Όταν κοιτάς από μακριάαα… – Κώστας Χατζής


ΚΧατζής1

Με την προσμονή της πρώτης φοράς το ζευγάρι είχε στριμωχτεί στο μικρό τραπεζάκι, κάπου στις πίσω σειρές, σαν κάπως παράταιρο έμοιαζε ανάμεσα στις ηλικίες τριγύρω, κύριοι με φαλακρίτσα και κοιλίτσα, οι κυρίες περασμένης νεότητας, στολισμένες, με τα καλά τους, όχι με τον κραυγαλέο τρόπο όμως, αλλά εκείνον τον σεμνό, τον λαϊκό, που επιτρέπει κι ένα πιτσικαρισμένο τακούνι, κάπου μπροστά κάθονται δύο, αδερφές τις φτιάχνει η φαντασία, μοιάζουν σαν να άφησαν πριν από λίγο το κέντημα στον καναπέ για να έρθουν εδώ Κυριακή βράδυ, να ακούσουν τον τραγουδιστή που τους θυμίζει τα χρόνια εκείνα. Τα δύσκολα αλλά και καλά. Όλα είναι καλά όταν έχουν περάσει και τα έχεις αφήσει πίσω στην ασφάλεια του παρελθόντος…Είπα σε πολλούς ότι θα πάω να δω τον Κώστα Χατζή. Ήταν κάποιοι που ξαφνιάστηκαν, γι’ αυτούς φάνηκε να έχει περάσει στην κατηγορία των καλλιτεχνών της κατηγορίας «ζει ακόμη;», που όταν αποδημήσει (χτυπάμε ξύλο όλοι μαζί!) θα έχει την δική του R.I.P. ημέρα διασημότητας στα κοινωνικά μύδια μαζί με τα παχιά λόγια για την μεγάλη απώλεια. Άλλοι θυμήθηκαν με συγκίνηση πότε τον είχαν δει και πρωτοδεί, ένας φίλος ήταν πέντε χρονών, στην Τρίπολη στο σινεμά Αρκαδία (που πολλά χρόνια δεν υπάρχει πια), άλλος σε μπουάτ στα μέσα του ’80, ένας άλλος θυμήθηκε το «Ρεσιτάλ» με την Μαρινέλλα που υπήρχε στην ισχνή δισκοθήκη της μαμάς, κάπου ανάμεσα στον Πάριο και στον Καζαντζίδη. Πολύς χρόνος κύλησε, για μας αλλά και για έναν μουσικό ο οποίος ήδη πίσω το 1979 ήταν στο απόγειο του κι έβγαζε δίσκους με τίτλους όπως «Θυμηθείτε μαζί μου, 18 χρόνια Κώστας Χατζής». Άρα τώρα ο μετρητής έχει φτάσει το 54. Και συνεχίζει ακαταπόνητος…

Το αξιοσημείωτο είναι πάντως ότι κανένας δεν είπε απαξιωτικό λόγο, ακόμη κι εκείνοι που κατά τα λοιπά ακούν με φρίκη τους όρους «έντεχνο» ή «καλό ελληνικό τραγούδι», βάλτε κι εμένα μέσα (αν και βέβαια ψάξτε να μου βρείτε την ουσιαστική διαφορά του έντεχνου από όλο τούτο τον έσχατο συρφετό της αγγλόφωνης indie-κλαψο-folk, που συνήθως τραγουδάει και ανοησίες, αλλά εντάξει, ποιος δίνει σημασία, στα εγγλέζικα είναι έτσι κι αλλιώς). Είναι ίσως επειδή ήταν ο Χατζής, μαζί ίσως με τον Σαββόπουλο, εκείνος που μεταφύτεψε τη μουσική του τροβαδούρου στα μέρη μας, αυτός, η κιθάρα και στίχοι δυνατοί, η απλότητα, η οποία ξεγυμνώνει μεν την ψυχή, αλλά μπορεί και να ….ξεβρακώσει την αταλαντοσύνη, κι ας είναι αυτή σκεπασμένη με διάφορα στουντιακά παραφερνάλια.


ΚΧατζής2

Είναι ίσως και αυτό το είδος μουσικής το οποίο φύεται σε κάθε μέρος του κόσμου όπου υπάρχει ένα όργανο με χορδές και μια φωνή να αφηγείται το λαϊκό φιλοσοφείν, είναι γοητευτικό να παρατηρείς πως άνθρωποι από διαφορετικές ρίζες και παραδόσεις φτάνουν τελικό στον ίδιο μουσικό τόπο (πρόσφατα σε αυτές εδώ τις σελίδες ο Αναστάσιος ο Μπαμπατζιάς σε ένα εξαιρετικό του κείμενο, ανίχνευε τέτοιες υπόγειες «μεταφυσικές» διαδρομές οι οποίες συνδέουν …γιαπωνέζους τροβαδούρους με τον Χατζή). Ο Χατζής κατά μία άποψη λοιπόν δεν ανήκει στο ελληνικό τραγούδι, είναι υπεράνω συνόρων, είναι ταυτόχρονα τοπικός και οικουμενικός, κι ας μην έχει κάνει ποτέ του σουξέ στα ξένα.Οι αναφορές στα τραγούδια του στην ελληνική πατρίδα είναι μάλλον σποραδικές και σπάνιες. Άλλες είναι οι λέξεις οι οποίες επανέρχονται διαρκώς στα τραγούδια του: Ο κόσμος. Οι άνθρωποι, όλοι οι άνθρωποι. Η ειρήνη, η αγάπη, τα λουλούδια. Η πλάση. Η φύση. Η θάλασσα, τα κύματα (το νέο κύμα γαρ!) Η παλιά Εδέμ. Η Γη. Όλη η Γη. Την οποία κοιτάζει με ένα πανανθρώπινο βλέμμα, από εκεί ψηλά από το αεροπλάνο. Απ’ όπου μοιάζει ο κόσμος ζωγραφιά και μυρμήγκια οι ανθρώποι. Και μιλούσε για ρατσισμό σε εποχές που πιστεύαμε ότι εμείς οι έλληνες είμαστε απρόσβλητοι από τον ιό, «Γύφτοι ή Εβραίοι ή κανείς» τραγουδούσε το 1974 σε μια ελληνική κοινωνία η οποία διασκέδαζε ακόμη αθώα με τον Αράπη και τις Αραπίνες.

Η παρέα κουρασμένη από τα μακρινό ταξίδι, είχε έρθει από το νησί ειδικά για τον Κώστα, τον Κώστα της, τους, «παιδιά, χίλια συγνώμη, θα σας ενοχλήσουμε στριμώξουμε», «ευχαριστούμε για την ευγένεια», μα ήταν δυνατόν να έρθεις να ακούσεις τα λόγια του Χατζή για την επί γης ειρήνη και να στριτζώσεις για μία θέση; Να σας κεράσουμε συκαλάκι παιδιά, ιστορία μεγάλη γραμμένη στο πρόσωπο, τον ξέρω 50 χρόνια, από τον Τιπούκειτο και τον Σκορπιό, η γυναίκα μου η συχωρεμένη του είχε γράψει στίχους, θέλετε μετά να πάμε να τον γνωρίσετε; Αδερφός μου είναι καρδιακός, «γυφτίζει μόνο λίγο» που λέει και ο ίδιος…

3 γεμάτες ώρες, σχεδόν στιγμή δεν άφησε την κιθάρα από τα χέρια του. Αυτός και η κιθάρα. Κι ας μην ήταν εκείνη με την οποία σκεπαζόταν όταν κοιμόταν στα παγκάκια, τότε που πρωτοείχε έρθει στην Αθήνα από τη Λιβαδειά, άγνωστος και φτωχός και τσιγγάνος για να κυνηγήσει το όνειρο του. Στη σκηνή επάνω μοιάζει σαν το ψάρι μες στο νερό, φρονώ ότι από τους έλληνες μουσικούς είναι εκείνος που ξέρει να στέκεται στη σκηνή όσο λίγοι, εκεί άλλωστε διαμορφώθηκε, εκεί έχτισε το όνομά του, δεν είναι παράξενο ότι έχει και πάμπολλους live δίσκους στο ενεργητικό του, οι περισσότεροι εκ των οποίων έχουν μάλιστα λόγο ύπαρξης (δεν συμβαίνει συχνά!). Φαίνεται τούτη η έμπειρη άνεση και η φυσική ευγένεια του από τον άμεσο τρόπο που επικοινωνεί με το κοινό. Κι ας του δίνει κάποιες υπερβολικές …ασίστ οι οποίες δεν αξιοποιούνται, δεν ξέρουν κι όλοι τα λόγια πέρα από το σουξεδάτο ρεφραίν, «ωχ τι λέει παρακάτω τώρα; πες λαλαλα τώρα», το αντιμετωπίζει κι αυτός με χιούμορ τραγουδώντας «δεν το ξέρετε καλάααα». Η δίπλα μου κυρία με την πορτοκαλάδα δεν έχασε πάντως στίχο για στίχο…


ΚΧατζής3

Μία εισαγωγή, μετά η ενότητα του κοινωνικού τραγουδιού. Μετά η δεκαετία του ’60. «Χρόνια μονάχος τραγουδάω», δεν είναι όμως μονάχος απόψε, έχει και ορχήστρα και σαξόφωνο και πιάνο και μαέστρο (τον Γιώργο Παγιάτη), η παρουσία τους είναι μελετημένα διακριτική, οι ενορχηστρώσεις τους δίνουν μια τζαζ αίσθηση σαν εκείνη που είχε δώσει ο Κώστας Κλάββας στον δίσκο «Χατζής ’79». Κάποια στιγμή ανεβαίνουν στη σκηνή η σύντροφος του η Αντωνία Χατζίδη και η Μαρία Αλεξίου για κάποιες ευπρόσδεκτες θηλυκές πινελιές, με τον ίδιο να στέκει πάντα στο επίκεντρο ακόμη και στον σεγόντο ρόλο. Οι ερμηνείες του είναι αυτές που ήταν ανέκαθεν, σήμα κατατεθέν, τα τραγούδια του άλλωστε ποτέ δεν τα μπερδεύεις με εκείνα άλλων ερμηνευτών έτσι που είναι ταυτισμένα μαζί του. Και με αυτό το ίδιο κι απαράλλαχτο στυλ όλα τα χρόνια, άδικο δεν είναι να ζητάς καινοτομίες, τέτοιοι τύποι είναι πέρα από χρόνο, τάσεις και ρεύματα.Η βραδιά κυλά, σαν τους αρπισμούς στις χορδές που τις παίζει στα δάχτυλα με εμπεδωμένη δεξιοτεχνία, το ένα τραγούδι λιώνει μέσα στο άλλο, δεν έχει νόημα να παραθέσω κομμάτια, τι ακούστηκε και τι όχι, δεν πιστεύω να έμεινε και κανείς παραπονεμένος, η «Παλιά φωτογραφία» με όλο το σχήμα επί σκηνής ήταν η στιγμή της προσωπικής συγκίνησης, photographs as memories σε στίχους που μιλάν για μια πίκρρρα που έχει μείνει στην μικρρρή μας ιστορρρία. Είναι και που δεν μπορείς να αγνοήσεις τους στίχους των τραγουδιών. Είτε δικούς του είτε άλλων, κυρίως της σπουδαίας Σώτιας Τσώτου, πόσο σπουδαία υπήρξε αλήθεια (κι ας μην έχει γίνει η ζωή της θεατρικό έργο). Στίχους διαποτισμένους από ένα απόλυτα προσωπικό ήθος, είτε ερωτικοί είτε κοινωνικοί πάντα με ιδιαίτερη ευαισθησία (αν έγραφα …δελτίο τύπου ίσως να τους χαρακτήριζα κι εγώ επίκαιρους). Η καταγγελία της αδικίας περνάει με μια τρυφερότητα και μια απλότητα ανεπιτήδευτη, ακόμη και στίχοι-αιχμές για το ΔΝΤ, τους τριακόσιους και άλλα σύγχρονα δεινά έχουν μια πραότητα, μια μη-βία στη βία, ένα χριστιανο-σοσιαλιστικό «Imagine» όραμα για έναν άλλο ιδανικό κι ουτοπικό κόσμο.

Πφφφ μπανάλ θέματα, «για τους ταπεινούς», εύκολα, λαϊκίστικα, θα μας πουν ίσως εδώ οι ορθολογιστές του ελιτισμού, οι ουτοπίες και οι ιδεολογίες δεν υπάρχουν πια, σημασία έχουν τα δεδομένα, οι αριθμοί και οι τεχνοκρατικές μονόδρομες λύσεις. Εντάξει δεν είναι κακό να υπάρχουν και οι καλλιτέχνες να μας διασκεδάζουν, να παίζουν ίσως με τις κρυφές μας ενοχές, έτσι που νομίζουν οι αφελείς ότι θα αλλάξουν τον κόσμο, ας τους παραχωρήσουμε την ποιητική αυτή καλλιτεχνική αδεία. Στην «πραγματική» ζωή όμως άλλοι θα σας σώσουν. Τι να σου κάνει η τέχνη μπροστά στην ανακεφαλαιοποίηση και τις μεταρρυθμίσεις, έτσι δεν είναι;

Σε κοιτάει στα μάτια… Με αυτό το απλανές του σαν μόνιμα χαραγμένο χαμόγελο. Γίνεται ακόμη πιο πλατύ ακόμη κι όταν ακόμη ακούει ευχαριστίες διατυπωμένες έστω και με τα πιο κοινότυπα λόγια. Έχει σημασία; Η κυρία με το στραβοπατημένο τακούνι κρατάει μια ανθοδέσμη «σας άκουγα χρόνια». Έλα σκέψου κάτι πρωτότυπο. Έχει σημασία; Το χέρι σφίγγει, αμάν, σαν τανάλια. «Σας χρειαζόμασταν απόψε κι ας μην το ξέρατε». Κάτι μου λέει ότι το ήξερε…

06/11/2015

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Advertisements

M.E.S.H – Piteous gate (PAN)

mesh
1. Piteous Gate
2. Optimate
3. Thorium
4. The Black Pill
5. Kritikal & X
6. Epithet
7. Jester΄s Visage
8. Methy Imbiss
9. Azov Seepage

Το …στερεότυπο φυγείν αδύνατον και ο αναμάρτητος υμών πρώτος τον λίθον βαλέτω, κι αν πρέπει να ρίξουμε κάπου το φταίξιμο πρέπει να γυρίσουμε πίσω σε εκείνα τα φροντιστήρια (όχι ότι και το σχολείο πήγαινε πίσω) τα οποία μας εξασκούσανε στην κοινότοπη σπουδαιοφανή γραφή για να γράψουμε πάνω από 16 στην έκθεση για να μπούμε στο πανεπιστήμιο για να προκόψουμε έτσι στη ζωή μας. Να μην αθωώσουμε όμως και τη δημόσια γραφή, κάθε είδους και στόχευσης, δελτία τύπου, άρθρα, κριτικές κάθε είδους βρίθουν στα στερεότυπα, είναι και μια ασφάλεια και μια ευκολία όταν θες να ξεπετάξεις το κείμενο για να πληρωθείς (ποιος γέλασε;). Ο Orwell τα έγραφε στους δημοσιογράφους-συνάδελφους του «μη χρησιμοποιείται φράσεις που τις είδατε τυπωμένες, είναι ο καλύτερος τρόπος να αποφύγεις τα στερεότυπα», αλλά ποιος τον άκουσε; Δεν είναι κι εύκολο βέβαια…

Κι αν απορείτε πως και δεν τους πιάνουν τα γέλια κάθε φορά που μιλάνε για «το μαχαίρι που έφτασε στο κόκαλο», μεγαλύτερη πληγή είναι τα επίθετα. Ξέρετε, αυτές τις λεξούλες που σε βοηθούν να «αποβουτυρώσεις» ή να πνίξεις ή να την ουσία (αυτή την οποία εκφράζουν τα ουσιαστικά) με διάφορες άχρηστες πνιγηρές περικοκλάδες. Από την άλλη θυμάμαι τον Δημοσθένη Κούρτοβικ ο οποίος σε ένα άρθρο του έδινε …συμβουλές σε επίδοξους μπεστσελεράδες: «Τα επίθετα δεν είναι μόνο καλολογικά στοιχεία. Είναι απαραίτητα και για τον προσανατολισμό του αναγνώστη. Αλλιώς πως θα ξέρει, για παράδειγμα, αν ένας φόνος είναι στυγερός, μια βροχερή μέρα μελαγχολική, ένα χάδι τρυφερό (…);»

Ακούω για παράδειγμα τον δίσκο του μουσικού ο οποίος κρύβεται πίσω από το κρυπτικό (πλεονασμός, πως θα κρυβόταν άλλωστε;) ψευδώνυμο M.E.S.H. και το χέρι μου με τρώει να αρχίσω τα επίθετα. Βλέπετε το είδος της μουσικής που παίζει ο τύπος (θα τα πούμε παρακάτω, υπομονή) δεν περιγράφεται εύκολα με ουσιαστικά. Και από τέτοια επίθετα να, γεμάτος ο τόπος, όσα τα κουνούπια του Νείλου. Αξίζει όμως να εξετάσουμε μερικά εκ του σύνεγγυς, έχει νομίζω ένα ενδιαφέρον.

Εγκεφαλικός/ή: Κάτι κακό νομίζω ότι υπονοείται εδώ, η λέξη «εγκεφαλικό» άλλωστε δεν θυμίζει και ευχάριστες καταστάσεις. Προσπαθώντας να ερμηνεύσω, υποτίθεται ότι έχουμε να κάνουμε με μουσική η οποία προέκυψε μετά από εγκεφαλική σκέψη και σχεδιασμό, βέβαια αναλογίζομαι από που άλλου θα μπορούσε να είχε προκύψει, από την σπλήνα ή από το στομάχι να πούμε, μα από την καρδιά θα μου πείτε ασφαλώς, αυτή την ακούραστη αντλία στην οποία εδράζονται λένε όλα τα συναισθήματα (αλήθεια ε;). Γι’ αυτό και τούτη η εγκεφαλική μουσική είναι και ψυχρή, δεν έχει συναισθήματα, γι’ αυτό χρειάζεται και …μηχανική υποστήριξη, γι’ αυτό και δεν παίζεται με φυσικά όργανα. Λες και τώρα αν βγει κάποιος στη φύση, στο δάσος μπορεί να …μαζέψει μια κιθάρα ή να κόψει ένα πιάνο, όλα τα ανθρώπινα μουσικά όργανα είναι εξίσου «τεχνητά», μη-φυσικά, παντού έχει μεσολαβήσει η ανθρώπινη παρέμβαση-τεχνολογία, μόνο αν πάρετε έναν κορμό δέντρου και αρχίσετε να τον κοπανάτε μπορείτε να είσαστε σίγουροι ότι έχετε ένα «φυσικό» όργανο. Όσο για τα συναισθήματα, αναρωτιέμαι δεν βρέθηκε στη ζωή ένας καλός σχολικός φιλόλογος να μας διδάξει ότι τα συναισθήματα αφορούν τον ακροατή, αυτός τα δημιουργεί ο καθείς με βάση τα βιώματα, τις ιδέες του, τις προκαταλήψεις του (αυτό ξαναπέστο!), ότι το θέμα δεν είναι τι θέλει να πει ο ποιητής αλλά τι σου λέει εσένα ο ποιητής;

Συνειρμικά στην «εγκεφαλική» απαντάται συχνά και η ιδιοφυής μουσική (μαζί με διάφορα άλλα συνώνυμα, έξυπνη, ευφυής, μεγαλοφυής -όταν θέλει κάποιος να γράψει για τον Aphex- κλπ). Εδώ μάλιστα μέχρι και είδος εφευρέθηκε, η IDM, η Έξυπνη Ηλεκτρονική Μουσική (και μη με βάλετε στον πειρασμό να απαντήσω αν υπάρχει και βλακώδης). Εδώ υπάρχει και μια χροιά «δήθεν» αντικειμενικότητας, καθώς μπαίνει και αυτή η έννοια του IQ, μια έννοια η οποία προέκυψε από τη μανία των ανθρώπων που ασχολούνται με ψευδο-επιστήμες να ποσοτικοποιούν μη-μετρήσιμες έννοιες χρησιμοποιώντας μαθηματικά εργαλεία για μια επίφαση επιστημοσύνης (αν σας ενδιαφέρει αυτό το ζήτημα, το βιβλίο του Richard Lewontin «Δεν είναι απαραίτητα έτσι» είναι καταπληκτικό και συστήνεται ανεπιφύλακτα).

Σε συνεπαγωγή επίσης με την «ιδιοφυή» μουσική έρχεται και η «δύσκολη» (με έναν ελιτίστικο υπαινιγμό εδώ, ότι αφορά τους φωτισμένους, μαζί και τον ίδιο τον συντάκτη εννοείται), η «αφαιρετική/αφηρημένη» (εδώ ο «ιός» έχει μεταφερθεί από τη ζωγραφική, όπου σε αυτή την κατηγορία κατατάσσεται οτιδήποτε δεν ταυτοποιείται σαφώς ότι είναι φρούτο, αγελάδα, γυμνή γυναίκα ή κάτι άλλο χειροπιαστό) και φυσικά η πειραματική (εδώ είναι που η μπάλα χάνεται εντελώς σε μια διόλου δημιουργική ασάφεια, ο John o Cage πάντως που κάτι θα ήξερε παραπάνω, έλεγε ότι πειραματική μουσική δεν υπάρχει, το πείραμα αφορά τη διαδικασία παραγωγής, επ’ ουδενί όμως το τελικό προϊόν).

Α… Και last but not least που λένε και στα χωριά μας: το επίθετο που όλα τα σφάζει και όλα τα μαχαιρώνει. Κινηματογραφική. Που τι θέλει να μας πει; Πολλά και τίποτα… Εν τέλει, κάθε είδος μουσικής, από το black metal μέχρι τα κλαρίνα, είναι δυνητικά «κινηματογραφικό»…

Ωραία όλα αυτά, για τον δίσκο δεν μας είπες τίποτις ακόμη. Ούτε και για τον δημιουργό. Το «Piteous Gate» λοιπόν θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω με όλα τα παραπάνω επίθετα και να είχαμε συνεννοηθεί (λέμε τώρα). Όσο για τον δημιουργό. James Whipple λέγεται, άλλος ένας καλλιτεχνικός μετανάστης στο Βερολίνο, την πόλη όπου μια πέτρα να πετάξεις έναν καλλιτεχνίζοντα, με την ευρεία έννοια, από γραφίστα έως και ηθοποιό, θα τον πετύχεις, δεν μπορεί να είσαι τόσο γκαντέμης. Αν πάντως θέλουμε να βρούμε έναν ήχο Βερολίνου (να κι άλλο ένα στερεότυπο που ελλοχεύει, η γεωγραφία), αυτός θα ήταν πιθανότατα μια ηλεκτρονική κάπου ανάμεσα στο αδυσώπητο techno του Berghain (γεια σου Σβεν) και στο σκληρό industrial των Neubauten. Ο κος M.E.S.H. έχει μαζέψει αρκετά νυχτερινά dj ένσημα στην πόλη, τώρα όμως, στο πρώτο του «κανονικό» LP χαμηλώνει τους ρυθμούς, τίποτε εδώ μέσα δεν χορεύεται (υπό κανονικές συνθήκες πάντοτε) και όλα σκιάζονται από τη μετα-μελαγχολία της μετα-dubstep εποχής, το κλίμα είναι σκοτεινό, δυστοπικό (δάσκαλε που δίδασκες, πάλι στα επίθετα το έριξες!), εντασσόμενο στη γενεαλογική σειρά των Autechre -το IDM που λέγαμε ε-; (οι οποίοι όσο περνάν τα χρόνια αποδεικνύονται από τους πλέον επιδραστικούς μουσικούς των τελευταίων δεκαετιών).

Ο τίτλος του δίσκου προέρχεται από νουβέλα επιστημονικής φαντασίας, ο θεματικός άξονας είναι μάλλον χαλαρός, ο ίδιος μας δίνει τη βοήθεια λέγοντα ότι την εποχή που έγραφε τον δίσκο παρακολουθούσε με προσήλωση τα δραματικά τεκταινόμενα στην Ουκρανία, στο εξώφυλλο υπάρχει και μία φωτογραφία από το κατεστραμμένο αεροδρόμιο του Ντονέτσκ, αλλά μέχρις εκεί. Κι ο ίδιος σπεύδει να ξεκαθαρίσει: «αν είχα μια κάποια ιδεολογική ατζέντα δεν θα έκανα μουσική», είναι και αυτή μία θεμιτή άποψη επί του θέματος.

Ο τρόπος παρασκευής του δίσκου άλλωστε, με τα πολλά κολάζ, σαμπλ, ιδέες και επινοήσεις (MESH χωρίς τελίτσες σημαίνει και ανακατωσούρα!) στο σύγχρονο θρυμματισμένο κόσμο παραπέμπει, στον κόσμο της ψηφιακής αμνησίας και της πληροφοριακής εντροπίας, όπου τη μια στιγμή συγκινείσαι και ψυχοπλακώνεσαι από το τηλεοπτικό ρεπορτάζ για το δράμα των προσφύγων και στο επόμενο λεπτό, στο επόμενο ερέθισμα, στο επόμενο ρεπορτάζ για τους 38 καλύτερους γλουτούς της Μυκόνου το έχεις ξεχάσει.

Πιθανόν και το «Piteous gate» στο επόμενο ερέθισμα, στον επόμενο δίσκο να το έχει ξεχαστεί, o tempora o mores, έτσι συμβαίνει στους καιρούς μας, αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε με έναν εξαιρετικό δίσκο ηλεκτρονικής μουσικής, πολύχρωμο (με πολλές αποχρώσεις του …γκρι καλύτερα), ο οποίος μέσα σε 31 λεπτά ολοκληρώνει όσα θέλει να πει. Και ακούγεται ολόκληρος.

Το τελευταίο πάντως σαν στερεότυπο ακούστηκε κι αυτό, οπότε μάλλον θα ξαναεπικαλεστώ την βιβλική ρήση της εισαγωγής…

23/10/2015

8

 1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Max Richter – From sleep (Deutsche Grammophon)

max
1. Dream 3 (In the midst of my life)
2. Path 5 (Delta)
3. Space 11 (Invisible Pages Over)
4. Dream 13 (Minus Even)
5. Space 21 (Petrichor)
6. Path 19 (Yet Frailest)
7. Dream 8 (Late And Soon)

Είναι μια παλιά συζήτηση το κατά πόσο μετράει το μέγεθος… Όχι (αν και μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεστε, που λέει και το ανέκδοτο), μην πάει ο νους σας στo πονηρόν, στην τέχνη αναφέρομαι. Είθισται να λέγεται ότι τα αριστουργήματα είναι μικρά. Μια βόλτα στο Λούβρο π.χ. μπορεί να ενισχύσει το επιχείρημα, συγκρίνοντας ολάκερες τοιχογραφίες «δεύτερων» ζωγράφων με τα μικρά καδράκια της Μόνα Λίζα ή των πινάκων του Ρέμπραντ και του Ρούμπενς. Δεν πρόκειται όμως για έναν κανόνα απόλυτο και καθολικό. Να πάμε στην τέχνη του λόγου; Η Οδύσσεια και ο Οδυσσέας; Ο …χαμένος χρόνος του Προυστ; Το Κεφάλαιο του Μαρξ; Ομολογώ δεν έχω τελειώσει κανένα από αυτά (το Κεφάλαιο σε κόμικς πιάνεται;), και σίγουρα χάνω πολλά, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, αλλά θα επικαλεστώ …ενίσχυση από τον μεγάλο Μπόρχες ο οποίος ερωτηθείς για το αν διάβασε την επίμαχη τότε «Λολίτα απάντησε «δεν το έχω διαβάσει, οι διαστάσεις του μυθιστορηματικού είδους δεν ταιριάζουν ούτε με τη σκοτεινιά των ματιών μου ούτε με τη συντομία της ζωής».

Και για να έρθουμε και στα μουσικά, θεωρώ ότι για να ξεπερνάει τα πέντε λεπτά ένα κομμάτι πρέπει να υπάρχει λόγος σοβαρός (κι ευτυχώς υπάρχουν συχνά λόγοι σοβαροί). Πάντως η συζήτηση περί του μεγέθους στη μουσική, ας το έχω (έχουμε) κατά νουν, είναι ουσιαστικά μια παράπλευρη συνέπεια της ανακάλυψης της ηχογραφημένης μουσικής, ήταν κατά βάση οι τεχνικές δυνατότητες της δισκογραφίας οι οποίες επέβαλαν τους «καθιερωμένους» περιορισμούς και οδήγησαν (ανάγκασαν;) το αισθητήριο μας να εστιάζεται μόνο σε μικρότερες χρονικές διάρκειες (μια απώλεια την οποία θρηνεί πολύ παραστατικά ο Αντόρνο).

Παλιότερα γαρ τα κομμάτια επικής μουσικής και οι αφηγήσεις των τροβαδούρων μπορούσαν κάλλιστα να διαρκούν ώρες, κάτι αδιανόητο για τις βιαστικές μας ημέρες. Μολοταύτα, ανάμεσα στα δύο χρονικά άκρα που γνωρίζουμε, από το κομμάτι του John Cage το οποίο παίζεται και θα παίζεται για άλλα …639 ακόμη χρόνια σε έναν ναό της πόλης Halberstadt της Γερμανίας μέχρι εκείνα της μιας ανάσας των Napalm Death (1 δευτερόλεπτο και κάτι διαρκεί το «Suffer»), ανοίγονται πραγματικά άπειρες μουσικές δυνατότητες. Και για να επιστρέψουμε και στο ακανθώδες ζήτημα του μεγέθους, εν τέλει ακόμη και στην πονηρή του διάσταση, όλοι γνωρίζουμε ότι τελικά είναι η αισθητική και ο τρόπος που μετράνε καθοριστικά στο τελικό αποτέλεσμα.

