παράδειγμα (και μάλιστα σε υποσημείωση του μεταφραστή) εκεί όπου συγχέεται το αποτυχημένο κίνημα του Kapp το οποίο έλαβε χώρα το 1920 στο Βερολίνο, με το πραξικόπημα της μπυραρίας (και όχι βέβαια …Πουτς) του Χίτλερ στο Μόναχο του 1923 (σ. 71). Ή εκείνη η αναφορά στη διαβόητη λεωφόρο Ούντερ Ντεν Λίντεν («Υπό τας Φιλύρας» που λέγανε οι παλαιότεροι) της οποίας το όνομα αποδίδεται στις …λεμονιές που την περιστοίχιζαν (σ. 146). Μα …λεμόνια Βερολίνου;

Εν γένει πρόκειται για ένα έργο το οποίο διαβάζεται εύκολα και ευχάριστα, αλλά φυσικά δεν πρόκειται για το χαμένο αριστούργημα όπως διαβάζω γενικότερα δεξιά και αριστερά. Δεν φτάνει ούτε στον αστράγαλο ενός Ιζό, ακόμη κι ενός Ράνκιν (για να μην πάμε μακριά, μιας που είναι και αυτός Σκωτσέζος). Και αν ενδιαφέρεστε πραγματικά να μπείτε στο κλίμα των εποχών εκείνων προτιμήστε έναν Χανς Φάλαντα ή εκείνη την συγκλονιστική ανώνυμη «Γυναίκα του Βερολίνου».

(Κέδρος)

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr