Category Archives: Live

Όταν κοιτάς από μακριάαα… – Κώστας Χατζής


ΚΧατζής1

Με την προσμονή της πρώτης φοράς το ζευγάρι είχε στριμωχτεί στο μικρό τραπεζάκι, κάπου στις πίσω σειρές, σαν κάπως παράταιρο έμοιαζε ανάμεσα στις ηλικίες τριγύρω, κύριοι με φαλακρίτσα και κοιλίτσα, οι κυρίες περασμένης νεότητας, στολισμένες, με τα καλά τους, όχι με τον κραυγαλέο τρόπο όμως, αλλά εκείνον τον σεμνό, τον λαϊκό, που επιτρέπει κι ένα πιτσικαρισμένο τακούνι, κάπου μπροστά κάθονται δύο, αδερφές τις φτιάχνει η φαντασία, μοιάζουν σαν να άφησαν πριν από λίγο το κέντημα στον καναπέ για να έρθουν εδώ Κυριακή βράδυ, να ακούσουν τον τραγουδιστή που τους θυμίζει τα χρόνια εκείνα. Τα δύσκολα αλλά και καλά. Όλα είναι καλά όταν έχουν περάσει και τα έχεις αφήσει πίσω στην ασφάλεια του παρελθόντος…Είπα σε πολλούς ότι θα πάω να δω τον Κώστα Χατζή. Ήταν κάποιοι που ξαφνιάστηκαν, γι’ αυτούς φάνηκε να έχει περάσει στην κατηγορία των καλλιτεχνών της κατηγορίας «ζει ακόμη;», που όταν αποδημήσει (χτυπάμε ξύλο όλοι μαζί!) θα έχει την δική του R.I.P. ημέρα διασημότητας στα κοινωνικά μύδια μαζί με τα παχιά λόγια για την μεγάλη απώλεια. Άλλοι θυμήθηκαν με συγκίνηση πότε τον είχαν δει και πρωτοδεί, ένας φίλος ήταν πέντε χρονών, στην Τρίπολη στο σινεμά Αρκαδία (που πολλά χρόνια δεν υπάρχει πια), άλλος σε μπουάτ στα μέσα του ’80, ένας άλλος θυμήθηκε το «Ρεσιτάλ» με την Μαρινέλλα που υπήρχε στην ισχνή δισκοθήκη της μαμάς, κάπου ανάμεσα στον Πάριο και στον Καζαντζίδη. Πολύς χρόνος κύλησε, για μας αλλά και για έναν μουσικό ο οποίος ήδη πίσω το 1979 ήταν στο απόγειο του κι έβγαζε δίσκους με τίτλους όπως «Θυμηθείτε μαζί μου, 18 χρόνια Κώστας Χατζής». Άρα τώρα ο μετρητής έχει φτάσει το 54. Και συνεχίζει ακαταπόνητος…

Το αξιοσημείωτο είναι πάντως ότι κανένας δεν είπε απαξιωτικό λόγο, ακόμη κι εκείνοι που κατά τα λοιπά ακούν με φρίκη τους όρους «έντεχνο» ή «καλό ελληνικό τραγούδι», βάλτε κι εμένα μέσα (αν και βέβαια ψάξτε να μου βρείτε την ουσιαστική διαφορά του έντεχνου από όλο τούτο τον έσχατο συρφετό της αγγλόφωνης indie-κλαψο-folk, που συνήθως τραγουδάει και ανοησίες, αλλά εντάξει, ποιος δίνει σημασία, στα εγγλέζικα είναι έτσι κι αλλιώς). Είναι ίσως επειδή ήταν ο Χατζής, μαζί ίσως με τον Σαββόπουλο, εκείνος που μεταφύτεψε τη μουσική του τροβαδούρου στα μέρη μας, αυτός, η κιθάρα και στίχοι δυνατοί, η απλότητα, η οποία ξεγυμνώνει μεν την ψυχή, αλλά μπορεί και να ….ξεβρακώσει την αταλαντοσύνη, κι ας είναι αυτή σκεπασμένη με διάφορα στουντιακά παραφερνάλια.


ΚΧατζής2

Είναι ίσως και αυτό το είδος μουσικής το οποίο φύεται σε κάθε μέρος του κόσμου όπου υπάρχει ένα όργανο με χορδές και μια φωνή να αφηγείται το λαϊκό φιλοσοφείν, είναι γοητευτικό να παρατηρείς πως άνθρωποι από διαφορετικές ρίζες και παραδόσεις φτάνουν τελικό στον ίδιο μουσικό τόπο (πρόσφατα σε αυτές εδώ τις σελίδες ο Αναστάσιος ο Μπαμπατζιάς σε ένα εξαιρετικό του κείμενο, ανίχνευε τέτοιες υπόγειες «μεταφυσικές» διαδρομές οι οποίες συνδέουν …γιαπωνέζους τροβαδούρους με τον Χατζή). Ο Χατζής κατά μία άποψη λοιπόν δεν ανήκει στο ελληνικό τραγούδι, είναι υπεράνω συνόρων, είναι ταυτόχρονα τοπικός και οικουμενικός, κι ας μην έχει κάνει ποτέ του σουξέ στα ξένα.Οι αναφορές στα τραγούδια του στην ελληνική πατρίδα είναι μάλλον σποραδικές και σπάνιες. Άλλες είναι οι λέξεις οι οποίες επανέρχονται διαρκώς στα τραγούδια του: Ο κόσμος. Οι άνθρωποι, όλοι οι άνθρωποι. Η ειρήνη, η αγάπη, τα λουλούδια. Η πλάση. Η φύση. Η θάλασσα, τα κύματα (το νέο κύμα γαρ!) Η παλιά Εδέμ. Η Γη. Όλη η Γη. Την οποία κοιτάζει με ένα πανανθρώπινο βλέμμα, από εκεί ψηλά από το αεροπλάνο. Απ’ όπου μοιάζει ο κόσμος ζωγραφιά και μυρμήγκια οι ανθρώποι. Και μιλούσε για ρατσισμό σε εποχές που πιστεύαμε ότι εμείς οι έλληνες είμαστε απρόσβλητοι από τον ιό, «Γύφτοι ή Εβραίοι ή κανείς» τραγουδούσε το 1974 σε μια ελληνική κοινωνία η οποία διασκέδαζε ακόμη αθώα με τον Αράπη και τις Αραπίνες.

Η παρέα κουρασμένη από τα μακρινό ταξίδι, είχε έρθει από το νησί ειδικά για τον Κώστα, τον Κώστα της, τους, «παιδιά, χίλια συγνώμη, θα σας ενοχλήσουμε στριμώξουμε», «ευχαριστούμε για την ευγένεια», μα ήταν δυνατόν να έρθεις να ακούσεις τα λόγια του Χατζή για την επί γης ειρήνη και να στριτζώσεις για μία θέση; Να σας κεράσουμε συκαλάκι παιδιά, ιστορία μεγάλη γραμμένη στο πρόσωπο, τον ξέρω 50 χρόνια, από τον Τιπούκειτο και τον Σκορπιό, η γυναίκα μου η συχωρεμένη του είχε γράψει στίχους, θέλετε μετά να πάμε να τον γνωρίσετε; Αδερφός μου είναι καρδιακός, «γυφτίζει μόνο λίγο» που λέει και ο ίδιος…

3 γεμάτες ώρες, σχεδόν στιγμή δεν άφησε την κιθάρα από τα χέρια του. Αυτός και η κιθάρα. Κι ας μην ήταν εκείνη με την οποία σκεπαζόταν όταν κοιμόταν στα παγκάκια, τότε που πρωτοείχε έρθει στην Αθήνα από τη Λιβαδειά, άγνωστος και φτωχός και τσιγγάνος για να κυνηγήσει το όνειρο του. Στη σκηνή επάνω μοιάζει σαν το ψάρι μες στο νερό, φρονώ ότι από τους έλληνες μουσικούς είναι εκείνος που ξέρει να στέκεται στη σκηνή όσο λίγοι, εκεί άλλωστε διαμορφώθηκε, εκεί έχτισε το όνομά του, δεν είναι παράξενο ότι έχει και πάμπολλους live δίσκους στο ενεργητικό του, οι περισσότεροι εκ των οποίων έχουν μάλιστα λόγο ύπαρξης (δεν συμβαίνει συχνά!). Φαίνεται τούτη η έμπειρη άνεση και η φυσική ευγένεια του από τον άμεσο τρόπο που επικοινωνεί με το κοινό. Κι ας του δίνει κάποιες υπερβολικές …ασίστ οι οποίες δεν αξιοποιούνται, δεν ξέρουν κι όλοι τα λόγια πέρα από το σουξεδάτο ρεφραίν, «ωχ τι λέει παρακάτω τώρα; πες λαλαλα τώρα», το αντιμετωπίζει κι αυτός με χιούμορ τραγουδώντας «δεν το ξέρετε καλάααα». Η δίπλα μου κυρία με την πορτοκαλάδα δεν έχασε πάντως στίχο για στίχο…


ΚΧατζής3

Μία εισαγωγή, μετά η ενότητα του κοινωνικού τραγουδιού. Μετά η δεκαετία του ’60. «Χρόνια μονάχος τραγουδάω», δεν είναι όμως μονάχος απόψε, έχει και ορχήστρα και σαξόφωνο και πιάνο και μαέστρο (τον Γιώργο Παγιάτη), η παρουσία τους είναι μελετημένα διακριτική, οι ενορχηστρώσεις τους δίνουν μια τζαζ αίσθηση σαν εκείνη που είχε δώσει ο Κώστας Κλάββας στον δίσκο «Χατζής ’79». Κάποια στιγμή ανεβαίνουν στη σκηνή η σύντροφος του η Αντωνία Χατζίδη και η Μαρία Αλεξίου για κάποιες ευπρόσδεκτες θηλυκές πινελιές, με τον ίδιο να στέκει πάντα στο επίκεντρο ακόμη και στον σεγόντο ρόλο. Οι ερμηνείες του είναι αυτές που ήταν ανέκαθεν, σήμα κατατεθέν, τα τραγούδια του άλλωστε ποτέ δεν τα μπερδεύεις με εκείνα άλλων ερμηνευτών έτσι που είναι ταυτισμένα μαζί του. Και με αυτό το ίδιο κι απαράλλαχτο στυλ όλα τα χρόνια, άδικο δεν είναι να ζητάς καινοτομίες, τέτοιοι τύποι είναι πέρα από χρόνο, τάσεις και ρεύματα.Η βραδιά κυλά, σαν τους αρπισμούς στις χορδές που τις παίζει στα δάχτυλα με εμπεδωμένη δεξιοτεχνία, το ένα τραγούδι λιώνει μέσα στο άλλο, δεν έχει νόημα να παραθέσω κομμάτια, τι ακούστηκε και τι όχι, δεν πιστεύω να έμεινε και κανείς παραπονεμένος, η «Παλιά φωτογραφία» με όλο το σχήμα επί σκηνής ήταν η στιγμή της προσωπικής συγκίνησης, photographs as memories σε στίχους που μιλάν για μια πίκρρρα που έχει μείνει στην μικρρρή μας ιστορρρία. Είναι και που δεν μπορείς να αγνοήσεις τους στίχους των τραγουδιών. Είτε δικούς του είτε άλλων, κυρίως της σπουδαίας Σώτιας Τσώτου, πόσο σπουδαία υπήρξε αλήθεια (κι ας μην έχει γίνει η ζωή της θεατρικό έργο). Στίχους διαποτισμένους από ένα απόλυτα προσωπικό ήθος, είτε ερωτικοί είτε κοινωνικοί πάντα με ιδιαίτερη ευαισθησία (αν έγραφα …δελτίο τύπου ίσως να τους χαρακτήριζα κι εγώ επίκαιρους). Η καταγγελία της αδικίας περνάει με μια τρυφερότητα και μια απλότητα ανεπιτήδευτη, ακόμη και στίχοι-αιχμές για το ΔΝΤ, τους τριακόσιους και άλλα σύγχρονα δεινά έχουν μια πραότητα, μια μη-βία στη βία, ένα χριστιανο-σοσιαλιστικό «Imagine» όραμα για έναν άλλο ιδανικό κι ουτοπικό κόσμο.

Πφφφ μπανάλ θέματα, «για τους ταπεινούς», εύκολα, λαϊκίστικα, θα μας πουν ίσως εδώ οι ορθολογιστές του ελιτισμού, οι ουτοπίες και οι ιδεολογίες δεν υπάρχουν πια, σημασία έχουν τα δεδομένα, οι αριθμοί και οι τεχνοκρατικές μονόδρομες λύσεις. Εντάξει δεν είναι κακό να υπάρχουν και οι καλλιτέχνες να μας διασκεδάζουν, να παίζουν ίσως με τις κρυφές μας ενοχές, έτσι που νομίζουν οι αφελείς ότι θα αλλάξουν τον κόσμο, ας τους παραχωρήσουμε την ποιητική αυτή καλλιτεχνική αδεία. Στην «πραγματική» ζωή όμως άλλοι θα σας σώσουν. Τι να σου κάνει η τέχνη μπροστά στην ανακεφαλαιοποίηση και τις μεταρρυθμίσεις, έτσι δεν είναι;

Σε κοιτάει στα μάτια… Με αυτό το απλανές του σαν μόνιμα χαραγμένο χαμόγελο. Γίνεται ακόμη πιο πλατύ ακόμη κι όταν ακόμη ακούει ευχαριστίες διατυπωμένες έστω και με τα πιο κοινότυπα λόγια. Έχει σημασία; Η κυρία με το στραβοπατημένο τακούνι κρατάει μια ανθοδέσμη «σας άκουγα χρόνια». Έλα σκέψου κάτι πρωτότυπο. Έχει σημασία; Το χέρι σφίγγει, αμάν, σαν τανάλια. «Σας χρειαζόμασταν απόψε κι ας μην το ξέρατε». Κάτι μου λέει ότι το ήξερε…

06/11/2015

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Κτίρια τη νύχτα @ Pseudon


κτιρια

(Πολύ ψηλά) κτίρια τη νύχτα, ακόμη όμως δεν έχει νυχτώσει καλά, είναι ένα μουντό κυριακάτικο απόγεμα, πρώτη μέρα με την καινούργια θερινή ώρα, «δεκατρείς όροφους πάνω απ’ τη γη, φόβοι και ψίθυροι για ανώμαλη προσγείωση», το ασανσέρ αγκομαχά στο ανέβασμα, «αμηχανία, πανικός κι υψοφοβία», όχι όμως, ούτε πάρτυ (πόσο μάλλον …άτυχο) έχουμε εδώ ούτε η μουσική είναι σκάρτη…Έχει κάτι το συγκινητικό τούτη η μάζωξη, μοιάζει με κρυφή συνάντηση ενός ύποπτου πυρήνα, ενός που εξυφαίνει μια συνομωσία αισθητική σε μια πόλη αδιάφορη, αναρωτιέμαι αν κάπου εδώ τριγύρω, στο κτίριο απέναντι ίσως (όπως σε εκείνη την παλιά ταινία), υπάρχει ένα «λαθραίο» μάτι το οποίο να αναρωτιέται τι να συμβαίνει εκεί πάνω, τι γυρεύει ένα φως αναμμένο τέτοια ώρα εκεί, στον όγδοο όροφο, μπορεί να μην βλέπει και καλά, «τι γυρεύει το αγόρι στο σκοτάδι της καρέκλας», κιθάρα να είναι αυτό που κρατάει; Ναι, καρέκλα είναι αυτή (και ουχί …έντεχνο σκαμπό) και πράγματι κιθάρα, αυτό που δεν μπορεί σίγουρα να δει είναι τα κουτάκια της παραμόρφωσης τοποθετημένα τακτικά και φρόνιμα σε ημικύκλιο. Μπορεί όμως να είναι και μια φοιτητική σύναξη, το παιδί που έχει μόλις μάθει να παίζει κιθάρα έχει φωνάξει την παρέα του απόψε, να τους παρουσιάσει τα τραγούδια που με κόπο σκάλισε στις χορδές.

Το παιδί στην πραγματικότητα έχει αφήσει πίσω του τα φοιτητικά χρόνια, πάνε χρόνια που την ψάχνει στη μουσική, έχει πίσω του μια πορεία αισθητικής συνέχειας και συνέπειας (ουχί όμως εμμονής), έχει και 3-4 δίσκους αν μετρώ καλά, ο καινούργιος μας περιμένει απλωμένος στον πάγκο παραδίπλα, σε 70 μοναδικά φτιαγμένα στο χέρι αντίτυπα, κι εδώ τώρα παλεύει με τον λόγο του Σαχτούρη, εσχάτως έχω ακούσει πολύ Σαχτούρη με πολλούς και διάφορους τρόπους, κι απόψε είναι πάλι διαφορετικός, ο λόγος είναι σε πρώτο πλάνο, βασανισμένο το μέλος για να ταιριάξει μαζί του, λιτές και απογυμνωμένες οι μελωδίες, μικρές ασκήσεις, του λεπτού, του δίλεπτου, παρουσιάζονται χωρίς ανάσα, χωρίς διακοπή… Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είμαστε και σε ποιητική βραδιά…


κτιρια2

Λόγια, κι άλλα λόγια, η Αρλέτα στην Πλατεία Αμερικής, η Μαριανίνα Κριεζή και τα στιχάκια της, ακόμη κι αν δεν παρακολουθείς στίχο το στίχο, κάπου πιάνεσαι από μια λέξη, κάτι θυμάσαι, η μνήμη μπαίνει σε στροβίλους συνειρμών, και αφήνεσαι, και αφήνεις το βλέμμα να πλανηθεί στα κτίρια, μούχρωμα, το σκοτάδι έχει απλωθεί πλέον πάνω στην πόλη, ένα φως ανάβει, κάθε φως και μια ιστορία μου αρέσει να σκέφτομαι έτσι όπως κοιτώ από ψηλά και μοιάζει η πόλη ζωγραφιά, και κάθε σβησμένο φως όμως είναι κι αυτό μια ιστορία, στα κτίρια εδώ δεν μένει κανείς τέτοια μέρα, έχουν απομείνει να στέκουν με τα μάτια κλειστά, με παράθυρα να μοιάζουν με χαίνουσες σκοτεινές πληγές, φτου, είναι να μη σε πιάνει το «ποιητικό» τέτοιες ώρες… Είναι που έχουν μια παράξενη μοναξιά τα μέρη τα οποία την ημέρα σφύζουν και το βράδυ ερημώνουν… Κι εδώ σιγά-σιγά όλα τελειώνουν, η βραδιά κλείνει με τον ήχο της κιθάρας εγκλωβισμένο και παραμορφωμένο μέσα από τα εφέ…Το ατελείωτο κατέβασμα από τις σκάλες μας φέρνει σε κλειστά γραφεία, με μυρωδιά κλεισούρας, σκορπισμένα πατημένα φυλλάδια από διαφημιστικά ντελίβερυ που ποτέ δεν θα χρησιμοποιηθούν, κάπου πιο κάτω υπάρχει κι ένας Σύλλογος …Φίλων της Ελληνικής Αστυνομίας, βγαίνουμε έξω στην Κάνιγγος και είναι Κυριακή βράδυ, έχει νυχτώσει για τα καλά και ξημερώνει μια «δύσκολη Δευτέρα». Όλες οι Δευτέρες είναι δύσκολες…

01/04/2015

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Η Juliette Greco στο Παλλάς


Juliette Greco

Μία 88χρονη υποκλίνεται με προσεκτικό ενθουσιασμό και άπλετη, δύσκολο να κρυφτεί συγκίνηση… Μετά διπλώνει τα χέρια σε μια φανταστική αγκαλιά έχοντας μόλις ολοκληρώσει μια διάρκειας μίας ώρας και μερικών λεπτών συναυλία, την οποία και πέρασε όρθια μπροστά σε μερικές εκατοντάδες καθήμενους. Από τους οποίους κάμποσοι δεν ήταν καν γεννημένοι όταν η εν λόγω καλλιτέχνιδα θεωρούνταν ήδη βετεράνος (κι εγώ ένας μεταξύ αυτών).Είναι μερικές συναυλίες υπεράνω κάθε κριτικής. Ή καλύτερα, όπου δεν έχει ιδιαίτερο νόημα μια κριτική. Τι να πεις εν προκειμένω; Να πεις ότι πατούσε αβέβαια και ασταθώς στις νότες, ότι η φωνή έβγαινε με δυσκολία, ότι το τραγούδι της έμοιαζε πιο πολύ με απαγγελία; Ναι, ισχύουν αυτά, αλλά και τι σημαίνουν αλήθεια; Αλλάζουν σε τίποτε τα γραμμένα της ιστορίας; Je suis comme je suis που λέει κι ένα διάσημο τραγούδι της… Η γυναίκα μαζεύει τα τελευταία χειροκροτήματα της ζωής της, εδώ είναι ο πρώτος σταθμός της αποχαιρετιστήριας περιοδείας της, ίσως κάποιος να προσθέσει ότι είναι και προνομιούχα για το γεγονός ότι έχει το προνόμιο να σκηνοθετήσει η ίδια και όπως θα ήθελε το αντίο και το ευχαριστώ της. Από την άλλη πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος του χμμμ… συγκαταβατικού σεβασμού, με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους της …σειράς της (βλέπε και στα δικά μας, Γλέζο, Θεοδωράκη, Μούσχουρη και γιατί όχι Μητσοτάκη), ναι, σπουδαίοι ήτανε, αλλά μπορεί και να …ξεκουτιαίνουν ανάλογα με τον ποιον βολεύουν οι εκάστοτε απόψεις και/ή έργα τους.