Στην προκειμένη περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με μία μουσική σύνθεση η οποία διαρκεί ένα οκτάωρο συν κάτι ψιλά για τις υπερωρίες. Με τον απλό και ξεκάθαρο τίτλο «Sleep», ύπνος (εκείνο το ταινιάκι του Warhol με τον ίδιο τίτλο, που τον έδειχνε να κοιμάται πόσο είπαμε διαρκεί;). Ή μήπως να τον αντιμετωπίσουμε σαν έγκλιση προστακτική, «κοιμήσου!» δηλαδή; Γιατί αυτή είναι βασικά και η πρόθεση του σπουδαίου τούτου Βρετανού συνθέτη της σύγχρονης κλασικής (χεχε, το πιάνετε το οξύμωρο ε;). Να φτιάξει έναν δίσκο για να …κοιμάσαι. Για τον σκοπό αυτό συνεργάστηκε στη δημιουργία του έργου με τον διάσημο νευροεπιστήμονα David Eagleman. Δεν μοιάζει κατ’ αρχάς και πολύ πρωτότυπη η ιδέα του Richter, τραγούδια/μουσικές νανουρίσματα υπάρχουν σίγουρα από την αυγή της ιστορίας, η δε κλασική μουσική είναι γεμάτη από δαύτα (με ίσως πιο διάσημο το «Wiegenlied» του Μπραμς, ο οποίος μάλιστα έπασχε και ο ίδιος από άπνοια ύπνου). Η ειδοποιός διαφορά του Richter είναι ότι το εν λόγω έργο δεν φιλοδοξεί να είναι απλά ένα νανούρισμα αλλά να αποτελέσει μία μουσική σύνθεση η οποία θα ακούγεται και κατά τη διάρκεια του ίδιου του ύπνου, θα απευθύνεται δηλαδή και θα αλληλεπιδρά όχι μόνο με το συνειδητό αλλά και με όλα τα άλλα ψυχικά στρώματα αποκάτω, το υποσυνείδητο και το ασυνείδητο μαζί.

Δύσκολο το έργο για τον μουσικοκριτικό. Όχι τόσο για τη διάρκεια (άλλωστε για τους βιαστικούς, το έργο έχει κυκλοφορήσει και σε συμπυκνωμένη υλική μορφή της μίας ώρας). Ένας καλός φίλος ισχυρίζεται ότι οι δίσκοι κρίνονται από αν ο καλλιτέχνης επιτυγχάνει το σκοπό τον οποίο έχει θέσει, έχει μια βάση η άποψη, παρόλο που ενίοτε προϋποθέτει και …μαντικές ικανότητες, οι σκοποί δεν είναι πάντοτε ξεκάθαροι και διάφανοι. Οπότε στην παρούσα περίπτωση, η επιτυχία θα κριθεί από το αποτέλεσμα, τον …ύπνο δηλαδή; Γιατί όχι, θα μου πείτε, ο Μπερνάρ ο Σω είχε πει ότι ο ύπνος είναι και αυτός μια μορφή κριτικής. Και όχι μόνο, θα μπορούσε να το δει κανείς ακόμη και από την θεραπευτική άποψη, αν αναλογιστούμε τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες των συνδρόμων ελλειμματικής προσοχής, των νευρώσεων, όπου ο λίγος ύπνος από τη μία γίνεται δήλωση αυξημένης παραγωγικότητας και από την άλλη διαταραχή, για την οποία ξοδεύονται άπειρα λεφτά σε μαντζούνια, χάπια και ανατομο-αναπαυτικά πανάκριβα στρώματα.

Και αν δεν σε πάρει ο Μορφέας στις αγκάλες του; Απέτυχε ο συνθέτης; Αν το δούμε στεγνά επιστημονικά το ζήτημα ούτε αυτό είναι κριτήριο. Ο ύπνος είναι έτσι κι αλλιώς ένα πολυπαραγοντικό ζήτημα. Υπάρχουν πολλοί λόγοι που μπορεί να σε κάνουν να μετράς βασανιστικά τους λεπτοδείκτες που φωσφορίζουν στο σκοτάδι. Το άγχος. Το αφεντικό που θα συναντήσεις πάλι αύριο με ξινισμένα μούτρα. Οι ήχοι της πολυκατοικίας. Τα τακούνια της αποπάνω. Αυτή η βρύση που στάζει και με την οποία συντονίζεσαι, «γαμώτο πότε θα φιλοτιμηθώ να φωνάξω τον υδραυλικό»; Ή φταίει εκείνο το πιτόγυρο που τσάκισες κι ας έχεις υποσχεθεί ότι από τη Δευτέρα δεν θα τρως μετά τις 10 το βράδυ. Όλα αυτά. Τι να σου κάνει μία μουσικούλα μόνο;

Την οποία, ας την ακούσουμε επιτέλους, εδώ παίζει εδώ και ώρες, έχουμε να κάνουμε άλλωστε με δίσκο ο οποίος δεν είναι φτιαγμένος για να ακούγεται συμβατικά, αλλά για να αποτελέσει περιβάλλον με τον τρόπο ακριβώς που όρισε την ambient μουσική ο Eno. Τα υλικά με τα οποία θα φτιαχτούν τα όνειρα είναι λεπτεπίλεπτα πιάνα και απαλά έγχορδα, φωνές άναρθρες και υψίφωνες από την Grace Davidson, κάποια διακριτικά ηλεκτρονικά. Σίγουρα δεν κρύβει το ποιος είναι, ένας σύγχρονος ρομαντικός συνθέτης ο οποίος όμως έχει χωνέψει και τον μινιμαλιστικό τρόπο του 20ου αιώνα, τον Arvo Part (από τη μελέτη του οποίου είχε ξεκινήσει κιόλας στα πρώτα του βήματα) και τη «χρηστική» λιτή μουσική του Satie. Κι επίσης σίγουρα δεν ορρωδεί μπροστά στις προκλήσεις, και το έχει αποδείξει πολλάκις στο παρελθόν, βάζοντας τον εαυτό του στο στόχαστρο του εχμμ κάπως σφιχτόκωλου κλασικού κόσμου για τις ποπ παρεκβάσεις του, τώρα είμαι σίγουρος θα βρεθεί στο απέναντι στόχαστρο του ποπ κόσμου ο οποίος θα του καταλογίσει εκζήτηση, ίσως και μεγαλομανία (;)

Ο δίσκος κυλάει και κυλάει ήσυχα και αργόσυρτα, με μια χαμηλότονη ένταση, μια ανάλαφρη μελαγχολία, οι μεταβάσεις δεν γίνονται αντιληπτές, το ένα κομμάτι λιώνει μέσα στο άλλο, το κλίμα είναι μελαγχολικό και σκοτεινό, ουχί όμως σκιαχτικό (πως να κοιμηθείς άλλωστε σκιαγμένος;) και σε τυλίγει σαν σύννεφο (υπάρχει και κομμάτι με τον τίτλο «Σωρειτομελανίας»!) σε μια επαναληπτική μονοτονία. Μια μονοτονία μπορεί και πληκτική, η οποία όμως είναι εκείνη που σου δίνει μια ασφάλεια και θαλπωρή αμνιακή. Πως αλλιώς θα εγκαταλειφθείς στα χέρια του Ύπνου (του Αδερφού του Θανάτου ε;) και θα κατεβάσεις ρολά, θα «αφαιρεθείς από τον κόσμο» (που έγραφε και ο Μπόρχες σε ένα διάσημο διήγημά του) αποχαιρετώντας τον προσωρινά να δρα ερήμην σου με τη βεβαιότητα ότι αύριο θα τον ξανασυναντήσεις; Και όλα κινούνται αργά, η μουσική, οι μελωδίες, σαν κύματα που μεταλλάσσονται αδιόρατα, σε στάδια dt του μήκους κύματος, κι έτσι συνεχίζονται, συνεχίζονται, υπάρχει κι ένα υπέροχο μαγικό leitmotiv το οποίο ολοένα και επανέρχεται, τι όμορφο που είναι, …., …., ξανά και ξανά, κι εκείνη η βρύση γαμώτο, ξανά και ξανά, κάτι ήθελα να κάνω αλλά, ξανά και ξανά……..

Ζζζζζζζζζζζζζζζ…..

Αμάν με πήρε ο ύπνος! Τι ώρα είναι; Δεν έβαλα και ξυπνητήρι! Συναγερμός! Έξω η βοή της πόλης επέστρεψε στα ημερήσια ντεσιμπέλ, το φως μπαίνει άφθονο από τις περσίδες. Και η μελωδία ακόμη παίζει, είναι λίγο πριν από το τέλος, ήσυχη ακόμη. Dream 17. Σκέφτομαι ότι ίσως να ήθελα για το τέλος, όλο αυτό το ανεπαίσθητα μετατοπιζόμενο κύμα, έτσι όπως θα πλησίαζε στα ρηχά νερά της πρωινής ακτής, να ορθωνόταν σαν ένα τσουνάμι, σαν ένας ηχητικός συμβολισμός της λυτρωτικής αφύπνισης. Ας μην τα θέλουμε κι όλα δικά μας όμως.

Και τώρα, ας αφήσουμε πίσω το βασίλειο των σκιών και των ονείρων και … Πάμε για δουλειά, πάμε για δουλειά.. Α! Ας βαθμολογήσουμε κιόλας, αφού πρέπει…

13/10/2015

7.5

 

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

21ο ΔΦΚ της Αθήνας – Νύχτες Πρεμιέρας

23 Σεπτεμβρίου – 04 Οκτωβρίου 2015

Ένατη συναπτή χρονιά που γράφεται ένα τέτοιο προσωπικά απολογιστικό κειμενάκι, νομίζω το ίδιο γράφω κάθε χρόνο σαν εισαγωγή, είναι που κάτι τέτοια γεγονότα χρησιμεύουν ενίοτε και ως μετρητές χρόνου, του χρόνου που περνάει και όλα αλλάζουν και όλα τα ίδια μένουν, ακόμη και η σχεδόν παραδοσιακή πλέον ταλαιπωρία στο vintage Ιντεάλ το οποίο σαν …κιβωτός χρόνου αντιστέκεται ακόμη σθεναρά σε κάθε εκσυγχρονισμό, μόνο που για πρώτη φορά το φεστιβάλ έπιασε Οκτώβρη, εκλογές γαρ αν θυμάστε. Ακολουθεί λοιπόν το παραδοσιακό mic-ημερολόγιο κάποιων από τις ταινίες που είδαμε, με έμφαση σε κάποιες μουσικές αλλά και άλλες, επιλεγμένες με διαίσθηση και με την διόλου αλάνθαστη τακτική του «γουρουνιού στο σακί» από 200 και πλέον ταινίες κάθε μήκους, από ελάχιστου έως τεράστιου.
Και του χρόνου είπαμε;


Ithake

– Επιστροφή στην Ιθάκη (Retour a Ithaque) – Laurent CantetΥποθέτω ότι είναι ο Καβάφης, περισσότερο ακόμη κι από τον Όμηρο εκείνος που έκανε την Ιθάκη σύμβολο επιστροφής και νόστου αναδεικνύοντας και την αυθυπόστατη αξία του ίδιου του ταξιδιού. Έτσι όλοι έχουμε την προσωπική μας Ιθάκη, η Ιθάκη μπορεί να είναι και μια ταράτσα στην Αβάνα, όπως συμβαίνει στη νέα ταινία του φοινικοστεφανωμένου Cantat (θυμάστε το «Entre les murs»;). Μια συνάντηση παλιών φίλων, ένας συγγραφέας σε αποστρατεία γυρίζει μετά από 16 χρόνια αυτοεξορίας, αναμνήσεις, «θυμάσαι τότε που ο…», γέλια, μουσικές, «California Dreamin'», αλλά και παλιές πίκρες, πληγές, κακίες, μυστικά, δρόμοι που χώρισαν και μοιάζουν ασύμβατοι, αυτοί που φεύγουνε κι αυτοί που μένουνε και περιμένουνε, πόσο άλλαξες-πόσο άλλαξα. Και τελικά ίσως να μην έχει σημασία ούτε το ταξίδι ούτε η Ιθάκη, αλλά το ότι είσαι ακόμη εδώ κι αυτό το καλοκαίρι… Το σενάριο είναι του κουβανού συγγραφέα Leonardo Padura, οι ηθοποιοί ερασιτέχνες και ισπανόφωνοι, από μια άποψη πάντως η ταινία δεν θα μπορούσε να είναι πιο …γαλλική, στηρίζεται αποκλειστικά στον διάλογο, καλογραμμένο μεν, με ανατροπές κι εντάσεις, με χιούμορ και συγκίνηση, αλλά, πολύ μπλα-μπλα. Πιθανώς να γινόταν κι ένα πολύ ωραίο θεατρικό έργο.

– Η παρακμή του δυτικού πολιτισμού (The decline of western civilization) (Part I) – Penelope Spheeris

Πιθανότατα ειρωνικό κλείσιμο του ματιού στο διάσημο και αμφιλεγόμενο έργο του Όσβαλντ Σπένγκλερ, τούτο το ντοκυμανταίρ αποτελεί μια ιστορικής αξίας καταγραφή της πανκ σκηνής της Καλιφόρνιας κάπου εκεί στη χαραυγή των 80s. Η κάμερα της Penelope Spheeris (κι αν το όνομα σας ακούγεται ελληνικό είναι επειδή …είναι) καταγράφει συνεντεύξεις και ανεκτίμητα live αποσπάσματα από ονόματα όπως οι Black Flag (προ-Rollins), οι Circle Jerks, οι Fear, οι Germs και φυσικά οι Χ, οι καλύτεροι όλων, από τους λίγους που ήξεραν να παίζουν τα όργανα τους (διόλου αυτονόητο την εποχή εκείνη), ενσωμάτωναν ακούσματα από άλλα είδη (π.χ. country) είχαν και μια τραγουδίστρια-μορφή, την Exene Cervenka. Γυρισμένο το 1981, μέσα στον πυρετό των καιρών από μια σκηνοθέτιδα η οποία στη συνέχεια θα γυρίσει κάμποσες ταινίες νεανικής επαναστατικότητας και αντίδρασης (Suburbia, The Boys Next Door), αποτυπώνει με κάμποσα φτιασίδια και κάπως στημένη όλη την καφρίλα, την άγνοια κινδύνου, την τραχύτητα, τη βία, το ταλέντο αλλά και την αταλαντοσύνη που χαρακτήριζε την σκηνή εκείνη.
Η περιττή πληροφορία της ημέρας: Η σκηνοθέτιδα είναι όχι μόνο ξαδέρφη του Κώστα Γαβρά αλλά και του Chris Spheeris, ενός τύπου ο οποίος έγραφε ελαφρά instrumental ηλεκτρονική τη δεκαετία του ’80, το «Midflight» του οποίου έχει περάσει στο συλλογικό υποσυνείδητο όσων παρακολουθούσαν …αθλητικές εκπομπές στην ελληνική τιβί εκείνα τα χρόνια.