Ένα ακορντεόν και ένα πιάνο στην άκρη της σκηνής, και στο κέντρο της μια μάλλον μικροκαμωμένη γυναίκα με κατάλευκο πρόσωπο το οποία τονίζεται αντιθετικά από ένα σκούρο μακιγιάζ. Λευκά χέρια πεταρίζουν στο ρυθμό, σαν φτερά στο ημίφως. Σκέφτομαι ότι είναι τούτο το ίδιο κορμί που βασάνισε κάποτε η Γκεστάπο, τα χείλη που κάποτε φίλησαν εκείνα του Miles Davis, που ανέπνευσε τον ίδιο αέρα με τον Μπορίς Βιάν, τον Καμύ, τον Σαρτρ, ένας ολάκερος αιώνας έχει σκάψει πάνω του, κάθε ρυτίδα μια ιστορία, τρεις τόμοι απομνημονεύματα έχουν χρειαστεί για να μεταφερθούν οι εμπειρίες.


Juliette Greco MilesΣκέφτομαι επίσης το ψυχρό και αναπόδραστο γεγονός, ότι φεύγει και μας αποχαιρετά σιγά-σιγά η γενιά εκείνη η οποία έζησε νέα τον πόλεμο, εκείνη η οποία έχτισε και την μεταπολεμική Ευρώπη. Ο χρόνος λιγοστεύει για ότι προλάβουμε να ακούσουμε ακόμη από πρώτο χέρι. Πρόσφατα το γερμανικό περιοδικό Spiegel είχε αφιερώσει ένα συγκλονιστικό τεύχος στους τελευταίους επιζήσαντες του Άουσβιτς και στις διηγήσεις τους. Και σαν να είναι ειρωνεία, η πρωτογενής μνήμη χάνεται ακριβώς τώρα που η Ευρώπη (καλύτερα αυτό που αποκαλείται «Ευρώπη») παρουσιάζει σημάδια προϊούσας παρακμής…

Μία από τις τελευταίες εκπρόσωπους της γενιάς εκείνης μας επισκέφτηκε αυτή την Κυριακή του Μαρτίου. Δίπλα της στο πιάνο ένας ακόμη, ο εδώ και εικοσιπέντε χρόνια σύντροφος της Gerard Jouannest. Και κάπου εκεί παρών και ο «Γιαννί» Σπανός, τον οποίο θυμήθηκε και ευχαρίστησε, τον παλιό φίλο και συνεργάτη (έχουν βγάλει και δίσκο μαζί πίσω στο το 1969, το»Complainte amoureuse»). Από δίπλα, νοερά μια ολόκληρη σειρά νοερά παρόντων-απόντων, η αξέχαστη πινακοθήκη μιας ολόκληρης εποχής. Ο Serge (ένας είναι ο Serge), ο Leo Fere, ο Joseph Kosma, ο Jacques Prevert, ο Charles Trenet.

Και, μαντάμζ ε μεσιέ η Juliette Greco φυσικά. Η οποία έβγαλε τον πρώτο της δίσκο το …1950. Και τον τελευταίο (μέχρι νεοτέρας;) το 2013. Ο οποίος περιείχε τραγούδια του Brel. Και για δες, τελικά ο καλλιτέχνης όσο και να μεγαλώσει χούι δεν αλλάζει, πάντα θα θέλει να παίζει και να προβάλει την πιο πρόσφατη του δουλειά. Η συναυλία ξεκίνησε με ένα «Bruxelles» και τελείωσε με το αναπόφευκτο «Ne me quitte pas». Και στο ενδιάμεσο ακόμη είχε την μερίδα του λέοντος ο μεγάλος Ζακ. Του οποίου, ας μην ξεχνάμε υπήρξε κάποτε βασικός συνεργάτης ο Jouannest.

«Μεγάλη επαναστάτρια της γαλλικής μουσικής έκφρασης» γράφανε τα δελτία τύπου αυτές τις ημέρες, εντάξει, αυτές τις μεταξωτές κορδέλες με τις οποίες πλασάρεται το συναυλιακό εμπόρευμα αξίζει πράγματι να τις αντιμετωπίζουμε με συγκατάβαση. Γιατί επαναστάτρια στη μουσική ποτέ δεν υπήρξε η Ιουλιέτα. Ούτε άνοιξε κανέναν νέο δρόμο. Αντιθέτως… Περπάτησε σε έναν πολυσύχναστο δρόμο ο οποίος έρχεται από πολύ μακριά, η αφετηρία του είναι χαμένη κάπου στην ομίχλη του μεσαίωνα. Και αν ένας γάλλος ποιητής …Πολέμης αναρωτιόταν κι αυτός «τι είναι η πατρίδα μας;», σίγουρα μια απάντηση θα συμπεριλάμβανε και το chanson ως ένα αναπόσπαστο συστατικό της «γαλλικότητας». Το chanson σε οποιαδήποτε του μορφή, το οποίο όσο κι αν άλλαξε και μπολιάστηκε με τις αναπόφευκτες κατά καιρούς επιρροές και συνθήκες, στον μελωδικό του πυρήνα μοιάζει διαχρονικά απαράλλαχτο. Γι’ αυτό και τα τραγούδια (της), μπορεί μεν να ακούγονται νοσταλγικά, δεν είναι διόλου παλιομοδίτικα…


Juliette Greco SergeΑυτό που πράγματι υπήρξε η Greco είναι η προσωποποίηση του μύθου της θρυλικής Rive Gauche. Της Αριστερής Όχθης του Σηκουάνα, αριστερής με κάθε έννοια της λέξης κιόλας. Εκεί όπου στη δεκαετία του ’50 και του ’60, μια παρέα μποέμ τύπων, αντισυμβατικών μουσικών, ριζοσπαστών φιλοσόφων, συγγραφέων, ζωγράφων συνυπήρξε σε έναν μοναδικό καλλιτεχνικό (και όχι μόνο) οργασμό, σε καφέ, μπουάτ, γκαλερί, φτηνά διαμερίσματα, ακόμη και στους δρόμους. Σήμερα οι περιοχές αυτές είναι από τις ακριβότερες στο Παρίσι, στους δε ίδιους δρόμους, στο Σεν Ζερμέν ντε Πρε και στο Καρτιέ Λατέν, χαμένοι τουρίστες σουλατσάρουν με τον οδηγό του Lonely Planet στα χέρια, αναζητώντας ίχνη του μύθουκαι της …παραλίας κάτω από τα πεζοδρόμια, πίνοντας υπερτιμημένα ξύδια και τρώγοντας πανάκριβα τοστ κροκ-μεσιέ και μαντάμ στο Deux Magots με τα επιτηδευμένα αγενή γκαρσόνια.

Η Greco ταυτίστηκε (όσο κι αν αυτό δεν φαίνεται να της πολυαρέσει) με τον υπαρξισμό και τους υπαρξιστές, μούσα και ιέρεια τους της αποκαλούν συχνά. Μιλάμε για αυτό του ιδιόμορφο φαινόμενο της δεκαετίας του ’50, το οποίο γεννήθηκε ουσιαστικά στο κεφάλι του Σαρτρ και έφτασε μέχρι και μια παράγκα στου Ψυρρή, για να τραγουδηθεί ακόμη και από τη Σωτηρία Μπέλλου. Σπάνια στιγμή στην ανθρώπινη ιστορία αυτή, όπου ένα φιλοσοφικό ρεύμα αποκτά τέτοιες σχεδόν ποπ διαστάσεις εκφράζοντας συγχρόνως μια αναρχική προκλητική αγάπη για την ελευθερία. Ελευθερία, μία ακόμη λέξη κακοποιημένη στις ημέρες μας…

Οι λέξεις… «Οι λέξεις είναι κάτι πολύ σοβαρό για μένα» είχε πει και κάποτε και πράγματι τα τραγούδια ήταν γεμάτα από ποίηση, λέξεις του Κενώ, του Σαρτρ, του Ελυάρ, του Αραγκόν, λέξεις οι οποίες δεν κρύβονταν στην στράτευση τους για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η Greco ήταν μία από εκείνες που γεφύρωσαν το δυνάμει ελιτίστικο chanson litteraire (λογοτεχνικό τραγούδι) με το chanson de pop. Λέξεις που αυτή η αποψινή ερμηνεία, η ξερή και βραχνή, τις κάνει να «καρφώνονται» (όπως έγραφε ο Αναγνωστάκης) ακόμη και όσους δεν κατέχουν δίπλωμα Sorbonne στα γαλλικά. Κι αν οι αποψινές ερμηνείες σε κομμάτια με βαριά ιστορία δεν τους πρόσθεσαν απολύτως τίποτε, υπήρξαν και κάποιες στιγμές που μια γνήσια συγκίνηση απλώθηκε στο χώρο, εκεί ίσως που τραγούδησε το «La Chanson des vieux amants» του Brel πάλι. To δε χειροκρότημα, το μπορεί και τελευταίο, μπορεί να μην ήταν ενθουσιώδες, ήταν όμως ζεστό…

J’ai le coeur aussi grand… Έτσι για επίλογο θέλω να κρατήσω ένα μικρό άσημο, αγαπημένο μου όμως κομμάτι της… Κι ας μην το έπαιξε απόψε…

05/03/2015

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Η Νυχτερίδα του Johann Strauss II


Bat2

Το σκηνικό είναι νομίζω οικείο στους λάτρεις της αρχαίας τραγωδίας. Στήνεται σχεδόν καλοκαίρι, κατά προτίμηση στο θέατρο της Επιδαύρου. Όπου όλο και κάποια τολμηρή (ή …θρασυτάτη) πειραγμένη παράσταση θα εμφανιστεί, θα προκαλέσει και θα πυροδοτήσει τη γνωστή συζήτηση: πρέπει ο καλλιτέχνης να σέβεται ένα καθιερωμένο στη συνείδηση του κόσμου έργο; Έχει το δικαίωμα να παρεμβαίνει εν λευκώ; Μέχρι που μπορεί να φτάσει η ανανεωτική διάθεση; Και που αρχίζει η ασέβεια;Θα μπορούσα στο σημείο αυτό απλά να …χασμουρηθώ, η ανία της αέναης αυτής διαμάχης μου είναι αφόρητη. Ίσως, για να περάσω προκλητικά και στο άλλο …άκρο, θα μπορούσα να υποστηρίξω ότι ένας καλλιτέχνης όχι μόνο έχει το απόλυτο δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση να είναι «ασεβής». Θα παραμείνω όμως σε μια πιο …κεντρώα άποψη, εξαμβλώματα και αριστουργήματα έχουμε δει ακόμη και σε πιστές (ανα)παραστάσεις, τελικά στην πράξη όλα κρίνονται από την αισθητική του αποτελέσματος. Ούτε από δίκες προθέσεων ούτε από κατεστημένα θέσφατα.

Και αυτό το νέο ανέβασμα της «Νυχτερίδας» του Ιωάννη Στράους του νεότερου από την Εθνική Λυρική Σκηνή έχει ήδη προκαλέσει μια κάποια ανάλογη διχογνωμία στο κοινό (αν πιστέψω και τα λαθρακούοντα αυτιά μου μετά το τέλος της παράστασης). Καφρίλες όπως έχουμε συναντήσει στο θέατρο της Επιδαύρου δεν αναμένονται όμως, ίσως και γιατί η Λυρική σαν χώρος κουβαλά λιγότερο ιστορικό βάρος, προσφέρει μικρότερες δυνατότητες για δημοσιότητα και επίσης, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε να κάνουμε με τα «ιερά και όσια της φυλής», αλλά με μια οπερέτα από την αυστροουγγρική εποχή. Κι ας πρόκειται για την κορυφαία ίσως οπερέτα όλων των εποχών, με την οποία μάλιστα η Λυρική Σκηνή (Βασιλική τότε) γιόρτασε τα εγκαίνιά της, το 1940.


Bat1

Ασφαλώς όλα αυτά δεν είναι διόλου περίεργα σε μια χώρα η οποία από τα παλαιότερα χρόνια ήδη αρεσκόταν να διχάζεται με οποιαδήποτε αφορμή, μείζονα ή ελάσσονα, σε στρατόπεδα τα οποία τις περισσότερες φορές μάλλον ετεροκαθορίζονταν από την αντίπαλη άποψη. Από την άλλη βέβαια, μη νομίζετε ότι και σε τούτο τον τομέα διεκδικούμε καμία παγκόσμια μοναδικότητα, στην Αυστρία όπου η οπερέτα αυτή ανήκει «κληρονομικώ δικαιώματι» στην εθνική παράδοση, η τολμηρή αποδόμηση και μεταφύτευση της δράσης της στην εποχή της ανόδου του φασισμού από τον φοβερό και τρομερό Hans Neuenfels, η οποία παρουσιάστηκε στο συντηρητικό κοινό του Salzburg το 2001, ξεσήκωσε καβγάδες και εντάσεις που κατέληξαν μέχρι και στις δικαστικές αίθουσες. Συμβαίνουν και αλλού λοιπόν…Ήδη με το άνοιγμα της αυλαίας καθίσταται σαφές ότι η οπτική του σκηνοθέτη απέχει πολύ από την γνωστή κλασική εκδοχή. Μια καμπάνα στον Αστέρα, 60s χρώματα, ξαπλώστρες δίπλα στην πισίνα, και δύο …κοσμοναύτες να κινούνται σε ρυθμό διαστημικού περιπάτου δίνοντας και μια έξτρα πινελιά σουρεαλισμού στο σκηνικό. Α, και ο ύποπτος άνθρωπος στη γωνία, ο χαφιές, «τι ζητά και το σπίτι μας κοιτά κάθε βράδυ» που έλεγε και ο Λοΐζος, παρόν σε κάθε σχεδόν σκηνή. Και όλα αυτά γιατί ο σκηνοθέτης Αλέξανδρος Ευκλείδης αποφάσισε να μεταφέρει τη δράση της οπερέτας στον κύκλο της αθηναϊκής μπουρζουαζίας της δεκαετίας του ’60, ανεμελιά, βερμούτ, γιεγέδες και «χρυσή νεολαία». Το δε πάρτυ της δεύτερης πράξης λαμβάνει χώρα στη σοβιετική πρεσβεία παραμονή του στρατιωτικού πραξικοπήματος, η φυλακή της επόμενης ημέρας είναι τα κρατητήρια των ΕΑΤ-ΕΣΑ. Αφορμή και έμπνευση για αυτή την «επαναπλαισίωση», την αλλαγή κάδρου όπως λέει και ο ίδιος, ήταν η συγγένεια των λέξεων «πραξικόπημα» και «οπερέτα» (βέβαια πως μια οπερέτα «γελοίων» συνταγματαρχών κατσικώθηκε χωρίς ουσιαστική αντίδραση και αντίσταση -πέρα από ελάχιστους «τρομοκράτες»- για 7 ολάκερα χρόνια είναι άλλου παπά ευαγγέλιο).


Bat3Αν σας ξενίζει αυτή η προσέγγιση, όχι, δεν θα επιστρέψω μόνο στα επιχειρήματα της εισαγωγής, θα θυμίσω ότι και η ίδια η οπερέτα, στην πρωτότυπη της μορφή ήταν ήδη απόλυτα επικαιροποιημένη, καθώς δεν αντλούσε το θέμα της από μυθολογικά ή παρελθοντικά γεγονότα όπως ήταν τότε η νόρμα, αλλά από την καυτή επικαιρότητα. Και αυτό είχε μάλιστα ενοχλήσει το καλομαθημένο κοινό της Βιέννης του μακρινού 1874.

Ήταν δύσκολα εκείνα τα χρόνια για τους Βιεννέζους (μπαίνεις και στον πειρασμό να κάνεις αναλογίες με το σήμερα). Η άλλοτε κραταιά αυτοκρατορία όχι μόνο προερχόταν από δύο ταπεινωτικές στρατιωτικές ήττες μέσα σε μόλις μία δεκαετία (από Γαλλία και από Πρωσία) αλλά αντιμετώπιζε και τις συνέπειες μιας χρηματιστηριακής καταστροφής, μιας φούσκας η οποία έσκασε μια «Μαύρη Παρασκευή», μία από τις πολλές μαύρες ημέρες που σημάδεψαν έκτοτε την πορεία του καπιταλισμού μέχρι και σήμερα.

Επιφανειακά η «Νυχτερίδα» είναι μια ανάλαφρη ιστορία, μια φάρσα με αποκριάτικο ένδυμα, μια κωμωδία παρεξηγήσεων και εκδίκησης με μερικές πικάντικες νότες, όπου τελικά το «πνεύμα και η ηθική» νικούν, ο σύζυγος ο οποίος έχει κάθε …κακή πρόθεση να βοσκήσει σε ξένο λιβάδι, πέφτει τελικά πάνω- ω τι γκαντεμιά- στη σύζυγο και πάλι, την επόμενη ημέρα όλοι θα καταλήξουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στη φυλακή, όπου θα λάμψει η αλήθεια, και όπως λέει και ο λαός ο δικός μας, «της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά».


Bat5Μέσα όμως από τα ιστορικά της συμφραζόμενα, η οπερέτα αναδεικνύεται επίσης ως μια ματιά στα χρόνια πριν από την «κρίση», στο life style των παλιών καλών ημερών, όχι με την οπτική «γι’ αυτό φτάσαμε εδώ που φτάσαμε», αλλά με μια νοσταλγική ροζ απόχρωση. Και με μια προτροπή του τύπου «πιείτε για να ξεχάσετε», εννοείται σαμπάνια, «ο οίνος είναι ένας» που λέει και το λιμπρέτο, ο καμπανίτης, ήταν από τότε σύμβολο εκζήτησης και κοινωνικού στάτους, η καλή κοινωνία κοιτούσε και τότε προς το Παρίσι και την «Παρισινή Ζωή» (για να θυμηθούμε και μια άλλη διάσημη οπερέτα των καιρών). Έτσι είναι, αν είναι να βυθιστούμε, ας γίνει αυτό μέσα την ηδονή, με τραγούδι, χορό και κρασί. Σας ακούγεται κάπως συντηρητική πολιτικά αυτή η στάση; Είναι. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι και ο Strauss δεν υπήρξε κάποιος αμφισβητίας, ήταν οργανικά ενταγμένος στο αυτοκρατορικό σύστημα της εποχής, δύσκολα θα γινόταν και διαφορετικά. Παρολ’ αυτά ακόμη και αυτή η ήπια, με το γάντι το κομψό κριτική ενόχλησε. Μια γενιά αργότερα η παρακμή θα οδηγήσει την αυτοκρατορία στη διάλυση. Ο Στράους είχε την τύχη να μην ζήσει το οριστικό τέλος, είχε πεθάνει από το 1899.

Ας επιστρέφουμε όμως στην Αθήνα του σήμερα (καμία σχέση με όλα τα παραπάνω, το τονίζω!) και την προκειμένη παράσταση. Μετά το αναμενόμενο αρχικό ξάφνιασμα, το εύρημα της μεταφοράς λειτούργησε, η δράση και η μουσική σε παρασύρει, δημιουργώντας μάλιστα εικόνες οι οποίες εντυπώνονται στη μνήμη. Προσωπικά να ομολογήσω περισσότερο με ξένισαν τα ελληνικά, είναι και θέμα συνήθειας, έχω γνωρίσει και αγαπήσει την «Νυχτερίδα» στην γερμανική της εκδοχή (πρώτη φορά μέσα από την τηλεοπτική εκδοχή του Otto Schenk με τις μεγάλες Gundula Janowitz και Renate Holm υπό την στιβαρή διεύθυνση του Karl Boehm). Γρήγορα όμως το ξεπέρασα και σίγουρα βοήθησε σε αυτό η σε γενικές γραμμές επιτυχημένη (καινούργια) μετάφραση του Δημήτρη Δημόπουλου, η οποία επικαιροποίησε τα λόγια πολύ διακριτικά, κρατώντας αποστάσεις ασφαλείας από παρεκκλίσεις επιθεωρησιακού χιούμορ.