Enemies

– Εχθροί μέχρι τέλους (Best of Enemies) – Morgan Neville/Robert GordonΑυτοί οι Αμερικάνοι… Από τη μύγα ξύγκι μπορεί να βγάλουν, μην πω και μερικές φέτες σπαλομπριζόλας. Και με μπόλικη σάλτσα υπερβολής. Μπορεί να πάρουν μια μικρή λεπτομέρεια, ένα στιγμιότυπο μιας κόγχης της ιστορίας, να το μεγεθύνουν και να το αναδείξουν σε στιγμή που άλλαξε τον κόσμο (έστω και σε μια απειροελάχιστη εμβέλεια) φορέβα (διάβαζε: forever). Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το προκείμενο ντοκυμανταίρ, απόλυτα τηλεοπτικής λογικής, δε θα γινόταν κι αλλιώς, σε ένα τηλεοπτικό επεισόδιο αναφέρεται άλλωστε, επεισόδιο με όλες τις έννοιες της λέξης. Το 1968 το κανάλι ABC κάλεσε σε μια σειρά από ντιμπέι (ρε) δύο διάσημους σχολιαστές, διανοούμενους και τηλεπερσόνες της εποχής, τον φιλελεύθερο συγγραφέα Γκορ Βιντάλ και το απέναντι συντηρητικό δέος William Buckley Jr. Η ιστορική στιγμή στην οποία εστιάζει και το ντοκυμανταίρ ήρθε όταν ο αλαζόνας καθωσπρέπει Buckley έχασε την ψυχραιμία του μόλις ο Βιντάλ τον αποκάλεσε κρυπτοναζί και αντεπιτέθηκε αποκαλώντας τον «αδερφάρα» (queer) (η σκηνή εδώ). Και έτσι ξεκίνησε μια κόντρα η οποία συνεχίστηκε σε κάθε είδους μέτωπο για πολλά χρόνια μέχρι το θάνατο των πρωταγωνιστών. Και έγινε και ταινία… Εντάξει… Μέχρις εδώ… Διασκεδαστικό έως και αθώο αν σκεφτούμε τι επακολούθησε τα επόμενα χρόνια (και όχι δεν έχω κατά νουν τους δικούς μας Αδώνιδες).

– Hector – Jake Gavin

Η οδύσσεια ενός άστεγου ο οποίο διασχίζει ολάκερη τη Βρετανία από τον Σκωτσέζικο Βορρά προς το Λονδίνο, ενός άστεγου ο οποίος φέρει το ομηρικό όνομα Έκτορας, ίσως να του ταίριαζε και το Οδυσσέας, η Ιθάκη του είναι το άσυλο όπου κάθε χρόνο περνάει τα Χριστούγεννα και όχι η οικογένεια του, από την έχει αποκοπεί εδώ και χρόνια πλήρως, ο δε λόγος για τον οποίο αυτό συνέβη είναι ίσως το μοναδικό σασπένς στοιχείο της ταινίας. Παρθενική ταινία του σκηνοθέτη, με εξαιρετική φωτογραφία βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στον Peter Mullan, ο οποίος ενσαρκώνει τον γερασμένο, ταλαιπωρημένο άστεγο με έναν τρόπο σχεδόν ανάλαφρο, μακριά από εκβιασμένους συναισθηματισμούς και μελοδραματικά στερεότυπα. Ταινία από αυτές τις «μικρές» που εστιάζουν στις μικρές ζωές και μπορούν να εκμαιεύσουν συγκίνηση. Απουσιάζει μολοταύτα σχεδόν παντελώς οποιοδήποτε κοινωνικό σχόλιο για τα αίτια του φαινομένου γενικότερα, κι εδώ διαφέρει ριζικά η κινηματογραφική στάση του Gavin από εκείνη του Κεν Λόουτς ή του Μάικ Λι με τους οποίους ήδη τον συγκρίνουν κάποιοι.


Labyrinth

– Ο λαβύρινθος της σιωπής (Im Labyrinth des Schweigens) – Giulio Ricciarelli Ναζί κανείς ή …να μη ζει; Οι γερμανοί με το που τελείωσε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος ξάφνου σαν να έπαθαν μαζική αμνησία. Ας τα αφήσουμε αυτά, είναι παρελθόν, τώρα κοιτάμε μπροστά, τους κακούς άλλωστε τους κρέμασαν στη Νυρεμβέργη, κι εντάξει τι κάναμε τελικά, έτσι είναι η δικαιοσύνη των νικητών, αν είχαμε κερδίσει θα γινόταν το αντίστροφο κλπ κλπ. Ακόμη και το 1952 σε δημοσκόπηση το 37% των Γερμανών δήλωνε ότι η Γερμανία είναι τώρα καλύτερη χωρίς τους Εβραίους. Το δε Άουσβιτς αν δεν ήταν μια άγνωστη λέξη ήταν συνομωσία των νικητών για να δυσφημήσουν τον τιμημένο αγώνα της Βέρμαχτ. Χρειάστηκαν πολλά για να αλλάξει το κλίμα αυτό. Κυρίως να έρθει μια νέα γενιά η οποία κάποια στιγμή ξεσηκώθηκε (ακόμη και βίαια) και έθεσε το καυτό ερώτημα: «τι έκανες στον πόλεμο πατέρα;». Αναδείχθηκε και το θέμα στην παγκόσμια επικαιρότητα με την απαγωγή, δίκη και εκτέλεση του Άιχμαν από τους Ισραηλινούς, μια ιστορία η οποία κατέδειξε την κοινοτοπία του κακού σε όλο της το απλό καθημερινή διάσταση. Όχι πάντως ότι άλλαξαν τα πράγματα τόσο δραστικά στη Γερμανία. Ακόμη και τη δεκαετία του ’60 δύο πρόεδροι της χώρας ήταν εκλεκτά στελέχη του ναζιστικού κόμματος (για να μην πάμε και στον ευρύτερο κρατικό μηχανισμό). Σε αυτό το τέρας λίγοι ήταν εκείνοι που σήκωσαν κεφάλι. Ειδικά στον πλήρως διαβρωμένο δικαστικό τομέα. Μεταξύ αυτών ο σπουδαιότερος ήταν ο Fritz Bauer, ο ανώτατος αυτός δικαστικός ο οποίος τόλμησε να κυνηγήσει τους εγκληματίες του Άουσβιτς και να τους φέρει στο δικαστήριο, ειδικά εκείνα τα στελέχη που «εγώ; διαταγές εκτελούσα». Τούτη η ταινία, γυρισμένη από Ιταλό σκηνοθέτη, είναι ένας φόρος τιμής σε αυτόν τον μοναχικό καβαλάρη της δικαιοσύνης. Και μόνο γι’ αυτό αξίζει και έχει λόγο ύπαρξης. Κι ας ακολουθεί συμβάσεις «αμερικανιάς» στην εξέλιξή της, κι ας έχει σχετικά επίπεδους χαρακτήρες, κι ας προσπαθεί να χωρέσει πολλά πράγματα και μηνύματα μέσα στις 2 ώρες που διαρκεί με αποτέλεσμα να γίνεται διδακτική.
Η διόλου περιττή πληροφορία της ημέρας: Οι περισσότεροι εγκληματίες πέθαναν, πολλοί μάλιστα σε βαθιά γεράματα, στα άνετα σπιτάκια τους ανενόχλητοι. Και σήμερα το γερμανικό κράτος, στην προσπάθεια του να διασώσει κανένα ηθικό ξέφτι τρέχει να προλάβει μπας και τιμωρήσει κανένα 90χρονο ναζί χούφταλο. Γιατί εκείνη η δίκη του Άουσβιτς τελικά πραγματοποιήθηκε ήταν όμως από τις ελάχιστες που έγιναν στην πάλαι ποτέ Δυτική Γερμανία. Τουλάχιστον το Άουσβιτς έχει πλέον χαραχτεί στο συλλογικό συνειδητό ακόμη και στην ποπ κουλτούρα. Άλλα, πιο φρικιαστικά τοπωνύμια εργοστασίων θανάτου όπως Τρεμπλίνκα ή Σόμπιμπορ είναι γνωστά μόνο στους ειδικούς. Το Άουσβιτς βλέπετε είχε επιζώντες και οι μαρτυρίες τους τουλάχιστον διασώθηκαν . Αυτά όχι…


Berlin

– Λαγνεία και Μουσική στο Δυτικό Βερολίνο (B-Movie: Lust & Sound in West Berlin) – Joerg A. Hoppe/Klaus Maeck/Heiko LangeΣε μια σκηνή της ταινίας εμφανίζεται ένας Blixa-τζόβενο να λέει: «είναι αδύνατο να εγκλωβίσεις την ουσία του Βερολίνου σε μία ταινία». Οι τρεις σκηνοθέτες και ο ήρωας της ταινίας, ο Mark Reeder, έκαναν ότι ήταν δυνατό για να τον διαψεύσουν. Και νομίζω σαν κάτι να κατάφεραν. Η αφήγηση υφαίνεται γύρω από την ιστορία του Reeder, ενός τύπου από το Μάντσεστερ, κατευθείαν από τον κύκλο της Factory και των Joy Division, τον οποίο η συγκυρία τον έφερε να «ναυαγήσει» σε εκείνη την ιδιόμορφη, άσχημη, κλειστή και βίαιη νησίδα που ήταν το Δυτικό Βερολίνο στα 80s (όπου θα φτιάξει κάποια στιγμή και το δικό του σχήμα, τους Shark Vegas). Η ταινία είναι πλημμυρισμένη από μουσική των καιρών, κι ένα εντυπωσιακό αρχειακό υλικό από κάθε είδους πηγή, μεγάλο μέρος του οποίου το έβλεπα για πρώτη φορά, super-8 και μικρού μήκους ταινιάκια, τηλεοπτικά ντοκουμέντα, ένα πραγματικά τιτάνιο έργο στο μοντάζ κρύβεται από πίσω. Όλες οι μορφές οι οποίες συνέβαλαν στο χτίσιμο της μυθολογίας της πόλης έχουν τον δικό τους χρόνο, από την …»πόρνη για ναρκωτικά στα 13″ Christiane F (κατά την ελληνική απόδοση της διαβόητης ταινίας) μέχρι την Nena, από έναν νεαρότατο Blixa (της ηλικίας του …Clearasil) να δοκιμάζει το λαρύγγι του στο μαγαζί της Gudrun Gut μέχρι και τον ήρωα του γκρεμίσματος του τείχους, τον David Hasselhoff (ω ναι!). Ακόμη και μια ολιγο-δευτερο-λεπτη εμφάνιση των Todliche Doris υπάρχει. Όπως υπάρχει και μπόλικη νοσταλγία για έναν κόσμο ο οποίος πλέον δεν υπάρχει, χάθηκε ανεπιστρεπτί με την πτώση του τείχους, μετά ήρθε και η techno-rave λαίλαπα και τα Love Parade, και … αυτό ήταν! Είναι πάντως αξιοσημείωτος ο τρόπος με τον οποίο αναδεικνύεται στο φιλμ ο …θετικός ρόλος τον οποίο διαδραμάτισε η παρουσία του τείχους στην καλλιτεχνική παραγωγή της εποχής. Την «ακραία» άλλωστε τέχνη ανέκαθεν την ευνοούσαν οι ακραίες συνθήκες. Σήμερα που το Βερολίνο έχει γίνει κάτι σαν η hip πρωτεύουσα των απανταχού καλλιτεχνίζοντων μποέμ, είναι εντυπωσιακά αναιμική η καλλιτεχνική του συνεισφορά, σε σχέση με το δυναμικό που έχει συγκεντρωθεί εκεί θα περίμενε κανείς …οργασμούς. Το ντοκιμαντέρ εξηγεί τούτο το κάπως αξιοπερίεργο φαινόμενο με έναν έμμεσο αλλά σαφή τρόπο, έτσι όπως απεικονίζει μια σκηνή με την πραγματική σημασία του όρου, η οποία ανθίζει σε κοινά στέκια, με ανταλλαγές, επαφές, με «όλους να παίζουν με όλους» και ουχί με τη δημιουργία ναρκισσιστικών μικρόκοσμων οι οποίοι ελάχιστη επαφή έχουν ο ένας με τον άλλο (έστω και για αντικειμενικούς λόγους).
Κι αν κάποιους από εμάς μας έπιασε μια νοσταλγία για κάτι που δεν ζήσαμε, μαζί κι ένα αίσθημα αδικίας για τον …λαθεμένο χωρόχρονο στον οποίο γεννηθήκαμε, η Gudrun Gut, η οποία βρέθηκε στην Αθήνα ειδικά για την προβολή, με τη ζωτικότητα και τη δημιουργικότητά της, με την ψύχραιμη «η ζωή κοιτάει μπροστά» και αποστασιοποιημένη οπτική της, μας έβγαλε από τέτοιες ψευδαισθήσεις/αυταπάτες. Αυτού του τύπου η νοσταλγία είναι τελικά μεγάλο ναρκωτικό. Κι ας μας λέει «You need the drugs» ο Westbam με τη φωνή του παλιού «Psychedelic Fur» Richard Butler στο πολύ ωραίο άτυπο soundtrack του έργου.


Sarah

– O μυστικός μου κόσμος: Η ιστορία της Sarah Records (My secret world: The story of Sarah Records) – Lucy Dawkins100 δισκάκια (και όχι μόνο, μέχρι και παιχνίδι τύπου Μονόπολης-Saropolis- περιλάμβανε η αρίθμηση), 100 λεπτά και η ταινία, 1 λεπτό για κάθε κυκλοφορία βγάζει η διαίρεση. Νομίζω ποτέ δεν είχα ξανακούσει για τόσο μεγάλο συναπτό χρονικό διάστημα τις κατατονικές (κάποιες στα όρια της αφασίας) ελεγείες των σχημάτων της Sarah. Άλλωστε η ουσία της Sarah ήταν το τρίλεπτο ποπ κομμάτι, το ταχείας καύσης πυροτέχνημα που καίγεται και χάνεται για πάντα, από τέτοια είχε κάμποσα εκπληκτικά να παρουσιάσει ο κατάλογος της, κάποια μάλιστα κατάφεραν να ξεπεράσουν και το ίδιο το εφήμερον του πράγματος. Είχε (αναπόφευκτα) όμως και αρκετή …μάρα. Μπορεί πάντως τον οπαδισμό να τον έχω κρατήσει στη ζωή μου αποκλειστικά για τη μπάλα (κι εκεί …Αστέρας Τρίπολης, κλάιν δηλαδή), το δε συλλεκτικό φετιχιστικό σύνδρομο να το ξεπέρασα επίσης νωρίς, από την άλλη μπορώ να τα κατανοήσω αμφότερα. Και ειδικά τον τρόπο με τον οποίο εταιρείες όπως η Sarah μπορεί να τα τροφοδοτήσουν και να τα «εκμεταλλευτούν». Μία εταιρία γαρ, φτιαγμένη από δύο συμπαθείς ντροπαλούς τύπους της διπλανής πόρτας, στημένη με τη λογική του φανζίν (με όλα τα καλά και τα στραβά που αυτό συνεπάγεται), με πολλή μαύρη και λίαν «αντιηρωική» δουλειά στο χέρι, συγκεκριμένη αισθητική άποψη η οποία αγκαλιάζει ολόκληρη τη διαδικασία παραγωγής, όλα αυτά με (σχεδόν) μοναδική ανταμοιβή την αίσθηση της κοινότητας και της προσωπικής επαφής με τους «πελάτες». Και με ένα ξαφνικό τέλος-χρεοκοπία που επίσης τροφοδότησε τη δημιουργία ενός μύθου (εκ των υστέρων βέβαια, αλλά φευ, είναι συνηθισμένη στη ζωή αυτή η ετεροχρονισμένη «αγάπη», η οποία για μένα συγγενεύει ενίοτε με έναν τύπο ρομαντικού ελιτισμού, αλλά μην ανοιχτούμε τώρα στο θέμα αυτό).
Το ντοκυμανταίρ αυτό αγιογραφεί το σύντομο αλλά γοητευτικό τούτο υποκεφάλαιο της μουσικής ιστορίας, ακολουθεί (αναπόφευκτα;) τη συνταγή «κάμερα και ομιλούσες κεφαλές», οι δύο ιδρυτές, η Clare και ο Matt, κάποια από τα συγκροτήματα (εννοείται χωρίς τον Bobby Wratten), δεν ξέρω πόσες φορές μέτρησα τις λέξεις «fantastic» και «θα μπορούσαν να γίνουν γνωστοί αλλά…», δεν είναι περίεργο όμως, όλοι οι μουσικοί και οι δίσκοι ήταν …παιδιά τους, έτσι δεν λένε; Ταινιάκι λοιπόν φτιαγμένο από οπαδό για οπαδούς και γνώστες αποκλειστικά (κάποιος εκτός του στενού χώρου μπορεί αν βαρεθεί τη ζωή του), του λείπει η ευρύτερη ματιά η οποία θα προσέλκυε κάποιον εκτός της «κοινότητας», και ένα κάποιο αλατοπίπερο, μια πιο γενναία άποψη, για κριτική ή αξιολογική στάση ας μη μιλήσουμε καλύτερα, ποιος άλλωστε να αντιπαρατεθεί στους μύθους; Εδώ και το ΝΜΕ ακόμη, το οποίο έθαβε τις κυκλοφορίες της αβέρτα, διαβάζω ότι την ανακήρυξε λέει «δεύτερη σημαντικότερη ανεξάρτητη εταιρία που υπήρξε ποτέ». Από υπερβολές δεν είχαμε ποτέ έλλειψη στο σινάφι…
Και ποιος μιλάει άλλωστε… Εδώ το αγαπημένο μου Sarah κομμάτι δεν είχε μπει καν στη (γενναιόδωρη μάλιστα) συλλογή με τα καλύτερα του ίδιου του συγκροτήματος (που βγήκε αργότερα βέβαια, από την Shinkansen). Το «Letting go» των Field Mice. Είναι τελικά ακαταμάχητη η γοητεία της σκέψης «ήταν καταπληκτικό, θα μπορούσε να, αλλά…»

– 45 χρόνια (45 years) – Andrew Haigh

45 χρόνια φαγούρας, εεε συγνώμη γάμου ήθελα να πω, και παρολ’ αυτά το μακρινό, το απώτατο παρελθόν μπορεί να ζωντανέψει ξαφνικά ακόμη κι αν νεκρό, εγκλωβισμένο όλα αυτά τα χρόνια σε έναν παγετώνα κάπου ψηλά στις Άλπεις και να απειλήσει την ευστάθεια του. Η …κλιματική αλλαγή φέρνει το παλιό μυστικό στην επιφάνεια και στον γάμο μαζεύονται συννεφάκια προβληματισμού ακριβώς (τι γκαντεμιά!) την εβδομάδα όπου οι δυο τους ετοιμάζουν το πάρτυ της επετείου. Και ξαφνικά τα Αν αποκτούν ένα βάρος, μια υπόσταση, εντάξει όλοι ξέρουμε το πανούσειο αξίωμα «αν η γιαγιά μου είχε ρουλεμάν», αλλά κάποιες σκέψεις μοιάζουν να είναι ανορθολογικά και συναισθηματικά αναπόφευκτες. Ειδικά αν σε λένε Κέιτ και εκείνη Κάτια, εσύ είσαι γερασμένη και χωρίς παιδιά, εκείνη με τα νιάτα της διατηρημένα …άθικτα στην κατάψυξη. Ταινία όχι ακόμη ένα από τα εσχάτως μοδάτα δράματα της τρίτης ηλικίας, με υπέροχη φωτογραφία της νεφελόσκεπης αγγλικής εξοχής η οποία αισθητικοποιεί την μελαγχολία των πρωταγωνιστών και με δύο ηθοποιούς (Tom Courtenay και Charlotte Rampling) οι οποίοι κουβαλούν στους ώμους τους την ταινία με μια εσωτερική, απλή, σχεδόν …υπόκωφη αλλά εκφραστική ερμηνεία η οποία υπογραμμίζει ακριβώς όλα αυτά που δεν θα ειπωθούν ποτέ. Μέχρι το ανοιχτό σε κάθε ερμηνεία moody blues (όνομα και πράμα) φινάλε…


Danny Says

– Άκου τι θα πει ο Ντάνι (Danny says) – Brendan TollerΟ Danny λέει, που ‘λεγαν και οι Ramones στο ομότιτλο τραγούδι τους, και τα λέει και καλά… Τι ήταν (είναι δηλαδή, ζει ο άνθρωπος) ο Danny Fields, πέρα από μάνατζερ των Ραμόνες για κάμποσα φεγγάρια; Και τι δεν ήταν… Μια πολυδιάστατη περσόνα σε, πάνω και κοντά στη μουσική, υπήρξε party animal στην gay (από κάθε άποψη) νυχτερινή ζωή του Μεγάλου Μήλου, δημοσιογράφος (βάζοντας ένα χεράκι στον κακό χαμό που έγινε με τη διαβόητη δήλωση του Lennon περί της διασημότητας του Χριστού), μάνατζερ και φίλος καλλιτεχνών (από τους MC5 και τους Stooges μέχρι την Nico και τον Jim), ακόμη και στέλεχος μεγάλης δισκογραφικής, της Elektra μάλιστα, με το τελευταίο να σε βάζει σε αναπόφευκτες συγκρίσεις με μια εποχή πριν πάρουν τα απόλυτα ηνία οι γραβατωμένοι CEO με τα MBA, τα …NBA και τα NCAA τους και άλλα τέτοια, που δεν είχαν ιδέα από μουσική αλλά ήξεραν από διαγράμματα, αποσβέσεις και αριθμούς (με τα γνωστά αποτελέσματα). Και μπορεί ο Danny να είναι ένας τύπος-περιβόλι, να έχει ένα σωρό ιστορίες να πει, να διαθέτει και ένα βιτριολικό και αυτο-σαρκαστικό χιούμορ αλλά αυτό δεν θα επαρκούσε για μια καλή ταινία εάν δεν υπήρχε (που υπάρχει) και η σκηνοθετική άποψη διανθισμένη με έξυπνα ευρήματα που θα κρατήσει το ενδιαφέρον ακόμη κι αν (κάτι πολύ πιθανό) δεν είχες ιδέα ποιος στο καλό είναι αυτός ο Danny. Όχι βέβαια ότι θα μάθεις κάτι πολύ καινούργιο ή παραλειπόμενο, οι δεκαετίες του ’60 και του ’70 νομίζω σαν να έχουν (υπερ)καλυφθεί πλέον, γι’ αυτό εξάλλου βλέπουμε ολοένα και περισσότερα ντοκυμανταίρ να ασχολούνται με τα ειδικά κεφάλαια (που λέγαμε και στη σχολή) της Ιστορίας και με …μαθήματα επιλογής για μεταπτυχιακούς ενδιαφερόμενους. Οι επόμενες δεκαετίες νομίζω περιμένουν τη σειρά τους…

– Ο φίλος μου ο Larry Gus (My friend Larry Gus) – Βασίλης Κατσούπης

Θα μπορούσε να είναι μια buddy-ταινία αλά-ελληνικά. Ή μία ταινία (κάπως ύστερης) ενηλικίωσης όπου ο πρωταγωνιστής τα καταφέρνει να πραγματοποιήσει το νεανικό του όνειρο κόντρα σε κάθε αντίξοο άνεμο. Θα μπορούσε να είναι κι ένα μουσικό ντοκιμαντέρ για έναν ανερχόμενο νέο μουσικό, φτου λάθος, έναν καταξιωμένο μουσικό ήθελα να πω (η δύναμη βλέπετε της ελληνικής συνήθειας να χαρακτηρίζουμε κάποιον νέο ταλέντο μέχρι τα βαθιά -άντα). Ή απλά μία low (έως και no-budget) ταινία κάφρικου χαβαλέ και τρυφερής αμπελοφιλοσοφίας όπως μόνο οι αντρικές παρέες μπορεί να τα συνδυάσουν. Ίσως το ταινιάκι να είναι όλα αυτά μαζί παραπάνω ή να πέφτει σε ένα εκείνο το απειροελάχιστο προσωπικό υποσύνολο όπου όλα αυτά τέμνονται. Το σίγουρο είναι ότι ρίχνει πολύ περισσότερο φως στο μουσικό (και όχι μόνο) σύμπαν του Larry Gus απ’ ότι θα έκανε το πιο άρτια και πλουσιοπάροχα γυρισμένο comme il faut μουσικό ντοκιμαντέρ, ξέρετε τώρα, από εκείνα όπου μιλάνε επαΐουσες κεφαλές του χώρου, κριτικοί ή συνάδελφοι για το πόσο σημαντικός είναι ο μουσικός, μπλα μπλα μπλα… Σε αυτό το αποτέλεσμα σίγουρα καθοριστική ήταν η μακρόχρονη φιλική σχέση του Larry με τον σκηνοθέτη αλλά και η δική του διάθεση για ένα απόλυτο δημόσιο ξεγύμνωμα, μια αυτοέκθεση κι έναν αυτοσαρκασμό (ο οποίος μπορεί να φτάνει έως και τα σύνορα του αυτο-μαστιγώματος), σε σημείο που να σκέφτεσαι ότι η έκθεση ενός κώλου πιθανότατα να είναι και το πιο εύκολο. Αξίζει να την δείτε την ταινία, και όχι τόσο (ή μόνο) επειδή μιλάμε για έναν μουσικό ο οποίος έχει επιτυχία-αποδοχή στα εξωτερικά, προσωπικά θεωρώ αυτή την στάση ετεροκαθορισμού μάλλον αρχοντο-επαρχιωτική και κομπλεξική (άλλωστε όπως έχουμε ξανα-ματα-πει αν είναι να το μετρήσουμε έτσι τότε η σπουδαιότερη και μεγαλύτερη Ελληνίδα τραγουδίστρια είναι η Νάνα Μούσχουρη, δεν βλέπω πολλούς διατεθειμένους να το αποδεχτούν αυτό).
Κι αν κρατήσω εγώ προσωπικά κάτι από τούτη την ταινία, κάτι διαφωτιστικό για την ίδια τη μουσική του Larry Gus, είναι το σημείο εκείνο όπου κρατάει και μας παρουσιάζει με δέος του τόμους με τα άπαντα του Μπόρχες. Είναι κάτι που βασικά το σκεφτόμουν καιρό, από τότε που είχε κυκλοφορήσει το κομμάτι «Achilleas Kyriakidis», ένα από τα καλύτερα του Λάρυγγα γενικότερα. Είναι ότι μου φαίνεται πως ο τρόπος με τον οποίο χτίζει μουσικούς κόσμους ο Larry, αλλά κάμποσοι άλλοι παρόμοιοι δημιουργοί (όχι από άποψη ήχου αλλά προσέγγισης), τούτο το ανασκάλισμα, η εντρύφηση στις μουσικές βιβλιοθήκες του παρελθόντος, η ανάσυρση δειγμάτων και σπαραγμάτων, η προσπάθεια αδιάκοπης σύνθεσης τους σε ένα νέο και απείρων δυνατοτήτων παζλ έχει κάτι το μπορχεσιανό. Όχι μόνο επειδή από πίσω κρύβεται η σχεδόν σκανδαλώδης ιδέα του μεγάλου Αργεντίνου ότι όλα έχουν ειπωθεί, ότι εμείς δεν κάνουμε τίποτε άλλο από το να μηρυκάζουμε τα ήδη καταγεγραμμένα και ότι ο κάθε συγγραφέας (εδώ κάντε το μουσικός) δημιουργεί τους προδρόμους του. Αλλά και επειδή η ακρόαση της μουσικής του Larry Gus είναι κάπως σαν ανάγνωση Μπόρχες (τον οποίο κατά σύμπτωση προσπαθώ για δεύτερη φορά να προσεγγίσω τον τελευταίο καιρό). Ακούς, διαβάζεις, χάνεσαι, δεν καταλαβαίνεις τίποτε, ξάφνου πιάνεις ένα νήμα, σε βοηθά ένα επίθετο, μία μελωδία, ένας ρυθμός, κι ένα λαμπάκι ανάβει πάνω από το κεφάλι σου, ααα, έτσι είναι, εκπληκτικό αυτό, μέχρι που στην επόμενη παράγραφο, στο επόμενο κομμάτι να χαθείς πάλι, αλλά συνεχίζεις κι ας μην καταλαβαίνεις όλες τις λεπτομέρειες. Στην επόμενη ακρόαση, στο επόμενο διάβασμα, ίσως μετά από καιρό, όταν έχεις αλλάξει κι εσύ, μπορεί να τα δεις ή να τα ακούσεις διαφορετικά…