Bat4Η όλη ομάδα της Λυρικής αντεπεξήλθε με επιτυχία στο απαιτητικό αυτό έργο, γιατί μπορεί ο όρος οπερέτα να υποδηλώνει μια κάποια ελαφρότητα σε σχέση με τη βαριά σοβαρή μουτσούνα της όπερας, δεν συνεπάγεται όμως και ευκολία. Λίγες ήταν οι αστοχίες, κάπως ασυντόνιστο το μπαλέτο, χωρίς όμως να επηρεάζεται καθοριστικά η γενική εικόνα. Και αν είναι να σταθούμε σε ατομικές διακρίσεις, η υψίφωνη Αντέλε της Βασιλικής Καραγιάννη κλέβει μέρος της παράστασης, κομμάτια της οποίας δικαιούνται τόσο ο Άλφρεντ του Αντώνη Κορωναίου όσο και ο ρόλος του βαρεμένου από την ανία σοβιετικού πρέσβη Ορλόφσκι, ερμηνευμένος από την Ελένη Βουδουράκη. Όλα αυτά υπό την με χάρη και ευαισθησία διεύθυνση της αρχιμουσικού Ζωής Τσόκανου.

Οι τρεις (και) ώρες της διάρκειας κύλησαν σαν νεράκι, ευχάριστα, με ισορροπία ανάμεσα στην υποκριτική και το τραγούδι, με μεγαλύτερο βάρος στο δεύτερο ασφαλώς, η οπερέτα αυτή περιέχει μερικά από τα ωραιότερα θέματα στην ιστορία της ποπ μουσικής. Θέματα τα οποία μπορείς μετά να τα πάρεις μαζί σου σφυρίζοντας στην αθηναϊκή νύχτα. Η οποία, δεν θυμάμαι αν σας το ξαναείπα, καμία σχέση δεν έχει με εκείνη της Βιέννης του προ-προηγούμενου αιώνα. Ούτε εννοείται και με εκείνη της Ελλάδας του ’67…

(Οι παραστάσεις θα συνεχιστούν Απρίλη και Μάη με κυλιόμενη διανομή)

10/03/2014

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Johann Strauss Ensemble – 08/12/2013

M


Megaron«Radetzky March». Παραραμ- παραραμ-παραράμ-παμ-παμ… Από τις πιο ευρέως γνωστές, λαϊκές αλληλουχίες νότων της λεγόμενης κλασικής μουσικής. Το εμβατήριο του Ραντέτσκυ. Ο οποίος Ραντέτσκυ ήταν ένας στρατηγός της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, από εκείνους τους παλιούς με την παχιά μουστάκα, ο Ιωάννης Στράους (ο μπαμπάς) το συνέθεσε εμπνεόμενος από τους πανηγυρισμούς των στρατιωτών όταν επέστρεφαν από μια νικηφόρα μάχη με τους Ιταλούς (τους Σαρδηνούς και τους Πιεμοντέζους για να ακριβολογούμε). Αυτά συνέβαιναν το σωτήριο έτος 1848, το έτος των επαναστάσεων, μία γενιά αργότερα οι Ιταλοί θα κατακτούσαν την ανεξαρτησία τους και δύο γενιές αργότερα το αυτοκρατορικό οικοδόμημα κατέρρευσε στα εξ ων συνετέθη, από τους Αψβούργους θα απομείνουν πίνακες, αγάλματα και κάποιοι απόγονοι να περιφέρουν (μέχρι και σήμερα) τη θλίψη τους σε κοκτέιλ πάρτυ έκπτωτων μοναρχών. Για να έρθει τότε ένας περίφημος πεζογράφος, κάπου εκεί στο ταραγμένο 1932, να αποτυπώσει το κλίμα της εποχής σε ένα άλλο «εμβατήριο του Ραντέτσκυ», ένα εμβατήριο το οποίο πλέον δεν είχε καμία σχέση με στρατιωτικά μεγαλεία και πομπώδεις παρελάσεις, ένα εμβατήριο-ρέκβιεμ στην ουσία όχι μόνο (ή τόσο) για κορώνες και σκήπτρα αλλά για μια πολυεθνική πολυσυλλεκτική κοινωνία η οποία χανόταν ανεπιστρεπτί. Στον Γιόζεφ Ροτ ο λόγος…

Το περίφημο Neujahrskonzert της Φιλαρμονικής της Βιέννης, παιδική οικιακή ανάμνηση Πρωτοχρονιάς συνοδευμένη από την οσμή του ψητού αρνιού και τη φωνή του Κωστάλα, παρά το γκλάμουρ, τη χλιδή, τα ακριβά εισιτήρια, τα ακόμη πιο ακριβά φράκα και τις ακόμη πιο ακριβές τουαλέτες, μου αποπνέει και μια κάποια δόση παρακμής. Και μια υπόκωφη ανομολόγητη νοσταλγία και αναπόληση περασμένων μεγαλείων, για μια χώρα η οποία υπήρξε κάποτε σημαίνουσα αυτοκρατορία και σήμερα είναι μία άσημη χώρα με μηδενική πολιτική επιρροή και καλλιτέχνες για τους οποίους ένας εθνικόφρων Αυστριακός δεν πρέπει να αισθάνεται και πολύ άνετα (βλ., Χάνεκε, Γέλινεκ, Χάντκε και πολλούς άλλους).


JahannΑπό εκείνα τα παλιά λαμπρά χρόνια κύλησε πολύ νεράκι στην κοίτη του Δούναβη, ο οποίος με τη διαμεσολάβηση της βιομηχανικής επανάστασης από γαλάζιος έγινε γκρι, τα κτίρια και οι σκιές τους έμειναν, η μουσική έμεινε, ακόμη και αποκομμένη από το αρχικό της πλαίσιο (το context ντε), και μαζί με το χιόνι, το άρωμα από την κανέλα του Gluehwein και την καβαλίνα από τα περίφημα Lipizzaner άλογα συνθέτουν την εικόνα της χριστουγεννιάτικης Βιέννης η οποία ακόμη συγκινεί τις ορδές των τουριστών και τις …πιστωτικές τους κάρτες. Βέβαια η κρίση έχει περιορίσει κάπως τα ταξιδάκια Αθήνα-Βιέννη, έτσι η παρουσία στα μέρη μας του «Johann Strauss Ensemble» σαν να προσπαθεί να μεταφέρει λίγα ψήγματα από τη λάμψη και τη μυθολογία της πόλης, μια ηχητική μεταφορά στους κήπους του Schoenbrunn και στα παλάτια του Hofburg και του Belvedere. Έτσι είναι, ο άνθρωπος ανέκαθεν γοητευόταν από βασιλικά φρου-φρου και πριγκιπικά αρώματα, και το κάνει ακόμη, δεν πα’ να ζούμε σε αβασίλευτα μέρη, και ο ίδιος ο Στράους ο υιός, ενώ αρχικά υποστήριξε τα φιλελεύθερα κινήματα του 1848, κατέληξε να γράφει βαλσάκια αφιερωμένα στον Κάιζερ, η τέχνη ανέκαθεν ήταν θεραπαινίδα της εξουσίας, κρατικοδίαιτη όπως θα έλεγε και ένας μοντέρνος φιλελές, ταιριαστές μου μοιάζουν οι σκέψεις αυτές στην αίθουσα του μεγάρου η οποία φέρει το όνομα του ανθρώπου ο οποίος ταυτίστηκε με την έννοια διαπλοκή στην πολιτική μας πραγματικότητα.

Από τις ουκ ολίγες ορχήστρες που παίζουν τέτοια έργα είναι το «Johann Strauss Ensemble», δεν παίζει φυσικά στην Α’ Εθνική των μεγάλων ορχηστρών, ensemble είναι άλλωστε, 20 μουσικοί και ο αρχιμουσικός τους, ο Αυστραλός Russel McGregor. Ο οποίος ακολουθεί πιστά την παράδοση του «Stehgeiger», ήτοι είναι μαέστρος και σολίστας ταυτόχρονα και παίζει όρθιος δίνοντας τον τόνο στους εξαιρετικούς και διαλεγμένους μουσικούς του, για αποδόσεις επαγγελματικές και εμπεδωμένες από χρόνια εκτέλεσης, «κατάρα πάλι τον όμορφο γαλάζιο Δούναβη θα παίξουμε απόψε» (νομίζω ότι κάπου καταλαβαίνω και εκείνους τους μουσικούς της ροκ οι οποίοι αρνούνται να παίξουν τα παλιά χιλιοπαιγμένα τους χιτ).


McGregorΗ βραδιά ήταν αφιερωμένη κατά βάση στο σόι Strauss, ένα σόι πραγματική δυναστεία, μπαμπάς υιός και Σία, τρεις γενιές μουσικοί, με καλύτερο και διασημότερο όλον τον υιό (τον οποίο, άχρηστη ιστορική λεπτομέρεια, ο μπαμπάς σε αντίθεση με το κοινώς συμβαίνον, προσπαθούσε να αποτρέψει από το να ακολουθήσει τα μουσικά του χνάρια, πολλές φορές μετά ξύλου κιόλας!). Όλα τα σουξέ της οικογένειας παρέλασαν, από την αγαπημένη μου Νυχτερίδα (το «Unter Donner und Blitz») και το αεράτο ανοιξιάτικο «Fruehlingsstimmen» μέχρι το παιχνιδιάρικο «Tritsch-Tratsch» («κουτσομπολιό» δηλαδή). Δίπλα σε αυτά και κάποια έργα ελασσόνων βαλσαδόρων όπως του Philipp Fahrbach, του Julius Fucik και του πιο γνωστού Franz Lehar (αγαπημένου του Αδόλφου συν τοις άλλοις, όχι τίποτα άλλο, για μην τρώει μόνο ο Wagner τη …ρετσινιά).