Wacken 3D

– Wacken 3D – Norbert HeitkerTο πιο διάσημο (τουλάχιστον σε εμένα που είμαι μάλλον εκτός του μεταλλικού χώρου) metal φεστιβάλ, πάνω από 100 μπάντες από όλο τον κόσμο, από την Μογγολία μέχρι τον Καναδά, καφρίλα, μπύρα, λάσπη, όλα οργανωμένα με ελεγχόμενη γερμανική μεθοδικότητα σε ένα κατά τα λοιπά ήσυχο μέχρι θανάτου αγελαδοχώρι κάπου στις ατελείωτες βαρετές πεδιάδες της βόρειας Γερμανίας. Γυρισμένη με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας, στερεοσκοπικές κάμερες, γερανούς, η ταινία σε βάζει σίγουρα στο κλίμα των «τεσσάρων ημερών μουσικής, λάσπης και ειρήνης». Τεράστιες σκηνές όπου οι μουσικοί μοιάζουν μυρμήγκια μπροστά τους, τεράστια ηχεία, 75000 οπαδοί από κάτω, γηπεδική η κατάσταση, και νομίζω ότι το απόλυτο γκρουπ για τέτοιες συνθήκες δεν είναι ούτε ασφαλώς οι παλιοροκάδες Deep Purple και Alice Cooper, ούτε οι Anthrax ούτε καν οι Motorhead, αλλά οι Rammstein, οι οποίοι με τα φλογοβόλα και τα πυροτεχνήματα και τα άλλα παραφερνάλια τους είναι ότι πρέπει για τέτοιες μάζες που διψάνε να ουρλιάξουν «du, du hast!». Αν πάντως θέλετε να δείτε μία οπτική η οποία να είναι λιγότερο διαφημιστική για το φεστιβάλ και πιο κοντά στον μέσο metalhead θεατή αναζητήστε το σχεδόν cult γερμανικό ερασιτεχνικό φιλμάκι με τον εμπνευσμένο, …βγαλμένο από τη ζωή τίτλο «Μεταλλάδες οι οποίοι κοιτάνε βυζιά («Metaller die auf Brueste starren»)

– The Jam: About the young idea – Bob Smeaton

Παλεύω κάμποση ώρα να βρω κάτι έξυπνο-διαφορετικό να γράψω για τούτο το ντοκυμαντέρ για τους Jam αλλά καμία ιδέα καλή δεν κατεβαίνει. Άει στο καλό! Για ποιο λόγο να το κάνω κιόλας; Για μία ταινία η οποία δεν είχε κι αυτή κάτι έξυπνο-διαφορετικό; Για ένα απόλυτα «by the book» βιογραφικό ντοκυμαντέρ, γραμμικό, χωρίς εκπλήξεις και σκηνοθετικές ιδέες, μιλάνε οι πρωταγωνιστές, μιλάνε και κάποιοι φαν, οι οποίοι λένε και πρωτότυπα συναρπαστικά πράγματα όπως «ταυτίστηκα μαζί τους, μου αλλάξανε τη ζωή» και άλλα τέτοια συγκινητικά, και το φιλμ τελείωνε (ως τι έκπληξις) με την πρόσφατη επί σκηνής επανασύνδεση τους. Ίσως πιο ενδιαφέρουσα να είναι η παρατήρηση ότι η ταινία προβλήθηκε σε ένα μισοάδειο (με αισιόδοξη ματιά) σινεμά, σε πολύ καλή ώρα, βράδυ Παρασκευής, τη στιγμή που η προηγούμενη ταινία με τον ιρλανδό κατάδικο και την ιδιότροπη ανιψούλα του είχε μαζέψει λαό. Διόλου τυχαία νομίζω εγώ, και η εξήγηση δόθηκε έστω και ακροθιγώς και στο φιλμ κατά την αναφορά στις αποτυχημένες απόπειρες των Jam να «πιάσουν» στις ΗΠΑ (αλλά και αλλού). Ήταν πιθανότατα το γεγονός ότι οι Jam ήταν ένα υπερβολικά βρετανικό, λάθος, αγγλικό συγκρότημα, όχι όμως με τον τρόπο που είθισται να λέμε ότι το τοπικό γίνεται παγκόσμιο, αλλά με εκείνον όπου το τοπικό εγκλωβίζεται στα όρια της γεωγραφίας. Αφήστε που ήταν κι από τους …πρωτοπόρους αντιρρησίες του τύπου going …mainstream, όχι όμως υποστηρίζοντας το θετικά, αλλά εμμέσως, πηγαίνοντας κόντρα στο underground. Σκισμένα ρούχα και παραμάνες εσείς; Μοδάτα κουστουμάκια εμείς. Δεν γουστάρετε σιξτίλες, Beatles, Motown εσείς; Και ποπ θα παίξουμε εμείς και soul και μαύρα. Ήσαστε και το παίζετε αντισυστημικοί εσείς; Κι εμείς θα νοσταλγήσουμε τις παλιές καλές ημέρες της βρετανικής αυτοκρατορίας (και θα ρίξουμε και μια δήλωση για τους Τόρηδες, έτσι για την πρόκληση του πράγματος). Τελικά φαίνεται ότι το όλο ζήτημα στη ζωή είναι να διαφέρεις με κάποιον τρόπο από τους δίπλα σου (ας πούμε το αγαπημένο σου Jam κομμάτι, να είναι ένα από το οποίο ούτε καν νότα δεν ακούστηκε σε όλο το φιλμ – το «The Butterfly Collector» δηλαδή).


Arcadia

– Αρκαδία χαίρε – Φίλιππος ΚουτσαφτήςEt in Arcadia ego, κι εγώ επίσης, όχι ότι είναι αυτή η ερμηνεία αυτού του μυστηριώδους αποφθέγματος από τον διάσημο πίνακα του Nicolas Poussin, γι’ αυτό σπάνε εδώ και κάμποσους αιώνες τα κεφάλια τους οι ειδικοί. Από τότε λοιπόν η …ρομαντικόπληκτη Ευρώπη αναζητούσε στην Αρκαδία τον ουτοπικό πνευματικό τόπο, πολλοί ταξίδεψαν σε αυτήν τη γη, είτε νοερά (όπως ο Γκαίτε ή ο Νίτσε) είτε πραγματικά όπως τον Waterboy Mike Scott ο οποίος μέχρι και τραγούδι έγραψε για τον Πάνα). Είτε και κινηματογραφικά, όπως το κάνει ο Φίλιππος Κουτσαφτής στο καινούργιο του …δύσκολο δεύτερο ντοκυμαντέρ (υπάρχει άραγε τέτοια έκφραση και στο σινεμά;), έχει περάσει κοντά μια δεκαπενταετία από την «Αγέλαστο πέτρα», την ταινία η οποία έθεσε στο είδος νέες ράγες (δεν βλέπω πάντως να τις ακολούθησαν πολλοί). Και σε αυτές τις ίδιες ράγες κινείται και σε αυτό το φιλμ, ο τόπος αλλάζει, όχι η ματιά, κι εδώ στην Αρκαδία προσπαθεί να πιάσει την ψυχή του τόπου, ανιχνεύοντας τη συνέχεια ανά τους αιώνες, όχι τη συνέχεια την εθνική/εθνικιστική, αλλά την ανθρώπινη. Το γεγονός δηλαδή ότι εδώ σε τούτα τα χώματα έζησαν, ερωτεύτηκαν, ονειρεύτηκαν μυριάδες άλλοι άνθρωποι, μπορεί αν γνωρίζουμε ή και να μην γνωρίζουμε το όνομα τους, τη λαλιά τους, από τα έργα τους ελάχιστα έμειναν για να …βασανίζουν τους σημερινούς αρχαιολόγους, αλλά σαν η σύντομη παρουσία τους κάτι να άφησε, κάπου, στο χώμα, στον αγέρα, στα δέντρα, σε ένα ταπεινό λουλούδι που πολεμάει ανάμεσα στα ερείπια, σε όλη τη φύση η οποία συνεχίζει ίδια και απαράλλαχτη και αδιάφορη για τα ανθρώπινα καθημερινό της ρυθμό. Εικόνες της περιοχής, με επίκεντρο την αρχαία Τεγέα και τον ναό της Αλέας Αθηνάς, εκεί τριγύρω κινείται η κάμερα, μακριά από το Μαίναλο και την trendy τουριστικά κατακτημένη περιοχή, σε ξεχασμένα χωριά, σε χωράφια, σε σκηνές της σκληρής εργατικής καθημερινότητας, στα πανηγύρια και τις γιορτές σκόρδου (ω ναι!), σε ναούς όπου οι θρησκείες αλλάζουν αλλά η ιερότητα μένει (συγκλονιστική η σκηνή με τη γιαγιά να μαζεύει ζωχούς ανάμεσα στα ερείπια), με μια ελεγειακά λυρική αφήγηση και μια υποβλητική μουσική από τον Κωνσταντίνο Βήτα. Ταινία-μυσταγωγία είσαι-δεν είσαι Αρκάς…

– Dheepan – Jacques Audiard

Η φετινή φοινικοστεφής (για τις Κάννες μιλάμε προφανώς) ταινία είναι ένα σκληρό από κάθε άποψη έργο, γυρισμένο σε ένα από εκείνα τα προάστια του Παρισιού τα οποία δεν είναι Παρίσι, δεν είναι «πόλη του φωτός», εκεί όπου οι κάτοικοι, πρόσφυγες, μετανάστες και γάλλοι που δεν τους θέλουν οι άλλοι γάλλοι, δεν έχουν καν δει τον πύργο του Άιφελ ούτε με τα κιάλια. Οι πρωταγωνιστές είναι μία «πλαστή» οικογένεια, πατέρας, μάνα, παιδί με καμία σχέση ο ένας με τον άλλο, όλα για χάρη της βίζας και της άδειας παραμονής, οι οποίοι αφού το σκάνε από τον πόλεμο στη Σρι-Λάνκα φτάνουν στο Παρίσι και μπλέκουν σε έναν άλλο πόλεμο. Πολύ ωραία κινηματογράφηση, δυσοίωνα σκηνικά, πολύ σκοτάδι, με τις φιγούρες και τις σκηνές να διαλύονται σε αυτό κατά την μετάβαση, «αυθεντικοί» πρωταγωνιστές (πραγματικοί Ταμίλ δηλαδή, με τα ονόματα-σιδηρόδρομους που έχουν, π.χ. ο πρωταγωνιστής λέγεται Τζεσουθάσαν Αντονιθάσαν), δραματική κορύφωση που χτίζεται σκηνή-σκηνή και κριτική (υποτίθεται) του δυτικού ονείρου. Υποτίθεται λέω γιατί στην τελική κάθαρση έπεσε μια δόση παραπάνω feelgood …παραμυθίνης, κάτι που κατά κάποιο τρόπο «ακύρωσε» το νόημα της όποιας κριτικής.

– Ντεγκραντέ (Degrade) – Arab Nasser & Tarzan Nasser

Βλέποντας την ταινία η οποία πήρε φέτος την «Χρυσή Αθηνά», στην παραδοσιακή νυσταλέα προβολή της βραβευμένης ταινίας, Κυριακή βράδυ, αύριο Δευτέρα, οδοντογλυφίδες στο μάτι, όσο να ‘ναι μπαίνεις στην ίντριγκα του «αξίζει-δεν αξίζει». Εντάξει αυτή εδώ έχει κι ένα παλαιστινιακό δημιουργικό χεράκι (χεράκια καλύτερα από τους δίδυμους σκηνοθέτες), ως γνωστόν εμείς έχουμε και μία παραπάνω ευαισθησία και συμπάθεια από εκείνη την εποχή που ο Αντρέας αντάλλασσε φιλιά με τον Γιασέρ. 13 γυναίκες όλες μαζί σε έναν χώρο, ένα ινστιτούτο ομορφιάς είναι ένας πολύ πιθανός χώρος να συμβεί κάτι τέτοιο, κι εκεί τοποθετούν τις ηρωίδες τους οι σκηνοθέτες. Και όλες είναι εξίσου πρωταγωνίστριες, καμία δεν ξεχωρίζει, είναι όλες επιλεγμένες για να αποδώσουν διαφορετικούς χαρακτήρες της κοινωνίας, από την πιο θεούσα με το «αντίσκηνο» μέχρι την πλέον ελευθεριάζουσα αμαρτωλή. Εν τω μεταξύ, έξω στους δρόμους, οι συγκρούσεις, ο πόλεμος, ένας ακόμη, μαίνεται. Συμπαθητική ταινία, σεναριακή κατά βάση, ξεχωρίζει κυρίως για το διόλου συνηθισμένο για ταινίες από εκείνα τα μέρη δηκτικό προς κάθε κατεύθυνση χιούμορ…

05/10/2015

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Myrkur – M (Relapse)

myrkur
1. Skogen Skulle Do
2. Haevnen
3. Onde Born
4. Volvens Spadom
5. Jeg Er Guden, I Er Tjenerne
6. Nordlys
7. Mordet
8. Byssan Lull
9. Dybt I Skoven
10. Skadi
11. Norn
12. Skadi (demo)

M; Μ for Murder αν θυμηθώ την παλιά χιτσκοκική ταινία; Μ, εκείνο που ύψωνε εις την νιοστή ο …Ανδρουλάκης σε ένα παλιό βιβλίο του; Ή μήπως απλά το αρχικό του ονόματος της μυστήριας Myrkur. Myrkur με την ευκαιρία σημαίνει στα ισλανδικά σκοτάδι, ήταν και τραγούδι των Sigur των Ros.

Θα μου πείτε και τις μας νοιάζει (η μουσική δεν είναι που μετράει;) αλλά είναι και η ίδια εκείνη που φρόντισε να ρίξει μπόλικο νερό στον μύλο της περιέργειας, διαφημιστική τεχνική παλιά η οποία φαίνεται να έπιασε, από τότε που κυκλοφόρησε το περσινό της ΕΡ πολλοί αναρωτιόντουσαν ποια είναι αυτή η τύπισσα που γουστάρει μαύρα και άραχλα σκοτάδια, αγριάδες και …black metal.

Ωχχχ… Όχι άλλο black metal θα μου πείτε, και δεν θα σας δώσω άδικο, θα συντονίσω τη φωνή διαμαρτυρίας με τις δικές σας. Αξίζει πάντως μελέτης το φαινόμενο αυτό, ή μόδα αν θέλετε να το πείτε, γιατί δηλαδή το black metal συγκεκριμένα έγινε το «νέο μαύρο» και βρήκε ακροατήρια στον μάλλον δυσανεκτικό σε πλατύτερα ακούσματα «ανεξάρτητο» χώρο. Τα οποία πάντως δεν έχουν μετακινηθεί και πολύ μακριά από ηχητική άποψη, απλά μοιάζει το black metal να κομίζει μια σε λελογισμένες δόσεις ευπρόσδεκτη όμως …καφρίλα, έναν έστω και παστεριωμένο πρωτογονισμό ο οποίος μοιάζει να λείπει από τα clean-cut παιδάκια της σύγχρονης, πολλές φορές συμπαθητικά ξενέρωτης indie (μπορεί να ενοχλήσει και σαν άκουσμα την μαμά που θα μπει ξαφνικά στο δωμάτιο – και δεν μιλάω αποκλειστικά για 20χρονα αλλά και για 40χρονα που είναι σήμερα τα νέα …20χρονα).