Ο μαέστρος McGregor ήταν επικοινωνιακότατος, ξεφεύγοντας κάπως από το αυστηρό πρωτόκολλο του χώρου και του είδους, έπαιζε με την sold out αίθουσα και το κοινό της, μοίρασε σοκολατάκια Μότσαρτ στα παιδιά, έκανε τα αστειάκια του, είπε ανέκδοτα, έδωσε μικρόφωνο σε μέλη του ensemble του, έπαιξε τα κάλαντα και το έλατο παροτρύνοντας το κοινό να τραγουδήσει, από μία άποψη ήταν απολύτως εναρμονισμένος με το πνεύμα της μουσικής. Γιατί, ας μην το ξεχνάμε, οι μουσικές αυτές ήταν η ποπ των καιρών εκείνων, μουσική για τις μάζες, ο Στράους τζούνιορ περιόδευε μάλιστα ανά τον κόσμο, μέχρι την Αμερική είχε φτάσει η χάρη του. Και επίσης οι μουσικές αυτές ήταν πριν απ’ όλα τα άλλα χοροί, γκαλόπ που κάλπαζαν, πόλκες και μαζούρκες, δύο τέταρτα, τρία τέταρτα και φτερά στα πόδια. Στην ευρύτερη οπτική μου ακτίνα, μια κυρία είχε παρασυρθεί από την μουσική, το χέρι της ακολουθούσε αεικίνητο τον ρυθμό, με τον καρπό ασφαλώς ακουμπισμένο σταθερά στο γόνατο, στο τσακίρ κέφι μάλιστα παραλίγο να σηκωθεί και λίγο (το χέρι, όχι η κυρία). Ρε λέτε σε μερικές γενιές να ακούγονται σε αυτούς τους χώρους κομμάτια των Sex Pistols και των Clash με το κοινό σφικτά ντυμένο σε επίσημα ρούχα να κάνει μεταξύ του «σσσσς»;

Στο ανκόρ αναπόφευκτα ήρθε και η σειρά του «Radetzky March». Παραραμ-παραραμ-παραράμ-παμ-παμ. Το κοινό ακολούθησε ενθουσιασμένο το ρυθμό με παλαμάκια, με τον μαέστρο να καθοδηγεί την ένταση. Ένας ηλικιωμένος στο τέλος άκουσα να παραπονιέται ότι το κοινό δεν ήταν και πολύ εξοικειωμένο, δεν ήξερε πότε ακριβώς να ξεκινήσει και πότε να τελειώσει. Γιατί και αυτή η έκρηξη «ενθουσιασμού» είναι μέσα στην παράδοση, τώρα «πρέπει» να συμμετάσχετε, μια αυστηρά προγραμματισμένη παρέκκλιση από το αυστηρό πρωτόκολλο, μια ελεγχόμενη εκτόνωση εντός σαφώς προκαθορισμένων ορίων.

Διασκεδαστική η βραδιά πάντως, ο ταξιτζής που άκουγε ένα βαρύ σκυλάδικο με echo και πάτησε τρελά το γκάζι να προλάβει να επιστρέψει για μία ακόμη διαδρομή, ήταν μια απότομη ίσως και ευπρόσδεκτη επαναφορά στην πραγματικότητα. Αν και νομίζω διασκεδαστικότερη ήταν εκείνη η κουβέντα πίσω μας για τη σπουδαιότητα των Pink Martini…

10/12/2013

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Mylene Farmer – 10/09/2013

Farmer in the city (of light)

Mylene Farmer


Farmer1

Η κερκίδα σιγά-σιγά γεμίζει. Τι γεμίζει, πλημμυρίζει θα ήταν το καταλληλότερο ρήμα, ο παλμός είναι ήδη σε θερμοκρασία βρασμού, το «μεξικάνικο κύμα» (η «όλα» δηλαδή) διασχίζει τον χώρο, συνθήματα δονούν την ατμόσφαιρα, σε λίγο θα γίνεται χαμός σε κάθε τραγούδι (παραλίγο να γράψω γκολ).Το γήπεδο είναι ωραίο, αρχιτεκτονικά μοντέρνο, γρασίδι κοσμεί τις πλευρές του πυραμιδικού του σχήματος και είναι ιδανικά ενταγμένο στον ιστό της πόλης. Βρισκόμαστε στον τόπο όπου ο Παναθηναϊκός κατέκτησε την πρώτη του Ευρωλίγκα με εκείνη την (εντάξει, σαφώς αμφιλεγόμενη) τάπα του Βράνκοβιτς, στο παρκέ όπου έχουν διασταυρωθεί πλειστάκις οι ρακέτες του Φέντερερ και του Ναδάλ, κι αν σαν ξενίζουν οι αθλητικές αναφορές (κι εμένα!), αναλογιστείτε πόσο συχνά αναφερόμαστε σε «οπαδούς» ενός μουσικού, κι ας ακούγεται τόσο αταίριαστο ειδικά όταν μιλάμε για έργα τέχνης. Και πόσο δύσκολο είναι να αντισταθείς όταν βρεθείς μέσα στη δίνη, κοντά στο ηλεκτρομαγνητικό πεδίο. Η κρυφή γοητεία της μάζας… Εν τέλει, σε γήπεδο βρισκόμαστε…

Λίγο πριν την έναρξη τα κενά είναι πλέον ελάχιστα στα καθίσματα των 125 ευρώ παρακαλώ (οι τυχεροί της αρένας πλήρωσαν μόνο 65), κοντά στις 18000 άνθρωποι ήρθαν να δουν την Μιλένα (τους) στη νέα της περιοδεία μετά από 4 χρόνια απουσίας. Εδώ που είναι η έδρα της μάλιστα, εδώ θα δώσει δέκα (!) συναυλίες μέσα σε 14 ημέρες, και θα το γεμίσει σε όλες, ελάχιστοι μουσικοί παγκοσμίως έχουν να παρουσιάσουν ανάλογα επιτεύγματα.


Farmer2

Το εισιτήριο γράφει ώρα έναρξης 8:30, έχει πάει παρά τέταρτο (βλέπε υστερόγραφο), μια σταρ έτσι είναι, μαθημένη να την περιμένουν, εν τω μεταξύ υποβλητικοί βόμβοι προσπαθούν να ανεβάσουν την ένταση της προσμονής, το κλίμα ζεσταίνει μια dance εκδοχή του «A l’ ombre», φυσικά δεν υπάρχει κανένα support, εδώ η πρωταγωνίστρια είναι αναμφισβήτητα μία και μοναδική.Timeless τιτλοφορείται η νέα περιοδεία της κατά τεκμήριο δημοφιλέστερης τραγουδίστριας που ανέδειξε ποτέ η γαλλική σκηνή. Timeless, άνευ χρόνου, έξω από τον χρόνο, άχρονη… Είναι λίγες ημέρες πριν κλείσει τα 52, μοιάζει ακόμη νέα και δροσερή, το «καλά κρατιέται» ακούγεται μάλλον προσβλητικό, ο πενηντάρης είναι ο νέος της εποχής ήδη από τα χρόνια του Ζαμπέτα, μπορεί να είναι ένα ακόμη θαύμα της ιατρικής τεχνολογίας, ποιος ξέρει, πάντως η ίδια δεν χάνει βήμα και (το βασικότερο) νότα, αντεπεξέρχεται σε ένα απαιτητικό (ασφαλώς λιγότερο από παλιότερα) δίωρο πρόγραμμα, οργώνει χορεύοντας και τραγουδώντας μια αχανή σκηνή. Ο χρόνος δεν την αγγίζει, ο χρόνος όλους τους αγγίζει… Αυτή είναι η παιδούλα η οποία στην αρχή δεν έκανε συναυλίες γιατί ντρεπόταν;


Farmer4

Σκέφτομαι με την ευκαιρία πόσο άδικη και στη βάση της αθεμελίωτη είναι η κριτική την οποία υφίστανται πολλοί καλλιτέχνες της ποπ, ότι το παίζουν τζόβενα, νεανίζουν, αρνούνται να μεγαλώσουν, επαναλαμβάνουν τον εαυτό τους κλπ κλπ. Κανείς δεν θα το τολμούσε να το πει αυτό για μία Patti Smith για παράδειγμα. Γιατί προφανώς αν είσαι «ροκάς» δικαιούσαι να γερνάς σαν αιώνιο επαναστατημένο νιάτο με τα τζιν, ασυμβίβαστος, συνεπής, μπορείς να παίζεις 40 χρόνια τα ίδια πράγματα, να γκρεμίζεις και να χτίζεις τείχη σε αστρονομικές τιμές. Πάντοτε έξω από το σύστημα βεβαίως-βεβαίως.Την Mylene δεν την αφορούν αυτές οι κριτικές, άλλωστε ποτέ δεν έμεινε εγκλωβισμένη στην ελαφριά ποπ, αφήστε που τα τραγούδια της έχουν πολύ περισσότερο στιχουργικό μεδούλι και διανοητική πρόκληση από αυτά πολλών προβεβλημένων «ροκάδων», στους «κοινωνικοπολιτικούς» προβληματισμούς των οποίων μπορείς άνετα να τσαλαβουτήξεις χωρίς καν να βρέξεις τους αστραγάλους σου. Επιπλέον συνεχίζει να βγάζει δίσκους, το πρόσφατο «Monkey me» μια χαρά αξιοπρεπέστατο ήταν, περιλαμβάνει 2-3 θαυμάσια κομμάτια ζωντανής (euro)pop του σήμερα.

Το οπτικό κομμάτι της συναυλίας είναι μεγαλοπρεπές (και πανάκριβο υποθέτω), χορταίνει το μάτι space θέαμα, εντυπωσιακές προβολές, φώτα λέιζερ. Παραμερίζοντας όμως αυτά τα εντυπωσιοθηρικά παραφερνάλια, συνειδητοποιείς ότι η μπάντα που τη συνοδεύει είναι εξαιρετική, στο παίξιμο ενσωματώνει επιρροές από ένα σωρό είδη, δύο κιθαρίστες, μπασίστας, ντράμερ, δεύτερες όρθιες φωνές, βοηθά και ο τέλειος ήχος. Τριγύρω χορευτές, με σάρκα ή μεταλλικοί, έχει και ρομποτάκια επί σκηνής, στο ιντερλούδιο μένουν να χορεύουν μόνα σε beat στοιχειωμένα από το φάντασμα των Kraftwerk.


Farmer3

Στη μέση της συναυλίας, μετά από ένα εικονικό ντουέτο με τον Moby («Slipping away»), έρχεται η ώρα για τους χαμηλούς τόνους και παίρνει τη θέση του στο πιάνο ο (Θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου) Καρβέλας (έτσι τουλάχιστον έμοιαζε από μακριά ο πιανίστας). Στη σκηνή εμφανίζεται ο Gary Jules, τον συνοδεύει διακριτικά στο (ποιο άλλο;) «Mad world», ακολουθεί ένα αέρινο δίγλωσσο «Les Mots», μετά μένει μόνη, αυτή και το πιάνο. Κι εκεί διαπιστώνεις σε όλο του το μεγαλείο τον μαγικό και απόλυτο έλεγχο που ασκεί πάνω στο κοινό της. Ένα κατάμεστο στάδιο σιωπά όταν σταλάζουν οι νότες, σιγοντάρει στη φωνή, στο τέλος ενός φορτισμένου «Je te dis tout» μετά από ένα ξέπνοο μερσί πάει να στάξει κι ένα δάκρυ… Υποκρισία; Ηθοποιία; Ακριβώς αυτό… Η συναυλία είναι μια θεατρική παράσταση, παιχνίδι και βίωμα, κι ένα δάκρυ μπορεί να είναι υποκριτικό και πραγματικό ταυτόχρονα…Δεν είναι εύκολο να εξηγήσεις αυτή την φανατική και αμέριστη, σχεδόν άνευ όρων αποδοχή, η οποία κρατάει κοντά 25 ολόκληρα χρόνια. Να είναι μήπως ο τρόπος με τον οποίο παίζει στο star system με τους δικούς της απολύτως όρους, διαμορφώνοντας το κατ’ ουσία στα δικά της μέτρα, με επιλεγμένες συνεργασίες και με σταθερό δημιουργικό σύντροφο όλα αυτά τα χρόνια τον αφανή σπουδαίο Laurent Boutonnat; Είναι που δείχνει να μην καίγεται από το άγχος να παραμείνει στην κορυφή με κάθε κόστος; Είναι ότι παρόλη την αναπόφευκτη έκθεση η ίδια μοιάζει να κρύβει μυστικά και να τυλίγει με ένα πέπλο μυστηρίου την προσωπική της ζωή, βγάζοντας κάτι το εύθραυστο και το απόμακρο συγχρόνως; Δεν οφείλεται επίσης μόνο τα καλά τραγούδια, ούτε και στην εξωτερική εμφάνιση, πολλοί/ές διέθεταν αυτό το «πακέτο» στο παρελθόν. Η εξήγηση δια της συγκριτικής με άλλα φαινόμενα οδηγεί σε λογικές υπερβάσεις, όπως π.χ. ο χαρακτηρισμός «Madonna της Γαλλίας» ο οποίος αποτελεί πιότερο τίτλο τιμής για την Madonna, οι διαφορές των δύο είναι αβυσσαλέες, και δεν περιορίζονται απλά και μόνο στο γεγονός ότι η Mylene διαθέτει μεταξύ άλλων και φωνή. Να είναι οι στίχοι που γράφει, οι οποίοι σε διαλεκτική αντίθεση με τη φαινομενική ελαφρότητα της μουσικής βρίθουν από αναφορές σε μια πλατιά λογοτεχνική δεξαμενή, γεμάτοι υπαινιγμούς, ενίοτε σκοτεινοί και ερμητικοί, στην παράδοση των σπουδαίων γάλλων συμβολιστών;


Farmer5

Όλα αυτά μαζί, ναι, αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη. Που ίσως εξηγεί γιατί το φαινόμενο είναι τόσο γεωγραφικά εντοπισμένο στην Γαλλία. Είναι ότι πίσω από την λαμπερή φανταχτερή πρόσοψη, μοιάζει να κρύβεται ένας υπόγεια μελαγχολικός πυρήνας (από πολύ νωρίς είχε τραγουδήσει για το πόσο αγαπά την μελαγχολία), συνδυασμένος με έναν σκοτεινό ερωτισμό γαλλικού τύπου, όπου ο έρωτας διαπλέκεται αξεδιάλυτα με την πολιτική με έναν διαστροφικό αλλά και απελευθερωτικό τρόπο. Μια από τις πρώτες της επιτυχίες είχε τίτλο «Libertine». Εδώ είναι η πατρίδα του de Sade, μην ξεχνιόμαστε…Η συναυλία πλησιάζει σιγά-σιγά στην ολοκλήρωση, το «Desenchantee» πέρασε μέσα σε ντελιριακό ενθουσιασμό («δικό σας»), δεν θα μπορούσε να λείπει το πιο εμβληματικό της κομμάτι, από την άλλη έχει πια την πολυτέλεια να αφήνει έξω κομματάρες, ξέρω ότι δεν πρόκειται να ακούσω δύο από τα αγαπημένα μου, το «Sans logique» και το συγκλονιστικό «Je te rends ton amour». Δεν πειράζει… Στο τέλος όλο το στάδιο τραγουδά μαζί της το «Rever. Ένα ζευγάρι γυναικών μπροστά μας αγκαλιάζεται και τραγουδά στίχους για το Ολοκαύτωμα, για τον Πρίμο Λέβι και τον Μπορίς Βιαν, για το όνειρο ενός ανεκτικού ανοιχτού κόσμου. «J’ai reve qu’on pouvait s’aimer/au souffle du vent».

Φεύγοντας ένας στην απέναντι αποβάθρα τραγουδάει κάτι από τους στίχους αυτούς. Τελειώνει λίγο πριν το μετρό βγει βρυχώμενο από τα σπλάγχνα της πόλης, προλαβαίνει έτσι να γνωρίσει τη δική του αποθέωση. Μία στάση παρακάτω, στην αλλαγή του Daumesnil, το πλήθος διαλύεται πια για τα καλά στο αχανές της παρισινής νύχτας…


Farmer6

Υστερόγραφον: Με το τέλος της συναυλίας, πέρα από έναν κλασικό ορθοστατικό πόνο στα γόνατα (ου γαρ έρχεται μόνον) αισθανόμουνα απροσδόκτα ξεκούραστος, σχεδόν ανάλαφρος. Πάνε πολλά χρόνια που είχα να το νιώσω αυτό μετά από συναυλία. Τι είχε συμβεί αλήθεια;- Κατ’ αρχήν η ώρα που σχολάσαμε ήταν ανθρώπινη, 11 βραδινή, είναι και καθημερινή, προλαβαίνεις το μετρό, δεν έχουν όλη την πολυτέλεια του (και εδώ) ακριβού ταξί, και δεν είναι αναγκασμένοι επίσης να πάνε κατευθείαν για πατσά (ή για φαλάφελ που είναι το αντίστοιχο ξενυχτάδικο εδώ). Στο εισιτήριο έγραφε ώρα έναρξης 8:30, η ώρα τηρήθηκε στα πλαίσια του ακαδημαϊκού τέταρτου και της μυλενικής ιδιοτροπίας, ενώ δεν βρήκα πουθενά αυτό το αισχρό «doors open», την τυπωμένη δηλαδή περιφρόνηση των ελλήνων διοργανωτών απέναντι στον χρόνο των πελατών τους. Ο περισσότερος κόσμος ήρθε το τελευταίο μισάωρο πριν την έναρξη, εμείς μαθημένοι στην ελληνική πραγματικότητα του τύπου «δε γαμιέται, ας έρθουν από νωρίς να κάνουν και κατανάλωση νερωμένου μπιροσαμπουάν μπας και βγει κανένα σπασμένο οικονομικό», είχαμε ήδη πιάσει το στασίδι μας μία ώρα νωρίτερα.

– Δεύτερον, αλλά ουχί δευτερεύον. Κάποια στιγμή εισπνέοντας βαθύτερα τον αέρα αισθάνθηκα κάτι περίεργο. Παραήταν καθαρός, δεν είχε άρωμα καπνού, πίσσας και δηλητηριωδών μονοξειδίων, ο χώρος δεν είχε μεταβληθεί σ τεκέ, η ελαφριά θολούρα που έβλεπα ήταν ένα τρικ του φωτισμού. Και πραγματικά, διερευνώντας εξεταστικά τα πέριξ, δεν συνάντησα ούτε έναν (αριθμητικώς: 1) να καπνίζει. Κάποια στιγμή λίγο αργότερα, μου ήρθε μια ελαφριά εσάνς καπνού, ξαφνιασμένος γύρισα, ήταν η αραιή εκπομπή ενός ηλεκτρονικού τσιγάρου. Ο «θεριακλής» μου χαμογέλασε απολογητικά…


Farmer7

– Σε όλη την διάρκεια της συναυλίας κανείς αλαλάζον οπαδός δεν πέρασε από πάνω μου για να βρεθεί στα προκεχωρημένα χαρακώματα, κανείς δεν με πάτησε, κανείς δεν με καβάλησε από τον ενθουσιασμό του, κανείς δεν ήρθε να στηθεί μπροστά μου, κανένας δεν με έσπρωξε κρατώντας απειλητικά πάνω από το κεφάλι μου 3 ξέχειλα πλαστικά μπυροπότηρα «για την παρέα». Επίσης από τη στιγμή που ξεκίνησε η συναυλία (παρόλο που βρισκόμασταν έξω από την διακεκαυμένη ζώνη των φανατικών μέσα σε έναν μεσόκοπο μέσο όρο ηλικίας), κανείς τριγύρω μου δεν έπιασε ψιλή κουβέντα, κανείς δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να μοιραστεί μαζί μας τα πολύ σημαντικά γεγονότα της ζωής του, εδώ ο κόσμος ήρθε για την μουσική, για να χορέψει, για να τραγουδήσει και να φωνάξει, ενίοτε και να ουρλιάξει. Όχι για να τον δουν, για να έχει να λέει ότι πήγε, όχι επειδή είχε μια τσάμπα πρόκληση από κάποιο ασαφές μέσο στο οποίο «γράφει», κλπ κλπ.θα μου πείτε όμως, έτσι είναι οι ξενέρωτοι δυτικοί, στις φλέβες τους δεν κυλάει αίμα αλλά νερό, εδώ είναι νότος, εμείς έχουμε πάθος, μαγκιά, είμαστε ανυπότακτοι και ρέμπελοι, ο τράχηλος μας κανέναν ζυγό δεν υπομένει. Έτσι δηλώνουμε τουλάχιστον… Κι ας μην έχουμε φτάσει καν ούτε μέχρι την Γαλλική Επανάσταση ακόμη… 1789 ήτανε…