Στον οποίο χώρο, ας πούμε και της ευρύτερης ροκ, παλιά τα πράγματα ήταν αλλιώς. Είχες μια μπάντα. Τα «παιδιά». Άλλος ήξερε να παίζει, άλλος δεν ήξερε αλλά ήταν ο μάγκας, ο ωραίος, ο πρόστυχος, ο σωστός. Τσακωνόσασταν για τη μουσική (και όχι μόνο) αλλά τα ξαναβρίσκατε στο τέλος πηγαίνατε για καμιά μπύρα μετά τις ηχογραφήσεις. Τώρα πια τα πράγματα έχουν αλλάξει. Και μόνος σου να είσαι μπορεί να παίξεις και ροκ και μέταλ, η καλλιτεχνική «bedroom» μοναξιά δεν είναι πια προνόμιο ή κατάρα των «αυτιστικών» ηλεκτρονικών nerds. Και μπλακ μέταλ να παίζεις μπορεί να μην χρειάζεσαι πια συγκρότημα, τα παραδείγματα πολλά ξεκινώντας από τον ναζί αρχιερέα του είδους Burzum ο οποίος ηχογραφεί πια μόνος (και μπορώ να σκεφτώ αρκετούς λόγους για αυτό) μέχρι και ψαγμένες και πολύ ιδιαίτερες περιπτώσεις όπως ο Ιρανός Ekove Efrits. Ή τούτη η μυστήρια Myrkur.

Η οποία, ταρατατζούμ ταραταζούμ, ας αποκαλύψουμε το μυστήριο, λέγεται Amalie Bruun, κατάγεται μεν από την Δανία του …Βορρά (χρειάζεται να σας θυμίζω την αντίστοιχη του Νότου;) μένει όμως στις ΗΠΑ, έχει κάνει μοντέλο μέχρι και για την Σανέλ ενώ είναι και το ήμισυ της dream pop μπάντας Ex-Cops.

Τι έχει λοιπόν τούτη η Myrkur; Μοιάζει να τα έχει όλα και να συμφέρει. Έχει και «αιθέρια» (ή τσιριχτή αν προτιμάτε) φωνή, έχει και εμφάνιση, γράφει η ίδια κομμάτια και στίχους, παίζει και όργανα, φέρνει μια πάντα αναζωογονητική θηλυκότητα στον μάτσο (ενίοτε και σεξιστικό) τούτο χώρο, όπου οι γυναίκες σπανίζουν σε δημιουργικούς ρόλους περιοριζόμενες συνήθως αποκλειστικά σε ρόλο τραγουδιάρας-μούσας-μουσίτσας της μπάντας. Έχει επίσης και καλούς συνεργάτες (με κυριότερο και καθοριστικότερο τον Gram από την αγέλη των Ulver στην παραγωγή) και καλούς παίχτουρες (με τύπους από Mayhem και Nidingr), δεν είναι λοιπόν τόσο μόνη όσο φαίνεται αρχικά. Και last but not least, έχει και έναν καλολαδωμένο μηχανισμό δημοσίων σχέσεων να ρολάρει για πάρτη της, σε μια ανομολόγητη φιλοδοξία να αναδειχθεί ως μια …Lana Del Rey του χώρου.

Σαν κάτι να ξεχάσαμε όμως. Α ναι, από μουσική, από τραγούδια, από μελωδίες τι γίνεται; Το παλεύει. Με διάφορους τρόπους. Μέχρι και σε μαυσωλείο ηχογράφησε, έτσι για λίγο φυσικό reverb, ωραία πράγματα για να τα γράφει κι ένας μουσικοκριτικός στο κείμενο του (αλλά τελικά ελάχιστη ουσία έχουν). Και κλασικότροπα στοιχεία βάζει στην συνταγή της και μπόλικα άγρια (μεταξύ μας: πιότερο γκροτέσκα) φωνητικά (με μπόλικη βοήθεια από τα εφέ) και κάμποσα riff μεταλλικής ορθοδοξίας. Άλλες φορές τις πετυχαίνει το μείγμα, σε κομμάτια όπως το εναρκτήριο «Skogen Skulle Do» (με τον ευοίωνο τίτλο να σημαίνει «Η πόρνη πρέπει να πεθάνει) ή το πολύ ωραίο «Haevnen». Άλλες φορές όμως (και αυτές είναι οι περισσότερες), και ειδικά όπου η παραγωγή καθαρίζει το τοπίο, αποκαλύπτεται μια συνθετική φτώχεια, μια επανάληψη πολλάκις εφαρμοσμένων στο παρελθόν τεχνικών, π.χ. συναντάμε όλα τα βασικά κόλπα του post rock και του post metal, ξέρετε τώρα, ησυχία και ξέσπασμα, νηνεμία και καταιγίδα, ξέφωτα και σύδεντρα για το πούμε και πιο …δασικώς ποιητικά. Και τελικά θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η μουσική την φέρνει εκεί όπου ξεκίνησε όλη η ιστορία. Στο …indie. Έτσι, σε ένα ακόμη από τα κομμάτια που ξεχωρίζουν, το «Onde Born», η Myrkur ακούγεται σαν μια τσαντισμένη …Emma Anderson (Lush). Κατά μία έννοια λοιπόν και η …Lana δεν είναι πολύ μακριά, σαν να της μοιάζει κάπως. Κάποια συμπαθητικά τραγουδάκια, ωραία εμφάνιση, πολύ ντόρος τριγύρω και… Μέχρις εκεί. Επί του παρόντος…

Κοντολογίς, μακρυλογίς… Αντί να συναντήσουμε στον δίσκο μια άγρια και ατίθαση λύκαινα η οποία ουρλιάζει σκιαχτικά «ουυυυυυ» στο πυκνό παρθένο δάσος, μας προέκυψε μια συμπαθητική σκυλίτσα του σπιτιού η οποία βγήκε συνοδευόμενη βόλτα στο άλσος της γειτονιάς και που και που ρίχνει κι ένα «απειλητικό» γάβγισμα που κανέναν δεν ψαρώνει..

6.5

 

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

Varg – Ursviken (Northern Electronics)

varg
1. Ursviken
2. Skaeliptom
3. Asocial 46
4. Vitberget
5. Jamikasuolu
6. Scharins soner
7. Raggarsvin
8. Guldstaden
9. Ohn
10. Agngatan 24

«Χωριό μου, χωριουδάκι μου και πατρικό σπιτάκι μου», που έλεγε και η Σοφία Βέμπο στο παλιό τραγούδι του ’48, το οποίο γνώρισε εσχάτως και μια δεύτερη ζωή σε μια (αποθέωση του κιτς και της νέας κακογουστιάς της κρίσης) τηλεοπτική σειρά. «Στη σκέψη μου σας φέρνω νύχτα μέρα εδώ στα ξένα πέρα» συνεχίζει το άσμα, κουβαλάει μια νοσταλγία, μαζί με γραφικές εικόνες, σαν κι αυτές που είχαμε μάθει κι εμείς να γράφουμε σε εκθέσεις στο σχολείο για τη ζωή στην πόλη και στο χωριό, διεκτραγωδώντας την παρακμή του άστεως και εκθειάζοντας την υπεροχή της ζωής κοντά στη αγνή φύση, με τη γιαγιά, το μποστάνι, το γαϊδουράκι (άραγε ακόμη τέτοια γράφουνε τα παιδιά;).

Και τούτος ο νεαρός Σουηδός, (ψευδ)ονόματι Varg (καμία σχέση με τον κακό συν-Σκανδιναβό Burzum), αφιερώνει ολάκερο δίσκο στο δικό του χωριό. Το Ursviken. Εδώ όμως αρχίζουν και τελειώνουν οι ομοιότητες με την παραπάνω βουκολική αναπόληση της Βέμπο. Όχι μόνο (ή τόσο) επειδή το Ursviken δεν θυμίζει σε τίποτε ένα δικό μας απομονωμένο χωριό στον Γράμμο ή στην Πίνδο (έχει και κοτζάμ 4000 κατοίκους). Αλλά επειδή ο Varg δεν νοσταλγεί… Ή καλύτερα δεν εξωραΐζει, δεν εξιδανικεύει…

Και αφού λοιπόν μάθαμε τον τόπο γέννησης, πάμε και σε άλλα στοιχεία της ταυτότητας του. Ο τύπος λοιπόν λέγεται Jonas Roennberg, έχει πάντως και άλλα ψευδώνυμα, συμμετέχει και σε άλλα σχήματα, είναι υπερ-παραγωγικός και δραστήριος και αποτελεί ουσιαστικά τη δημιουργική ψυχή της Northern Electronics η οποία ασχολείται με αυτό ακριβώς που δηλώνει το όνομά της: βόρεια (ή και …υπερβόρεια αν θέλετε) πειραματική (και μη) ηλεκτρονική μουσική. Και αυτός είναι ο καλύτερος και ο πιο προσωπικός του δίσκος.

Το …επισκέφτηκα που λέτε το Ursviken (Google Earth, μη φανταστείτε – αν και είχα και γνωστό ο οποίος έγραφε ταξιδιωτικά ρεπορτάζ σε εφημερίδα με αυτό τον τρόπο). Έτσι, στην προσπάθεια να μπω στο κλίμα του δίσκου. Κατάφερα τίποτα; Δεν ξέρω… Μια τουριστική ματιά, εικόνες από μια γραφική λίμνη, σπιτάκια κλασικά βόρεια με τη σκεπή τους και τον κήπο τους, ένας οδικός άξονας, πολλά δέντρα, ο ήλιος να λάμπει… Πίσω όμως από την επιφανειακή αυτή οπτική, πίσω από τους τοίχους, υπάρχει η πραγματική ζωή. Και η σκοτεινή της πλευρά. Σκοτεινή όμως όχι εξαιτίας του ήλιου του Μεσονυχτίου ή του σκοταδιού του Μεσημεριού. Η φύση, απλά στέκει εκεί, όμορφη αλλά και αδιάφορη, απρόσιτη. Για τα έργα και τις ημέρες των ανθρώπων είναι που μιλάμε. Τα λέει κάπου και ο ίδιος αποκαλυπτικά: «ανία, ναρκωτικά, αυτοκτονίες εχθρότητα στους ξένους, λίγα χιλιόμετρα νότια του Αρκτικού Κύκλου». Θα μπορούσε να συμπληρώσει ποιητικά, μια τρύπα στη γεωγραφία… Φαντάζεστε τώρα να είχε και αντιδράσεις από τους κατοίκους του Ursviken, για …δυσφήμηση του τόπου, όπως είχε γίνει και στα μέρη μας, όταν ο Μαχαιρίτσας και ο Νταλάρας είχαν κάνει πανελλήνιο σουξέ το «Διδυμότειχο Μπλουζ»; Δύσκολο… Δύσκολη γαρ και η μουσική που φτιάχνει, αφήστε που και ο δίσκος κυκλοφόρησε σε μόλις 100 αντίτυπα σε πλουμιστό και διάφανο βινύλιο για να τσιμπήσουν και οι συλλέκτες (τα οποία όμως έχουν ήδη εξαντληθεί).

Και για να έρθουμε και στο κυριότερο. Ο Varg δεν τα λέει μόνο με τα λόγια, αλλά καταφέρνει να μετουσιώσει αυτό το δυσοίωνο κλίμα και σε μουσική. Και εδώ έγκειται η βασική γοητεία του δίσκου αυτού. Ακούγοντας το «Ursviken», βυθίζεσαι σε ένα εντελώς άλλο κόσμο, κλειστοφοβικό, σκοτεινό, στενό, εσωστρεφή, ανιαρό, όπου το παρόν μοιάζει με το παρελθόν και αυτό με τη σειρά του με το μέλλον, ακόμη και στα σημεία όπου η μουσική χάνεται σε έναν (αναπόφευκτο;) βερμπαλισμό, μοιάζει να υπηρετεί ακριβώς αυτή την ποιητική αδεία. Ο δημιουργός προφανώς χρησιμοποιεί τους κώδικες της ambient για να χτίσει ένα περιβάλλον διάστικτο από υπόκωφους υφέρποντες βόμβους, θορύβους, αέναες μελωδικές λούπες και ηχητικές δομές οι οποίες μετατοπίζονται αργά σαν παγετώνες (Murcof μου έρχεται στον νου), αλλά και σποραδικά beat ενός τέκνο(υ) αποσυνάγωγου (από αυτό που οι ειδήμονες δεν θα πιστεύουν ότι είναι techno -καλή ώρα όπως συνέβη με τον δίσκο των Kiasmos). Να καταφύγουμε στον νεολογισμό doom techno; Όπως και να ‘χει πάντως, ακόμη κι αν τελικά καταλήξουμε σε (αναπόφευκτες;) κοινοτοπίες για ηχοτοπία ψυχρά και παγωμένα και βόρεια κλπ κλπ, κανείς πιστεύω δεν θα μείνει ασυγκίνητος από την μελωδική νοσταλγική κατάθλιψη ενός «Jamikasuolu».

Είπα νοσταλγική; Δεν λέγαμε στην αρχή ότι ο Varg δεν νοσταλγεί; Κατά βάθος όπως η νοσταλγία μοιάζει αναπόδραστη, σαν μαύρη τρύπα που σε ρουφά στον ορίζοντα γεγονότων της. Όπως και η πατρίδα, ο τόπος που μεγάλωσες, ακόμη κι αν είναι «μικρό χωριό κακό χωριό». Και όπως είπε και ο μεγάλος Αλεξανδρινός, «έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ/στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες». Ίσως λοιπόν τα «Ursviken» να μην φταίνε και τόσο τελικά…

24/09/2015

8

 

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr

The Boy – Καλό παιδί (Self-released)

The Boy
1. Φερετροφιλική
2. Δεν είμαι νεκρός
3. Είμαι πολύ καλό παιδί
4. Δεν είχανε τίποτα να μας πουν
5. Μιούζικαλ κάτω από τη Γη
6. Στρώμα νεκρής γιαγιάς
7. Ταληροντούς
8. Τράπεζα
9. Τι θα υπάρχει τη Δευτέρα
10. Νανούρισμα άστεγης μητέρας σε σχεδόν νεκρό μωρό

Ελάτε, μη ντρέπεστε… Όποιος ή όποια είχε κάποια στιγμή θρηνολογήσει για τις χαμένες γενιές της μεταπολίτευσης (ρε, αυτή ακόμη δεν πέθανε;), όποιος ή όποια είχε μοιρολογήσει για τις εποχές τις αντι-ηρωικές, τις χλιαρές, τσι ξενέρωτες που ζούμε, όποιος ή όποια είχε νοσταλγήσει «τα χρόνια εκείνα τα παλιά», με τα Πολυτεχνεία, τους αγώνες τους καλούς, να σηκώσει το χέρι του. Χμμμ βλέπω είμαστε κάμποσες. Καλά, κανένας μας δεν είχε σκεφτεί την παλιά σοφία «πρόσεχε τι εύχεσαι»; Και να που η γενιά μας ζει επιτέλους (;) σε δύσκολους (ενδιαφέροντες που λεν και οι Κινέζοι) καιρούς. Και έτσι μετά από χρόνια κατανάλωσης μετα-ιδεολογικού χυλού μετά μπόλικου lifestyle, βρέθηκε ξάφνου ενεργητική και βιωματική πρωταγωνίστρια στην Ιστορία. Ιδού λοιπόν πεδίον δόξης λαμπρό… Γιατί οι περίοδοι κρίσης υπήρξαν ανέκαθεν πραγματικές περίοδοι κρίσης, αμόνια αξιολόγησης αλλά και επανεκτίμησης των πάντων. Ανθρώπινων σχέσεων, αξιών, στάσεων, ιδεών…

Μιλώντας για ιδέες… «Που είναι οι διανοούμενοι;», «τι απέγιναν οι διανοούμενοι;», το ερώτημα είχε γίνει τετριμμένα ευτελισμένο όλα αυτά τα χρόνια, μέχρι και σε τίτλο βιβλίου το είδα σε μια πρόσφατη βόλτα στα βιβλιοπωλεία. Τώρα βέβαια δεν πιστεύω να έχει κανείς παράπονο, οι διανοούμενοι βγήκαν από το φιλντισένιο κάστρο τους και γέμισε ο τόπος απόψεις, για όλους και απ’ όλα έχει ο μπαχτσές, κι εδώ πάντως ισχύει το «πρόσεχε τι εύχεσαι», η όποια διαφορετική άποψη βρέθηκε ενίοτε στο στόχαστρο ενός εκτονωτικού λιθοβολισμού, σε τέτοιες νευρικές εποχές η δυσανεξία στην αντίθετη άποψη είναι πιο συχνή από εκείνη την μοδάτη απέναντι στην …γλουτένη. Από την άλλη δεν ήταν και λίγοι οι διανοούμενοι (με και χωρίς εισαγωγικά εδώ) οι οποίοι αφού «δοξάσθηκαν κρυπτόμενοι», κατεποντίσθησαν εμφανιζόμενοι», για να μνημονεύσω και την παλιά, διαχρονική όμως ρήση του Παπανδρέου του Α’. Γιατί εκεί που περίμενες λεπταίσθητες παρατηρήσεις οι οποίες θα φώτιζαν άδηλες γωνίες, θα αναδείκνυαν διαφορετικές οπτικές, έστω και πιο λοξές, είδαμε πολλές φορές θορυβώδεις παρουσίες οι οποίες απλά διάλεξαν στρατόπεδα και άρχισαν να πετροβολούν από τα υψώματα της διδακτικής έπαρσης «η αλήθεια που δεν βλέπετε εσείς», με φανατικά κηρύγματα κατά του …φανατισμού και διχαστικό δηλητήριο κατά του ..διχασμού, στο πρότυπο της Αλίκης η οποία είχε φέρει κολάρο στον Παπαμιχαήλ το πλακάτ που έγραφε «Αγάπη-Ειρήνη-Φιλία» (ξαναδείτε την «Κόρη μου τη σοσιαλίστρια» αν δεν θυμάστε τη σκηνή). Θα με ρωτήσετε βέβαια τώρα, ποιος είναι ο διανοούμενος και ποιος όχι, και γιατί εν τέλει η άποψη ενός π.χ. συγγραφέα θα έπρεπε να έχει εξ ορισμού μεγαλύτερη βαρύτητα από εκείνη ενός ξυλουργού ή ενός γεωπόνου. Και θα σας έδινα μεγάλο δίκιο…

Σε συνέχεια των παραπάνω (και για να έρθουμε σιγά-σιγά και στα δικά μας) τίθεται το συναφές ζήτημα «που είναι τα τραγούδια;» Πόσες φορές δεν το έχετε ακούσει σαν κατηγόρια; Που είναι τα τραγούδια που θα συνεγείρουν τα πλήθη; Πως γίνεται αυτό όταν η πραγματικότητα προσφέρει τόση άφθονη κι εκρηκτική πρώτη ύλη; Που είναι τα «είμαστε δυο, είμαστε τρεις», που οι καμπάνες που σώπα όπου να ‘ναι θα χτυπήσουν; Τι συνέβη; Είναι ζήτημα καλής και κακής γενιάς;

Στην πραγματικότητα βέβαια τραγούδια γράφονται για την κρίση και δεν είναι και λίγα. Αλλά η απήχηση τους είναι περιορισμένη, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου εμπλέκονται (για μάλλον ύποπτους δικούς τους σκοπούς) τα ΜΜΕ, όπως συνέβη στην άτυχη και ήδη ξεχασμένη περίπτωση του τραγουδιού του Πορτοκάλογλου. Μήπως λοιπόν απλά είναι που το τραγούδι έχει απολέσει εδώ και πολλά χρόνια τον κοινοτικό και κοινωνικό του χαρακτήρα και την κεντρική του θέση στις ζωές μας; Ακόμη δε κι αν υιοθετήσουμε την κάπως …μεσσιανική αντίληψη του τύπου «λείπει ένας Θεοδωράκης», πόθεν να ξεπηδήσει ο νέος Μίκης; Από τους περιχαρακωμένους μουσικούς μικρόκοσμους; Ή μήπως από τα μεγάλα ονόματα; Τους αστέρες του ποιοτικού και του εναλλακτικού; Εκείνων που μια χαρά είχαν βολευτεί οι περισσότεροι την εποχή του lifestyle; Με τι αξιοπιστία να βγουν λοιπόν τώρα να τραγουδήσουν για ….πάλης ξεκίνημα, νέους αγώνες;

Ο Boy (υποθέτω – είμαι σίγουρος) δεν έχει εξαρχής τέτοιες φιλοδοξίες. Μολονότι ανήκει στην μετέωρη «κατηγορούμενη» γενιά των σημερινών mid-30s και έχει πίσω του ήδη μια σημαντική πολυδιάστατη πορεία στο κουρμπέτι, έχοντας ένα σαφώς αναγνωρίσιμο στίγμα και συνεισφορά στην εγχώρια σκηνή. Θα μπορούσε να παρασυρθεί κανείς και να τον αντιμετωπίσει ως αντιπροσωπευτικό της γενιάς, όπα, ένστασις όμως! Για να είσαι «αντιπροσωπευτικός» οφείλεις να είσαι και συμβατικός, να εκφράζεις έναν μέσο όρο, μια «κοινή» γνώμη, έστω κι ενός μικρόκοσμου ακόμη. Και το έργο του Boy ναι μεν ποτέ δεν ήταν ερήμην της πραγματικότητας, πάντοτε έπαιρνε …κατάματη θέση απέναντι στην πραγματικότητα, από την άλλη όμως δεν σήκωσε παντιέρες ούτε έσπευσε να δηλώσει ιδιότητα. Περισσότερο θα λέγαμε ότι αυτοβιογραφείται μέσα από την Ιστορία και τον τρόπο που αυτή απλώνει πλοκάμια και επηρεάζει ακόμη και την μικρή ταπεινή καθημερινότητα.

Τούτες οι παρατηρήσεις επιβεβαιώνονται και με το νέο του έργο, έναν δίσκο ο οποίο γράφτηκε μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο …πριαπικής έμπνευσης και δημιουργικότητας, άλλες δύο μέρες χρειάστηκαν για την ηχογράφησή του με την καθοριστική συμβολή του Κτίρια του Νύχτα και την επόμενη κυκλοφόρησε. Γρήγορα ναι, πρόχειρα όχι (που έλεγε παλιά διαφήμιση ταχυφαγείου), αν και είναι κατά στιγμές εμφανή τα ακατέργαστα σημάδια της βιάσης. Αναπόφευκτα. Τούτο είναι ένα modus το οποίο ακολουθούν και κάμποσοι άλλοι, όχι πολλοί μουσικοί (χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Άγγελος Κυρίου), όπου ζητούμενο είναι το πηγαίο, το αυθόρμητο αλλά και η εκφραστική εκφόρτιση, το βγάζεις, το τελειώνεις, παίρνει τη θέση του στο παρελθόν και προχωράς παρακάτω. Έστω και εις βάρος της όποιας καλλιτεχνικής «βαρύτητας».

Τούτος ο δρόμος μοιάζει όμως ο πλέον κατάλληλος όταν γράφεις εν θερμώ, στην πυρά των γεγονότων, το «Καλό παιδί» γράφτηκε τις μέρες του δημοψηφίσματος, ενός ακόμη διλήμματος, γεμάτη αυτή η πουτάνα η ζωή από διλήμματα όπου κανείς δεν σου εγγυάται τι θα γίνει, και σαν να «με φοβίζει όταν τη γνώμη μου ζητάνε», τι να κάνουμε (There is No Alternative), δε γίνεται αλλιώς, που λέει ο νεόκοπος μεταμφιεσμένος κάτω από την προβιά του «ορθολογισμού» κομφορμισμός. Ο λόγος στον Boy: «Ο δίσκος είναι αφιερωμένος στον Sidney Fucking Lumet. Για όσους μεγαλώσαμε με τις ταινίες του, δεν ήτανε ποτέ δίλημμα το ΝΑΙ ή το ΟΧΙ.» Για κάποιους ήδη αυτό λέει πολλά…

Στο «Καλό παιδί» ο Boy μετά από καιρό επιστρέφει στη μητρική γλώσσα (μόνο έτσι γίνεται όταν φλέγεσαι να τα πεις, δεν μπορείς να τα λες στα …ξένα). Στον δίσκο εύκολα διακρίνεις τη φλέβα η οποία το ενώνει με όλους τους προηγούμενους, έχει την σφραγίδα και την ταυτότητα του δημιουργού και όλα του τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, δεν υπάρχει εδώ η διάθεση για ανατροπές και αναπροσδιορισμούς: την μινιμαλιστική προσέγγιση στον ήχο, τους εμμονοληπτικούς ρυθμούς, τη φωνή της πυρετώδους απαγγελίας, χωρίς πολλές διακυμάνσεις και χρωματισμούς, μια ατμόσφαιρα η οποία έχει κάτι το αστικό και σκληρά υποβλητικό, συνθέσεις οι οποίες τσαλαβατούν σε διάφορα είδη, ενίοτε και εν είδει παρωδίας, συνθέσεις που σε αρπάζουν με τη μία (άκου π.χ. το «Είμαι πολύ καλό παιδί»). Και φυσικά οι στίχοι σε ρόλο πρωταγωνιστικό. Στίχοι απαισιόδοξα αισιόδοξοι, χωρίς ορθοπρέπεια και σεμνοτυφία, μακριά από κάθε εθνικό παρτιωτισμό (sic), με ένα χιούμορ σοβαρό, σκληρό και πικρό (δεν είχε ποτέ την αλαφράδα ο Boy). Στίχοι οι οποίοι αντλούν από την επικαιρότητα αλλά ταυτόχρονα την υπερβαίνουν, χωρίς να καταφεύγουν σε εύκολη συγκινησιακή εκμετάλλευση.

Θα ομολογήσω, κλείνοντας, ότι αυτό το κείμενο το επεξεργάστηκα σε δύο φάσεις, μία εν θερμώ, μία εν ψυχρώ, με μια απόσταση από τα γεγονότα της επικαιρότητας (μια πολυτέλεια την οποία δεν είχε ο δημιουργός!). Πέρασε κάμποσος καιρός από τότε που ξημέρωσε εκείνη η Κυριακή, η Άγια Κυριακή (όχι, αυτή ήταν ..καΐκι), ποιος το περίμενε πως θα ‘ταν Κυριακή… Πυκνός ο πολιτικός χρόνος, πολλά άλλαξαν, τίποτε δεν άλλαξε, ο άνθρωπος όλα τα συνηθίζει τελικά, και ουρές και capital controls και μνημόνια. Και πάλι Κυριακή θα είναι οι νέες εκλογές… Και η ερώτηση εν προκειμένω τίθεται σχεδόν αυτεπάγγελτα. Τι μένει από τον δίσκο; Ξεπεράστηκε άραγε από την επικαιρότητα; Αν έχετε πράγματι διαβάσει μέχρι αυτό το σημείο, η απάντηση νομίζω είναι ήδη σαφής. Γιατί το έργο του Boy (και όχι μόνο το συγκεκριμένο) είναι πάντοτε επίκαιρο, όχι όμως με τον τρόπο που αναπαράγουν τα τετριμμένα εμπορικά δελτία τύπου της τάδε νέας «συγκλονιστικής παράστασης». Η τέχνη δεν οφείλει να είναι βολονταριστικά και εύκολα επίκαιρη, αντιθέτως οφείλει να κρατά αποστάσεις ασφαλείας. Και να έχει επίγνωση ότι όσο κι αν η επικαιρότητα βαραίνει με θορυβώδη γεγονότα καταθλιπτικού βάρους, υπάρχουν και πράγματα, ιδέες, συναισθήματα, που έρχονται από πολύ πίσω και πάνε πολύ μακριά, που την υπερβαίνουν, ενίοτε την υπονομεύουν. Σε μία από τις πιο ουσιαστικές, φιλοσοφικά, νοηματικά και εικονοποιητικά, στιχουργικές στιγμές των τελευταίων ετών, ο Boy υπογραμμίζει ακριβώς αυτή την αντίληψη. Απαντώντας συνάμα σε εκείνη την αγχώδη ερώτηση «Τι θα υπάρχει τη Δευτέρα;», πόσοι δεν το αναρωτηθήκαμε αυτό;

Σου υπόσχομαι ότι θα υπάρχουνε ακόμα οι λόγοι που δεν θέλεις να με δεις.
Σου υπόσχομαι ότι θα υπάρχουνε ακόμα μητέρες να σε προσέχουν πριν παντρευτείς.
Σου υπόσχομαι ότι θα υπάρχουνε διαφημίσεις στην τηλεόραση να ξεχαστείς.
Το βράδυ της Δευτέρας πριν κοιμηθείς.
Σου υπόσχομαι ότι θα υπάρχουνε ατυχήματα αν θελήσεις να σκοτωθείς.
Σου υπόσχομαι ότι θα υπάρχουνε ναρκωτικά και νέοι τρόποι να με σκεφτείς.
Σου υπόσχομαι ότι θα υπάρχουνε τα χείλη μου.
Αρκεί να θέλεις.
Αρκεί να ρθεις.

17/09/2015

7.5

 

1η δημοσίευση: http://www.mic.gr