Φωτογραφίες – Sebastien Garnier

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Current 93 – 24/03/2011

Ποιο είναι το νόημα της ζωής;

(Gagarin 205, Αθήνα – 24/03/2011)

Current93Υπάρχει; Γεννιέσαι μόνος, όσο είναι νέος και τα κύτταρά σου σφύζουν από υγεία, σκιαμαχείς με ιδεολογίες και απειλείς τον ουρανό, μεγαλώνεις, αρχίζουν και τα πονάκια-τηλεγραφήματα από το υπερπέραν «σας περιμένουμε προσεχώς- στοπ» και ξάφνου ανακαλύπτεις την υπέρτατη δύναμη, αγοράζεις την Αγία Γραφή και σταυροκοπιέσαι έξω από τις εκκλησίες. Και όλα αυτά για να πεθάνεις στο τέλος μόνος;

Ο David Tibet σίγουρα δεν ανήκει σε αυτούς τους ευκαιριακούς (και προφανώς οπορτουνιστές μύστες του μεταφυσικού). Από αμούστακο …μαλλιαρό παιδί (τώρα είναι μεν ακόμη αμούστακο, όχι πάντως μαλλιαρό) είχε τις ανησυχίες του, τις οποίες τα τελευταία 25 χρόνια αδιαλείπτως εκφράζει σε δίσκους και μοιράζεται μαζί μας. Έχει ασχοληθεί με κάθε είδους -ισμό, στα τραγούδια του μπορείς να βρεις ίχνη και παραπομπές σχεδόν από κάθε θρησκεία που εφηύρε ο άνθρωπος για να καλύψει το υπαρξιακό του κενό. Το έχω ξαναγράψει, τί θα κρατήσει ο καθένας από αυτή τη μεταφυσική …σαλάτα, είναι ζήτημα αποκλειστικά προσωπικής πρόσληψης. Εγώ βέβαια θα σας …απογοητεύσω, δεν έχω απάντηση στο αρχικό ερώτημα. Γι’ αυτό ας περάσουμε σε πιο εύκολα και προσιτά ερωτήματα…
Current93bΠοιο είναι το νόημα μιας συναυλίας; Ένας από τους (πολλούς) λόγους για τους οποίους έχω αρχίσει να βαριέμαι στις συναυλίες, είναι ότι το παραπάνω αναζητούμενο νόημα έχει αρχίσει να μετασχηματίζεται σε κάτι σαν: «ΟΚ, από τον δίσκο δε θα βγάλουμε φράγκο, έτσι ας τον διεκπεραιώσουμε επί σκηνής με επαγγελματική μεν, οκνηρή δε πιστότητα και συνέπεια (στις καλές περιπτώσεις!), και πάμε στη επόμενη συναυλία». Για να μην παρεξηγηθώ… Δεν απαιτώ «καταθέσεις ψυχής» (και άλλες τέτοιες ….τραπεζίτικες γραφικότητες). Και για να μην μακρηγορώ, θα επικαλεστώ ένα πρόσφατο αντιπαράδειγμα. Ας πούμε, τη χθεσινή συναυλία των Current 93.

Τι σημαίνει λοιπόν live για τον Tibet; Άλφα (ίσως και ωμέγα): διαλέγει τους μουσικούς του έναν κι έναν και όχι από το πανέρι βαριεστημένων «σεσιονάδων». Συνεργάτες κλάσης οι οποίοι θα αφήσουν το …θιβετιανό του Εγώ να λάμψει, θα συνεισφέρουν όμως κρίσιμες πινελιές και θα συνθέσουν ένα δεμένο εκτελεστικό σύνολο. Π.χ. στην προκειμένη περίπτωση, αν προσπεράσουμε τους γνωστούς και εξαιρετέους Baby Dee και Andrew Liles, αξίζει σταθούμε στον James Blackshaw, ο οποίος παρά το νεαρό της ηλικίας του έχει ήδη μια σημαντική εργογραφία κιθαριστικής δεξιοτεχνίας αλλά και στον ουτίστα Eliot Bates ο οποίος κουβαλάει ήδη 20 χρόνια εντρύφησης στους οθωμανικούς δρόμους της Ανατολής.

Δεύτερον, αλλά εξίσου βασικό: δεν αντιμετωπίζει τη μουσική του σαν ένα τελειωμένο «γλυπτό», αλλά σαν «work in progress,» δουλεύει διαρκώς τα κομμάτια του σε νέες ενορχηστρώσεις, τα αποδομεί και τα ξαναστήνει σε νέα βάση. Ασφαλώς είναι από τους καλλιτέχνες εκείνους που όχι μόνο δικαιούνται, αλλά επιβάλλεται να κυκλοφορούν live δίσκους. Δεν είναι τόσοι πολλοί όσο νομίζετε…
Current93cΓια να επιμείνουμε λίγο στο ερώτημα για το νόημα μιας συναυλίας. Υποθέτω κάποιοι θα έμειναν απογοητευμένοι από τη χθεσινή βραδιά, γιατί ο Tibet περιορίστηκε αποκλειστικά σε κομμάτια της τελευταίας δεκαετίας (αν δε μου διέφυγε κάτι, δεν πήγε πίσω από το 2000), παρά τις επανειλημμένες …πικραμένες αιτιάσεις από το κοινό. Η παραχώρηση που έκανε προς το τέλος με ένα αγριεμένο «Oh Coal Black Smith» μάλλον δεν άρκεσε… Θα πάρω όμως το μέρος του μουσικού. Σημειωτέον, δεν έχουμε να κάνουμε με περίπτωση επανασύνδεσης κάποιου σχήματος που μαζεύτηκε για τα τελευταία ένσημα ή για να ξαναζήσει το μύθο των νιάτων. Δεν αισθάνεσαι λοιπόν μια «ακύρωση» της δημιουργικότητας σου από την απαίτηση του κοινού να γυρίσεις το ρολόι πίσω, να ανοίξεις λογαριασμούς που ο ίδιος έχεις κλείσει;

Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση τα πράγματα έχουν και μια ακόμη διάσταση. Τα τελευταία χρόνια ο Tibet το έχει ρίξει στην …κοπτική. Για όσους δεν πιάνουν το αμφιλεγόμενης ποιότητας χιούμορ μου, στην εκκλησία και τη γλώσσα των κοπτών της Αιγύπτου αναφέρομαι, ενός παρακλαδιού της χριστιανικής εκκλησίας (ένας ιεράρχης της ορθόδοξης …αγάπης θα σας μιλούσε ασφαλώς για αιρετικούς), μονοφυσίτες όπως τους μάθαμε στο σχολείο (μην με ρωτήσετε για τις λεπτομέρειες της διαφοράς, απλά πάντοτε μου φαίνεται αστεία η διαμάχη για το πόσες φύσεις έχει κάτι που δεν υπάρχει). Πως επιστρέφεις λοιπόν σε τραγούδια και στίχους που πιθανώς δεν σε εκφράζουν πλέον; Για κάντε μια αναλογία με τη δική σας ζωή…
Current93dΜπροστά σε αναλογικά λίγο (ή πολύ από μια άλλη όψη) κόσμο και μετά από ένα όχι και τόσο απροσδόκητο (για όσους γνωρίζουν τις ’70s εμμονές του Tibet) εναρκτήριο λάκτισμα υπό τους ήχους των Boney M. και του «Rivers of Babylon» (το οποίο πάντως έχει …αναφορές στη Βίβλο και τη Σιών), η μπάντα ανέβηκε στη σκηνή με τον ίδιο στο γνωστό κουστούμι ρακοσυλλέκτη (σαν ήρωας του Μπέρναρ Σω), ξυπόλητο, όχι πλέον τόσο ασκητικά αδύνατο (ου γαρ μόνον…).

Πολλές οι διαφορές από την προηγούμενη εμφάνισή του (πότε πέρασαν 5 χρόνια;) με πιο ασήμαντη ότι τούτη τη φορά ήμασταν όρθιοι (σε αυτό βέβαια θα …διαφωνούσε η ταλαιπωρημένη μου μέση). Επίσης τώρα υπήρχαν κρουστά, τα τεχνολογικά τερτίπια του Liles και οι διπλές κιθάρες που οδηγούσαν τα κομμάτια σε θορυβώδεις στροβίλους, και το ούτι που χρωμάτιζε τον ήχο με υπνωτικά μάντρα. Η Baby Dee στο πιάνο (μένω στο «η», είναι η επιλογή της εξάλλου) γνήσια γκροτέσκα φιγούρα πήρε το χειροκρότημα που της αξίζει, και στην κορφή ο Tibet, σαν δυσοίωνος βιβλικός προφήτης, με την εξπρεσιονιστική του ερμηνεία (η οποία πάντως αφήνει και χώρο και για ένα έστω και στραβό μειδίαμα, σε έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει γέλιο και χαρά -ο κόσμος του Χόρχε από το «Όνομα του Ρόδου») σε μια εμφάνιση η οποία με καθήλωσε για 2 και πλέον ώρες.

Για 2 ώρες πλέον με καθήλωσε [δεν λέω «μας» γιατί 1) αν κρίνω από το βόμβο της γαλαρίας δεν τους καθήλωσε όλους και 2) ανέκαθεν «σπάζομαι» όταν ο κριτικός γράφει απηχώντας δήθεν κάποιο κοινό αίσθημα]. Και αυτό συνέβη παρά το γεγονός ότι στους τελευταίους του δίσκους, ο Tibet φρονώ ότι κάπου έχει χάσει εκείνη τη μελωδική στερεότητα που τον χαρακτήριζε, και ρέπει ενίοτε προς μια ακατάσχετη φλυαρία. Για τον νέο δίσκο «HoneySuckle Aeons» ο οποίος παρουσιάστηκε χτες για πρώτη φορά, επιφυλάσσομαι πάντως.

Και αν σώνει και καλά θέλουμε μια κατά-Tibet απάντηση στο αρχικό ερώτημα, ας κρατήσουμε το στίχο «and non of us eternal» από το «Niemandswasser». Δεν μας καλύπτει; Ποιος είπε όμως πως η τέχνη δίνει οριστικές απαντήσεις;

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr